Legislator Case Law & Legislation
702/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank loan interest cap violation due to illegal usury exceeding statutory limits.

Case Number 702/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Court of First Instance's dismissal of the claim for unjust enrichment. The plaintiff argued that she paid excessive interest due to illegal usury, which exceeded the statutory cap under Article 30 of Law 2789/2000. The Court of First Instance incorrectly applied the interest cap provision to a debt arising from illegal usury, which fell outside the statute's protective scope. Consequently, the Court of First Instance violated substantive law by applying the cap where its conditions were not met, leading to the remittal of the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 30 of Law 2789/2000; The interest cap provision does not apply to amounts paid in excess of the legal debt due to illegal usury, as such payments constitute unjust enrichment independent of the statutory limitation on claims.

Keywords

AI generated
unjust enrichment claim illegal usury interest cap provision statutory limitation Court of First Instance error remittal for retrial substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 30 of Law 2789/2000
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 702 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 702/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε ΦΩΤΙΣΤΙΚΑ LUCE", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οποία εκπροσωπήθηκε από τον εκκαθαριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της Ιωάννη Δρακάτο του Κωνσταντίνου, ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Ψαλτήρα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Γαλάνη του Μάρκου συζ. Αναστασίου Αχουζαρίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Νοεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3860/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6312/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Τέντες, ανέγνωσε την από 30 Οκτωβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 30 του Ν 2789/2000 : "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών που έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.

Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31.12.1985, ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο ένα συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.

Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού". Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι : 2. "'Ολες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά από τη λήψη ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος.

Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία. 3.

Υφιστάμενες ασφάλειες κάθε μορφής, που έχουν παρασχεθεί στα πιστωτικά ιδρύματα από τους οφειλέτες, εγγυητές ή τρίτους, εξακολουθούν να ισχύουν και ασφαλίζουν εφεξής το κεφάλαιο και τους τόκους που προκύπτουν από την αναπροσαρμογή κατά τις παραγράφους 1 και 2 πλέον των τυχόν τόκων της παραγράφου 5.4". Παρά τη γενικότητα της διατυπώσεώς της η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 έχει την έννοια ότι οι δανειολήπτες δεν δικαιούνται να αναζητήσουν από τα πιστωτικά ιδρύματα χρηματικά ποσά που κατέβαλαν σ' αυτά καθ' υπέρβαση του θεσπιζόμενου με την παράγραφο 1', κατά περίπτωση, ανώτερου ορίου (πολλαπλασία του κεφαλαίου) και μέχρι τη συμπλήρωση του πράγματι οφειλομένου κατά νόμο ποσού, αν αυτό δεν είχε μειωθεί κατ' εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 1', όχι όμως και ότι καταργούνται απαιτήσεις δανειοληπτών, τις οποίες αυτοί θα είχαν και αν δεν είχε εισαχθεί καθόλου η ευνοϊκή γι' αυτούς ρύθμιση του άρθρου 30 του ν. 2789/2000.

Τούτο προκύπτει αφενός από την συστηματική θέση της διατάξεως του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2, το οποίο εντάχθηκε στην ειδική ευνοϊκή ρύθμιση του νόμου, αμέσως μετά την προβλέπουσα του πέραν του εκεί διαγραφομένου ορίου περιορισμό των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, και αφετέρου από τη νομοθετική σκοπιμότητα της όλης ρυθμίσεως, που αποβλέπει στην ευεργετική εισαγωγή ορίου στην επιβάρυνση των δανειοληπτών με κάθε είδους τόκους από νόμιμη αιτία, οι οποίοι μέχρι την εισαγωγή του νόμου είχαν επαυξήσει το χρέος τους, και όχι στην περιαγωγή αυτών (δανειοληπτών) σε δυσμενέστερη θέση, με την κατάργηση αξιώσεών τους προς αναζήτηση ποσών εισπραχθέντων από τα πιστωτικά ιδρύματα αδικαιολογήτως, ήτοι καθ' υπέρβαση των αρχήθεν, ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν.2789/2000 οφειλομένων.

Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία εκτιμά ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2003 αγωγή της ισχυρίζεται ότι με την εναγομένη Τράπεζα το έτος 1976 κατάρτισε τις αναφερόμενες συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, με τις οποίες η εναγομένη της χορήγησε πίστωση συνολικού ποσού 7.500.000 δραχμών, και το έτος 1978 τις αναφερόμενες συμβάσεις δανείου συνολικού ποσού 7.600.000 δραχμών, όλες δε τις συμβάσεις αυτές η εναγομένη τις κατήγγειλε το έτος 1981 και, ακολούθως, με βάση το οφειλόμενο από αυτές υπόλοιπο εξέδωσε σε βάρος της, τη 17512/1981 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αντίδικό της τα αναφερόμενα ποσά, που ανέρχονταν συνολικά στις 14.364.846 δρχ.

πλέον 97.014 δρχ. για τα έξοδα της επιταγής προς εκτέλεση. Ότι με βάση τη διαταγή αυτή πληρωμής, η εναγομένη τράπεζα προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του αναφερόμενου ακινήτου της, που εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο οποίος όμως στη συνέχεια ακυρώθηκε κατ' ακολουθίαν ασκήσεως ανακοπής εκ μέρους της ενάγουσας.

Ότι η ενάγουσα στις 12-1-1995 εξόφλησε πλήρως την ανωτέρω απαίτηση της εναγομένης και η τελευταία μέχρι του χρόνου αυτού είχε εισπράξει τα αναφερόμενα ειδικότερα ποσά, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 18.779.063 δραχμών. Ότι κατόπιν πιέσεων της εναγομένης και προκειμένου αυτή να συναινέσει στην μεταβίβαση του ακινήτου της προς την αγοράστρια "ΕΔΡΑΣΗ Χ.

ΨΑΛΛΙΔΑΣ Α. Ε" και την εξάλειψη της υποθήκης που είχε εγγράψει επ' αυτού, η τελευταία εισέπραξε, επί πλέον του παραπάνω ποσού, το ποσό των 94.000.000 δρχ., στο οποίο αυτή υπελόγιζε τις απαιτήσεις της σε βάρος της (ενάγουσας), ενώ στην πραγματικότητα η νόμιμη οφειλή της προς την τράπεζα ανερχόταν την 12-1-1995 στο ποσό των 57.641.481 δραχμών, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το οφειλόμενο κεφάλαιο εκ 14.378.647 δρχ.

και οι οφειλόμενοι μέχρι τότε μη κεφαλαιοποιημένοι και μη ανατοκιζόμενοι τόκοι εκ 43.262.834 δραχμών. Ήτοι η ενάγουσα κατέβαλε στην εναγομένη πλέον της νόμιμης οφειλής της ποσό 36.358.519 δρχ., ήδη 106.701,45 ευρώ, που αντιπροσωπεύει, όπως προέκυψε εκ των υστέρων από έρευνα που διενεργήθηκε από εξειδικευμένους οικονομολόγους και νομικούς συμβούλους παράνομους τόκους από μονομερώς επιβληθέντα ανατοκισμό.

Με βάση το ιστορικό αυτό η εκκαλούσα, ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι αχρεωστήτως κατέβαλε στην εναγομένη το ποσό αυτό και ότι αυτή κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, ζητεί με την ένδικη αγωγή την καταψήφιση της εναγομένης στην καταβολή του ποσού αυτού, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 3860/2005 απόφασή του δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, το δε Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 2 του ν. 2789/2000.

Σύμφωνα όμως με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, στην προκείμενη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέα η εν λόγω διάταξη. Διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το αναζητούμενο ως αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό είχε καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη τράπεζα από τη δανειολήπτρια αναιρεσείουσα λόγω ανατοκισμού μη νομίμου, ως μη στηριζομένου στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, επομένως καθ' υπέρβαση των αρχήθεν οφειλομένων και ανεξαρτήτως της εφαρμογής του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, ήτοι επρόκειτο για ποσό, το αδικαιολόγητο της καταβολής του οποίου δεν φέρεται ως προκύψαν από τον περιορισμό τη απαιτήσεως της τράπεζας, σύμφωνα με τις ευνοϊκές για την καταβαλούσα ρυθμίσεις του ανωτέρω άρθρου.

Επομένως, το Εφετείο παραβίασε την εν λόγω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, εφαρμόζοντας αυτήν αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Υπέπεσε άρα, στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ο σχετικός δε τέταρτος λόγος της κρινόμενης αιτίασης αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6312/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ