Legislator Case Law & Legislation
702/2010 AI generated

Greek Supreme Court allows appeal against public debt interest ruling due to procedural error in triggering interest obligation.

Case Number 702/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the calculation of default interest on a public debt. The lower court incorrectly held that the service of a limited complaint initiated interest liability, whereas the Court ruled that only the service of the substantive claim triggers such obligations. Consequently, the decision was annulled and remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 21 of the Code of Laws on Public Courts; Article 346 of the Civil Code: The obligation for the State to pay default interest arises solely from the service of the substantive claim, not from the service of a limited complaint.

Keywords

AI generated
public debt interest default interest obligation service of claim limited complaint annulment and remand procedural error Greek Civil Code

Cited Legislation

AI generated
Article 21 of the Code of Laws on Public Courts (Law 26-6/10-7-1944)
Article 340 of the Civil Code
Article 341 of the Civil Code
Article 345 of the Civil Code
Article 346 of the Civil Code
Article 295 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
OLAP 10/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 702 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η αμοιβή που οφείλεται από τις περιστάσεις συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο. Γι΄ αυτό η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε και για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, οφείλεται αμοιβή για παρασχεθείσες υπηρεσίες μεσεγγυούχου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.- Περιστάσεις βάσει των οποίων συνάγεται ότι οφείλεται αμοιβή.- Το ποσό της αμοιβής του θεματοφύλακα, όταν αυτό δεν έχει συμφωνηθεί θα ορίζεται κάθε φορά από τον Δικαστή, ο οποίος λαμβάνει υπόψη του τα τιθέμενα ενώπιόν του πραγματικά περιστατικά, τις υπάρχουσες τυχόν διατιμήσεις και τις κρατούσες στις συναλλαγές συνθήκες και αντιλήψεις.- Οι τελευταίες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές και δεν περιέχουν κανόνες δικαίου.- Υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών του Δημοσίου.

Αριθμός 702/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από την Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως επειδή είναι δικηγόρος και διόρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιό του και τον δικηγόρο Περικλή Κατσαούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 340/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 702/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-1-2009 αίτησή του και τους από 19-1-2010 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 11-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης, του τέταρτου λόγου αναίρεσης και του δεύτερου πρόσθετου λόγου, την απόρριψη δε του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου αναίρεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου. Ο αναιρεσίβλητος και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Παραδεκτώς φέρονται προς συζήτηση οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως της από 20-1-2009 αιτήσεως (καθώς και οι από 20-1-2010 πρόσθετοι λόγοι) του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 702/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά την έκδοση και κατάθεση στη γραμματεία του Πρωτοδικείου αυτού της υπ' αριθμ. 671/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των τρίτου και τέταρτου λόγων αναιρέσεως (άρθρο 12 Ν. 2298/1995, όπως αντικ. με άρ. 28 παρ. 3 Ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με άρθρ. 42 Ν. 2721/1999).

ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθ. 832 ΑΚ, ο μεσεγγυούχος που διορίστηκε με δικαστική απόφαση υπόκειται στις διατάξεις που αφορούν στο θεματοφύλακα, εφόσον τα μέρη δεν όρισαν διαφορετικά, κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 822 ίδιου Κώδικα, με τη σύμβαση της παρακαταθήκης ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για να το φυλάει, με υποχρέωση να το αποδώσει όταν του ζητηθεί, ενώ αμοιβή μπορεί να απαιτηθεί μόνο όταν συμφωνήθηκε ή συνάγεται από τις περιστάσεις.

Εξάλλου, η αμοιβή που οφείλεται από τις περιστάσεις συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο. Γι' αυτό η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε και για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, οφείλεται αμοιβή για παρασχεθείσες υπηρεσίες μεσεγγυούχου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Αν η απόφαση περιέχει κρίση για το ζήτημα αυτό, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ.1 (559 αριθ.1) ΚΠολΔ. Περιστάσεις βάσει των οποίων συνάγεται ότι οφείλεται αμοιβή είναι, εκτός άλλων, η επαγγελματική ιδιότητα του θεματοφύλακα, η καταβληθείσα εξιδιασμένη προσπάθεια φύλαξης του πράγματος, οι καταβληθείσες προσπάθειες για τη διατήρηση του πράγματος σε καλή κατάσταση.

Περαιτέρω, το ποσό της αμοιβής του θεματοφύλακα, όταν αυτό δεν έχει συμφωνηθεί θα ορίζεται κάθε φορά από τον Δικαστή, ο οποίος λαμβάνει υπόψη του τα τιθέμενα ενώπιόν του πραγματικά περιστατικά, τις υπάρχουσες τυχόν διατιμήσεις και τις κρατούσες στις συναλλαγές συνθήκες και αντιλήψεις. Οι τελευταίες αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς, οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές και δεν περιέχουν κανόνες δικαίου.

Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 (560 αρ. 1) ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής:

Δυνάμει της 9971/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο εφεσίβλητος (ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος) διορίστηκε μεσεγγυούχος των αναφερόμενων ακινήτων, τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στον αποβιώσαντα .... Από τις 26-8-1987, οπότε επιδόθηκε προς αυτόν η ως άνω απόφαση περί διορισμού του, ο εφεσίβλητος ανέλαβε τα καθήκοντά του και έκτοτε εις εκτέλεση αυτών προέβαινε τακτικώς στην είσπραξη των μισθωμάτων των ακινήτων και στην κατάθεσή τους σε τηρούμενο προς τούτο τραπεζικό λογαριασμό, στην εκάστοτε επισκευή και στην εκ νέου μίσθωσή τους σε περίπτωση λύσης της υφιστάμενης, στην υποβολή δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος μετά αναλυτικής καταστάσεως μισθωμάτων και κατά τα έτη 1995-1996 δηλώσεων στοιχείων ακινήτων (Ε 9), στην πληρωμή των επιβληθέντων φόρων εισοδήματος, καθώς και σε δικαστικές ενέργειες αναγκαίες για τη διαφύλαξη των επί των ακινήτων δικαιωμάτων του κυρίου, ο οποίος θα αναγνωριζόταν δικαστικώς, όπως πλην των άλλων στην υποβολή μηνύσεως για αυθαίρετη κατάληψη ακινήτου και αιτήσεως λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής.

Στις 23-9-1998, ενόψει του ότι είχε αναγνωριστεί τελεσίδικα το εκκαλούν κύριο και δυνάμει της 14200/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανακληθεί η ως άνω (9971/1987) απόφαση, περατώθηκε το έργο της μεσεγγύησης και έτσι ο εφεσίβλητος κατέβαλε στον εκκαθαριστή της κληρονομίας ... αυθημερόν δραχ. 86.992.655 και στις 3-11-1999 δραχ. 413.649.

Το μικτό προϊόν της μεσεγγυήσεως ανήλθε στο ποσό των δραχ. 103.316.122, στο οποίο περιλαμβάνεται το καθαρό ποσό και τα αφορόντα σε δαπάνες ιδιοκτητών και σε καταβληθέντες φόρους έξοδα. Επακολούθησε έλεγχος της όλης διαχειρίσεως του εφεσιβλήτου κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε εις πέρας το λειτούργημά του εκτελώντας πάντα με ευσυνειδησία και προβαίνοντας με κάθε επιμέλεια σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες προς όφελος του Ελληνικού Δημοσίου.

Ενόψει των ανωτέρω και ιδίως της μακράς (επί ένδεκα έτη) διάρκειας της μεσεγγυήσεως και της επιμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων του, ο εφεσίβλητος δικαιούται αμοιβής, η οποία, ελλείψει συμφωνίας για τον καθορισμό της, πρέπει, κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές, να προσδιοριστεί σε ποσοστό 30% επί του μικτού προϊόντος της μεσεγγυήσεως, ώστε υπολογίζεται σε 30.994.837 δραχ.

Υπό τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου. 'Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 822 και 832 ΑΚ, αφού προέβη σε ορθή εξειδίκευση των αξιολογικών χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της αόριστης νομικής έννοιας της "οφειλόμενης από τις περιστάσεις αμοιβής του μεσεγγυούχου", τις οποίες και προσδιόρισε κατά τα ανωτέρω.

Συνεπώς, ο σχετικός από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του πρώτου σκέλους του που αφορά " την οφειλόμενη από τις περιστάσεις αμοιβή του μεσεγγυούχου", είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του ίδιου σκέλους, κατά το οποίο το αναιρεσείον, όσον αφορά το γενόμενο από το Δικαστήριο της ουσίας προσδιορισμό της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου "κατά τα κρατούντα στις συναλλαγές", επικαλείται πλημμέλεια από την επίκληση του αριθ.1 άρθρ. 560 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο τρόπος υπολογισμού του ποσοστού της αμοιβής αφορά συνήθεια, η εφαρμογή της οποίας δεν επιβάλλεται από κανόνα δικαίου και, επομένως, δεν ελέγχεται ως παραβίαση της διάταξης αυτής.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παντελώς αναιτιολόγητα υπολόγισε το ύψος της δικαιούμενης από τον αναιρεσίβλητο αμοιβής στο 30% του ακαθαρίστου προϊόντος της μεσεγγύησης, δηλαδή αποδίδεται ανεπιτρέπτως η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της απόφασης (πρβλ.

άρθρο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης, ο πρώτος πρόσθετος λόγος για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 680 ΚΠολΔ λόγω μη αναγραφής στην ένδικη αγωγή χωριστά των ενεργειών του αναιρεσιβλήτου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η σχετική αιτίαση δεν επιστηρίζεται στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ούτε σε άλλη διάταξη αυτού, αφού αφορά παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ζητείται η ένδικη προστασία (πρβλ.

και άρθρα 111 § 2, 117, 118 εδ.4, 216 § 1β, 591 § 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ.- Το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως... Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής.

Ως "αγωγή" νοείται εν προκειμένω η καταψηφιστική αγωγή, η επίδοση της οποίας επιφέρει έναρξη τοκοφορίας. Η επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, της οποίας το αίτημα περιορίσθηκε εν συνεχεία σε απλώς αναγνωριστικό, δεν αρκεί για να γεννηθεί η υποχρέωση του Δημοσίου προς τοκοδοσία κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αφού η αγωγή αυτή θεωρείται μη ασκηθείσα ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα (άρθρο 295 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, η επίδοσή της εξακολουθεί μεν να ισχύει ως όχληση, δεν γεννά όμως υποχρέωση του Δημοσίου για πληρωμή τόκων υπερημερίας κατά τα άρθρα 340 και 345 ΑΚ. Και τούτο, διότι η υποχρέωση αυτή δεν γεννάται με την όχληση αλλά μόνο με την επίδοση αγωγής (ΟλΑΠ 10/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε αναγνωρίσει, ύστερα από περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής σε αναγνωριστικό, την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 90.960,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή, ως προς την αναγνώριση οφειλής τόκων, το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα (δ/μα 26-6/10-7-1944). Επομένως, οι παραδεκτώς, κατ' άρθρο 562 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ, προβαλλόμενοι και ενιαία κρινόμενοι τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου και δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, ως προς εκτεθέν μέρος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Λόγω της μερικής νίκης και ήττας αμφοτέρων των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα είναι συμψηφιστέα κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 702/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ