Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations claim deemed waived by de facto recognition of debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two social security and engineering funds against a First Instance Court decision. The appellant argued that the statute of limitations had expired, but the court found that the appellant had previously de facto recognized the debt by failing to challenge a specific court decision regarding pension deductions. Consequently, the court ruled that the late invocation of the statute of limitations was an abuse of right and legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: A party who de facto recognizes a debt by failing to challenge a relevant judicial decision cannot later successfully invoke the statute of limitations as an abuse of right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 702 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 702/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του και 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ" (ΤΜΕΔΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο αποτελεί οιονεί καθολικό διάδοχο του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ) για τα ασφαλιστικά - συνταξιοδοτικά θέματα, ενώ το δεύτερο αποτελεί καθολικό διάδοχο του Τομέα ΤΣΜΕΔΕ του τ. ΕΤΑΑ σε ό,τι αφορά στο αντικείμενο και τις αρμοδιότητες εγγυοδοσίας και πιστοδοσίας. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Δημητρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Κωσταρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Γ., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Σταμόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2192/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1863/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 28-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 577 §§ 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Εξάλλου, από το άρθρο 556 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι δικαίωμα να ασκήσουν αίτηση αναιρέσεως μεταξύ άλλων προσώπων έχουν, εφόσον ηττήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών ή ο εφεσίβλητος, αλλά και οι καθολικοί διάδοχοι αυτών, με τους οποίους εξομοιούνται, προκειμένου περί νομικών προσώπων, οι οιονεί καθολικοί διάδοχοι αυτών.
Περαιτέρω, με το άρθρο 51 § 1 του ν. 4387/2016 (Α’ 85) συνεστήθη ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (νπδδ) με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας την 1η Ιανουαρίου 2017, στο οποίο (νπδδ), σύμφωνα με το άρθρο 53 § 1 του ίδιου ως άνω νόμου, εντάχθηκε αυτοδικαίως ο Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) και η Ειδική Προσαύξηση, όχι όμως οι αναφερόμενοι στο κεφάλαιο Στ’ αυτού του νόμου.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 70 § 9 του νόμου 4387/2016, ο ΕΦΚΑ συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σ’ αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης, άρα δικαιούται να ασκήσει αιτήσεις αναιρέσεως ή να αποκρούσει αντίστοιχες αιτήσεις που στρέφονται κατ’ αυτού και αφορούν τέτοιες διαφορές ή υποθέσεις (βλ.
ΣτΕ 1076/2017). Εξάλλου με το άρθρο 86 του ίδιου νόμου, που εντάσσεται στο κεφάλαιο Στ’ , συνεστήθη Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (Τ.Μ.Ε.Δ.Ε.) με αντικείμενο την Εγγυοδοσία και Πιστοδοσία των ασφαλισμένων στον τομέα Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. του τέως Ε.Τ.Α.Α. με χρόνο ενάρξεως λειτουργίας την 1η Ιανουαρίου 2017.
Στο Τ.Μ.Ε.Δ.Ε. μεταφέρθηκαν αυτοδίκαια οι πάσης φύσεως αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Δ’ Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του τομέα Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. του τέως Ε.Τ.Α.Α. Όπως λεπτομερέστερα προσδιορίζεται στο άρθρο 2 της Υ.Α. (Εργασίας, Κοιν. Ασφάλισης και Κοιν. Αλληλεγγύης) Φ.80000/οικ.58192/2153 (ΦΕΚ Β 4214/27.12.2016), "§ 1. Το Ταμείο έχει ως σκοπό την εγγυοδοσία και πιστοδοσία των προσώπων που υπάγονται ή θα υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα ΤΣΜΕΔΕ του τ.
ΕΤΑΑ, σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις του τομέα αυτού, όπως αυτές ίσχυαν πριν την ένταξή τους στον ΕΦΚΑ. § 2. Προς επίτευξη του σκοπού του συνιστάται σε αυτό: (α) Κλάδος εγγυοδοσίας που χορηγεί εγγυητικές επιστολές στα παραπάνω πρόσωπα με την πλήρωση των αντίστοιχων προϋποθέσεων, όπως αυτές προβλέπονται στο παρόν καταστατικό και τις σχετικές αποφάσεις του διοικούντος αυτό οργάνου, καθώς και τις ισχύουσες κατά την 31/12/2016 αποφάσεις της Δ.Ε.
Μηχανικών και ΕΔΕ του τ. ΕΤΑΑ και του Δ.Σ. του πρώην Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε που εντάχθηκε στο Ε.Τ.Α.Α...", ενώ στο άρθρο 27 § 1 της ίδιας Υ.Α. ρητώς ορίζεται "Το Ταμείο αποτελεί τον καθολικό διάδοχο του Τομέα Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. του τ. Ε.Τ.Α.Α. σε ό,τι αφορά το αντικείμενο και τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Δ Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 86 του ν. 4387/2016 και υπεισέρχεται αυτοδίκαια στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καθώς και στις εκκρεμείς δίκες του".
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 15-9-2014 ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά του "ΕΝΙΑΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ (ΕΤΑΑ)", ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΤΣΜΕΔΕ, με την οποία ο ανακόπτων ζήτησε την ακύρωση της 817/3-10-2005 ταμειακής βεβαιώσεως οφειλών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΤΣΜΕΔΕ, με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του οφειλή, συνολικού ποσού 211.876,34 ευρώ, από προμήθειες εγγυητικών επιστολών που εκδόθηκαν από το ΤΣΜΕΔΕ υπέρ του ιδίου, ύστερα από δική του εντολή, από τόκους, χαρτόσημο και εισφορά ΟΓΑ, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.2192/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η ως άνω βεβαίωση οφειλών κατά το αναφερόμενο σ’ αυτή ποσό, λόγω παραγραφής.
Περαιτέρω το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, απορρίπτοντας την από 26-7-2016 έφεση του ΕΤΑΑ και δεχόμενο την από 4- 7-2016 αντίθετη έφεση, ακύρωσε τη βεβαίωση οφειλών ως προς ορισμένα επιπλέον κονδύλια, επικυρώνοντας κατά τα άλλα την πρωτόδικη απόφαση, ως προς το μέρος της που ακύρωσε τη βεβαίωση οφειλών κατά τα λοιπά κονδύλια.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα, ως οιονεί καθολικοί διάδοχοι -κατά τον ισχυρισμό τους- του ηττηθέντος καθ’ ου η ανακοπή-εκκαλούντος-εφεσιβλήτου, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Ωστόσο, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, καθολικός διάδοχος του ΕΤΑΑ για το αντικείμενο της δίκης είναι το Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Μηχανικών Εργοληπτών Δημοσίων Έργων" (2° των αναιρεσειόντων), εφόσον αυτό το αντικείμενο υπαγόταν στις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Δ’ Εγγυοδοσίας και Πιστοδοσίας του Τομέα Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. του τέως Ε.Τ.Α.Α. και όχι το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης", το οποίο συνεχίζει τις δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων σ’ αυτόν φορέων κύριας ασφάλισης.
Επομένως κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, όσον αφορά το Ν.Π.Δ.Δ. αυτό, ως απαράδεκτη και να ερευνηθεί περαιτέρω όσον αφορά το Τ.Μ.Ε.Δ.Ε.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσης καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσης για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.ΑΠ 7/2002, 8/2001).
Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως πράγματα θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 841/2017, 118/2017).
Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και καταλογίζεται στην προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπ’ όψη τους εξής ισχυρισμούς που προέβαλε το τότε καθ’ ου η ανακοπή ΕΤΑΑ, στη θέση του οποίου υπεισήλθε το 2ο των αναιρεσειόντων, πρωτοδίκως και επανέφερε με σχετικό λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, και θα είχαν ως συνέπεια, αν γίνονταν δεκτοί, την απόρριψη της αγωγής.
Ειδικότερα, αποδίδεται η αιτίαση ότι ο προβληθείς προς απόκρουση της ανακοπής ισχυρισμός που δεν ελήφθη υπόψη είχε ως εξής: ότι η επίδικη βεβαίωση οφειλής επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 13- 12-2006 και κατ’ αυτής δεν άσκησε ανακοπή ή άλλο ένδικο βοήθημα μέχρι το 2014 που άσκησε την επίδικη ανακοπή, ενώ παράλληλα το 2008 με απόφαση του αρμόδιου Διευθυντή Συντάξεων και Ασφάλισης του Τομέα Μηχανικών και ΕΔΕ του ΕΤΑΑ του απονεμήθηκε μεν η σύνταξη αλλά έγινε κράτηση από τις συντάξεις σε βάρος του για τις οφειλές του προς το Ταμείο από προμήθειες εγγυητικών επιστολών κλπ, τη συνταξιοδοτική δε αυτή απόφαση ουδέποτε προσέβαλε ο αναιρεσίβλητος ούτε την κράτηση λόγω οφειλών του, προβαίνοντας με αυτόν τον τρόπο σε de facto αναγνώριση της οφειλής του, που περιλαμβανόταν στη βεβαίωση οφειλής και ότι η όψιμη επίκληση της ενστάσεως παραγραφής τυγχάνει καταχρηστική, λόγω αποδυναμώσεως του σχετικού δικαιώματος να την επικαλεστεί 9 χρόνια αργότερα.
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα: "Στην προκειμένη περίπτωση η ένσταση του καθού η ανακοπή Ταμείου (στη θέση του οποίου υπεισήλθε το 2ο των αναιρεσειόντων) περί καταχρηστικής επίκλησης εκ μέρους του ανακόπτοντος (και ήδη αναιρεσιβλήτου) της ένστασης παραγραφής των προμηθειών των επίδικων εγγυητικών επιστολών, είναι απορριτπέα ως νομικά αβάσιμη, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται στο δικόγραφο των προτάσεων το καθού η ανακοπή ήτοι η μη προσβολή άμεσα της επίδικης βεβαίωσης οφειλών καθώς και της συνταξιοδοτικής απόφασης του καθού, με την οποία αποφασίστηκε η κράτηση μέρους των συντάξεών του λόγω των ένδικων οφειλών του, δεν άγουν σε συμπεριφορά του ανακόπτοντος τέτοια, ώστε σε συνάρτηση με τη συμπεριφορά του υπόχρεου ευλόγως να δημιουργούν στον τελευταίο την πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του".
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε ως νόμω αβάσιμο και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ της παρά το νόμο μη λήψεως πραγμάτων προταθέντων, καθόσον με το εκτεθέν περιεχόμενο ο ισχυρισμός περί de facto αναγνωρίσεως από τον αναιρεσίβλητο της οφειλής του δεν ήταν πλήρης ώστε να στοιχειοθετείται η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και ως προς το 2° αναιρεσείον, να καταδικασθούν δε αμφότερα τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα ως ηττώμενα στη μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατ’ άρθρο 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957 [εφόσον, κατ’ άρθρο 62 παρ. 3 ν. 4387/2016, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του Ν.4445/2016, η νομική υπηρεσία του ΕΦΚΑ διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ., αλλά και κατ’ άρθρο 27 § 1 της ως άνω της Υ.Α. (Εργασίας, Κοιν. Ασφάλισης και Κοιν. Αλληλεγγύης) Φ.80000/οικ.58192/2153 με παραπομπή στο άρθρο 28 § 4 του ν. 2579/1998 το ΤΜΕΔΕ έχει όλα τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Ιουνίου 2017 αίτηση: 1) του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" και 2) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΟΛΗΠΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ", για αναίρεση της 1863/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τα αναιρεσείοντα ν.π. στη μερική δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου και την ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13-3-2018
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στην Αθήνα 17-4-2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ