Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on lawyer fee reimbursement under specific legal provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a non-profit legal entity against a First Instance Court decision regarding the reimbursement of lawyer fees. The court found that the lower court correctly applied the relevant laws governing legal costs and rejected the appellant's arguments based on a factual misunderstanding of the case's subject matter. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal under Article 559(1) is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law without logical gaps, and that appeals based on erroneous premises regarding the scope of the dispute must be rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 702 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 702/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Ζυγούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετη παρέμβαση του Α. Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη και την από 18-2-2014 προσεπίκληση με ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6516/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3582/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-11-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 20-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναίρεσης ως προς όλες τις αιτιάσεις του.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί διαφοράς σχετικής με την απόδοση από το Ταμείο ... στον ... του ποσού, που κατατέθηκε από τον υπέρ ού η απαλλοτρίωση με το υπ’ αριθμ. .../4-8-2004 γραμμάτιο παρακαταθήκης και αφορά δικηγορική αμοιβή κατά την διαδικασία των απαλλοτριώσεων δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι πιθαναλογήθηκαν τα ακόλουθα: "....Δυνάμει της .../23-2-98 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 143/13-3-98) κηρύχθηκε και επισπεύτηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η απαλλοτρίωση ακινήτων προς διεύρυνση της Ε.Ο. ....
Με τις με αριθμούς 1305/1999 και 5432/2000 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα καθορίσθηκε η προσωρινή και η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης. Μετά από αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου εκδόθηκε η 1525/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης των δικαιούχων και της αμοιβής των δικηγόρων τους και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο.
Το τελευταίο εξέδωσε την 4531/2002 απόφασή του, που προσδιόρισε την αμοιβή των δικηγόρων των δικαιούχων σε ποσοστό 3% επί της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης. Μετά την έκδοση της απόφασης το ΥΠΕΧΩΔΕ κατέθεσε στο εκκαλούν και καθ’ ου η αίτηση Ταμείο ... (Τ.Π.Δ.) στις 6-12-2002 με το ... γραμμάτιο το ποσό των 40.683,91 ευρώ για αμοιβή των πληρεξούσιων στην ανωτέρω δίκη δικηγόρων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο (προσθέτως παρεμβαίνων ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη) δικηγόρος Αθηνών, Α.
Κ., υπέρ των δικαιούχων της αποζημίωσης, ώστε με τη καταβολή της πλήρους αποζημίωσης να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση. Στο μεταξύ (28-3-2003) δημοσιεύθηκε ο ν. 3130/ 2003, με την περ. ε’ του άρθρου 31 του οποίου αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001 και ορίστηκε, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, ότι "Η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο ... (Τ.Π.κ.Δ.) υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου".
Οι διοικητικές υπηρεσίες του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., αδυνατούσες να ερμηνεύσουν τον παραπάνω νόμο και ειδικότερα ποιες περιπτώσεις απαλλοτρίωσης καταλαμβάνονται από αυτόν υπέβαλαν ερώτημα στον αρμόδιο νομικό Σύμβουλο, ο οποίος με το ...16-9-2003 έγγραφό του γνωμοδότησε, ότι οι διατάξεις του νόμου καταλαμβάνουν όλες ανεξαιρέτως τις απαλλοτριώσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου κήρυξής τους και του αν αυτές είχαν ή όχι συντελεσθεί μέχρι το χρόνο υποβολής του ερωτήματος.
Όμοιο περιεχόμενο είχε και το με αριθ. πρωτ. ...26-7-2000 έγγραφο του παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σ. Δ. που απευθύνθηκε στη Δ/νση Δ8 του Τ.Π.Δ.Α. Εφαρμόζοντας το παραπάνω έγγραφο το Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων απέστειλε προς το εκκαλούν Ταμείο ... (Τ.Π.Δ.) το με αριθ. πρωτ. .../20-7-2004 έγγραφό του, όπου αναφερόμενο στο με αριθ. .../11-12-2002 όμοιο και στο γραμμάτιο No .../6-12-2002 ποσού 40.683,91 ευρώ, ζήτησε να επιστραφεί αυτό στο λογαριασμό του Υπουργείου ...
που τηρούνταν στην Τράπεζα της Ελλάδος. Το εκκαλούν και καθ’ ου η αίτηση από την πλευρά του απέστειλε το με αριθ. .../4-10-2004 έγγραφό του, με το οποίο ισχυρίστηκε, ότι με το με αριθμό .../4-8-2004 γραμμάτιο παρακαταθήκης κατατέθηκε το ίδιο ποσό (40.683,91 ευρώ) υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και ειδικότερα είχε κατατεθεί το ίδιο ποσό δικηγορικής αμοιβής δύο φορές.
Στο τελευταίο έγγραφο απάντησε το παραπάνω Υπουργείο με το με αριθ. .../9-11-2004 έγγραφό του, με το οποίο, μεταξύ των άλλων, επισήμαινε, ότι έπρεπε να επιστραφεί το κατατεθέν με το με αριθ. .../6-12-2002 γραμμάτιο παρακαταθήκης ποσό και να αποδοθεί το κατατεθέν με το με αριθ. .../4-8-2004 γραμμάτιο ίδιο ποσό στο ..., ώστε η δικηγορική αμοιβή να καταβληθεί άπαξ.
Οι ενέργειες του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. υπήρξαν σύμφωνες προς τις γνωμοδοτήσεις της αρμόδιας νομικής του Υπηρεσίας και το εκκαλούν και καθ’ ου η αίτηση Τ.Π.Δ. ως θεματοφύλακας και εντολοδόχος του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. κατά τη μεταξύ τους σύμβαση δεσμευόταν να συμμορφωθεί στις εντολές του. Οι δικαιούχοι της απαλλοτριωτικής αποζημίωσης είχαν αποζημιωθεί πλήρως, έτσι η είσπραξη από αυτούς και της αμοιβής των δικηγόρων τους θα τους καθιστούσε πλουσιότερους σε βάρος των τελευταίων.
Το επίδικο χρηματικό ποσό αποτελεί αμοιβή και όχι αποζημίωση με συνέπεια να μην εμποδίζεται η ανάκληση της παρακατάθεσης. Ο παρακολουθηματικός χαρακτήρας της αμοιβής των δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης ένεκα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης σε σχέση με την αποζημίωση λόγω της απαλλοτρίωσης έγκειται στην αναγκαιότητα καταλογισμού της αμοιβής σε βάρος του υπόχρεου της αποζημίωσης (κοινότητα υπόχρεου των δύο απαιτήσεων), ώστε ουσιαστικά να μη μειώνεται το ποσό που πρέπει να περιέλθει στον δικαιούχο (φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης, άρθρο 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, βλ.
Ολ.ΑΠ 17/2000 Ελ.Δ. 2000.958, ΑΠ 1133/2014, ΑΠ 158/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος). Η διαπίστωση αυτή δεν αναιρεί την αυτοτέλεια των δύο απαιτήσεων. Η μεν αποζημίωση αποτελεί το αντάλλαγμα με το οποίο μπορεί το απαλλοτριωθέν να αντικατασταθεί με άλλο ισάξιο, ενώ η αμοιβή των δικηγόρων αποτελεί ουσιαστικά αντιπαροχή στο πλαίσιο της σύμβασης εντολής που συνδέει τον διάδικο - δικαιούχο της αποζημίωσης με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που επιδικάζεται όμως με την απόφαση περί καθορισμού της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης.
Με δεδομένο, ότι την 20-7-2004 έγινε ανάκληση της συσταθείσας με το με αριθμό .../6-12-2002 γραμμάτιο παρακαταθήκης, δεν υπήρξε τέτοια μέχρι να γίνει εκ νέου παρακατάθεση με το με αριθμό .../4-8-2004 γραμμάτιο. Οι από 12-10-2004, 5-11-2004 και 8-11-2004 αιτήσεις των φερομένων δανειστών, που ζητούν την είσπραξη του .../2002 γραμματίου, υποβλήθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο είχε παύσει υφιστάμενο το δικαίωμά τους στο κατατεθέν λόγω ανάκλησης της κατάθεσης.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υφίσταται διπλή παρακατάθεση, ενώ είναι νόμιμη η ανάκληση και εν συνεχεία η νέα κατάθεση. Επομένως το δια των με αριθμούς .../6-12-2002 και .../4-8-2004 κατατεθέν ποσό των 40.683,91 ευρώ αποτελεί αμοιβή και όχι αποζημίωση και η αρχική κατάθεση μπορούσε να ανακληθεί νόμιμα και το παρακατατεθέν ποσό να αναληφθεί, στη συνέχεια δε με νέα κατάθεση να αποδοθεί στον εφεσίβλητο και αιτούντα ...
ώστε να καταβληθεί και η δικηγορική αμοιβή του δικηγόρου Α. Κ., που ως πληρεξούσιος δικηγόρος διαδίκων σε προηγηθείσες απαλλοτριωτικές δίκες είναι δικαιούχος αυτής. Επί της νέας (και επίδικης) παρακατάθεσης (της .../4-8-2004) εφαρμόζονται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ως εκ του χρόνου που αυτή έλαβε χώρα (4-8-2004), τα άρθρα 8 παράγραφοι 1 εδ.
α’ και 2 εδ. α’ και 18 παρ. 4 ν. 2882/2001, όπως είχαν αντικατασταθεί αντίστοιχα από 28-3-2003 με τις περ. γ’ , δ’ και ε’ του άρθρου 31 ν. 3130/2003 [άρθρο 48 του ίδιου νόμου] (παρακατάθεση από το υπόχρεο της αποζημίωσης υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου στο Τ.Π.Δ. της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων και εν συνεχεία απόδοση στον πρώτο του εν λόγω ποσού).
Ως εκ τούτου τα όσα αντίθετα διατείνεται το εκκαλούν με τον υπό στοιχείο Ι πρώτο λόγο της έφεσής του (αδυναμία ανάκλησης της παρακαταθήκης και μη εφαρμογή του άρθρου 31 ν. 3130/2003) τυγχάνουν αβάσιμα (σχετική δυνατότητα ανάκλησης δεν παρεμποδίζεται ούτε από τις διατάξεις που διέπουν το εκκαλούν). Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω, τα οποία δέχεται και το παρόν Δικαστήριο, δέχθηκε το Εφετείο Αθηνών με την 5162/2005 απόφασή του, η οποία έκρινε επί σχετικής αίτησης του άνω δικηγόρου Α.
Κ., η οποία όμως αναιρέθηκε με την 1922/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου για το λόγο ότι τη σχετική αίτηση περί απόδοσης του παρακατατεθέντος ποσού νομιμοποιούταν ενεργητικά να ασκήσει ο νυν εφεσίβλητος και αιτών Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, υπέρ του οποίου έγινε η κατάθεση και όχι ο εμμέσως μόνον ωφελούμενος δικηγόρος Α.
Κ.... Κατόπιν όλων αυτών και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν...". Κατ’ ακολουθία αυτών, το Εφετείο, δεχόμενο, α) ότι οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως είχαν αποζημιωθεί πλήρως και β) ότι το επίδικο χρηματικό ποσό των 40.683,91 ευρώ, που έχει παρακατατεθεί από το ΥΠΕΧΩΔΕ στο Ταμείο ...
με το υπ’ αριθμ. .../4-8-2004 γραμμάτιο παρακαταθήκης υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και αφορά δικηγορική αμοιβή κατά την διαδικασία των απαλλοτριώσεων, διότι κατά τον χρόνο της κατάθεσής του τα άρθρα 8 παρ. 1 εδ. α’ και 2 εδ. α’ και 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 είχαν αντικατασταθεί, αντίστοιχα, με τις περ.
γ’ , δ’ και ε’ του άρθρου 31 του ν. 3130/2003 (ΦΕΚ Α’ 76/28-3-2003), σύμφωνα με το οποίο η δικαστική δαπάνη και η αμοιβή των πληρεξουσίων Δικηγόρων, που προσδιορίστηκαν δικαστικώς, κατατίθεται στο Ταμείο ... υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, έκρινε ότι η αίτηση του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο την απόδοση ("αποστολή") του ποσού του .../4-8-2004 γραμματίου παρακαταθήκης στον ..., υπέρ του οποίου έγινε η παρακατάθεση, ήταν νόμιμη και βάσιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των Ν. 2882/2001 (άρθρα 7 και 8 παρ. 1), άρθρου 17 του Συντάγματος (1975/1981/2001).
Τα ανωτέρω εξάλλου δέχθηκαν η 1922/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου και η ανωτέρω αναφερόμενη 1212/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Περιέλαβε δε στο αποδεικτικό της πόρισμα την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή το πραγματικό των ανωτέρω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Περαιτέρω, η αιτίαση, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την παραδοχή της νομιμότητας της ανάκλησης του κατατεθέντος από το ΥΠΕΧΩΔΕ στο αναιρεσείον υπ’ αριθμ. .../6.12.2002 γραμματίου παρακαταθήκης, ποσού 40.683,91 ευρώ υπέρ των ιδιοκτητών των απαλλοτριωθέντων ένδικων ακινήτων, που αφορούσε την δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των τελευταίων, τίθεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, που ανοίχθηκε με την από 14.11.2013 αίτηση του αναιρεσίβλητου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, είναι η υποχρέωση του καθ’ ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείοντος Ταμείου ...
να του αποστείλει το κατατεθέν με το υπ’ αριθμ. .../4.8.2004 γραμμάτιο παρακαταθήκης ποσό των 40.683,91 ευρώ, που αφορούσε την δικηγορική αμοιβή του Πληρεξουσίου Δικηγόρου των προαναφερθέντων ιδιοκτητών και όχι η νομιμότητα ή μη της ανάκλησης του ανωτέρω πρώτου με αριθμό .../6.12.2002 γραμματίου παρακαταθήκης, που αφορά τη σχέση του καταθέσαντος ΥΠΕΧΩΔΕ και του αναιρεσείοντος.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 63 παρ. 1 του ν. 2214/1994), όπως ορίζονται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.11.2015 αίτηση για αναίρεση της 3582/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ