Legislator Case Law & Legislation
701/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against second-instance criminal judgment for lack of admissible grounds.

Case Number 701/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed four concurrent appeals filed by defendants against a second-instance criminal judgment. The appellants argued for procedural defects, including excessive trial duration and lack of specific reasoning for rejecting a mitigating circumstance. The court found the appeals inadmissible because the lower court provided sufficient justification for its decisions, and the delays were attributable to the appellants' own conduct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 466, 473, 474 of the Code of Civil and Administrative Procedure; Article 510 of the Criminal Procedure Code: Appeals must contain admissible grounds; if the lower court's decision is adequately reasoned and no new admissible grounds exist, the appeal is rejected.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility excessive trial duration mitigating circumstance rejection lack of specific reasoning procedural defect grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 466 paragraph 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 473 paragraph 2a and 3a of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 474 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 510 paragraph 1 items A, D, E, Theta of the Criminal Procedure Code
Article 578 paragraph 1 of the Code of Civil and Administrative Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 735/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 701 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 701/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Θ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριαλένα Παπαχρήστου, 2. Α. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πανταζή Βρυνιώτη, 3. Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαφαζάνο και 4. Ο. Α. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Σαράκη, για αναίρεση της αποφάσεως 939,1566,1636,1672α, 1674,1868, 2148, 2167/2022 και 1240/2023 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζων την κατηγορία τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), ως καθολικό διάδοχο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., νομίμως εκπροσωπούμενος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουτκιά.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α) από 21-3-2024 αίτηση του Θ. Π. του Χ., β)από 21-3-2024 αίτηση του Α. Χ. του Ε., γ) από 26-3-2024 αίτηση του Ν. Ν. του Ι. και δ)από 22-3-2024 αίτηση της Ο. Α. του Ε., οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 333/24.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης α) από 21-3-2024 του Θ. Π. του Χ., β) από 21-3-2024 του Α. Χ. του Ε., γ) από 26-3-2024 του Ν. Ν. του Ι. και δ) από 22-3-2024 της Ο. Α. του Ε., ασκηθείσες με δηλώσεις επιδοθείσες στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η πρώτη στις 21-3-2024, η δεύτερη στις 22-3-2024 και οι λοιπές στις 26-3-2024, για αναίρεση της με αριθμό 939, 1566, 1636, 1672α, 1674, 1868, 2148, 2167/2022, 1240/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που καταχωρίσθηκαν καθαρογραμμένες στο ειδικό βιβλίο στις 4-3-2024, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2α` και 3 α`, 474 ΚΠΔ), περιέχουν δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ`, Ε', Θ' του ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπέρβαση εξουσίας). Επομένως, οι υπό κρίση αιτήσεις είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ` ουσίαν. Α. Επί των κοινών λόγων των αιτήσεων αναιρέσεων των Θ. Π. του Χ., Α. Χ. του Ε. και Ο. Α. του Ε. 1. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, επάγεται η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου.

Περαιτέρω στο άρθρο 20 του ν. 4938/2022 ''ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ" ορίζονται τα ακόλουθα: ''1. Σε όσα πρωτοδικεία, εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση.......... 2.

Η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικάσιμους κάθε μήνα γίνεται από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο στην πρώτη δικάσιμο του δεύτερου δεκαήμερου του προηγούμενου μήνα και, αν αυτή δεν υπάρχει ή ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο, γίνεται την επόμενη δικάσιμο ή εργάσιμη ημέρα αντίστοιχα. 3...4........ 5.

Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι σύνεδροι δικαστές. 6. ...... 7. α. Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνο από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντίστοιχα, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου.

Ο λόγος της αντικατάστασης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα μπορεί, με αιτιολογημένη πράξη του, να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντίστοιχα με άλλον μη κληρωθέντα.

Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου''.

Εξ άλλου, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 339 του ΚΠΔ, η έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης συντελείται με τη συγκρότηση του Δικαστηρίου, την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορουμένου και των μαρτύρων και την, εν συνεχεία, χωρίς διακοπή, εκτός αν συντρέχει νόμιμος λόγος, εκδίκαση της υποθέσεως. Η, κατά τα άνω, τυπική κατά τον νόμο έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης διαφέρει από την ουσιαστική έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας κατά την οποία το, υπό τη νόμιμη σύνθεση του συγκροτηθέν, Δικαστήριο επιλαμβάνεται της ουσιαστικής διερεύνησης της υπόθεσης με τη χρήση κάποιου αποδεικτικού μέσου και συνηθέστερα την εξέταση των μαρτύρων.

Από τα παραπάνω έπεται ότι σε δικαστήρια στα οποία διενεργείται κλήρωση, εάν ένα κληρωθέν μέλος της συνθέσεως του Τριμελούς Εφετείου κωλύεται να μετάσχει στη συγκεκριμένη συνεδρίαση κατά την οποία κληρώθηκε, νομίμως συγκροτείται το δικαστήριο τούτο από τον, επίσης, κατόπιν κληρώσεως, αναδειχθέντα αναπληρωτή του και το δικαστήριο αυτό με την ίδια πάντοτε σύνθεση αρχίζει και συνεχίζει την εκδίκαση της υποθέσεως μέχρι την απαγγελία της αποφάσεως, χωρίς στην περίπτωση αυτή να είναι επιτρεπτή η, για οποιοδήποτε λόγο, αναπλήρωση των μελών του, για να μην επέρχεται έτσι αναφορικά με το δικαστήριο διάσπαση της ενότητας της αποδεικτικής διαδικασίας.

Εάν όμως, το δικαστήριο συγκροτήθηκε κατά τον παραπάνω τρόπο και μετά τη διαπίστωση της συνδρομής κάποιου νόμιμου λόγου, αποφασίσει τη διακοπή της συνεδριάσεως σε άλλη δικάσιμο προκειμένου να αρθεί ο λόγος που επέφερε τη διακοπή και κατά τη, μετά τη διακοπή, δικάσιμο προκύψει το κώλυμα του αρχικώς κληρωθέντος τακτικού δικαστή, αφού αυτός αναπληρωθεί νόμιμα κατά τα ως άνω, από τον κληρωθέντα αναπληρωτή του και επαναληφθεί η δίκη από την αρχή, το δικαστήριο θεωρείται κατά τις παραπάνω διατάξεις, ότι έχει νομίμως συγκροτηθεί και ουδεμία ακυρότητα επέρχεται (ΑΠ 222/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ως άνω αναιρεσείοντες επικαλούνται απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι αρχικά έλαβε χώρα παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε το πρώτο κατά σειρά αίτημα αυτών για αναβολή της δίκης, με τη συμμετοχή όμως στη σύνθεση του Δικαστηρίου των Εφετών Ε.

Ζ. και Β. Κ., οι οποίες είχαν εκφράσει τη γνώμη τους σε συναφή ποινική δίκη και για το λόγο αυτό και σε μεταγενέστερη δικάσιμο υπέβαλαν αιτήσεις αποχής, οι οποίες έγιναν δεκτές ώστε εν τέλει η προσβαλλόμενη απόφαση να δικαστεί με νέα ( νόμιμη) σύνθεση . Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τον αναιρετικό έλεγχο, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ένδικη υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου στις 23-5-2022, μετά από πρώτη διακοπή εκ μέρους του Δικαστηρίου από την αρχική δικάσιμο της 4-4-2022, οπότε και εκδικάστηκαν προηγούμενες της παρούσας υποθέσεις με τη σειρά του πινακίου . Κατά τη δικάσιμο της 23-5-2022 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και των ονομάτων των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν απόντες, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Φ.-Κ.

Μ., ο οποίος δήλωσε ότι, δυνάμει της από 28.09.2021 εξουσιοδοτήσεως, την οποία προσκόμισε, η τέταρτη κατηγορούμενη, Ο. Α., διόρισε αυτόν για να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να την εκπροσωπήσει. Στη συνέχεια υποβλήθηκε αίτημα από την δικηγόρο Άννα Γαβαλά, για λογαριασμό της νομίμως διορισθείσας συνηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου, Μ.

Π., για αναβολή της υπόθεσης λόγω ασθενείας της και προσκομίσθηκαν η από 01.04.2022 εξουσιοδότηση διορισμού συνηγόρου, η από 23.05.2022 αίτηση - δήλωση της συνηγόρου προς την Πρόεδρο του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και η από 21.05.2022 Γνωμάτευση Χορήγησης Αναρρωτικής ʼδειας της Ειδικού Παθολόγου στο Γ.Ν.Α, "ΚΑΤ" Ε.

Π. Επίσης, υποβλήθηκε αίτημα αναβολής και για λογαριασμό του νομίμως διορισθέντος συνηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου, Γ. Λ., λόγω απασχόλησής του σε άλλο δικαστήριο και προσκομίστηκαν δι' αγγέλου η από 01.10.2021 εξουσιοδότηση διορισμού συνηγόρου και η από 23-05-2022 βεβαίωση της Γραμματέως Π. Ι. Επίσης, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Νικόλαος Κουτκιάς, ο οποίος δήλωσε ότι ο "Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας", αποκαλούμενος Ε.Ο.Δ.Υ, ως καθολικός διάδοχος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων), για την εκπροσώπηση του οποίου έχει εξουσιοδοτηθεί, δυνάμει της από 30.03,2022 εξουσιοδότησης, δηλώνει δια του ιδίου παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων.

Τα αιτήματα αναβολής δεν έγιναν δεκτά, καθώς κρίθηκε ότι οι επικαλούμενοι λόγοι για αναβολή της δίκης, η ασθένεια δηλαδή της συνηγόρου υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου και η επαγγελματική απασχόληση του συνηγόρου υπεράσπισης του τρίτου κατηγορουμένου, μπορούν να αντιμετωπισθούν με διακοπή της συνεδρίασης και η συζήτηση της υπόθεσης διακόπηκε για 30.5.2022.

Κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ζητήθηκε εκ νέου διακοπή για λογαριασμό των συνηγόρων των δεύτερου και τέταρτης των κατηγορουμένων, λόγω αδυναμίας τους να παραστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και η υπόθεση διακόπηκε για 10.6.2022. Κατά τη δικάσιμο αυτή τα μέλη του Δικαστηρίου Εφέτες Ε.

Ζησοπούλου και Βασιλική Κατσούλα υπέβαλαν αιτήσεις αποχής από τα καθήκοντά τους και το Δικαστήριο για το λόγο αυτό διέκοψε τη συνεδρίαση για 1-7-2022. Οι εν λόγω αιτήσεις αποχής έγιναν δεκτές και η υπόθεση επανεκφωνήθηκε κατά τη δικάσιμο της 27-9-2022, με νέα νόμιμη σύνθεση, με τη συμμετοχή των νόμιμων αναπληρωματικών μελών (εφετών Ελένης Κλωνάρη και Παύλου Μαυρομάτη αντίστοιχα) ήτοι εκφωνήθηκαν εκ νέου τα ονόματα των κατηγορουμένων και επαναλήφθησαν οι δηλώσεις παράστασης για την υπεράσπιση και την υποστήριξη της κατηγορίας (σελ 28 των πρακτικών της προσβαλλόμενης).

Με τα δεδομένα αυτά, δεν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου και ουδεμία ακυρότητα επήλθε, διότι νόμιμα αναπληρώθηκαν οι κωλυόμενοι Εφέτες, ο λόγος αποχής των οποίων διαπιστώθηκε εκ των υστέρων και η δίκη επαναλήφθηκε από την αρχή, με την εκφώνηση και νομιμοποίηση των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους και τις επακολουθήσασες διαδικαστικές πράξεις.

Τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το Δικαστήριο, με την αρχική του σύνθεση απέρριψε το αίτημα αναβολής των κατηγορουμένων, λόγω κωλυμάτων των συνηγόρων τους, καθόσον με την παρεμπίπτουσα αυτή απορριπτική του απόφαση το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, δεν εξέφερε καταδικαστική κρίση και δεν επιβλήθηκε ποινή με αυτή (ΑΠ 574/2006).

Εξάλλου η διακοπή της δίκης δύο φορές, μετά την υποβολή των ως άνω δηλώσεων αποχής και μάλιστα χωρίς τη συμμετοχή των Εφετών Ευαγγελίας Ζησοπούλου και Βασιλικής Κατσούλα, η οποία έγινε για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο της Εισαγγελέως Ι. Τ. η πρώτη και κατόπιν αιτήματος των συνηγόρων της κατηγορουμένης Ο. Α. η δεύτερη (σελ. 12 και 13 των πρακτικών της προσβαλλόμενης) δεν αποτελεί έκφραση δικαιοδοτικής κρίσης του Δικαστηρίου και δεν θεμελιώνει περίπτωση κακής σύνθεσης αυτού. Επομένως, μετά απ` αυτά, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Θ. Π., πρώτος λόγος (κατά το πρώτο σκέλος) της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Α. Χ. και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ο. Α. για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

2.Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1, 4 του Κ.Π.Δ. "1. το δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας...... 4. Η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή ".

Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την κατά το άρθρο 349 Κ.Π.Δ. αίτηση του κατηγορούμενου περί αναβολής της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή η απόρριψή της έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της τα αποδεικτικά μέσα που εκτιμήθηκαν, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και τις σκέψεις με βάση τις οποίες το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική για την αίτηση αναβολής κρίση του.

Αν το δικαστήριο δεν απαντήσει στο αίτημα αναβολής του κατηγορούμενου υποπίπτει στην από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' πλημμέλεια, της έλλειψης ακρόασης, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αν το δικαστήριο απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ακολούθως προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και στην καταδίκη του κατηγορούμενου για την πράξη που διώχθηκε, τότε υποπίπτει στις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Θ' του ως άνω Κώδικα πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσίας αντίστοιχα. (Ολ. ΑΠ 7/2005, ΑΠ 115/2017). Ακόμη, από την διάταξη του άρθρου 339 Κ.Π.Δ. με σαφήνεια προκύπτει ότι η έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης συντελείται με τη συγκρότηση του δικαστηρίου και την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορούμενου και διαρκεί μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε απεκδύεται το δικαστήριο κάθε περαιτέρω εξουσίας (Α.Π. 1080/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ως άνω αναιρεσείοντες αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπέρβαση εξουσίας λόγω απόρριψης του δεύτερου κατά σειρά αιτήματος αναβολής εξαιτίας αποχής των συνηγόρων υπεράσπισης και συμμόρφωσής τους στην απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, που υπέβαλαν κατά τις συνεδριάσεις στις 27-9-2022 και 10-10-2022.

Από την παραδεκτή για τις ανάγκες της έρευνας της βασιμότητας των αιτιάσεων των αναιρεσειόντων επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι κατά την δικάσιμο της 27-9-2022, ενώπιον του νόμιμα συγκροτηθέντος Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και κατόπιν υποβολής του ανωτέρω αιτήματος από τους συνηγόρους των αναιρεσειόντων το Δικαστήριο, με συμπροσβαλλομένη παρεμπίπτουσα απόφασή του, απέρριψε το αίτημα τούτο με την παρακάτω, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: ''Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 139 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραδοχή ή μη του αιτήματος αναβολής της δίκης απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο οφείλει να απαντήσει στο αίτημα με επαρκή αιτιολογία, ενώ, ειδικότερα ως προς τη διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 349 ΚΠΔ, η αποχή των δικηγόρων αποτελεί λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή.

Οι διατάξεις περί αναβολής της δίκης εφαρμόζονται και στην προκειμένη κατ'έφεση δίκη (άρθ. 501 παρ.1 ΚΠΔ).

Στην κρινόμενη περίπτωση, η ένδικη υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου στις 23.5.2022, μετά από πρώτη διακοπή εκ μέρους του Δικαστηρίου από την αρχική δικάσιμο της 4.4.2022, οπότε και εκδικάστηκαν προηγούμενες της παρούσας υποθέσεις με τη σειρά του πινακίου. Κατά τη δικάσιμο της 23.5.2022 και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και των ονομάτων των κατηγορουμένων, οι οποίοι ήταν απόντες, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Φώτιος-Κωνσταντίνος Μποτίνης (Α.Μ./Δ.Σ.Α.35015), ο οποίος δήλωσε ότι, δυνάμει της από 28.09.2021 εξουσιοδοτήσεως, την οποία προσκόμισε, η τέταρτη κατηγορούμενη, Ο.

Α., διόρισε αυτόν για να παραστεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και να την εκπροσωπήσει. Στη συνέχεια υποβλήθηκε αίτημα από την δικηγόρο Άννα Γαβαλά, για λογαριασμό της νομίμως διορισθείσας συνηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου, Μ. Π., για αναβολή της υπόθεσης λόγω ασθενείας της και προσκομίσθηκαν η από 01.04.2022 εξουσιοδότηση διορισμού συνηγόρου, η από 23.05.2022 αίτηση - δήλωση της συνηγόρου προς την Πρόεδρο του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και η από 21.05.2022 Γνωμάτευση Χορήγησης Αναρρωτικής Άδειας της Ειδικού Παθολόγου στο Γ.Ν.Α. "ΚΑΤ" Ε.

Π. Επίσης, υποβλήθηκε αίτημα αναβολής και για λογαριασμό του νομίμως διορισθέντος συνηγόρου του τρίτου κατηγορουμένου, Γ. Λ., λόγω απασχόλησής του σε άλλο δικαστήριο και προσκομίστηκαν δι' αγγέλου η από 01.10.2021 εξουσιοδότηση διορισμού συνηγόρου και η από 23-05-2022 βεβαίωση της Γραμματέως Π. Ι.

Επίσης, εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Αθηνών Ν. Κ. (Α.Μ./Δ.Σ.Α.25658), ο οποίος δήλωσε ότι ο "Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας", αποκαλούμενος Ε.Ο.Δ.Υ, ως καθολικός διάδοχος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων), για την εκπροσώπηση του οποίου έχει εξουσιοδοτηθεί, δυνάμει της από 30.03.2022 εξουσιοδότησης, δηλώνει δια του ιδίου παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά των ως άνω εκκαλούντων-κατηγορουμένων. Τα αιτήματα αναβολής δεν έγιναν δεκτά, καθώς κρίθηκε ότι οι επικαλούμενοι λόγοι για αναβολή της δίκης, η ασθένεια δηλαδή της συνηγόρου υπεράσπισης του πρώτου κατηγορουμένου και η επαγγελματική απασχόληση του συνηγόρου υπεράσπισης του τρίτου κατηγορουμένου, μπορούν να αντιμετωπισθούν με διακοπή της συνεδρίασης και η υπόθεση διακόπηκε για 30.5.2022.

Κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ζητήθηκε εκ νέου διακοπή για λογαριασμό των συνηγόρων των δεύτερου και τέταρτης των κατηγορουμένων, λόγω αδυναμίας τους να παραστούν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και η συζήτηση της υπόθεσης διακόπηκε για 10.6.2022. Κατόπιν αυτών, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της απόφασης της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που επικαλούνται οι αιτούντες, αφού η έναρξη της δίκης είχε γίνει στις 23.5.2022 με την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και την εκπροσώπηση τους από συνηγόρους βάσει των εξουσιοδοτήσεων που προσκομίσθηκαν και ειδικότερα με την εκπροσώπηση της τέταρτης κατηγορουμένης από τον συνήγορο Φ. - Κ.

Μ., καθώς και με τη δήλωση παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά των κατηγορουμένων (άρθ. 339 σε συνδυασμό με άρθ. 502 παρ.1 ΚΠΔ, ........), ενώ, κατά τη δικάσιμο της 30.5.2022, εμφανίσθηκαν οι συνήγοροι Μ. Π. και Σ. Σ. δηλώνοντας ότι εκπροσωπούν τον πρώτο κατηγορούμενο με τις προσκομισθείσες εξουσιοδοτήσεις, καθώς και ο συνήγορος Γ.

Λ. δηλώνοντας ότι εκπροσωπεί τον τρίτο κατηγορούμενο με την προσκομισθείσα εξουσιοδότηση. Η διακοπή από τη δικάσιμο της 23.5.2022 για τη δικάσιμο της 30.5.2022 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο της 10.6.2022 έγινε μετά από αιτήματα και για λόγους που αφορούν το πρόσωπο των συνηγόρων των κατηγορουμένων και όχι από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Το γεγονός ότι, στη συνέχεια, υποβλήθηκαν δηλώσεις αποχής δύο συνέδρων (Β. Κ. και Ε. Ζ.), οι οποίες έγιναν δεκτές και η υπόθεση επανεκφωνήθηκε με άλλη σύνθεση, με τη συμμετοχή των νομίμων αναπληρωματικών μελών (Ε. Κ. και Π. Μ.), δεν αναιρεί τα ανωτέρω ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής με επίκληση της συμμόρφωσης στην απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, δεδομένου ότι η εκδίκαση από την έναρξη της εκφώνησης στις 23-5-2022 μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης αποτελεί ενιαίο σύνολο και με τον τρόπο αυτό εξετάζεται''.

Με τις στο σκεπτικό της συμπροσβαλλόμενης παρεμπίπτουσας απόφασής του παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε την κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατόπιν της οποίας οδηγήθηκε στην απόρριψη του αιτήματος για τον προεκτεθέντα λόγο αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης (αποχή των δικηγόρων όταν κατά την τρίτη μετά από διακοπές συνεδρίαση του Δικαστηρίου δεν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης).

Και τούτο γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται ότι : α) είχε αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στις 23-5-2022, με την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και την εκπροσώπησή τους από συνηγόρους βάσει εξουσιοδοτήσεων καθώς και με τη δήλωση παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, β) οι διακοπές από τη δικάσιμο 23-5-2022 για τη δικάσιμο 30-5-2022 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο 10-6-2022 έγινε μετά από αιτήματα και για λόγους που αφορούσαν το πρόσωπο των δικηγόρων των κατηγορουμένων και όχι από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και γ) η υποβολή των αιτήσεων αποχής των μελών του Δικαστηρίου Ε.

Ζ. και Β. Κ. δεν αναιρούν τα ανωτέρω, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω η έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης συντελείται με τη συγκρότηση του δικαστηρίου και την εκφώνηση του ονόματος του κατηγορούμενου και διαρκεί μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης και επομένως δεν θεμελιωνόταν ο στηριζόμενος στην απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας λόγος αναβολής, καθόσον προϋπόθεση εφαρμογής της είναι να μην έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης.

Ενόψει δε της απόρριψης του αιτήματος αναβολής με την απαιτούμενη αιτιολογία, το Εφετείο, που προέβη στην συνέχιση της εκδίκασης της υπόθεσης, δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω οι σχετικοί με την απόρριψη του αιτήματος αναβολής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Θ' Κ.Π.Δ. δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Θ.

Π., ο πρώτος λόγος (κατά το δεύτερο σκέλος) της αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Α. Χ. και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ο. Α., με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της υπέρβασης εξουσία αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Β. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά την αναλυτική παράθεση της σχετικής νομολογίας και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ` είδος σ` αυτήν (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση, μεταξύ των οποίων η από 18-7-2006 έκθεση ελέγχου του ΣΕΥΥΠ, η από 20-12-2007 έκθεση προκαταρτικής εξέτασης των επιθεωρητών ΣΕΥΥΠ Μ.

Μ. και Ε. Χ., η από 30-6-2008 Συμπληρωματική Πορισματική Αναφορά του ΣΕΥΥΠ, οι γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των Ν. Κ., Δ. Κ. και Μ. Κ., η από 7-4-2010 έκθεση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου - αναλυτή ψηφιακών δεδομένων Α. Κ., απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Με το άρθρο 26 παρ.1 του ν. 2071/1992 ιδρύθηκε το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΙΔΙΚΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ" (Κ.Ε.Ε.Λ.), με έδρα την Αθήνα και εποπτευόμενο από το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Αρχικά σκοπός της ίδρυσης ήταν η αντιμετώπιση του Συνδρόμου Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (HIV/AIDS), ενώ στη συνέχεια, με το άρθρο 44 του ν. 3204/2003, το Κ.Ε.Ε.Λ. μετατράπηκε σε έναν επιδημιολογικό οργανισμό, με σκοπό την αντιμετώπιση, παρακολούθηση, συντονισμό και υποβοήθηση των ενεργειών για την πρόληψη της εξάπλωσης ειδικών μεταδοτικών νοσημάτων και τη θεραπευτική αντιμετώπισή τους.

Επιπλέον, του χορηγήθηκαν αρμοδιότητες άμεσης επέμβασης με κινητές μονάδες, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και κάθε πρόσφορο μέσο για την προστασία της δημόσιας υγείας σε περιπτώσεις επιδημιών, ηθελημένης ή τυχαίας απελευθέρωσης βιολογικών ή χημικών παραγόντων, εισόδου λαθραίως μεταναστών και κάθε έκτακτης ανάγκης που δημιουργεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.

Κατ' εξουσιοδότηση του άνω νόμου εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 358/1992 Π.Δ. όπου περιλαμβάνεται ο κανονισμός λειτουργίας (στο εξής ΕΚΛ) του Κ.Ε.Ε.Λ., που εγκρίθηκε με την ....2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Επιχορηγείται από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, από δωρεές, κληροδοτήματα, κάθε άλλη επιχορήγηση από τρίτους και έσοδα από τυχόν παροχή υπηρεσιών (άρθ. 26 παρ.2 του νόμου 2071/1992 και άρθρο 6 του Κανονισμού).

Η εποπτεία λειτουργίας και διοίκησης του Κ.Ε.Ε.Λ. ασκείται από τον Υπουργό Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία (εποπτεία) περιλαμβάνει το διορισμό του Διοικητικού Συμβουλίου, την έγκριση του απολογισμού και την άσκηση διαχειριστικού ελέγχου. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του ΕΚΛ, το Κ.Ε.Ε.Λ. διοικείται από 9/μελές διοικητικό συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τριετή θητεία και αποτελείται από:

α. έξι (6) επιστήμονες της ιατρικής, έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργού Υγείας, έναν (1) εκπρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος και έναν (1) εκπρόσωπο του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, που προτείνεται από αυτόν. Με την ίδια απόφαση ο Υπουργός ορίζει τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο του Δ.Σ., εκ των οποίων ο Πρόεδρος είναι πλήρους απασχόλησης.

Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι το ανώτατο όργανο της διοίκησης του Κ.Ε.Ε.Λ. Μεταξύ των αρμοδιοτήτων του (άρθ. 8) είναι και η απόφαση για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας και των δαπανών του νομικού προσώπου, η έγκριση του προϋπολογισμού και του απολογισμού, η κατανομή των πιστώσεων του, ο καθορισμός του ύψους των αποδοχών του προσωπικού, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο των ελάχιστων ορίων που προβλέπει η νομοθεσία.

Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Δ.Σ. τηρούνται πρακτικά και στο τέλος της συνεδρίασης υπογράφουν τα μέλη του Δ.Σ. με μνεία των τυχόν μειοψηφιών. Η επικύρωση των πρακτικών γίνεται στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση (άρθ. 9). Στην πράξη καθιερώθηκε η γραμματέας να καταγράφει χειρόγραφα τις κυριότερες θέσεις των μελών για κάθε θέμα, καθώς και τη σχετική απόφαση.

Στη συνέχεια καθιερώθηκε επίσης να τηρείται, κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων, μαγνητοφώνηση των πρακτικών για την καλύτερη αποτύπωση των όσων ελέγοντο και στη συνέχεια τα πρακτικά καταχωρούντο από το γραμματέα σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, εκτυπώνονταν και επικυρώνονταν, όχι, όμως, στην επόμενη συνεδρίαση, όπως όριζαν οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού, αλλά μετά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος και αφού είχαν ακολουθήσει και άλλες συνεδριάσεις.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, όταν τα μέλη υπέγραφαν τα πρακτικά, να μην θυμούνται τι ακριβώς είχε αποφασιστεί, για να προβούν στον αναγκαίο έλεγχο όσων είχαν καταγραφεί στην καθαρογραφή, ενώ είχαν εμπιστοσύνη στον Διευθυντή και στον Πρόεδρο, καθώς, ως ιατροί οι περισσότεροι, επικεντρώνονταν περισσότερο στο επιστημονικό τους έργο και ελάχιστα έως καθόλου στο διοικητικό ως μέλη του Δ.Σ.

Ο Πρόεδρος του Δ.Σ. έχει αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων, να συγκαλεί το Δ.Σ., στο οποίο προεδρεύει και μεριμνά για την εφαρμογή των αποφάσεών του, να προΐσταται διοικητικώς όλων των υπηρεσιών και οργανικών μονάδων του Κ.Ε.Ε.Λ., να υπογράφει τις συμβάσεις εργασίας ή έργου των προσλαμβανόμενων με αποφάσεις του Δ.Σ., να κατανέμει το πάσης φύσεως προσωπικό του Κ.Ε.Ε.Λ.

κατόπιν αποφάσεων του Δ.Σ., να εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο δικαστικώς και εξωδίκως ενώπιον κάθε αρχής και ιδιωτών, να αποφασίζει για τις πάσης φύσεως υπηρεσιακές μεταβολές του προσωπικού του Κ.Ε.Ε.Λ. και να εγκρίνει μετακινήσεις αυτού για εκτέλεση υπηρεσίας στο εσωτερικό και εξωτερικό μετά από απόφαση Δ.Σ., ενώ μπορεί με απόφασή του να εκχωρήσει μέρος των αρμοδιοτήτων του στον Αντιπρόεδρο ή στον Διευθυντή του Κ.Ε.Ε.Λ. (άρθ. 5 του Π.Δ. 358/1992 και άρθ. 10 ΕΚΛ).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ΕΚΛ, ο Διευθυντής παρίσταται σε όλες τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. χωρίς δικαίωμα ψήφου και εισηγείται για κάθε θέμα που θα του ζητηθεί. Υποβάλλει κάθε έτος στο Δ.Σ. τον προϋπολογισμό και απολογισμό του ΚΕΕΛ και εισηγείται στο Δ.Σ. τυχόν αναγκαίες εσωτερικές μετακινήσεις του προσωπικού.

Λαμβάνει γνώση, μέσω της γραμματείας, της εισερχόμενης αλληλογραφίας, την οποία χρεώνει στον κάθε αρμόδιο υπάλληλο για ενημέρωση και ενέργειες του τελευταίου, μονογράφοντας και χρονολογώντας το έγγραφο, δίνει οδηγίες για τις αναγκαίες ενέργειες, υπογράφει τα πάσης φύσεως εξερχόμενα έγγραφα της αρμοδιότητάς του, αφού προηγουμένως ο αρμόδιος υπάλληλος θέσει τη μονογραφή του και μονογράφει το έγγραφο που κατά νόμο ή λόγω σημασίας χρειάζεται την υπογραφή του Προέδρου.

Επίσης, υπογράφει τα διαβιβαστικά έγγραφα του προσωπικού, παρακολουθεί την τήρηση της εφαρμογής του ωραρίου εργασίας του προσωπικού και ασκεί όλες τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται ή εκχωρούνται από το Δ.Σ. ή από το Πρόεδρο του ΚΕΕΛ. Σε περίπτωση κωλύματος ή ασθενείας του αναπληρώνεται από υπάλληλο, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Δ.Σ.

Λόγω της ιδιαίτερης σημασίας του έργου που κλήθηκε να εκπληρώσει το ΚΕΕΛ σε σχέση με τη δημόσια υγεία, κρίθηκε ότι πρέπει να του παρασχεθεί ευελιξία στη λειτουργία και ταχύτητα στις πληρωμές των δαπανών του. Για το σκοπό αυτό, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, εξαιρέθηκε των διατάξεων που αφορούν το δημόσιο τομέα (άρθ. 1 του Π.407/1993 ΦΕΚ 174/Α/ "Εξαίρεση από Δημόσιο Τομέα του Κέντρου Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων"), του συστήματος προσλήψεων του ν. 2190/1994 (παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 όπως αυτή συμπληρώθηκε με την παρ.2 του άρθρου 6 του ν. 2256/1994), των διατάξεων του ν. 2286/1995 περί προμηθειών στο Δημόσιο Τομέα (Π.Δ. 238/1995 "Εξαίρεση φορέων από τις διατάξεις του ν. 2286/1995).

Επίσης, δεν υπαγόταν στις διατάξεις περί Δημοσίου Λογιστικού, στο οποίο υπήχθη με το ν. 4270/2014. Υπαγόταν, όμως, ως αναθέτουσα αρχή, στο Π.Δ. 346/1998 "Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/50 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18/7/1992" (άρθ. 2 παρ.2), που εκδόθηκε για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη, για συμβάσεις υπηρεσιών κλπ άνω των 200.000 ευρώ και στο άρθρο 83 του ν. 2362/1995 κατά παραπομπή του άρθρου 37παρ.2 του ίδιου Π.Δ.

για συμβάσεις υπηρεσιών κάτω του ορίου των 200.000 ευρώ σύμφωνα και με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις των χρηματικών ορίων μέχρι το 2001. Κάθε έτος γινόταν έλεγχος των οικονομικών του ΚΕΕΛ από ορκωτούς ελεγκτές, οι οποίοι υπέβαλαν σε αυτό το πόρισμά τους με κοινοποίηση στον εποπτεύοντα Υπουργό, ο οποίος μπορούσε να διατάξει έκτακτο έλεγχο οικονομικής διαχείρισης.

Με το άρθρο 20 παρ.1 του ν. 3370/2005 (ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΕΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ) το Κέντρο Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων (Κ.Ε.Ε.Λ.) μετονομάσθηκε σε Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στο εξής). Στην ίδια διάταξη ορίστηκε ότι "διατηρεί τη μορφή του ως ΝΠΙΔ εποπτευόμενο απευθείας από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λειτουργεί σύμφωνα με τις ιδρυτικές του και λοιπές ισχύουσες διατάξεις σε συνδυασμό με τους όρους του παρόντος νόμου".

Με την παρ. 2 του άρθρου 20 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. συγκροτείται από επτά Διευθύνσεις: τη Διεύθυνση Λοιμωδών Νοσημάτων και Επειγόντων Συμβάντων, τη Διεύθυνση Πρόληψης Χρονιών μη Λοιμωδών Νοσημάτων, τη Διεύθυνση Πρόληψης και Ελέγχου ατυχημάτων, τη Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Υγιεινής, τη Διεύθυνση Κεντρικού Εργαστηρίου Δημόσιας Υγείας (Κ.Ε.Δ.Υ.), τη Διεύθυνση Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας και τη Διεύθυνση Διοικητικού Συντονισμού και Στήριξης.

Με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι, με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καταρτίζεται ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με τον οποίο κατανέμονται και εντάσσονται ανά Διεύθυνση υφιστάμενα και νέα Τμήματα και Γραφεία, καθορίζονται οι αρμοδιότητες κάθε Διεύθυνσης, συνιστώνται θέσεις προσωπικού και ρυθμίζονται όλες οι λεπτομέρειες για την οργάνωση και λειτουργία του.

Επίσης, στην παρ. 4α του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "το προσωπικό που υπηρετεί στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του, κατατάσσεται σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις που συνιστώνται με αυτόν, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου.

Οι οργανικές θέσεις που δεν καλύπτονται από το υπάρχον προσωπικό, σύμφωνα με τα παραπάνω, προκηρύσσονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.". Όμως, το προεδρικό διάταγμα αυτό, με το οποίο θα καταρτιζόταν ο νέος Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δεν εκδόθηκε ποτέ και παρέμεινε σε ισχύ ο Κανονισμός που προαναφέρθηκε και είχε εγκριθεί με την ....2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας.

Έτσι η Διεύθυνση παρέμεινε μία αντί για επτά που προβλέπονταν με το ν. 3370/2005, και παρέμεινε ένας Διευθυντής, στον οποίον υπάγονταν, όπως πάντα, όλα τα τμήματα και τα γραφεία, ενώ δεν συστήθηκαν οργανικές θέσεις για να κατανεμηθεί το προσωπικό ανά κλάδο κλπ, αφού παρέμεινε σε ισχύ ο ΕΚΛ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., στον οποίον δεν προβλεπόταν σύσταση οργανικών θέσεων στο φορέα.

Όσον αφορά τις προσλήψεις προσωπικού που διενεργούσε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αυτές είχαν εξαιρεθεί από τις προσλήψεις του δημόσιου τομέα, που καθιερώθηκε με τις διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως προεκτέθηκε, υπάγονταν, όμως, στους φορείς που εμπίπτουν στους περιορισμούς της Π.Υ.Σ. 55/1998, ενώ μετά την ισχύ του ν. 3812/2009 περί αναμόρφωσης συστήματος προσλήψεων στο δημόσιο τομέα, η εξαίρεση αυτή καταλαμβάνει πλέον μόνο το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και όχι το διοικητικό.

Το προσωπικό που υπηρετεί στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του, κατατάσσεται σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις που συνιστώνται με αυτόν, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι οργανικές θέσεις που δεν καλύπτονται από το υπάρχον προσωπικό, σύμφωνα με τα παραπάνω, προκηρύσσονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Για κάθε πρόσληψη απαιτείτο η έγκριση της αρμόδιας τριμελούς υπουργικής επιτροπής, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω. Το άρθρο 20 του νόμου 3370/2005 καταργήθηκε με την ίδρυση του ΝΠΔΔ Ε.Ο.Δ.Υ. με το ν. 4600/2019 (άρθ. 145 α), το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 14 ν. 4633/16.10.2019 και υπεισήλθε στη θέση του ως καθολικός διάδοχος το ΝΠΙΔ Ε.Ο.Δ.Υ.

Ο πρώτος κατηγορούμενος, Θ. Π., ιατρός βιοπαθολόγος, με σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό στη Δημόσια Διοίκηση και στην ιατρική Μικροβιολογία, προσλήφθηκε με την από 1.11.1993 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία, μετά από αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου δυνάμει της από 20.7.1998 συμβάσεως.

Διετέλεσε Διευθυντής του νομικού προσώπου από την ίδρυσή του μέχρι την καταγγελία της σύμβασής του από το ΔΣ με την 21η/1.8.2016 απόφασή του. Πέραν των ιατρικών του γνώσεων είχε και σημαντικές διοικητικές ικανότητες. Θεωρείτο ο ίδιος αλλά και ο πρώτος Πρόεδρος του ΔΣ, καθηγητής Ι. Σ., ιδρυτές του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Κατά τη διάρκεια των ετών που μεσολάβησαν μέχρι την επίδικη περίοδο (2004-2008) ο πρώτος κατηγορούμενος είχε καταφέρει να αποκτήσει την εμπιστοσύνη και την αναγνώριση τόσο των μελών του εκάστοτε Δ.Σ.

όσο και των Προέδρων των Δ.Σ., κάποιοι από τους οποίους, όπως ο Πρόεδρος Γ. Σ., ως ιατροί, προτιμούσαν να εργάζονται απερίσπαστοι για την εκτέλεση του επιστημονικού τους έργου, συμφωνά με τους σκοπούς του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., και να αφήνουν τα περισσότερα από τα διοικητικά καθήκοντα στον Διευθυντή, πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος, αφενός το γνώριζε αυτό, αφετέρου είχε αποδείξει ότι έχει ικανότητες, πειθώ και αποτελεσματικότητα, για την προώθηση και επίτευξη των στόχων του έργου που επιτελούσε ο οργανισμός, ενώ οι περισσότεροι υπάλληλοι του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

είχαν μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπο του αλλά και συγχρόνως είχαν αντιληφθεί τη δύναμη που είχε αποκτήσει στο νομικό πρόσωπο ο κατηγορούμενος, αφού κατάφερνε να παραμένει στη θέση αυτή συνεχώς από την ίδρυσή του μέχρι την απόλυσή του το 2016 παρά τις εναλλαγές κυβερνήσεων, Προέδρων και μελών ΔΣ. και συγχρόνως του είχαν ανατεθεί αυξημένες αρμοδιότητες, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω (χαρακτηριστική η κατάθεση, ως προς αυτό, του Γ.

Σ., Προέδρου στο Δ.Σ. από 2000 έως 2004 και από 2009 έως 2011, ιατρού παθολόγου, λοιμωξιολόγου, ομότιμου καθηγητή του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, ο οποίος ανέφερε "..για μας που ασχολούμαστε με τα λοιμώδη νοσήματα...Προσπαθείς πάντοτε να αποφεύγεις να εμπλέκεσαι στην όλη διαδικασία της κυβέρνησης, του κράτους.

Διότι καταλαβαίνεις ότι είναι χρονοβόρος και δεν είναι ευχάριστη, καθόλου ευχάριστη..."). Στα πλαίσια αυτά, με αποφάσεις του Δ.Σ. είχαν παραχωρηθεί στον Διευθυντή σταδιακά σημαντικές αρμοδιότητες, όπως η αποκλειστικά από τον ίδιο υπογραφή εντολών ανάληψης από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του ΚΕΕΛΠΝΟ μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ, μεταφορά ποσών από λογαριασμό σε λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και οπισθογράφηση επιταγών εκδιδομένων για λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. μέχρι το ποσό των 15.000 ευρώ, συνυπογραφή με τον Πρόεδρο εντολών ανάληψης από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., μεταφοράς ποσών από λογαριασμό σε λογαριασμό και οπισθογράφηση επιταγών εκδιδομένων για λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

άνω των 15.001 ευρώ, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι υπήρχε έγκριση του Δ.Σ. ή οπωσδήποτε συμβατική υποχρέωση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ενώ για την πληρωμή υποχρεώσεων από μισθοδοσία και λειτουργικές δαπάνες (λογαριασμοί ΔΕΚΟ κλπ) ίσχυε η γενική έγκριση του Δ.Σ., η οποία δεν είχε όριο σε ύψος ποσού. Οι αρμοδιότητες αυτές εκχωρήθηκαν από το Δ.Σ.

με τις από 17.7.2002 και 13.4.2005 αποφάσεις του. Ο κατηγορούμενος Διευθυντής είχε, ακόμη, την εξουσιοδότηση από το Δ.Σ. τοποθέτησης και μετάθεσης του προσωπικού. Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος Διευθυντής, κατά τη διάρκεια των ετών και ιδίως κατά την επίδικη περίοδο, είχε καταλήξει να προΐσταται όλων των υπηρεσιών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., να εξαρτάται από αυτόν, σε μεγάλο βαθμό, η προαγωγή των υπαλλήλων, η μισθολογική προαγωγή τους, τα μπόνους, η μονιμοποίησή τους, η παραμονή τους στην κεντρική υπηρεσία, η μετάθεσή τους σε άλλη μονάδα του ΚΕΕΛΠΝΟ ή και συνεργαζόμενων φορέων στην Αθήνα ή στην περιφέρεια.

Και τούτο διότι είτε του είχε εκχωρηθεί η σχετική αρμοδιότητα είτε διότι είχε τη δυνατότητα να εισηγηθεί σχετικά στο Δ.Σ., τα μέλη του οποίου είχαν εμπιστοσύνη στις ικανότητες, στην εμπειρία και στην κρίση του σχετικά με τις υπηρεσιακές ανάγκες και τους υπαλλήλους και οι εισηγήσεις του, ως επί το πλείστον, γίνονταν σεβαστές.

Αλλά και οι υπάλληλοι είχαν για τους ίδιους λόγους επίγνωση της ισχυρής θέσης του κατηγορουμένου ως Διευθυντή. Όπως, μάλιστα, κατέθεσε πρωτοδίκως απολογούμενη η υπάλληλος Ε. Λ., δεν τόλμησε να αρνηθεί κάτι στο Διευθυντή, είχε ακούσει από παλιούς συναδέλφους ότι κανείς δεν του έφερνε αντίρρηση επειδή είναι οξύθυμος και "μπορεί να σε κάνει φύλο και φτερό".

Από την άλλη πλευρά, ο δεύτερος κατηγορούμενος Α. Χ., καθηγητής επιδημιολογίας και προληπτικής ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διετέλεσε Πρόεδρος του Δ.Σ. από 22.11.2004 έως Αύγουστο 2006. Όμως, γνώριζε τα θέματα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., διότι είχε διατελέσει κατά τα προηγούμενα έτη μέλος Δ.Σ., από το 1992, όπως επίσης και κατά τη διάρκεια της θητείας του Προέδρου Δ.Σ.

Γ. Σ., από 2002 έως 11/2004. Αρχικά οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι υπήρξαν φίλοι και είχαν αρμονική συνεργασία καθώς γνωρίζονταν, κυρίως λόγω των θέσεων που κατείχαν στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. επί σειρά ετών (βλ. και κατάθεση του μάρτυρα Μ..Λ., μέλος του Δ.Σ. από 2000 έως 2004, ο οποίος έκανε λόγο για εξαιρετική φιλία μεταξύ τους, την οποία ζήλευε και ο ίδιος).

Μάλιστα, ο Πρόεδρος Α. Χ., με το ....2005 έγγραφο προς το τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης, διαβίβασε την απόφασή του για τη χορήγηση στον πρώτο κατηγορούμενο επιδόματος αυξημένων αρμοδιοτήτων ποσού 2.000 ευρώ μηνιαίως. Αμφότεροι ήταν ισχυρές προσωπικότητες, δυναμικοί, με ικανότητες και φιλοδοξίες και διέθεταν δύναμη και επιρροή.

Ο Α. Χ. είχε διασυνδέσεις με πολιτικά πρόσωπα και τον τύπο και ειδικότερα με την εταιρία εκδοτική εταιρία ... Α.Ε., της οποίας ήταν μέλος του Δ.Σ. Από το καλοκαίρι του έτους 2005, όμως, ξεκίνησαν οι διαφωνίες μεταξύ τους, όπως θα εκτεθεί και πιο κάτω, κυρίως σε σχέση με τα θέματα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και τη διαχείριση των υποθέσεών του, όπως με τα θέματα προσωπικού, καθώς ο καθένας είχε υπό την επιρροή του και ως έμπιστους συγκεκριμένους υπαλλήλους, ο Θ.

Π. τους περισσότερους λόγω της μόνιμης παραμονής του στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. αλλά και των αυξημένων αρμοδιοτήτων του, όπως προεκτέθηκε, και ο Α. Χ. κυρίως τους υπαλλήλους που αποτελούσαν το προσωπικό του γραφείου Προέδρου. Και οι δύο όμως είχαν πάντα επαφές και συνεργασία με τον εποπτεύοντα Υπουργό Υγείας. Ένας παράγοντας της αντιπαλότητας υπήρξε και το γεγονός της ψήφισης του ν. 3370/2005 "ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ" (ΦΕΚ Α' 176/11.7.2005).

Με το άρθρο 20 ("ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΕΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ") παρ.1 το νομικό πρόσωπο από ΚΕΕΛ μετονομάσθηκε σε ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως προεκτέθηκε, και ορίσθηκε η συγκρότηση αυτού από επτά διευθύνσεις, το Προεδρικό Διάταγμα, όμως, με το οποίο θα καταρτιζόταν ο νέος Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δεν εκδόθηκε ποτέ και παρέμεινε σε ισχύ ο ΕΚΛ που είχε εγκριθεί με την ....2001 απόφαση.

Κατά το χρόνο, όμως, της ψήφισης του ν. 3370/2005, τον Ιούλιο 2005, το ενδεχόμενο της εφαρμογής των επτά διευθύνσεων και της υλοποίησης αυτών με το αναμενόμενο Προεδρικό Διάταγμα αποτέλεσε κατά το έτος 2005 πηγή ιδιαίτερης ανησυχίας του Θ. Π., καθώς θα αποδυναμωνόταν η θέση του και ο ηγετικός ρόλος του, αφού μέχρι τότε ήταν ο μοναδικός διευθυντής του νομικού προσώπου με αυξημένες αρμοδιότητες, ενώ με την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος, που κατά το χρόνο εκείνο δεν ήταν γνωστό ότι δεν θα επακολουθούσε, θα δημιουργούντο επτά διευθύνσεις, με αντίστοιχη ενδυνάμωση του ρόλου του Προέδρου του Δ.Σ..

Μέχρι το έτος 2005 τα μέλη των εκάστοτε Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ιατροί οι περισσότεροι, όπως και οι Πρόεδροι, επικεντρώνονταν, κατά κύριο λόγο, στην επιστημονική δραστηριότητα του νομικού προσώπου, τις δε διοικητικές και διαχειριστικές αρμοδιότητες του Δ.Σ., για τις οποίες άλλωστε δεν είχαν και ιδιαίτερες γνώσεις, είχαν ουσιαστικά εκχωρήσει στο Διευθυντή και στις διοικητικές υπηρεσίες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Ο πρώτος κατηγορούμενος, με τον τρόπο αυτό, σε συνδυασμό με τις ήδη αυξημένες αρμοδιότητες που του είχαν εκχωρηθεί και την εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του, είχε φθάσει κατά τα έτη 2004 - 2005 να συγκεντρώνει ιδιαίτερα μεγάλη εξουσία ως προς τη διοίκηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. παρακάμπτοντας σε πολλές περιπτώσεις τον Κανονισμό.

Τα μέλη του Δ.Σ., έχοντας επίσης εμπιστοσύνη και στους Προέδρους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως και στον κατηγορούμενο Α. Χ., υπέγραφαν τα καθαρογραμμένα πρακτικά των συνεδριάσεων μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να ελέγχουν ή να κάνουν αντιπαραβολή με τα χειρόγραφα. Δεν έδειχναν ενδιαφέρον για την πορεία σημαντικών θεμάτων που είχαν συζητηθεί και για τα οποία έπρεπε να ληφθεί απόφαση σε επόμενο Δ.Σ.

ή να ελέγξουν την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ. Ενέκριναν δαπάνες μεγάλου ύψους χωρίς ιδιαίτερο έλεγχο, αν και οι πόροι του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ήταν κυρίως δημόσιο χρήμα, γεγονός που έπρεπε να τους καταστήσει ιδιαίτερα προσεκτικούς στη διαχείριση αυτού. Τα μέλη του Δ.Σ., εκτός από τη θέση τους σε αυτό, που ήταν αμειβόμενη, είχαν και άλλες απολαβές και θέσεις.

Συμμετείχαν σε ομάδες διοίκησης έργου (ΟΔΕ) του ΚΕΕΛΠΝΟ, με υψηλές αμοιβές για τη συμμετοχή τους σε αυτές και οι οποίες, σύμφωνα και με την έκθεση των ορκωτών ελεγκτών, πολλές φορές δεν παρέδιδαν καν έργο. Στις ομάδες αυτές συμμετείχαν και υπάλληλοι του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως η νομική σύμβουλος του ΚΕΕΛΠΝΟ, Α.

Ο., ο Διευθυντής, πρώτος κατηγορούμενος, η τέταρτη κατηγορουμένη, Ο. Α. και άλλοι. Επίσης, πολλοί εξ αυτών ήταν συγχρόνως μέλη Δ.Σ. και άλλων οργανισμών, όπως ο πρώτος κατηγορούμενος, που ήταν μέλος του Δ.Σ. στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ, η νομική σύμβουλος, Α. Ο., ήταν νομική σύμβουλος και στο ΠΑΣΤΕΡ. Στον απολογισμό και ισολογισμό εσόδων - εξόδων του έτους 2005 προκύπτουν τα ποσά που πληρώθηκαν για αμοιβές μελών ΔΣ και διαφόρων επιτροπών.

Στους ως άνω λογαριασμούς υπάρχουν εγγραφές και καταβολές ποσών με την αιτιολογία ΟΔΕ χωρίς αναφορά του προσώπου που αφορούν. Ο πρώτος κατηγορούμενος, ως Διευθυντής, είχε εξουσιοδότηση, με απόφαση του ΔΣ της 7.12.2001, να καταρτίζει, παρατείνει, διαχειρίζεται αποκλειστικά μόνος του συμβάσεις μεγάλου οικονομικού αντικειμένου όπως με την εταιρία ..., η οποία ήταν μια από τις τρεις εταιρίες που προμήθευαν αποκλειστικά τα εργαστήρια του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με αντιδραστήρια που χρησίμευαν για τη μέτρηση του ιικού φορτίου και της μοριακής αντοχής δυνάμει συμβάσεων, όπως την από 20.12.2001 σύμβαση, διάρκειας δύο ετών, την από 4.3.2005 ανανέωση για 14 μήνες με λήξη 28.2.2006, την από 1.3.2006 ανανέωση διάρκειας 10 μηνών. Τις συμβάσεις αυτές υπέγραφε ο πρώτος κατηγορούμενος εκπροσωπώντας το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Τα ποσά της ετήσιας δαπάνης των συμβάσεων με τις εταιρίες αυτές εγκρίνονταν από το Δ.Σ. με εντελώς αόριστες αποφάσεις. Για τα έτη 2002, 2003, 2004 η ετήσια δαπάνη που εγκρίθηκε ήταν 1.200.000 ευρώ ανά έτος και για τα έτη 2005 και 2006 ήταν 900.000 ευρώ ανά έτος. Ο ελεγκτικός μηχανισμός ήταν ανεπαρκής. Οι παρατηρήσεις των ορκωτών ελεγκτών επαναλαμβάνονταν κάθε έτος χωρίς, τις περισσότερες φορές, να υλοποιούνται.

Στη σελίδα 25 της έκθεσης των ορκωτών ελεγκτών για τη χρήση 2003 αναφέρεται ότι: "Οι τρεχούμενοι δοσοληπτικοί λογαριασμοί των προμηθευτών παρακολουθούνται πλημμελώς τόσο από άποψη χρόνου ενημέρωσης όσο και από άποψη συμφωνίας του υπολοίπου αυτών". Στην τήρηση των βιβλίων και στοιχείων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπήρχε ανεπαρκής λογιστική παρακολούθηση με παρατυπίες και παραλείψεις.

Όλα τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα ιδιαίτερη νομοθετική μεταχείριση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και την ευελιξία στη λειτουργία του για την ευόδωση των σκοπών του, αλλά και την έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου και πάντως ανεπαρκούς, προσέφεραν ευνοϊκό κλίμα, ώστε να γίνει καταχρηστική εκμετάλλευση αυτών από ορισμένα στελέχη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με διευθυντικά καθήκοντα. Οι διοικητικές υπηρεσίες και όσοι προϊσταντο αυτών προέβαιναν σε αρκετές περιπτώσεις σε πλαστογραφήσεις εγγράφων και χρήση αυτών για την εμφάνιση μιας ψευδούς εικόνας ως προς τις αποφάσεις του Δ.Σ., επικαλούμενες, δια των εγγράφων που εξέδιδαν, αρκετές φορές, ως αναφερόμενο έγγραφο αποφάσεις Δ.Σ.

με διαφορετικό περιεχόμενο από την τελική ρύθμιση του εγγράφου, αλλά και ψευδούς εικόνας ως προς τις καταρτιζόμενες συμβάσεις του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και τις δαπάνες αυτού με παραβάσεις και ευθύνες των εμπλεκομένων προσώπων, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, όπου τα ίδια έγγραφα εκδίδονται περισσότερες φορές με διαφορετικό περιεχόμενο ή εκδίδονται έγγραφα και διαβιβάζονται εντός των υπηρεσιών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

κατά παράκαμψη του πρωτοκόλλου ή με αριθμό πρωτοκόλλου που αντιστοιχεί σε άλλο έγγραφο, καταχωρημένο στο πρωτόκολλο. Αξιόποινες πράξεις όπως της πλαστογραφίας διαπιστώθηκαν κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής και ανακριτικής εξέτασης για τα επίδικα εγκλήματα, χωρίς να αποδοθούν επιμέρους κατηγορίες είτε διότι είχε παρέλθει ήδη ο χρόνος παραγραφής είτε διότι δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί ο δράστης μεταξύ των υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

είτε διότι επρόκειτο για συμπεριφορές με σκοπό τη διατήρηση προγενέστερης πλάνης και απόκρυψης περιστατικών απάτης ήδη παραγραφείσας.

Με το ΕΜΠοικ. ....2005 έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή ΣΕΥΥΠ δόθηκε στους επιθεωρητές Χ. Π. και Κ. Μ. εντολή διενέργειας ελέγχου στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. αναφορικά με την ορθή ή μη τήρηση του πρωτοκόλλου αλληλογραφίας και των πρακτικών συνεδριάσεων του Δ.Σ. Όμως, ο έλεγχος αυτός δεν διενεργήθηκε ποτέ για αδιευκρίνιστους λόγους (σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2006 έγγραφο του πρώτου κατηγορουμένου και της νομικής συμβούλου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Α. Ο., προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Β..Ρ. ο έλεγχος σταμάτησε αυθημερόν κατόπιν εντολής του Γραφείου του πρώην Υπουργού Υγείας και χωρίς να έχει ανακληθεί επίσημα). Επίσης, ο έλεγχος που εν τέλει διενεργήθηκε από το ΣΕΥΥΠ, με βάση τον οποίον συντάχθηκε η ....2006 έκθεση ελέγχου των Επιθεωρητών Θ.

Κ., Κ. Μ. και Θ. Μ. και η από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των έπιθεωρητριών Μ. Μ. και Ε. Χ. κατόπιν εντολής του Γενικού Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ, Μ. Σ. σε εκτέλεση της ABM Α07/124/2006 εντολής του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, δεν διενεργήθηκε σε βάθος και με ασφάλεια, αφού, αν και διαπιστώθηκαν παρεμβάσεις στο πρωτόκολλο, στα πρακτικά, στα έγγραφα που εκδίδονταν από τους υπαλλήλους, δεν λήφθηκαν τα αναγκαία μέτρα, όπως δέσμευση των πρακτικών και του πρωτοκόλλου, όταν μάλιστα είχαν καταγγελθεί αλλοιώσεις - νοθεύσεις αυτών, με συνέπεια να βρίσκονται αυτά στη διάθεση των υπαλλήλων και ιδίως των κατηγορουμένων και να περιλαμβάνονται ήδη στη δικογραφία και αναγνωσθέντα έγγραφα νοθευμένα και μη, όπως αποσπάσματα του ίδιου πρακτικού της συνεδρίασης του Δ.Σ.

της 5.11.2004 σε τρεις τουλάχιστον διαφορετικές μορφές για το θέμα των επιδομάτων της τέταρτης κατηγορουμένης, έγγραφα με ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο ή να γίνεται χρήση αριθμού πρωτοκόλλου για κατάρτιση εγγράφου που αφορά προγενέστερο έγγραφο διαφορετικού συντάκτη και θέματος, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω.

Πλέον ειδικότερα, μετά την αλλαγή στην ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, ο πρώτος κατηγορούμενος συνυπέγραψε με την νομική σύμβουλο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Α. Ο., το υπ'αριθμ. πρωτ. ....2006 έγγραφο προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, Β. Ρ., με το οποίο ζητούσε εισαγγελική παρέμβαση για αναφερόμενες στο έγγραφο ενέργειες του δεύτερου κατηγορουμένου, Προέδρου, μεταξύ των οποίων ήταν οι παράνομες προσλήψεις και η υπερτιμολόγηση της σύμβασης φύλαξης των κτιρίων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

από την εταιρία "... ΕΠΕ" (αποδιδόμενη από τον πρώτο κατηγορούμενο στο πρόσθετο συμφωνητικό που υπέγραψε ο Πρόεδρος Α. Χ. με τον τρίτο κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας, για ποσό 20.200 ευρώ μηνιαίως), ενέργειες που ενδιαφέρουν για την κρινόμενη υπόθεση. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. πρωτ. ....2006 εμπιστευτικού εγγράφου του τότε Υπουργού Υγείας, Δ.

Α., με συνημμένο το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2006 έγγραφο του πρώτου κατηγορουμένου προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, Β. Ρ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. Οικ. ....2006 εντολή του Γενικού Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ, Μ. Σ., δυνάμει της οποίας διενεργήθηκε έλεγχος στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από τους επιθεωρητές του διοικητικού - οικονομικού τομέα του ΣΕΥΥΠ, Θ.

Κ., Κ. Μ. και Θ. Μ. και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ ....2006 έκθεση ελέγχου. Ακολούθησε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τις επιθεωρήτριες Μ. Μ. και Ε. Χ. κατόπιν εντολής του Γενικού Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ, Μ..Σ., σε εκτέλεση της ABM Α07/124/2006 εντολής του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με βάση την οποία εκδόθηκε και υποβλήθηκε η από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης και συμπληρωματικό πόρισμα για μεταγενέστερες της επίδικης χρονικές περιόδους.

Στην έκθεση των επιθεωρητών του ΣΕΥΥΠ Θ. Κ., Κ. Μ. και Ο. Μ., οι οποίοι δεν έλαβαν καταθέσεις των υπαλλήλων, όπως και στην ως άνω έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των Μ. Μ. και Ε. Χ. αναφέρεται ότι διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής, σε γενικές γραμμές στο παρόν στάδιο, τα οποία θα αναλυθούν πιο κάτω: Στα πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ., που δόθηκαν στους επιθεωρητές από διάφορες υπηρεσίες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., καθώς διαβιβάζονταν κυρίως αποσπάσματα σε κάθε αρμόδια υπηρεσία, ανάλογα με το θέμα, για το οποίο είχε ληφθεί απόφαση, παρατηρήθηκαν διαφορές στα κείμενα και στην παρουσία των μελών του Δ.Σ.

Για το λόγο αυτό οι επιθεωρητές ζήτησαν από την αρμόδια γραμματέα του Δ.Σ. τα επίσημα- μηχανογραφημένα πρακτικά, τα οποία συνοδεύονταν από τα χειρόγραφα - πρόχειρα πρακτικά. Από την αντιπαραβολή διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν αποφάσεις, που δεν ήταν καταχωρημένες στα επίσημα πρακτικά ή τα επίσημα πρακτικά διαφέρουν κατά το κρίσιμο μέρος τους από τα χειρόγραφα.

Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είχαν εκδοθεί και διακινηθεί προς διάφορες υπηρεσίες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ακριβή αποσπάσματα πρακτικών για συγκεκριμένα θέματα, τα οποία είτε διαφέρουν από αυτά που συμπεριλαμβάνονται στα πλήρη μηχανογραφημένα πρακτικά είτε είχαν κινηθεί ακριβή αποσπάσματα πρακτικού για το ίδιο θέμα, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους, όπως συνέβη με το πρακτικό Δ.Σ.

της 5.11.2004. Σχετικά με την τήρηση του πρωτοκόλλου και τη λειτουργία της κεντρικής γραμματείας, η οποία ήταν ενταγμένη στο τμήμα Διοικητικού Συντονισμού και η οποία (σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας) είχε την υποχρέωση να καταχωρεί τα εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα αλληλογραφίας σε βιβλίο πρωτοκόλλου, διαπιστώθηκε ότι τηρούντο τρία πρωτόκολλα:

το ένα ήταν σε βιβλίο και σε αυτό τηρείτο το πρωτόκολλο γενικής αλληλογραφίας, τα άλλα δύο τηρούντο σε κινητά αποσπώμενα φύλλα, το ένα εξ αυτών ως εμπιστευτικό πρωτόκολλο (ΕΜΠ) και το άλλο ως πρωτόκολλο εσωτερικής αλληλογραφίας. Τα δύο τελευταία πρωτόκολλα, μετά τις παρατηρήσεις των επιθεωρητών του ΣΕΥΥΠ, αντικαταστάθηκαν και τηρούντο στη συνέχεια σε βιβλία.

Όπως αποδείχθηκε και από την ακροαματική διαδικασία, το πρωτόκολλο τηρήθηκε κατά τρόπο διαβλητό, αφού παρατηρήθηκαν περιπτώσεις εγγράφων με ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου και με διαφορετική ημερομηνία και περιεχόμενο ή διαφορετικά συνημμένα έγγραφα (παράδειγμα μεταξύ των αναγνωστέων το υπ' αριθμ. ....2005 της υπαλλήλου του τμήματος οικονομικής διαχείρισης Α.

Π., για το οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω). Επίσης, αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε συνεχής αρίθμηση στο πρωτόκολλο, παραλείπονταν αριθμοί και συμπληρώνονταν μετά από μήνες με συμπλήρωση εγγράφων ανάλογα με τη σκοπιμότητα έκδοσης εκάστου, όπως κατατέθηκε και από τους μάρτυρες υπαλλήλους, αναφερόμενοι σε συνήθη τακτική ως προς αυτό κατά τη διάρκεια των ετών που προηγήθηκαν του ελέγχου με εντολή και γνώση του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου, γεγονός πoυ διευκόλυνε και την τέλεση των συγκεκριμένων αδικημάτων από τους κατηγορούμενους στελέχη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, με εμφάνιση εγγράφων που είχαν αριθμό πρωτοκόλλου αλλά που δεν υπήρχαν στο αρχείο ή στο πρωτόκολλο ή αφορούσαν άλλο έγγραφο με διαφορετικό εκδότη και περιεχόμενο (παράδειγμα μεταξύ των αναγνωστέων τα ....2004 του πρώτου κατηγορουμένου, ....2005 του πρώτου κατηγορουμένου, ....2005 του πρώτου κατηγορουμένου, ....2005 της τέταρτης κατηγορουμένης), όπως βεβαιώθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

απαντώντας εγγράφως σε σχετικό ερώτημα με παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Το γεγονός, επιπλέον, ότι δεν δεσμεύτηκαν τα βιβλία και τα πρακτικά Δ.Σ. από την επιθεώρηση, έδωσε περιθώρια να γίνουν περαιτέρω παρεμβάσεις σε αυτά από τους κατηγορούμενους μέσω των υπαλλήλων για τον αποπροσανατολισμό του ελέγχου και της ανάκρισης στη συνέχεια.

Όπως αναφέρεται και στο ....2006 έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ, Μ. Σ., προς το Υπουργείο Υγείας σχετικά με την αποστολή εγγράφων από τους φακέλους της υπηρεσίας του ".... κατά την άποψή μας θα πρέπει προηγουμένως να παραλάβετε τα έγγραφα αυτά ενυπογράφως από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. προκειμένου να αντιπαραβληθούν με εκείνα που παραδόθηκαν στους επιθεωρητές.

Σημειώνουμε προς τούτο την αναφορά στις διαπιστώσεις της έκθεσης ότι παρατηρήθηκαν διαφορές στα κείμενα των πρακτικών των συνεδριάσεων Δ.Σ. που δόθηκαν από τις διάφορες υπηρεσίες...". Στα πλαίσια του ελέγχου του ΣΕΥΥΠ διαπιστώθηκε, ακόμη, ότι στις αποδοχές ορισμένων υπάλληλων περιλαμβάνονταν ποσά που' αφορούν επιδόματα αυξημένων αρμοδιοτήτων, τα οποία υπερβαίνουν σε ορισμένες περιπτώσεις το βασικό τους μισθό, σε άλλες το επίδομα του προϊσταμένου τους.

Επίσης, διαπιστώθηκε, όπως και αποδείχθηκε, η ανάληψη από τον πρώτο κατηγορούμενο, Διευθυντή, συνολικού ποσού 70.800 ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στην ... Α.Ε. σε έξι δόσεις των 11.800 ευρώ εκάστη (ποσό κατώτερο των 15.000 ευρώ, που αφορούσε τη δυνατότητα του Διευθυντή να υπογράφει μόνος τη σχετική εντολή ανάληψης χωρίς συνυπογραφή Προέδρου, όπως προαναφέρθηκε) με τις υπ'αριθμ. ...2005 εντολές ανάληψης και κατάθεσης αυτών σε προσωπικό του λογαριασμό χωρίς προηγούμενη απόφαση του Δ.Σ., το οποίο ελάμβανε απόφαση μετά από αίτημα υπαλλήλων για χορήγηση δανείου.

Το ποσό αυτό επεστράφη την επόμενη ημέρα. Προηγήθηκε, όμως, ο εντοπισμός της ανάληψης από τη Διευθύντρια του τμήματος Οικονομικής διαχείρισης, Ε. Τ., σε ημέρα που εκείνη απουσίαζε και η έγγραφη αναζήτηση της αιτίας από την ίδια. Για τις αναλήψεις αυτές και την άμεση επιστροφή του ποσού ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να δώσει επαρκείς εξηγήσεις στην προδικασία και στο Δικαστήριο.

Επίσης, στην έκθεση των επιθεωρητών του ΣΕΥΥΠ σημειώνεται ότι, ενώ με το άρθρο 25 παρ. 2 περ. η του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. για κάθε πληρωμή θα πρέπει να εκδίδεται παραστατικό "ένταλμα πληρωμής", δεν εκδιδόταν αυτό και οι λογιστικές εγγραφές διενεργούντο με βάση ειδικό έντυπο ταμειακής εγγραφής, στο οποίο επισυνάπτονται τα αντίστοιχα δικαιολογητικά.

Η πληρωμή δικαιούχων από τον λογαριασμό διαχείρισης στην ... της Ελλάδος γινόταν με την προσκόμιση σχετικού εγγράφου αντί της έκδοσης επιταγής. Επίσης παρατηρήθηκε ότι με υπογραφή του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου, μεταφέρονται χρηματικά ποσά σε προσωπικό του λογαριασμό της ..., προκειμένου να εξοφληθούν "προμηθευτές" του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (Γ.

Γ. - Γραφείο Εμπιστευτικών Ερευνών), όπως αναφέρονται στα υπ'αριθμ. 6206/2005, 6207/2005, 6208/2005, 6209/2005, 6210/2005, 6211/2005 σχετικά έγγραφα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που είναι τα ίδια έγγραφα - εντολές ανάληψης για ποσά που αφορούν το προσωπικό δάνειο του κατηγορουμένου, που προαναφέρθηκε, το οποίο επέστρεψε την επόμενη ημέρα στο λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση των επιθεωρητών, κατά παράβαση των διατάξεων του ΕΚΛ και των λογιστικών -φορολογικών διατάξεων, έγινε πληρωμή ποσού 6223,32 ευρώ από ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. για έξοδα ταξιδιού του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου, στην Ουάσιγκτον ΗΠΑ, που αντί να καταβληθεί στον ίδιο, κατατέθηκε στον προσωπικό λογαριασμό της νομικής συμβούλου Α.

Ο. στην ίδια Τράπεζα. Διαπιστώθηκε, ακόμη, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, ότι έγιναν απευθείας προσλήψεις 140 ατόμων κατά παράβαση του Κανονισμού Λειτουργίας, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και εντός 2 ημερών μετατροπή τους σε αορίστου χρόνου με αποφάσεις του Δ.Σ. για όλους τους υπηρετούντες "στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αναλυτικά για τις οποίες θα εκτεθεί στο σχετικό τμήμα της κατηγορίας των Α.

Χ. και Ο. Α.

Ο Πρόεδρος Α. Χ., σε διαφοροποίηση από τους προηγούμενους Προέδρους, ήθελε και εκείνος να έχει αποφασιστικό ρόλο στο διοικητικό μηχανισμό του ΚΕΕΛΠΝΟ, πέρα από το επιστημονικό έργο του, να φέρει, όπως και έφερε, τροποποιήσεις στο σύστημα λειτουργίας και να ασκεί έλεγχο για τους δικούς του λόγους. Μέσα στα πλαίσια αυτά, επιδίωξε οι συμβάσεις για τα αντιδραστήρια να γίνονται πλέον με διαγωνισμό και όχι με απευθείας ανάθεση, η δε σχετική απόφαση ελήφθη από το Δ.Σ.

στις 26.5.2005 κατόπιν εισήγησης του Προέδρου, όμως τελικά δεν υλοποιήθηκε. Επίσης, επιδίωξε τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας της γραμματείας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με την προμήθεια συστήματος ηλεκτρονικής γραμματείας και απόκτησης ηλεκτρονικού συστήματος διεξαγωγής και ελέγχου των προμηθειών, του προσωπικού και τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου κάθε μήνα.

Όμως, δημιούργησε ένα ξεχωριστό πρωτόκολλο που τηρείτο στο γραφείο του, κατά παράβαση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, ο οποίος προέβλεπε τήρηση σχετικού πρωτοκόλλου μόνο από την κεντρική γραμματεία, το οποίο, μετά την παρατήρηση των επιθεωρητών, καταργήθηκε. Στο πρωτόκολλο αυτό, που τηρούσε η υπεύθυνη του γραφείου του Προέδρου, Π.

Κ., καθώς και η υπάλληλος Α. Κ., που υπηρετούσε στο γραφείο του Προέδρου, καταχωρούντο εισερχόμενα και εξερχόμενα έγγραφα υπηρεσιακής αλληλογραφίας προερχόμενα ή απευθυνόμενα σε υπηρεσίες εντός ή εκτός του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Πολλά από αυτά τα εισερχόμενα έγγραφα δεν διαβιβάζονταν στο κεντρικό πρωτόκολλο, αλλά παρέμεναν σε ντοσιέ του πρωτοκόλλου του γραφείου Προέδρου, όπως κατέθεσε στις επιθεωρήτριες που διενήργησαν προκαταρκτική εξέταση η υπάλληλος στο γραφείου Προέδρου, Μ.

Κ. Η τελευταία, αν και υπηρετούσε επίσης στο γραφείο του Προέδρου, δεν είχε πρόσβαση στο πρωτόκολλο αυτό όταν οι υπάλληλοι Κ. και Κ. απουσίαζαν, καθώς τόσο το βιβλίο του πρωτοκόλλου όσο και τα ντοσιέ ήταν κλειδωμένα (βλ. έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης αλλά και κατάθεσή της στο παρόν Δικαστήριο). Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά της πρόθεσης του κατηγορουμένου Α.

Χ., ως Προέδρου, να έχει έναν συγκεντρωτικό ρόλο ευρύτερο των προβλεπόμενων στον Κανονισμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και άμεση γνώση σε κάθε στιγμή όλων των εγγράφων που αφορούσαν τη διοίκηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. αλλά και να έχει τον έλεγχο αυτών, καθώς δεν αφορούσαν προσωπική του αλληλογραφία.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης, ότι η μάρτυρας Μ. Κ. κατέθεσε ότι υπηρέτησε στο γραφείο του Προέδρου από Ιανουάριο 2005 έως Ιούλιο 2006, χωρίς να έχει πρόσβαση στο πρωτόκολλο αυτό, αλλά, σύμφωνα με την από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητριών, στο ακριβές αντίγραφο του πρωτοκόλλου αυτού που υποβλήθηκε από την υπεύθυνη του γραφείου Προέδρου, Α.

Τ., τον Ιανουάριο 2007, υπάρχουν καταχωρήσεις από 5.5.2006 έως 4.1.2007 και όχι προγενέστερες. Στην έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητών ΣΕΥΥΠ παρατηρείται ότι στο πρωτόκολλο του Προέδρου έχει καταχωρηθεί πρόσκληση των μελών του Δ.Σ. σε συνεδρίαση με αρ. πρωτ. 207/15/12/2006, η οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του Δ.Σ.

σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του ΕΚΛ, έγγραφα από ή προς το Υπουργείο Υγείας της 11.5.2006 και 12.5.2006 σχετικά με ανάγκες για προσωπικό κλπ, καθώς και έγγραφα από και προς διάφορα τμήματα και γραφεία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. όπως το γραφείο Νομικών Θεμάτων, το γραφείο προσωπικού, το λογιστήριο (αρ. πρωτ. ....2006, ....2006, ....2006, ....2006) και άλλα, τα οποία θα έπρεπε να έχουν πρωτοκολληθεί στο πρωτόκολλο εισερχόμενης - εξερχόμενης αλληλογραφίας ή έστω στο πρωτόκολλο εσωτερικής αλληλογραφίας σύμφωνα με την τακτική που ακολουθούσε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δεδομένου ότι επρόκειτο για υπηρεσιακή και όχι για προσωπική αλληλογραφία του Προέδρου του Δ.Σ.

Όπως κατέθεσε στον ανακριτή η επιθεωρήτρια Μ. Μ., η τήρηση πρωτοκόλλου στο γραφείο του Προέδρου έρχεται σε αντίθεση με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που προβλέπει την τήρηση πρωτοκόλλου αποκλειστικά και μόνο στη γραμματεία. Ότι με τον τρόπο αυτό οι υπηρεσιακοί παράγοντες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και δη τα διάφορα τμήματα δεν λάμβαναν γνώση πολλών θεμάτων και αυτό εξυπηρετούσε μόνο την αδιαφάνεια και τον αποκλειστικό έλεγχο των διαφόρων θεμάτων από τον Πρόεδρο Α. Χ. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς του δεύτερου κατηγορουμένου, της αντιπαλότητας με τον πρώτο κατηγορούμενο αλλά και του όλου κλίματος έλλειψης επαρκούς ελέγχου στον Οργανισμό, είναι η, ήδη αμετάκλητη, καταδίκη του Α.

Χ. με την απόφαση 3423/2013 του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για ηθική αυτουργία: α) στην αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, που τέλεσε η γραμματέας του Δ.Σ. και συγκατηγορουμένη πρωτοδίκως, Ε. Λ., στις 8.8.2006 και ειδικότερα των μαγνητοταινιών, όπου καταγράφονταν τα όσα διαλαμβάνονταν στις συνεδριάσεις του Δ.Σ.

από Ιούλιο 2004 έως Φεβρουάριο 2006 και τις οποίες απέκρυψε από τους Επιθεωρητές του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ), οι οποίοι είχαν κληθεί να διενεργήσουν έλεγχο και ερευνούσαν το ενδεχόμενο αλλοίωσης των πρακτικών συνεδριάσεων του Δ.Σ. και β) στην αξιόποινη πράξη της νόθευσης εγγράφου, που τέλεσε η ίδια κατηγορουμένη το Δεκέμβριο 2005 και ειδικότερα του πρακτικού συνεδρίασης του Δ.Σ.

της 22.9.2004 απαλείφοντας από αυτό την εισήγηση του Διευθυντή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., πρώτου κατηγορουμένου, σχετικά με απολογισμό των δαπανών, στις οποίες προέβη για έργο που του είχε ανατεθεί από το Δ.Σ. πριν από τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω.

Η τέταρτη κατηγορουμένη, Ο. Α., είναι απόφοιτος Ιατρικής Σχολής με ειδικότητα γενικής ιατρικής, την οποία ολοκλήρωσε τέλος 2002. Έχει επίσης την ειδικότητα της κοινωνικής ιατρικής, που έλαβε το 2005 και μεταπτυχιακό στη Δημόσια Υγεία και τη Διοίκηση Μονάδων Υγείας. Προσελήφθη στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. αρχικά με τριετή σύμβαση από 1.11.2002 έως 31.10.2005 και εργαζόταν ως ιατρός στο γραφείο μετακινούμενων πληθυσμών με αρμοδιότητα να εξετάζει τους αλλοδαπούς που εισέρχονταν στη χώρα για τυχόν λοιμώδη νοσήματα.

Στη συνέχεια, το καλοκαίρι του έτους 2004, λόγω πολιτικών διασυνδέσεων, όπως και η ίδια ανέφερε απολογούμενη, τις οποίες κατονόμασε, ανέλαβε καθήκοντα στο γραφείο του τότε Υπουργού Υγείας με απόσπαση από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (υπ'αριθ. πρωτ. ΔΥ1 α/Γ.Π.64107/9.8.2004 απόφαση Γενικού Γραμματέα Υπουργείου Υγείας Π. Μ.) και στη συνέχεια διορίσθηκε σύμβουλος του Υπουργού.

Με απόφαση του Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. της 5.11.2004, με Πρόεδρο τον Γ. Σ. και μετά από εισήγηση του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου (με τον οποίον προηγήθηκε τηλεφωνική συνεννόηση του Υπουργού Υγείας για το διορισμό της στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ενώπιον της, όπως και η ίδια κατέθεσε), τοποθετήθηκε υπεύθυνη του τμήματος Διοικητικού Συντονισμού και αναπληρώτρια Διευθύντρια, θέση που δεν προβλεπόταν ρητά από τις σχετικές με το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

διατάξεις. Το τμήμα Διοικητικού Συντονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 21 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, ήταν αρμόδιο για την οργάνωση, έλεγχο και συντονισμό όλων των διοικητικών δραστηριοτήτων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και των μεταβολών του πάσης φύσεως προσωπικού. Το γραφείο προσωπικού, το οποίο περιλαμβανόταν στο τμήμα Διοικητικού Συντονισμού, ήταν αρμόδιο, μεταξύ άλλων, για την παρακολούθηση των μεταβολών του προσωπικού, για την ενεργοποίηση των διαδικασιών πρόσληψης, εκπαίδευσης και γενικώς για κάθε θέμα υπηρεσιακής σχέσης των εργαζομένων, την τήρηση ατομικών φακέλων τους, τον έλεγχο παρουσίας τους, παρακολουθεί δε την εφαρμογή του Κανονισμού Λειτουργίας, των αποφάσεων του Δ.Σ.

και των εγκυκλίων του Διευθυντή επί θεμάτων προσωπικού. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....204 υπηρεσιακό σημείωμά του ο Διευθυντής, πρώτος κατηγορούμενος, απευθυνόμενος προς όλους τους υπεύθυνους γραφείων/τμημάτων του ΚΕΕΛ, ενημέρωνε ότι εφεξής την υπηρεσιακή αλληλογραφία του ΚΕΕΛ θα υπογράφει αντί του Διευθυντή η αναπληρώτρια Διευθύντρια Ο.

Α. Σύμφωνα με την απόφαση του Δ.Σ. της 5.11.2004 οι αποδοχές της κατηγορουμένης θα ανέρχονταν σε αυτές του Διευθυντή ΕΣΥ (όπως είχε εισηγηθεί ο πρώτος κατηγορούμενος), αποδοχές που ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν επί σειρά ετών στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δεν ελάμβανε την ίδια εποχή. Μάλιστα οι αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ για μια νέα ιατρό που είχε διορισθεί πρόσφατα στον Οργανισμό θεωρήθηκαν και από ορισμένα μέλη του Δ.Σ.

υπερβολικές (όπως οι Σ. Π. και Ε. Τ., οι οποίοι κατέθεσαν ότι εξέφρασαν αντιρρήσεις για το ύψος των αποδοχών της σε εκείνες του Διευθυντή ΕΣΥ), όμως εν τέλει επικράτησε η άποψη - εισήγηση του Διευθυντή. Όπως κατέθεσε, εξάλλου, στο ακροατήριο και η μάρτυρας Ε. Κ., η οποία ήταν καθηγήτρια μικροβιολογίας στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, και μετείχε μεταγενέστερα στο Δ.Σ.

ως εκπρόσωπος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, όποιος εισάγεται σε οποιονδήποτε οργανισμό του Υπουργείου, εισάγεται πάντα με τον βαθμό του Επιμελητή Β' και μπορεί στη συνέχεια να φτάσει και στον βαθμό του Διευθυντή ΕΣΥ, όμως, ποτέ δεν φτάνει σε αποδοχές υψηλότερες από εκείνες ενός πανεπιστημιακού.

Ανέφερε, επίσης, ότι είχε προκαλέσει εντύπωση στα μέλη των επόμενων διοικητικών συμβουλίων, μετά την αποχώρηση του Α. Χ., το ύψος των αποδοχών της κατηγορουμένης, που περιελάμβανε εξ αρχής τις αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ, πλέον των επιδομάτων στη συνέχεια, που υπερέβαιναν τις αποδοχές ενός πανεπιστημιακού κατά το έτος 2005.

Στη συνέχεια θα αναφερθεί στον οικείο τόπο η επανειλημμένη έκδοση διαφορετικών αποσπασμάτων της συγκεκριμένης απόφασης Δ.Σ. της 5.11.2004 σε σχέση με τις αποδοχές της κατηγορουμένης, στα οποία προστίθεντο ή αφαιρούντο επιπλέον επιδόματα ανάλογα με τη σκοπιμότητα έκδοσης εκάστου. Στην ίδια συνεδρίαση του Δ.Σ.

αποφασίστηκε η Ο. Α. να παρευρίσκεται σε κάθε συνεδρίαση και να εισηγείται, όταν είναι απαραίτητο, θέματα που αφορούν τη διοίκηση υπό την ιδιότητα της υπεύθυνης του τμήματος Διοικητικού Συντονισμού. Η σύμβασή της κατέστη αορίστου χρόνου στις 24.3.2005, όταν είχε ήδη αναλάβει Πρόεδρος του Δ.Σ. ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος και υπέγραψε τη σύμβαση.

Παράλληλα συνέχιζε να ασκεί καθήκοντα συμβούλου στο γραφείο του Υπουργού Υγείας. Οι σχέσεις της με τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων ήταν καλές πέραν των άλλων και διότι ήταν σε θέση πολύ κοντά στον Υπουργό, αφού, όπως και η ίδια κατέθεσε απολογούμενη, είχε πολιτικές γνωριμίες που μεσολάβησαν στον Υπουργό για την ανάληψη της θέσης, γεγονός που οι κατηγορούμενοι οπωσδήποτε ελάμβαναν υπόψη τους.

Ο βασικός της στόχος, σύμφωνα με την απολογία της, ήταν να μονιμοποιηθεί στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως και πέτυχε στις 24.3.2005 έχοντας και την ελπίδα ότι θα διοριζόταν, λόγω και των πολιτικών της γνωριμιών, σε διευθυντική θέση σε κάποιο νοσοκομείο. Μετά την απόφαση του Δ.Σ. της 5.11.2004 ο πρώτος κατηγορούμενος της ανέθεσε εγγράφως μέρος των αρμοδιοτήτων του, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα υπογραφής αντ' αυτού της υπηρεσιακής εσωτερικής αλληλογραφίας, συμπεριλαμβανομένων και των εγκρίσεων αδειών προσωπικού, την γνώση όλων των εισερχομένων εγγράφων, τη χρέωση αυτών στο αρμόδιο τμήμα, τη μονογραφή της εξερχόμενης αλληλογραφίας και τη γνώση των οικονομικών καταστάσεων πληρωμών και των σχετικών ενταλμάτων.

Δεν υπήρχε έγγραφο που υπέγραφε η κατηγορουμένη και δεν γνώριζε περί αυτού ο Διευθυντής, όπως και η ίδια κατέθεσε απολογούμενη, αλλά και λόγω της προαναφερθείσας γενικής εποπτείας του Διευθυντή συνολικά στον οργανισμό. Η ίδια η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε διοικητική εμπειρία και σχετικές γνώσεις και εκτελούσε κατ' ουσία εντολές που ελάμβανε, όπως συνέβη και με το ζήτημα της εταιρίας φύλαξης ...

ΕΠΕ, για την οποία κατηγορείται. Όμως, όπως αποδείχθηκε, αφενός η ίδια είχε ενεργή ανάμειξη και συμμετοχή στη διοίκηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. έχοντας την εμπιστοσύνη του πρώτου κατηγορουμένου αλλά και του Προέδρου, δευτέρου κατηγορουμένου, επιδεικνύοντας ζήλο στην εργασία της παραμένοντας και πέραν του ωραρίου, σύμφωνα και με τις συγκλίνουσες σε αυτό καταθέσεις των υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αφετέρου δεν γίνεται πιστευτό ότι εκτελούσε εντολές μόνο, αφού είχε οπωσδήποτε κάποιες γνώσεις διοίκησης έχοντας αποκτήσει μεταπτυχιακό στη Δημόσια Υγεία και τη Διοίκηση Μονάδων Υγείας.

ΌΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΡΙΚΟΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ ΜΕ ΖΗΜΙΑ 336.488,85 ΕΥΡΩ:

Κατά την περίοδο που προηγήθηκε των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004 και κατά τη διάρκεια αυτών υπήρχε φόβος για ενδεχόμενα επεισόδια βιοτρομοκρατίας. Καταρτίστηκε Μνημόνιο Ενεργειών Πιθανού Βιολογικού Συμβάντος, δυνάμει του οποίου ορίστηκε η Ομάδα Διαχείρισης Κρίσεως (ΟΔΚ), που στελεχώθηκε από εκπροσώπους της ΕΛΑΣ, του Πυροσβεστικού Σώματος, του ΕΚΑΒ, του ΓΕΕΘΑ και του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Συντονιστής των ενεργειών της ομάδας αυτής (ΟΔΚ) ορίστηκε η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Εσωτερικών (ΓΓΠΠ). Στο Μνημόνιο αυτό οριζόταν ότι, αφού αξιολογηθεί η επικινδυνότητα του συμβάντος από την πρώτη κληθείσα υπηρεσία, αν το περιστατικό είναι εντός Αττικής, ενημερώνεται τηλεφωνικά το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ενώ για περιστατικά εκτός Αττικής ενημερώνεται η Νομαρχιακή Διεύθυνση Υγιεινής.

Εφόσον, τελικά, κριθεί ο φάκελος ύποπτος, η ΓΓΠΠ κατά την κρίση της, ενεργοποιεί την ΟΔΚ, την Ελληνική Αστυνομία για τις διαδικασίες από μέρους της ΕΛΑΣ και το Λιμενικό Σώμα, αν το συμβάν λάβει χώρα σε λιμάνι ή θαλάσσιο χώρο. Μετά την περισυλλογή του ύποπτου υλικού για βιολογικούς παράγοντες, τύπου άνθρακα, από την αρμόδια υπηρεσία που καθορίζεται στο Μνημόνιο, ανάλογα με την αξιολόγηση της σοβαρότητας του περιστατικού, παραδιδόταν αυτό σε άτομο του προσωπικού του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

που μετέφερε το δείγμα με ειδικά διασκευασμένο για τη μεταφορά επικίνδυνων υλικών όχημα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. εντός Αττικής σε εργαστήρια αναφοράς. Για την ασφάλεια του προσωπικού του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που αποτελούσε δυνητικό στόχο τρομοκρατικής ενέργειας, και του ληφθέντος δείγματος, που αποτελούσε αποδεικτικό ή ενοχοποιητικό στοιχείο, προβλεπόταν αστυνομική συνοδεία του οχήματος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 11.9.2002 συζητήθηκε το θέμα 1/Β της "ανάθεσης μελετών", το οποίο, σύμφωνα με την εισήγηση του Προέδρου Γ. Σ., αφορούσε την ανάθεση δύο μελετών σχετικά με το σχεδιασμό, την οργάνωση του βασικού επιδημιολογικού δικτύου επιτήρησης των λοιμωδών νόσων, των ομάδων παρέμβασης σε οξέα συμβάντα δημόσιας υγείας, την επιστημονική υποστήριξη του επιχειρησιακού σχεδίου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για τους Ολυμπιακούς Αγώνες 2004 κλπ. Μετά την ενημέρωση, το Δ.Σ. έλαβε απόφαση, με την οποία εξουσιοδότησε τον Πρόεδρο και τον Διευθυντή, μεταξύ άλλων, να διερευνήσουν την αγορά, να υπογράψει από τον Πρόεδρο συμφωνία με εξωτερικό φορέα μετά από διαγωνισμό για τις εν λόγω μελέτες και να γίνει συνεργασία με γραφεία εμπιστευτικών ερευνών για την διερεύνηση απόρρητων θεμάτων του Γραφείου Ολυμπιακών Αγώνων σε συνάρτηση με τη βιοτρομοκρατία.

Το πλήρες μηχανογραφημένο πρακτικό της απόφασης και το χειρόγραφο πρακτικό διαφέρουν μεταξύ τους, καθώς στο χειρόγραφο πρακτικό έχει προστεθεί η επιπλέον φράση σχετικά με τη συνεργασία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με γραφεία εμπιστευτικών ερευνών, ενώ στο ....2003 διαβιβαστικό του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου, προς το Οικονομικό τμήμα το συνημμένο απόσπασμα του πρακτικού περιέχει την άνω φράση για συνεργασία με τα γραφεία αυτά και επιπλέον την εξουσιοδότηση προς τον Διευθυντή να υπογράψει τη σχετική σύμβαση.

Συγχρόνως διαβιβάστηκαν και δύο τιμολόγια εμπιστευτικών ερευνών του γραφείου .... Ανεξάρτητα από τις διαφορές στο περιεχόμενο και την προσθήκη φράσεων εκ των υστέρων στο κείμενο της απόφασης του Δ.Σ. της 11.9.2002, που αποτελεί μία ακόμη απόδειξη της ευχέρειας με την οποία γίνονταν αλλοιώσεις στις εγγραφές και της έλλειψης ελέγχου κατά τη διάρκεια των ετών λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως αποδείχθηκε, ιδίως από τους εξετασθέντες μάρτυρες στον παρόν Δικαστήριο, Γ.

Σ., Ε. Τ., Μ. Λ. και Σ. Π., Πρόεδρο (ο πρώτος) και μέλη του Δ.Σ. (οι λοιποί), κατά τη συνεδρίαση της 11.9.2002, αποφασίσθηκε, ενόψει και της ανάγκης διατήρησης της μυστικότητας των ενεργειών για την προστασία και προετοιμασία απέναντι σε φαινόμενα βιοτρομοκρατίας, να ανατεθεί στον Διευθυντή, πρώτο κατηγορούμενο, η συνεργασία με γραφεία εμπιστευτικών ερευνών για τη διερεύνηση απόρρητων θεμάτων του Γραφείου Ολυμπιακών Αγώνων σχετικά με το θέμα αυτό.

Στον Διευθυντή, άλλωστε, υπήρχε εμπιστοσύνη, όπως προαναφέρθηκε, καθώς θεωρείτο δεξιοτέχνης στη διαχείριση προβλημάτων (βλ. ιδίως κατάθεση Προέδρου Δ.Σ. Γ. Σ.). Τα ανωτέρω επιβεβαιώθηκαν και από τον μάρτυρα Π. Ε., στρατιωτικό ιατρό, ο οποίος από το 2000 είχε αναλάβει διοικητής της Ολυμπιακής Υγειονομικής μονάδος, στη συνέχεια Πρόεδρος συντονιστικού οργάνων τομέα υγείας για τους Ολυμπιακούς αγώνες στο Υπουργείο Υγείας και μετά διοικητής του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων Υγείας.

Ο τελευταίος κατέθεσε ότι ανέθεσε με την ιδιότητά του αυτή στον Διευθυντή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Θ..Π., σε συνεργασία και με ενημέρωση του Προέδρου του Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. μετά από σχετική απόφαση Δ.Σ., να επιμεληθεί την ασφαλή μεταφορά των ύποπτων δειγμάτων με όχημα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και με συνοδεία αστυνομίας. Όμως, επειδή απαιτείτο 24ωρη ετοιμότητα και επειδή από την ΕΛΑΣ δηλώθηκε αδυναμία να ανταποκριθεί πλήρως στο έργο αυτό λόγω των πολλαπλών υποχρεώσεων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ανατέθηκε στον Διευθυντή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., μέσω του Δ.Σ., η αναζήτηση ειδικών για τη συνοδεία του οχήματος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με άμεση ετοιμότητα, στα πρότυπα των αμερικανικών πρωτοκόλλων ασφαλείας, χωρίς διενέργεια διαγωνισμού λόγω του απορρήτου, όπως και έγινε και η οποία μεταφορά κρίθηκε αποτελεσματική από τον αρμόδιο φορέα, ο ίδιος δε ερχόταν σε επαφή με τον κατηγορούμενο για την εκπλήρωση του ανατεθέντος σε αυτόν έργου.

Σύμφωνα με την πρώτη μερικότερη πράξη απάτης εκ μέρους του πρώτου κατηγορουμένου, για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 22.9.2004, μετά το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων, έγινε ενημέρωση των μελών για όλες τις διενεργηθείσες δαπάνες που αφορούσαν τις δράσεις του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στο πλαίσιο των Ολυμπιακών Αγώνων και έγκριση αυτών.

Στο 4Α θέμα: "απολογισμός Ολυμπιακών Έργων" μεταξύ των δαπανών περιλαμβανόταν και η δαπάνη συνολικού ποσού 336.488,85 ευρώ, που είχε διαχειριστεί αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος, με εντολές του οποίου εκταμιεύτηκε κατά το έτος 2003 το ποσό αυτό και καταβλήθηκε σε γραφεία εμπιστευτικών ερευνών για ζητήματα βιοτρομοκρατίας και ασφάλειας.

Στην πραγματικότητα, σύμφωνα πάντα με την κατηγορία, το ποσό αυτό δεν αφορούσε καταβολή για το σκοπό αυτό, τα εν λόγω γραφεία δεν προσέφεραν υπηρεσίες στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και ο κατηγορούμενος, μολονότι η δαπάνη αυτή δεν περιλαμβανόταν στην εισήγηση του αντιπροέδρου του Δ.Σ. Δ. Δ., για το σύνολο των δαπανών, και ενώ είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση που απέρρεε τόσο από τη σχέση του έναντι του Δ.Σ., που ήταν σχέση εντολής και ιδιαίτερης εμπιστοσύνης ως Διευθυντής και υπόλογος για το συγκεκριμένο ποσό όσο και από προηγούμενη επικίνδυνη ενέργειά του, ενεργώντας από πρόθεση, παρέλειψε, κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία τέθηκαν υπό συζήτηση και έγκριση όλες οι δαπάνες των ολυμπιακών έργων, να ανακοινώσει, ενημερώσει και διαφωτίσει το Δ.Σ.

σχετικά με τη συγκεκριμένη διαχείριση για την οποία ήταν υπόλογος. Με την αθέμιτη αυτή παρασιώπηση πέτυχε την εν τοις πράγμασι έγκριση των δαπανών των γραφείων εμπιστευτικών ερευνών, αφού θεωρήθηκε, πεπλανημένα, από τα μέλη του Δ.Σ. ότι ενημερώθηκαν για όλες τις δαπάνες οι οποίες και εγκρίθηκαν, ενώ για τη συγκεκριμένη δαπάνη δεν υπήρξε εισήγηση και έγκριση.

Εξαιτίας δε της πλάνης τους αυτής τα μέλη του Δ.Σ. παρέλειψαν να προβούν σε ενέργειες, οι οποίες μπορούσαν να αποτρέψουν τη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., σκοπό τον οποίο επιδίωξε ο κατηγορούμενος, ώστε να μην αναζητηθεί από αυτόν ή τρίτους η επιστροφή του ποσού των 336.488,85 ευρώ προς όφελος του ιδίου ή τρίτων με ισόποση ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Όπως προκύπτει με βάση την κατηγορία αυτή, κατά μεταβολή της σε σχέση με εκείνη που διατυπώθηκε στο παραπεμπτικό βούλευμα 1462/2014 (απάτη με παράσταση ψευδών περιστατικών), η καταβολή των χρημάτων στα γραφεία ερευνών από τον τραπεζικό λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κατόπιν σχετικών εγγράφων εντολών του κατηγορουμένου, έλαβε χώρα κατά το έτος 2003, οπότε και επήλθε η αντίστοιχη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Η δε περιγραφόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 22.9.2004, εάν ευσταθεί, αποτελεί μεταγενέστερη πράξη παραπλάνησης του διοικητικού συμβουλίου για την συγκάλυψη της προγενέστερης πράξης της ενδεχόμενης απιστίας, αφού φέρεται να ενήργησε κατά κατάχρηση των εξουσιών που του δόθηκαν και της εμπιστοσύνης που επέδειξε σε αυτόν το Δ.Σ.

ως προς τη μερική διαχείριση της περιουσίας του νομικού προσώπου, και αποτελεί μη τιμωρητή υστέρα πράξη, ενόψει του ότι οι δύο πράξεις συνδέονται με ενότητα σκοπού και συμπεριφοράς του δράστη. Η περιγραφόμενη δε ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στις 22.9.2004 από την παράλειψη ενημέρωσης του Δ.Σ. από τον κατηγορούμενο δεν αποτελεί άμεση συνέπεια συνδεόμενη αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του, εφόσον το ποσό της ζημίας είχε ήδη προκύψει το έτος 2003 με την καταβολή στα γραφεία ερευνών και δεν αναφέρεται περαιτέρω συγκεκριμένη περιουσιακή βλάβη του νομικού προσώπου.

Σε κάθε περίπτωση, όπως αποδείχθηκε, σε εκτέλεση της προαναφερθείσας απόφασης Δ.Σ. της 11.9.2002, ανατέθηκε από τον Διευθυντή, πρώτο κατηγορούμενο, σε διάφορα γραφεία ερευνών (επτά), με βασικό συντονιστή αυτών τον εξετασθέντα μάρτυρα Θ.. Φ., ο οποίος διατηρεί γραφείο ιδιωτικών ερευνών, η διακριτική συνοδεία - παρακολούθηση με δικά τους οχήματα (αυτοκίνητα και μοτοσυκλέττες) του οχήματος των ειδικών - υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που θα μετέβαιναν για τη λήψη του ύποπτου υλικού και τη μεταφορά του με ασφάλεια σε εργαστήρια αναφοράς από υπηρεσίες και Υπουργεία ή όπου εντοπιζόταν αυτό, με συμφωνία υποχρέωσης ετοιμότητας σε 24ωρη βάση.

Εκδόθηκαν επίσης αντίστοιχα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών/αποδείξεις των επιμέρους γραφείων ερευνών για το έτος 2003, χωρίς να διευκρινίζεται αναλυτικά σε αυτά το είδος των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν. Η εκτέλεση του έργου και η συνοδεία του οχήματος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από οχήματα και άτομα των γραφείων ερευνών, επιβεβαιώθηκε ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα Π.

Ε., ο οποίος, με την ως άνω ιδιότητά του κατά την περίοδο πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων, είχε αναλάβει επικεφαλής ομάδας για την αποτελεσματική εφαρμογή του Μνημονίου, μέρος της οποίας αποτελούσε και η επιτυχής αντιμετώπιση περιπτώσεων βιοτρομοκρατίας και ο οποίος κατέθεσε για την ανάληψη του έργου αυτού από τον κατηγορούμενο Διευθυντή, την αποτελεσματικότητα των μεταφορών του ύποπτου υλικού και την ασφαλή συνοδεία του οχήματος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

σε κάθε επιμέρους περίσταση. Στις αρχές 2004 υπήρξε διαφωνία μεταξύ κατηγορουμένου και Θ. Φ. ως προς τη χρέωση των υπηρεσιών, που συνολικά είχε ανέλθει σε 336.488,85 ευρώ και διακόπηκε η συνεργασία. Όμως, από Μάιο 2004 ανέλαβε το ίδιο έργο σε σχέση με τη μεταφορά του ύποπτου υλικού για βιοτρομοκρατία το ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ του ΤΟΜΕΑ ΥΓΕΙΑΣ (ΣΟΤΎ) του Υπουργείου Υγείας, οπότε δεν υπήρξε επιπλέον οικονομική επιβάρυνση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

κατά το έτος 2004. Κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 22.9.2004 με θέμα, μεταξύ άλλων, την ενημέρωση του Δ.Σ. και τον απολογισμό για τις δράσεις και τα έργα κατά την προολυμπιακή και ολυμπιακή περίοδο και τις σχετικές δαπάνες, εισηγητής για το θέμα αυτό ορίστηκε ο αντιπρόεδρος Δ.Σ., Δ. Δ., ο οποίος ήταν οικονομολόγος με γνώσεις δημοσίου λογιστικούς ως Διευθυντής του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Η συνεδρίαση είχε μακρά διάρκεια, η εισήγηση από τον Δ. Δ. περιελήφθη στο 4Α θέμα του πρακτικού "Απολογισμός Ολυμπιακών Έργων". Στο ίδιο πρακτικό περιλαμβάνεται εισήγηση του Δ. Δ. στο 4Γ θέμα σχετικά με δαπάνη για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης της εταιρίας ... LTD. Επίσης υπήρξε και εισήγηση του πρώτου κατηγορουμένου για τις δαπάνες των γραφείων ερευνών και την απόρρητη δράση τους στα πλαίσια προετοιμασίας ασφαλούς διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων σε σχέση με τη βιοτρομοκρατία, δαπάνη που εγκρίθηκε από το Δ.Σ.

Περί της εισήγησης του κατηγορουμένου κατέθεσαν οι μάρτυρες Γ. Σ., Σ. Π., Μ. Λ., Α. Ρ., Πρόεδρος και μέλη του Δ.Σ. αντιστοίχως, καθώς και η νομική σύμβουλος Α. Ο., που ήταν παρούσα στη συνεδρίαση. Στη συνέχεια, η εισήγηση αυτή απαλείφθηκε τον Δεκέμβριο 2005 από το οικείο πρακτικό από την γραμματέα του Δ.Σ., Ε. Λ., κατ'εντολή του Προέδρου Δ.Σ., δεύτερου κατηγορουμένου, ο οποίος καταδικάστηκε αμετάκλητα για την πράξη αυτή, όπως προεκτέθηκε, με την 3423/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε την μερικότερη αυτή πράξη απάτης, για την οποία καταδικάσθηκε πρωτοδίκως και πρέπει να κηρυχθεί αθώος αυτής, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΦΥΛΑΞΗΣ ... ΕΠΕ:

Με την υπ' αριθμ. πρωτ. ΟΙΚ92/11.1.2005 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, η οποία δημοσιεύθηκε στον τύπο και την οποία υπογράφει ο Διευθυντής, πρώτος κατηγορούμενος, κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν προσφορές για τη φύλαξη των τριών κτιρίων της κεντρικής υπηρεσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ("μίσθωση υπηρεσιών ασφαλείας και προστασίας κτιρίων του ΚΕΕΛ"), για χρονικό διάστημα από 1.2.2005 έως 1.2.2006.

Δηλαδή το κτίριο επί της οδού ... και ..., όπου στεγαζόταν η κεντρική υπηρεσία, συνολικής επιφανείας 1316 τ.μ., που περιλαμβάνει το ημιυπόγειο, το ισόγειο και τον πρώτο όροφο πολυώροφου κτιρίου με άμεση πρόσβαση και από τις δύο οδούς, ενώ οι υπόλοιποι όροφοι είναι μισθωμένοι από υπουργείο για χρήση γραφείων, το κτίριο της 3ης Σεπτεμβρίου 54, συνολικής επιφανείας 520 τ.μ., που αποτελείται από ισόγειο, πατάρι και υπόγειο με άμεση πρόσβαση στο δρόμο και το κτίριο της Σεπτεμβρίου 56 και συγκεκριμένα ολόκληρο τον τρίτο όροφο συνολικής επιφανείας 335 τ.μ.

Στην πρόσκληση ενδιαφέροντος αναφερόταν ότι η φύλαξη είναι για όλο το 24ωρο, 365 ημέρες το χρόνο και για τα τρία κτίρια συνολικά 10 βάρδιες, τέσσερις πρωινές, τρεις απογευματινές και τρεις νυκτερινές. Η πρόσκληση, που υπέγραψε ο Διευθυντής, ανέγραφε ότι οι προσφορές έπρεπε να υποβληθούν στο γραφείο της Ο.

Α. (τέταρτης κατηγορουμένης) και σε εκείνη να απευθύνονται για λεπτομέρειες και συμπληρωματικές πληροφορίες. Η αρμοδιότητα για τη συγκρότηση των επιτροπών για κάθε είδους προμήθειες ανήκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης (άρθ. 25 παρ.2 περ. ιστ του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συγκρότηση της επιτροπής αξιολόγησης έγινε με το υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2005 έγγραφο της Ο. Α., χωρίς απόφαση Δ.Σ., με το οποίο όρισε μέλη της επιτροπής την ίδια, ως Πρόεδρο, την Ε. Λ. και την Χ. Μ. ως μέλη. Έργο της επιτροπής ήταν η συλλογή, η επεξεργασία και η αξιολόγηση των προσφορών για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης των κτιρίων. Η Ο. Α. δεν είχε εξουσιοδότηση για τη συγκρότηση της επιτροπής αξιολόγησης, πολύ περισσότερο δεν είχε εξουσιοδότηση να ορίσει τον εαυτό της Πρόεδρο, αλλά έγινε εν γνώσει του Διευθυντή, αφού την όρισε με το ως άνω έγγραφο πρόσκλησης ενδιαφέροντος αρμόδιο πρόσωπο για την υποβολή των προσφορών και για παροχή πληροφοριών.

Μετά την πρόσκληση αυτή υποβλήθηκαν δεκατέσσερις προσφορές σε κλειστούς φακέλους, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν και ο αριθμός πρωτοκόλλου τέθηκε επί των κλειστών φακέλων, όπως αναφέρεται και στο υπ'αριθμ. πρωτ. ....2007 υπηρεσιακό σημείωμα της γραμματείας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Σύμφωνα με την προσφορά της εταιρίας "...

ΕΠΕ", που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....2005, για τα τρία κτίρια του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. το συνολικό κόστος φύλαξης ανέρχεται στο ποσό των 12.400 ευρώ μηνιαίως χωρίς το ΦΠΑ με τη σημείωση ότι θα προσκομισθεί συμβόλαιο αστικής ευθύνης ύψους 900.000 ευρώ. Στην προσφορά δεν αναφέρονται οι βάρδιες ούτε τα άτομα που απαιτούνται για τη φύλαξη, παρά μόνο τα κτίρια, παράλειψη που, όπως αποδείχθηκε, έγινε επίτηδες.

Επίσης, η προσφορά δεν συνοδευόταν από κανένα έγγραφο, όπως νομιμοποιητικά έγγραφα, βεβαιώσεις καλής εκτέλεσης, πελατολόγιο, στοιχεία του προφίλ της εταιρίας, του προσωπικού της κλπ. Στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν τέθηκε ως προϋπόθεση η υποβολή οποιουδήποτε στοιχείου, αλλά, ανεξάρτητα από αυτό, κατά τη συνήθη πρακτική, κάθε εταιρία που συμμετέχει σε διαγωνισμό και επιθυμεί να επιλεγεί, θα υποβάλει όσα στοιχεία διαθέτει για να κάνει την προσφορά της πιο δελεαστική, όπως, άλλωστε, έπραξαν αρκετές από τις άλλες εταιρίες που συμμετείχαν στο διαγωνισμό.

Η έλλειψη αυτή δεν ήταν τυχαία, οφειλόταν στο γεγονός ότι η "... ΕΠΕ" ήταν μία καινούργια στο χώρο εταιρία (ιδρύθηκε το 2003 με το ....2003 συμβόλαιο σύστασης) και όπως αποδείχθηκε δεν είχε να επιδείξει πελατολόγιο. Από τους πίνακες προσωπικού που προσκόμισε ο τρίτος κατηγορούμενος, νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "...

ΕΠΕ", Ν. Ν., οι οποίοι περιλαμβάνονται και στην από 29.6.2018 τεχνική έκθεση του ορκωτού ελεγκτή Α. Ρ., που διενεργήθηκε με επιμέλεια του ιδίου κατηγορουμένου, προκύπτει ότι οι υπάλληλοι της "... ΕΠΕ" αναφέρονται στον πίνακα με ημερομηνία 23.3.2005, προσλήφθηκαν ως φύλακες στις 9, 10 και 11/3/2005 και στη συνέχεια έγιναν και άλλες προσλήψεις.

Όλοι οι προσληφθέντες, σύμφωνα με τους πίνακες προσωπικού, είχαν μηδενική προϋπηρεσία, πλην του Α. Μ., του Λ. Κ. και του Ν. Β., που είχαν προϋπηρεσία 3 ετών. Ο μοναδικός υπάλληλος που διέθετε η "... ΕΠΕ" από 11.1.2005 ήταν ο Α. Μ., ο οποίος δεν ήταν φύλακας, αλλά υπάλληλος γραφείου και αυτός με μηδενική προϋπηρεσία και χωρίς να έχει καμία ειδικότητα.

Ο κατηγορούμενος Ν. Ν. ισχυρίσθηκε ότι διέθετε μόνιμο προσωπικό που ήταν απασχολημένο σε άλλες συμβάσεις, γεγονός που δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι, όταν η "... ΕΠΕ" υπέβαλε την προσφορά, δεν είχε καμία υποδομή και εμπειρία. Ως προς τις λοιπές εταιρίες που συμμετείχαν στο διαγωνισμό, αποδείχθηκαν τα εξής:

Στην προσφορά της εταιρίας ... LTD, που κατετάγη δεύτερη, αναφέρονται όλες οι βάρδιες και όλα τα κτίρια. Το κόστος, σύμφωνα με την τεχνοοικονομική προσφορά της, ορίζεται στο ποσό των 12.833 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ και παρείχε επιπλέον δωρεάν τον εξοπλισμό και την τοποθέτηση του ηλεκτρονικού security σε κάθε κτίριο, έναν ανιχνευτή μετάλλων χειρός για κάθε κτίριο και 24ωρη περιπολία με δικό της αυτοκίνητο.

Το προσωπικό ασφαλείας, σύμφωνα με την προσφορά της, θα ελέγχεται σε 24ωρη βάση μέσω του κέντρου λήψεως σημάτων της εταιρίας, καθώς και από συχνές εφόδους από τους επόπτες τουλάχιστον δύο φορές στο 8ωρο. Στην προσφορά της περιλαμβάνει το πελατολόγιο της και κατάλογο των κυριότερων ενεργών συμβάσεων. Επίσης, αναλύεται διεξοδικά η οργάνωση και η δομή της, περιγράφεται ο τρόπος επιλογής των προσώπων που θα είναι φύλακες, ο τρόπος εκπλήρωσης των καθηκόντων τους, ο τρόπος λειτουργίας του κάθε φύλακα, ο τρόπος λειτουργίας του συστήματος εποπτείας, ο εξοπλισμός της σε τεχνολογικό επίπεδο.

Περιλαμβάνεται, επίσης, ένας μεγάλος αριθμός βεβαιώσεων για τα σεμινάρια, στα οποία έχουν υποβληθεί οι φύλακες και, τέλος, την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης παροχής υπηρεσιών ασφαλείας από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης.

Η προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη τρίτη, περιλαμβάνει μόνο την οικονομική προσφορά, στην οποία αναφέρονται τα κτίρια, η φύλαξή τους για όλη τη διάρκεια του 24ώρου και το ποσό της προσφοράς σε 13.982 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ.

Η προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη τέταρτη, είναι στο ποσό των 14.206 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ, περιλαμβάνει μια τεχνική προσφορά, στην οποία περιγράφεται αναλυτικά η υποδομή της εταιρίας, ότι διαθέτει 7 περιπολικά, παραθέτει κατάλογο πελατών και αναφέρει αναλυτικά τα άτομα και τις βάρδιες για όλο το 24ωρο. Ο έλεγχος των προσώπων της φύλαξης θα γίνεται από το εποπτικό τμήμα της εταιρίας με περιπολικό, καθ'όλο το 24ωρο σε μη τακτά χρονικά διαστήματα. Επίσης, περιλαμβάνει το ότι θα υποβάλει στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ονομαστική κατάσταση των ατόμων που θα απασχολεί, μαζί με αντίγραφα άδειας παροχής υπηρεσιών ασφαλείας του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, θα υπάρχει και πλήρες βιογραφικό σημείωμα με υπεύθυνη δήλωση του εργοδότη. Περιλαμβάνεται, ακόμη, βεβαίωση ότι είναι ασφαλιστικά και φορολογικά ενήμερη, ότι δεν τελεί σε πτώχευση, αντίγραφο ποινικού μητρώου και την άδεια λειτουργίας ιδιωτικής επιχείρησης παροχής υπηρεσιών ασφαλείας.

Η προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη πέμπτη, περιλαμβάνει δικαιολογητικά για τη συμμετοχή. Παρουσιάζει το προφίλ της εταιρίας, το προσωπικό της, τις άδειες ασκήσεως επαγγέλματος αυτών, συστατικές επιστολές, πελατολόγιο, μεταξύ αυτών, είναι η ΠΑΕ Παναθηναϊκός, Ράδιο Κορασίδης κλπ. Η οικονομική προσφορά ανέρχεται στο ποσό των 16.465 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ.

Η προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη έκτη, ανέρχεται στο ποσό των 16.500 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ, αναφέρεται ορθά ο αριθμός των κτιρίων, οι βάρδιες και ο αριθμός των προσώπων της φύλαξης, ότι θα τηρείται βιβλίο συμβάντων, ότι παρέχει ασφαλιστική κάλυψη 205.000 ευρώ. Παρουσιάζει το πελατολόγιο της, μεταξύ αυτών είναι η Εθνική Τράπεζα και τα κεντρικά γραφεία της Εθνικής Τράπεζας.

Η εταιρία ... SECURITY LTD, που ήταν και η εταιρία φύλαξης κατά το προηγούμενο διάστημα, κατετάγη έβδομη. Το κόστος, σύμφωνα με την προσφορά της, ανερχεται στο ποσό των 16.550 ευρώ πλέον ΦΠΑ.

Ορίζεται, επίσης, ότι ο προϊστάμενος ασφαλείας ανά δεκαπενθήμερο θα ελέγχει την επίδοση του προσωπικού και με τη συμμετοχή εκπροσώπων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Ότι θα επιμορφώνεται και θα εκπαιδεύεται το προσωπικό ασφαλείας και επιπλέον η εταιρία θα προσφέρει δωρεάν σεμινάρια σε στελέχη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. για πρόληψη κινδύνων έκτακτης ανάγκης και προσφέρει δωρεάν συνοδεία VIP με ειδικό όχημα και προσωπικό εξειδικευμένο στη συνοδεία υψηλών προσώπων στις τυχόν μετακινήσεις ανώτερων διευθυντικών στελεχών εντός Αττικής.

Στην προσφορά της η εταιρία ... SA, που κατετάγη όγδοη, αναφέρει τα κτίρια, τις βάρδιες και το ποσό της αμοιβής 16.745 πλέον ΦΠΑ. Επίσης, περιλαμβάνει δηλώσεις ότι διαθέτει οργάνωση και εκπαιδευμένο προσωπικό. Η προσφορά αυτή δεν συνοδεύεται' από άλλα έγγραφα.

Στην οικονομική προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη ένατη, η αμοιβή ορίζεται στο ποσό των 17.090 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ και περιλαμβάνει δωρεάν ένα όχημα πλήρως εξοπλισμένο με σειρήνα, φάρο, δέκτη ασύρματης επικοινωνίας. Αναφέρονται οι βάρδιες και ότι επιπλέον η εταιρία για τον πληρέστερο έλεγχο της ομάδας θα ορίσει πρότζεκτ μάνατζερ, επόπτη βάρδιας και αρχιφύλακα βάρδιας.

Στην προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη δέκατη, περιλαμβάνονταν στοιχεία σχετικά με το προφίλ της εταιρίας, το πελατολόγιο της, τις συστατικές επιστολές από πολλούς πελάτες της. Η προσφορά της εταιρίας αυτής, στο ποσό των 18.508,86 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ, περιελάμβανε δωρεάν δύο περιπολίες με περιπολικό της εταιρίας και επιτόπου επέμβαση του πλησιέστερου περιπολικού. Ότι θα τηρούνται βιβλίο συμβάντων υπηρεσίας, βιβλίο εισερχομένων- εξερχομένων, βιβλίο διαχείρισης κλειδοθήκης, βιβλίο διακίνησης αλληλογραφίας και φύλλο ανάληψης υπηρεσίας, ότι παρέχει κάλυψη αστικής ευθύνης και όσον αφορά για την εκπαίδευση των προσώπων της φύλαξης ότι γίνονται συνεχή σεμινάρια.

Στην προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη ενδέκατη, το ποσό είναι 18.920 ευρώ πλέον ΦΠΑ και δεν συνοδεύεται από άλλα έγγραφα.

Στην προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη δωδέκατη, το ποσό ήταν 19.600 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ χωρίς άλλα στοιχεία.

Στην προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη δέκατη τρίτη, η αμοιβή ανέρχεται στο ποσό των 19.800 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ. Επιπλέον, δηλώνει σε αυτή ότι στο τέλος κάθε μήνα θα στέλνει μηχανογραφημένη κατάσταση με τις παρουσίες των προσώπων της φύλαξης και του επόπτη από τον κεντρικό σταθμό. Κάθε φορά που ο εσωτερικός έλεγχος θα στέλνει επόπτη για τον έλεγχο των προσώπων της φύλαξης θα υπάρχει και η ανάλογη σφραγίδα στο βιβλίο παρουσιών που θα υπάρχει στο χώρο. Θα τηρείται βιβλίο αναφορών, στο οποίο θα καταγράφονται τα άτομα που εισέρχονται καθώς και οι καρτέλες επισκεπτών.

Στην προσφορά της εταιρίας ..., που κατετάγη δέκατη τέταρτη, περιλαμβάνονται δωρεάν η διενέργεια δύο, τουλάχιστον, περιπολιών καθημερινά στο χώρο φύλαξης από ασυρματοφόρο περιπολικό για πρόσθετο νυχτερινό εξωτερικό έλεγχο της εγκατάστασης και επιτόπου άμεση επέμβαση του πλησιέστερου περιπολικού σε αποστολή σήματος κινδύνου από φύλακα στο χώρο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Τα ακριβή καθήκοντα του προσωπικού θα μελετηθούν, θα συζητηθούν και θα αποτυπωθούν σε γραπτό κανονισμό ασφαλείας, στον οποίο θα αποτυπώνονται όλες οι λεπτομέρειες και τα καθήκοντα των προσώπων της φύλαξης αλλά και κάθε άλλη ενέργεια που οι φύλακες θα καλούνται να υλοποιούν κατά τη διάρκεια των καθηκόντων τους.

Περιλαμβάνει δήλωση σχετικά με το προσωπικό, την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό του. Ότι η εταιρία διαθέτει τα βιβλία που κατά την περίπτωση τηρούνται από το προσωπικό, όπως βιβλίο συμβάντων υπηρεσίας, βιβλίο εξερχομένων, βιβλίο εισερχομένων, βιβλίο διακίνησης αλληλογραφίας, βιβλίο διαχείρισης κλειδοθήκης, ανάληψης υπηρεσίας.

Ότι ο έλεγχος των παρεχόμενων υπηρεσιών θα γίνεται από τον αρχιφύλακα, επικεφαλής της ομάδος φυλάκων που θα συντονίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Επίσης, παρέχει ασφαλιστική κάλυψη ενός εκατομμυρίου ευρώ για την κάθε κάλυψη. Ότι η εταιρία έχει εικοσαετή δραστηριότητα και το μηνιαίο κόστος για τις υπηρεσίες αυτές είναι 21.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ.

Στη συνέχεια, παρουσιάζεται ο όμιλος και το προφίλ του πιο αναλυτικά. Η εταιρία αναφέρει ότι απασχολεί 1600 ένστολους φύλακες σε περισσότερα από 150 συμβόλαια σε όλη την Ελλάδα, προσωπικό που εκπαιδεύεται και επιμορφώνεται, επίσης, ελέγχεται καθημερινά αλλά και περιοδικά από προϊσταμένους του τμήματος φυλάξεων, ότι το κέντρο λήψης είναι επανδρωμένο 24 ώρες το 24ωρο όλες τις ημέρες του έτους.

Στη συνέχεια εκθέτει το πελατολόγιο της σε μεγάλες υπηρεσίες όπως στον Αερολιμένα Αθηνών, το Αττικό Μετρό, κέντρο πληροφορικής Υπουργείου Οικονομικών, Ολυμπιακή Αεροπορία, Helexpo, Μέγαρο Μουσικής κλπ, καθώς και την εμπειρία της σε μεγάλες διοργανώσεις και εκδηλώσεις ποδοσφαιρικές, αθλητικές κλπ. Επίσης, παρουσιάζει το πρόγραμμα εκπαίδευσης του προσωπικού ασφαλείας, φωτογραφίες από τις αίθουσες εκπαίδευσης, αλλά και γενικότερα των κτιριακών εγκαταστάσεων με ιδιαίτερο βάρος στην εκπαίδευση του προσωπικού, καθώς και ότι διαθέτει προσωπικό με τουλάχιστον τριετή εμπειρία, που έχουν παρακολουθήσει ειδικά πιστοποιημένα προγράμματα εκπαίδευσης.

Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι μπορεί μεν η εταιρία "... ΕΠΕ" να είχε την χαμηλότερη προσφορά, όμως αυτή παρουσίαζε ασάφειες και αοριστίες ως προς τη δυνατότητά της για τις αιτούμενες παροχές καθώς και ως προς την παροχή πληροφοριών για το προσωπικό και την εκπαίδευση αυτού, επιπλέον δε δεν είχε συνεργασθεί προηγουμένως με το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για να είναι γνωστή σε αυτό. Αντίθετα, η αμέσως επόμενη στην κατάταξη πρόσφορα της εταιρίας ..., η οποία είχε προσφορά μόλις 400 ευρώ υψηλότερη από την πρώτη, την "... ΕΠΕ", που επελέγη, ήταν μια πλήρης προσφορά και υπερείχε ουσιαστικά, διότι παρείχε πληροφορίες και στοιχεία σε σχέση με το προφίλ της εταιρίας, το πελατολόγιο, τους φύλακες, την εκπαίδευση αυτών, τον έλεγχο αυτών και επιπλέον στο προσφερόμενο ποσό αμοιβής περιλαμβάνονταν και δωρεάν παροχές (ηλεκτρονικό security κλπ σε κάθε κτίριο).

Η ασαφής εξάλλου, προσφορά της "... ΕΠΕ" δεν παρείχε κανένα επαρκές στοιχείο και εχέγγυο νια την αξιοπιστία της και την αποτελεσματικότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, ενώ η προσφορά της δεύτερης εταιρίας, ενόψει των προτεινόμενων παροχών και υπηρεσιών κατέληγε πολύ φθηνότερη από την προσφορά της πρώτης.

Επίσης, η προσφορά της εταιρίας ... με 14.206 ευρώ μηνιαίως υπερτερούσε έναντι της "... ΕΠΕ", αφού από την προσφορά της ... δεν προκύπτει το προφίλ και η υποδομή της, ενώ η Ηλιος παρουσίαζε το πλήρες προφίλ της με δυνατότητα ελέγχου, το πελατολόγιο της κλπ και επιπλέον παρείχε δωρεάν περιπολικό για περιμετρικό έλεγχο δύο φορές τις βραδινές ώρες κάθε ημέρα.

Οι λοιπές προσφορές, πλην εκείνων των εταιριών ..., ... SA και ..., που δεν παρείχαν πληροφορίες και δεν συνοδεύονταν από δικαιολογητικά, περιελάμβαναν πληροφορίες και ενημερωτικά στοιχεία για το προφίλ τους, το πελατολόγιο, την εμπειρία τους, την εκπαίδευση των υπαλλήλων τους, τον τρόπο ελέγχου της παροχής των υπηρεσιών τους και δωρεάν παροχές και έπρεπε να ληφθούν σοβαρά υπόψη, έστω και αν προσέφεραν υπηρεσίες με μεγαλύτερη αμοιβή, αφού ζητούμενο δεν ήταν μόνο η φθηνή προσφορά ούτε θα έπρεπε να είναι, αλλά θα έπρεπε να γίνει αξιολόγηση και σύγκριση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της κάθε προσφοράς, ώστε η επιτροπή να καταλήξει στην οικονομικότερη και πιο συμφέρουσα προσφορά.

Η αμοιβή στις προσφορές δεν μπορούσε να αποτελέσει μοναδικό κριτήριο, αλλά έπρεπε να ληφθούν υπόψη και τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν όπως οι ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΡΟΧΈΣ, που θα ευνοούσαν περισσότερο το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ενόψει και του σημαντικού έργου που επιτελεί, για το οποίο απαιτείται να έχει επαρκή ασφάλεια, ώστε κατ'αποτέλεσμα να είναι πιο συμφέρουσες για το νομικό πρόσωπο.

Στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, άλλωστε, που υπέγραψε ο Διευθυντής, δεν γινόταν αναφορά στο ότι είναι μειοδοτικού χαρακτήρα. Να σημειωθεί, επίσης, ότι σε προηγούμενη σύμβαση που ο κατηγορούμενος Διευθυντής υπέγραψε στις 12.9.2002 για την παροχή υπηρεσιών φύλαξης του κτιρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 54 με την εταιρία ...

SECURITY LTD, καθώς στον ίδιο είχε ανατεθεί η επιμέλεια της φύλαξης των κτιρίων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και κατά τα προηγούμενα έτη, αναφέρεται στο συμφωνητικό ότι επελέγη η προσφορά της εταιρίας αυτής που ήταν η πλέον αξιόπιστη και συμφέρουσα. Επομένως, δεν αποτελούσε κριτήριο μέχρι τότε μόνο η χαμηλότερη προσφορά, όπως συνέβη στην κρινόμενη υπόθεση.

Αυτή, άλλωστε, ήταν η σταθερή διατύπωση (πλέον αξιόπιστη και συμφέρουσα προσφορά) στις συμβάσεις που υπέγραφε μέχρι τότε ο Διευθυντής ως εκπρόσωπος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με τις εταιρίες φύλαξης που επελέγησαν κατόπιν υποβολής προσφορών (όπως στη σύμβαση της 29.4.2003 με την εταιρία ... ΑΕ, στις 25.9.2002 με την εταιρία ...

SECURITY LTD).

Εξάλλου, όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, όπως αποδείχθηκαν και περιλαμβάνονται στις κατηγορίες, το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. κατέληξε να καταβάλλει μηνιαία παροχή στην ... ΕΠΕ" 45.000 (24.800 από τον παράνομο διπλασιασμό του ποσού της προσφοράς + 20.200 με το πρόσθετο σύμφωνο) ευρώ πλέον ΦΠΑ (βλ. και εντάλματα πληρωμής υπογεγραμμένα από τον Διευθυντή και τον Πρόεδρο για ποσό 53.550 ευρώ μηνιαίως από Σεπτέμβριο 2005) και να ζημιωθεί, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω, αφού η ακριβότερη προσφορά στο διαγωνισμό ανήλθε μόλις σε 21.500 ευρώ.

Οι φάκελοι με τις προσφορές παραδόθηκαν στην ορισθείσα τριμελή επιτροπή αξιολόγησης και συνετάγη το από 2.2.2005 πρακτικό επιλογής, στο οποίο καταγράφηκαν οι υποβληθείσες προσφορές των εταιριών με αναφορά της επωνυμίας κάθε εταιρίας και του ποσού της προσφοράς τους χωρίς κανένα άλλο στοιχείο ή σχόλιο. Το πρακτικό επιλογής κατέληγε: "Δεδομένου ότι η πρόσκληση ενδιαφέροντος που δημοσιεύθηκε ήταν μειοδοτικού χαρακτήρα, η επιτροπή εισηγείται την επιλογή της εταιρίας "..." security -12.400 ευρώ μηνιαίως χωρίς ΦΠΑ 18%". Όμως, στην πρόσκληση ενδιαφέροντος δεν υπήρχε αναφορά ότι επρόκειτο για μειοδοτικού χαρακτήρα διαγωνισμό, το δε πρακτικό επιλογής δεν περιείχε καμία αιτιολογία για την επιλογή αυτής της εταιρίας πέραν της χαμηλής προσφοράς, επιλογή που δικαιολογήθηκε με την εκ προθέσεως ψευδή αναφορά του μειοδοτικού χαρακτήρα. Το πρακτικό επιλογής υποβλήθηκε από την Ο. Α. στο Δ.Σ. με το υπ'αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο της. Ήταν η ίδια εισηγήτρια στη, συνεδρίαση του Δ.Σ. της 2.2.2005 στο 9° θέμα "επιλογή εταιρίας παροχής υπηρεσιών φύλαξης" και παρόντες, πλέον των μελών Δ.Σ., ο Πρόεδρος, δεύτερος κατηγορούμενος, ο Διευθυντής, πρώτος κατηγορούμενος και η νομική σύμβουλος Α. Ο.

Η Ο. Α. περιέγραψε τις ενέργειες που είχαν γίνει μέχρι τότε, δηλαδή τη δημοσίευση πρόσκλησης ενδιαφέροντος, τη σύσταση της τριμελούς επιτροπής και ανέφερε ότι η επιτροπή κατέληξε στην πιο οικονομική προσφορά για την υπηρεσία, που ήταν η προσφορά της εταιρίας "... ΕΠΕ". Στην εισήγηση της η κατηγορουμένη δεν ανέφερε κανένα άλλο κριτήριο που να ανέλυσε η επιτροπή ούτε εξέθεσε μειονεκτήματα και πλεονεκτήματα των προσφορών στα μέλη του Δ.Σ.

Κανένα από τα μέλη του Δ.Σ. ούτε ο Διευθυντής δεν ζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες και άλλα στοιχεία. Αναφέρθηκαν τα ποσά των προσφορών και το ποσό της προσφοράς της "... ΕΠΕ" ύψους 12.400 ευρώ που ήταν η μικρότερη προσφορά. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των παρόντων μελών Α. Ρ., Ε. Τ. και Σ. Π. η εισηγήτρια Ο. Α. ανέφερε το ποσό της ελάχιστης προσφοράς των 12.400 ευρώ.

Το μέλος του Δ.Σ., Σ. Π., κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο, ότι ρώτησε την Ο. Α., γιατί υπάρχει η διαφοροποίηση στα ποσά των προσφορών και εκείνη του απάντησε ότι είναι οι ίδιες υπηρεσίες, επομένως, παρέλειψε εν γνώσει της να ενημερώσει πλήρως το Δ.Σ. για τις επιπλέον δωρεάν παροχές που ορισμένες εταιρίες προσέφεραν.

Το Δ.Σ. μετά από αυτά, αποφάσισε την επιλογή της "... ΕΠΕ", όπως πρότεινε η εισηγήτρια, ως την οικονομικότερη και πλέον συμφέρουσα προσφορά και εξουσιοδότησε το Διευθυντή να υπογράψει τη σχετική σύμβαση με την εταιρία διάρκειας ενός έτους για τη φύλαξη των τριών κτιρίων. Τα ανωτέρω καταγράφονταν στο χειρόγραφο πρακτικό και τα εξέθεσαν οι μάρτυρες, παρόντα μέλη του Δ.

Σ., ενώ στο καθαρογραμμένο πρακτικό, αντί να γραφεί τοτπχτό της προσφοράς της "... ΕΠΕ" αναφέρεται η φράση: "ανάλογα με τις προσφερόμενες υπηρεσίες στο τέλος κάθε μήνα", που, όπως αποδείχθηκε τέθηκε σκόπιμα. Στην από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης, μάλιστα, των επιθεωρητριών Μ. Μ. και Ε. Χ. γίνεται λόγος για το ότι η αναφορά αυτή δεν είναι κατανοητή, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες που είχαν ζητηθεί από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για τη φύλαξη των κτιρίων του ήταν συγκεκριμένες. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν είχε την ανάλογη διοικητική εμπειρία και ότι της είπε ο Διευθυντής να εξετάσει μόνο το ύψος των προσφορών δεν κρίνεται πειστικός. Δεν απαιτείτο διοικητική εμπειρία (χωρίς να παραλειφθεί όμως το γεγονός ότι είχε μεταπτυχιακό στη Δημόσια Υγεία και τη Διοίκηση Μονάδων Υγείας) για να αντιληφθεί ότι για να επιλεγεί η ευνοϊκότερη και πλέον συμφέρουσα προσφορά έπρεπε να μελετηθούν οι προσφορές και να συγκριθούν μεταξύ τους με γνώμονα το συμφέρον του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Σε κάθε περίπτωση, δεν ανέφερε ποτέ ότι πράγματι μελέτησε και διαπίστωσε ως μέλος της επιτροπής τα πλεονεκτήματα των άλλων εταιριών σε σχέση με την "... ΕΠΕ", που θα ήταν αναμενόμενο, αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός περί απειρίας, ώστε να ενημερώσει το Δ.Σ. και εκείνο να κρίνει έχοντας πληρέστερη πληροφόρηση.

Δεν ενεργούσε μόνη της, αλλά ως αναπληρώτρια του Διευθυντή, ο οποίος ήταν μεταξύ των προσώπων που ήθελαν η "... ΕΠΕ" να επιλεγεί για τη φύλαξη, το ίδιο ήξερε και η ίδια και συμμετείχε στο σχέδιο αυτό. ʼλλωστε, ο Διευθυντής ήταν εκείνος που μέχρι τότε, τα προηγούμενα έτη, είχε την επιμέλεια ανεύρεσης εταιρίας φύλαξης για το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και κατάρτισης της σύμβασης, επομένως εκείνος γνώριζε όλες τις διαδικασίες. Το πρακτικό επιλογής κοινοποιήθηκε προς διάφορους αποδέκτες και όχι στο τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης. Επίσης, στο τμήμα αυτό δεν εστάλησαν οι φάκελοι με τις προσφορές, ενώ, κατά τη συνήθη διαδικασία, η επιτροπή πρωτοκολλούσε στο αρχείο το πρακτικό με συνημμένες σε αυτό τις ενυπόγραφες από τα μέλη προσφορές και παρέμενε στο πρωτόκολλο αντίγραφο των προσφορών, ενώ οι πρωτότυπες προσφορές παραδίδονταν στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης.

Στην προκειμένη περίπτωση το ....2005 πρακτικό επιλογής δεν είχε συνημμένες τις προσφορές και με τον τρόπο αυτό δεν διαβιβάστηκαν αυτές από τη γραμματεία στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης, με συνέπεια να μην έχει τις προσφορές το οικονομικό τμήμα ούτε η γραμματεία είχε αντίγραφα, όπως προκύπτει και από το ....2007 διαβιβαστικό έγγραφο του Προέδρου του επόμενου Δ.Σ.

I. Π. προς το ΣΕΥΥΠ και το ....2007 απαντητικό έγγραφο της Γραμματείας. Τελικά, ο φάκελος με τις πρωτότυπες προσφορές των εταιριών υπογεγραμμένες από τα μέλη της επιτροπής προσκομίστηκε από την Ο. Α., μετά την κατάθεσή της στο ΣΕΥΥΠ χωρίς, όμως, τους φακέλους, επί των οποίων είχε τεθεί ο αριθμός πρωτοκόλλου (βλ.

και έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητριών). Η μη κοινοποίηση του πρακτικού επιλογής στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης είχε ως αποτέλεσμα αυτό να μη γνωρίζει το πραγματικό ποσό της προσφοράς που επελέγη και η παράλειψη έγινε για το σκοπό αυτό, αφού επρόκειτο να ακολουθήσει η υπογραφή διπλών συμφωνητικών με διπλάσια αμοιβή της ...

ΕΠΕ", όπως θα εκτεθεί πιο κάτω.

Εν γνώσει όλων των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, Διευθυντής, ο οποίος και υπέγραψε την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για εταιρία φύλαξης. Εκείνος, άλλωστε, και τα προηγούμενα έτη υπέγραφε τις συμβάσεις φύλαξης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και γνώριζε τις ανάγκες προστασίας και τους κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν, καθώς τα κτίρια βρίσκονταν σε επικίνδυνη περιοχή στο κέντρο της Αθήνας, όφειλε επομένως να αναζητήσει όσο το δυνατό περισσότερα εχέγγυα ικανής φύλαξης από τις εταιρίες.

Σε αυτόν, μάλιστα, είχε ανατεθεί με απόφαση στην από 31.7.2002 συνεδρίαση του Δ.Σ. η διερεύνηση της αγοράς για εταιρία security "που θα εξυπηρετήσει τόσο με την τεχνολογική της υποδομή όσο και με προσωπικό τις ανάγκες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.", επομένως γνώριζε ότι δεν αναζητείτο μόνο η μικρότερη αμοιβή αλλά και άλλα στοιχεία όπως η τεχνολογική υποδομή και το προσωπικό.

Η επιτροπή επιλογής των προσφορών αποτελείτο από τρία άτομα, με πρόεδρο την Ο..Α., όπως προαναφέρθηκε, αλλά φυσικά οι άλλες δύο υπάλληλοι δεν ήταν δυνατό να φέρουν αντιρρήσεις στον πανίσχυρο Διευθυντή και στην αναπληρώτρια αυτού, επίσης με ισχυρές διασυνδέσεις. Όπως κατέθεσε και το μέλος της επιτροπής, Ε.

Λ., απολογούμενη, ακολουθούσε πάντα τις εντολές της διοίκησης. Στις 25.2.2005 υπεγράφησαν από τον πρώτο κατηγορούμενο, Διευθυντή και τον τρίτο κατηγορούμενο Ν..Ν., ως νόμιμο εκπρόσωπο της ... ΕΠΕ", δύο πανομοιότυπα ιδιωτικά συμφωνητικά παροχής υπηρεσιών χρονικής διάρκειας ενός έτους από 5.3.2005 έως 4.3.2006. Στο πρώτο αναφερόταν ως μηνιαία αμοιβή το ποσό των 12.400 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ενώ στο δεύτερο η μηνιαία αμοιβή ήταν διπλάσια 24.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ για τις ίδιες παρεχόμενες υπηρεσίες.

Συγκεκριμένα, το αντικείμενο παροχής των υπηρεσιών ήταν η επίβλεψη και φύλαξη των μισθωμένων γραφείων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στα τρία κτίρια του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Η φύλαξη συμφωνήθηκε 24ωρη (365 ημέρες το χρόνο) με άτομα από το μόνιμο προσωπικό της "Υπηρεσίας ασφαλείας". Α. Για το κτίριο της ... και ... συμφωνήθηκαν βάρδιες δύο ατόμων το πρωί, ενός ατόμου το απόγευμα και ενός ατόμου το βράδυ που θα κάλυπταν - την κύρια είσοδο των γραφείων επί της οδού ...

με καθήκοντα τον έλεγχο των επισκεπτών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και την παρακολούθηση της λειτουργίας του ειδικού μηχανήματος ανίχνευσης μετάλλων, τους εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους του κτιρίου με περιπολία της εξωτερικής περιμέτρου του κτιρίου. Επίσης, θα ήλεγχαν τα συστήματα ηλεκτρονικής ασφάλειας και πυρασφάλειας. - Τη φρούρηση της ταράτσας, του δώματος, του εσωτερικού κλιμακοστασίου και του ανελκυστήρα του κτιρίου.

Β. Για το κτίριο της 3ης Σεπτεμβρίου 54 το προσωπικό φύλαξης σε βάρδιες ενός ατόμου ανά 8ωρο θα κάλυπτε την κεντρική είσοδο του κτιρίου. Σε τακτά χρονικά διαστήματα θα ήλεγχε τους εσωτερικούς χώρους των γραφείων και την ασφάλιση της εισόδου και του ακάλυπτου χώρου. Γ. Για το κτίριο της 3ης Σεπτεμβρίου 56 το προσωπικό φύλαξης σε βάρδιες ενός ατόμου ανά 8ωρο θα κάλυπτε τις κεντρικές εισόδους του χώρου και σε τακτά χρονικά διαστήματα θα ήλεγχε το κεντρικό κλιμακοστάσιο, τους ανελκυστήρες του κτιρίου καθώς και τους εσωτερικούς χώρους των γραφείων.

Η μηνιαία αμοιβή της υπηρεσίας ασφαλείας για την παραπάνω περιγραφόμενη παροχή υπηρεσιών ασφαλείας για το χρονικό διάστημα από 5.3.2005 έως 4.3.2006 και για τα τρία κτίρια στο ένα συμφωνητικό ανερχόταν στο ποσό των 12.400 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ενώ στο δεύτερο η μηνιαία αμοιβή της ... ΕΠΕ" ανερχόταν στο ποσό των 24.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ.

Κατά τη διαδικασία που τηρείτο επί σειρά ετών στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. πριν από τον συγκεκριμένο διαγωνισμό, κοινοποιείτο προηγουμένως στο γραφείο νομικών θεμάτων το πρακτικό της επιτροπής επιλογής με συνημμένες τις προσφορές των εταιριών και υπηρεσιακό σημείωμα με συνημμένο ακριβές απόσπασμα του πρακτικού της συνεδρίασης του Δ.Σ, όπου αναφέρονταν όλες οι λεπτομέρειες της υπό κατάρτιση σύμβασης.

Στη συνέχεια, καλείτο η επιλεγείσα εταιρία να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά της έγγραφα, συντασσόταν η σύμβαση από το νομικό τμήμα, το οποίο επιμελείτο σχετικά, με την υπογραφή της σύμβασης από το νόμιμο εκπρόσωπο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αντισυμβαλλομένης εταιρίας. Μετά την υπογραφή διαβιβαζόταν από τον Διευθυντή αντίγραφο της σύμβασης στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης, στο δε αρχείο της νομικής υπηρεσίας, όπου φυλάσσονταν όλες οι πρωτότυπες συμβάσεις που συνήπτε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., παρέμενε το πρωτότυπο.

Στην περίπτωση της σύμβασης με την ... ΕΠΕ" δεν τηρήθηκε η παραπάνω διαδικασία, αλλά η κατηγορουμένη Ο. Α. επιμελήθηκε τη σύνταξη και τη διαβίβαση της σύμβασης. Συγκεκριμένα, αφού έλαβε από την υπάλληλο της νομικής υπηρεσίας, Α. Τ. ένα σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού, συμπλήρωσε η ίδια τα στοιχεία της εταιρίας, τη διάρκεια της σύμβασης και το αντικείμενο των παρεχόμενων υπηρεσιών, στη συνέχεια, μετά Την υπογραφή της σύμβασης από το Διευθυντή και τον τρίτο κατηγορούμενο, εν γνώσει του τελευταίου για όλα τα ανωτέρω, προσκόμισε στο γραφείο νομικών θεμάτων το ένα αντίγραφο της σύμβασης με τις υπογραφές των συμβαλλομένων με μηνιαία αμοιβή 12.400 ευρώ, το οποίο τηρείτο έκτοτε στο αρχείο του γραφείου νομικών θεμάτων και η κατηγορουμένη ανέλαβε η ίδια να διαβιβάσει στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης, αντίγραφο του συμφωνητικού.

Ειδικότερα, το από 25.2.2005 συμφωνητικό διαβιβάστηκε από την κατηγορουμένη στην οικονομική υπηρεσία δύο φορές με τα υπ'αριθμ. πρωτ. ....2005 και ....2005 - ΟΡΘΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ διαβιβαστικά, τα οποία υπεγράφησαν από την ίδια σε αναπλήρωση του Διευθυντή (α/α). Τα δύο αυτά διαβιβαστικά αναφέρουν ως συνημμένο το ιδιωτικό συμφωνητικό με την "...

ΕΠΕ" χωρίς να αναφέρεται σε αυτά το ποσό της αμοιβής της εταιρίας. Η κατηγορουμένη υποστήριξε ότι διαβίβασε στο οικονομικό τμήμα τη σύμβαση που της παρέδωσε το νομικό τμήμα, υπογεγραμμένη από τους συμβαλλόμενους και ότι τη διαβίβασε δύο φορές, επειδή στο πρώτο διαβιβαστικό δεν είχαν αναγραφεί από παραδρομή όλα τα φυλασσόμενα κτίρια, τα οποία συμπλήρωσε στο δεύτερο διαβιβαστικό.

Στη νομική υπηρεσία τα δύο διαβιβαστικά διανεμήθηκαν χωρίς συνημμένη τη σύμβαση κατόπιν δικής της σημείωσης, διότι, όπως υποστήριξε, δεν υπήρχε λόγος να αποστείλει στη νομική υπηρεσία και το ιδιωτικό συμφωνητικό που υπήρχε ήδη στο γραφείο αυτό. Από τον έλεγχο του πρωτοκόλλου προέκυψε ότι, ενώ είχε πρωτοκολληθεί το ....2005 διαβιβαστικό έγγραφο, δεν υπήρχε αυτό στο αρχείο (το πρωτότυπο του εγγράφου και φωτοτυπία της συνημμένης σύμβασης).

Αντ'αυτού, υπήρχε η αναγραφή, πάνω από διορθωτικό, "αντίγραφο έχει το τμήμα οικονομικής διαχείρισης" (βλ. και από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης, όπου αναφέρεται ότι δεν είναι δυνατό να διερευνηθεί τι είχε αναγραφεί αρχικά). Επίσης, το ....2005 διαβιβαστικό έγγραφο της κατηγορουμένης δεν ήταν καταχωρημένο στο πρωτόκολλο, δεν έφερε τη μορφή ακριβούς αντιγράφου, αλλά έφερε την υπογραφή της κατηγορουμένης, δηλαδή διακινήθηκε ως φωτοτυπία εκ του πρωτοτύπου με την υπογραφή της κατηγορουμένης και όχι ως ακριβές αντίγραφο χωρίς την υπογραφή του εκδότη, όπως διακινούντο όλα τα έγγραφα στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Από την έρευνα των επιθεωρητών του ΣΕΥΥΠ και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπαλλήλων διαπιστώθηκε ότι στο αρχείο των πρωτότυπων συμβάσεων, που τηρείτο στο γραφείο νομικών θεμάτων, υπήρχε μόνο ένα συμφωνητικό με τις πρωτότυπες υπογραφές των συμβαλλομένων και αυτό με το ποσό των 12.400 ευρώ. Όταν ζητήθηκε από τους επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ από την "...

ΕΠΕ" να προσκομίσει ακριβή φωτοαντίγραφα των συμβάσεων που είχε συνάψει με το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., απέστειλε αντίγραφο του συμφωνητικού με τις πρωτότυπες υπογραφές των συμβαλλομένων με ποσό 24.800 ευρώ, στην κατάρτιση του οποίου συνέβαλε και ο τρίτος κατ/νος, καθώς και φωτοαντίγραφο της κατάστασης υποβολής του συμφωνητικού στη ΔΟΥ Ν.Ηρακλείου Αττικής στις 11.4.2005, από την οποία προκύπτει ότι το συμφωνητικό που υποβλήθηκε είναι εκείνο των 24.880 ευρώ.

H εταιρία πληρωνόταν εξ αρχής από το ΚE.EΛ.Π.ΝΟ. με το ποσό των 24.800 ευρώ μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ, επομένως, από την αρχή υπεγράφησαν οι δύο συμβάσεις με διαφορετικά ποσά και στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης διαβιβάστηκε μόνο η σύμβαση των 24.800 ευρώ από την κατηγορουμένη Ο. Α. με το ....2005 έγγραφο της. Η ίδια ήταν εκείνη που επιμελήθηκε την κατάρτιση της σύμβασης, την προώθησή της για υπογραφές και τη διαβίβαση στο οικονομικό τμήμα.

Την επιμέλεια αυτή της κατηγορουμένης επιβεβαίωσε στους, επιθεωρητές και η υπάλληλος του γραφείου νομικών θεμάτων Α. Τ., με συμφωνία σε όσα κατέθεσε και από τον υπάλληλο του ίδιου γραφείου, Δ. Κ., αναφερόμενη στην παράκαμψη της συνήθους διαδικασίας από την κατηγορουμένη, στο ότι της ζήτησε να της στείλει ηλεκτρονικά το σχέδιο της σύμβασης, ότι θα συμπλήρωνε εκείνη τις ελλείψεις και τα επιμέρους στοιχεία αυτής και, όταν η μάρτυρας της υπενθύμισε ότι η εταιρία θα πρέπει να προσκομίσει νομιμοποιητικά έγγραφα, της απάντησε να μην ασχολείται με το θέμα γιατί το έχει τακτοποιήσει η ίδια.

Επίσης, όταν η μάρτυρας ρώτησε την κατηγορουμένη ποιος θα συντάξει το υπηρεσιακό σημείωμα προς το τμήμα οικονομικής διαχείρισης, της είπε σε έντονο ύφος να προσκομίσει τα αντίγραφα που της ζήτησε χωρίς να της απαντήσει. Τα ανωτέρω δεν αποτελούν συμπεριφορά άπειρου και άτολμου υπαλλήλου που ενεργεί σύμφωνα με εντολές που λαμβάνει, όπως ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη.

Η παράκαμψη της συνήθους διαδικασίας δεν δικαιολογείτο από κάποια αιτία ούτε υπήρχε λόγος επείγοντος, αφού η σύμβαση υπογράφηκε με καθυστέρηση στις 25.2.2005 και με ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση έγινε η διαβίβαση της σύμβασης στο οικονομικό τμήμα στις 6.4.2005, ενώ η ανάληψη του έργου της φύλαξης από την ... έγινε στις 5.3.2005.

Δεν ευσταθεί, επίσης, ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι δεν αναμίχθηκε στην σύνταξη του συμφωνητικού, αλλά ότι διαβίβασε το αποσταλέν από το γραφείο νομικών θεμάτων συμφωνητικό με τις υπογραφές των συμβαλλομένων χωρίς να ελέγξει τα ποσά, επιρρίπτοντας την όποια ευθύνη στην νομική σύμβουλο Α. Ο. Όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη επιμελήθηκε τη σύνταξη των συμφωνητικών, ανεξάρτητα από την όποια συνδρομή σε αυτό της νομικής συμβούλου Α.

Ο., και διαβίβαση εκείνου με το ποσό των 24.800 ευρώ στο οικονομικό τμήμα, ώστε να ωφεληθεί η εταιρία "... ΕΠΕ", την οποία ευνόησε με πρόθεση και με τις παραλείψεις της, που προεκτέθηκαν, ως προς την αξιολόγηση των προσφορών ως Πρόεδρος της επιτροπής επιλογής και φρόντισε να μην κοινοποιηθεί η σύμβαση των 24.800 ευρώ στο αρχείο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με την παράδοση αυτής εκτός πρωτοκόλλου. Αν, εξάλλου, δεν είχε καμία ανάμιξη, η διαβίβαση στην οικονομική υπηρεσία θα γινόταν από το γραφείο νομικών θεμάτων και όχι από την ίδια. Επίσης, εάν η Α. Ο. ενεργούσε μόνη της ή σε συνεργασία με άλλους εν αγνοία της κατηγορουμένης, δεν θα είχε επιτρέψει στην τελευταία να αναλάβει τη συμπλήρωση της σύμβασης, τη συνεννόηση με τον νόμιμο εκπρόσωπο, τρίτο κατηγορούμενο, και κυρίως δεν θα είχε επιτρέψει σε αυτή να αναλάβει τη διαβίβαση της σύμβασης, εφόσον δεν ήταν δική της αρμοδιότητα, με το ποσό των 24.800 ευρώ στην οικονομική υπηρεσία, αφού με τον τρόπο αυτό διακινδύνευε να το αντιληφθεί η Ο.

Α. και να γίνει αντιληπτή η απάτη. Τα ανωτέρω δεν αποκλείουν την γνώση και συμμετοχή και της Α. Ο. (να σημειωθεί ότι με το 1209/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έπαυσε οριστικά λόγω παραγραφής η ποινική δίωξη κατά της Α. Ο. για απιστία δικηγόρου σε σχέση με την κατάρτιση του από 25.2.2005 συμφωνητικού των 24.800 ευρώ).

Κατά την εξέτασή της από τους επιθεωρητές του ΣΕΥΥΠ η κατηγορουμένη αποδέχθηκε ότι υπέγραψε τα διαβιβαστικά ....2005 και ....2005 προς την οικονομική υπηρεσία, όπως το αποδέχθηκε και ενώπιον του ανακριτή, όπως κατέθεσε όταν ρωτήθηκε σχετικά στο ακροατήριο απολογούμενη. Κατά την εκδίκαση στον πρώτο βαθμό, όμως, για πρώτη φορά, όψιμα και αβάσιμα, αμφισβήτησε την υπογραφή της στο 874δκ/6.4.2005 διαβιβαστικό, με το οποίο διαβιβάστηκε η σύμβαση των 24.800 ευρώ στο οικονομικό τμήμα, χωρίς να δώσει επαρκώς πειστική αιτιολογία γιατί δεν το είχε κάνει στα προηγούμενα στάδια της ανάκρισης, όπου είχε νομική εκπροσώπηση.

Σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε, ότι n ίδια έχει υπογράψει και τα δύο ως άνω διαβιβαστικά έγγραφα, η υπογραφή της είναι πανομοιότυπη με τις γνήσιες δικές της στα λοιπά υπηρεσιακά έγγραφα που έχει εκδώσει και είναι προφανής ο λόγος της όψιμης αμφισβήτησης της υπογραφής της σε έγγραφο που την ενοχοποιεί ως προς την κατηγορία της συμμετοχής σε απάτη που τη βαρύνει.

ʼλλωστε, αν και θα έπρεπε να είχε περαιώσει την απασχόλησή της με την επιλογή της εταιρίας ... ΕΠΕ" μετά την απόφαση του Δ.Σ., συνέχισε να ασχολείται με την εταιρία, πέρα από τη σύνταξη, υπογραφή, διαβίβαση της σύμβασης, και με τη διαβίβαση στην οικονομική υπηρεσία εγγράφων πληρωμής της ... για εξωσυμβατικές δαπάνες, ενώ δεν είχε αρμοδιότητα επί οικονομικών θεμάτων.

Στα πλαίσια αυτά υπέγραψε ως αναπληρώτρια του Διευθυντή α) το ....2005 έγγραφο προς την οικονομική υπηρεσία για παροχή αυξημένων μέτρων προστασίας κατόπιν αιτήματος για αυξημένες βάρδιες και, με βάση το έγγραφο αυτό, πληρώθηκε το ....2005 τιμολόγιο της ... ΕΠΕ" ποσού 9794 ευρώ με την εντελώς αόριστη αιτιολογία: αυξημένα μέτρα φύλαξης από 2/3 έως 31/3/2005, τα οποία δεν επιβεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις, αφού κατά το διάστημα αυτό εκδηλώθηκε επίθεση στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

που δεν απετράπη από τα αυξημένα μέτρα φύλαξης (σχετ. κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του μάρτυρα υπεράσπισης Α. Μ., αρχιφύλακα, όπως ο ίδιος ανέφερε, ο οποίος κατέθεσε ότι κινδύνεψε κατά το συμβάν αυτό και δεν ανέφερε τίποτα περί αυξημένων μέτρων προστασίας), β) το ....2005 έγγραφο προς την οικονομική υπηρεσία για εξόφληση τιμολογίου ποσού 21.063 ευρώ, για επιδιόρθωση του συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης, τοποθέτησης νέων καμερών και τοποθέτησης monitors.

Το ποσό αυτό (τιμολόγιο ....2005) πληρώθηκε στις 16.5.2005 με τέσσερις επιμέρους αποδείξεις της "... ΕΠΕ". Για τις εν λόγω δαπάνες η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι υπήρχε προφορική έγκριση του Προέδρου, όπως αναγράφεται στα εν λόγω έγγραφα, η οποία όμως δεν αποδείχθηκε αλλά και δεν είναι νοητή προφορική έγκριση σε τέτοιο οργανισμό.

Όλες οι παραπάνω ενέργειες και παραλείψεις της κατηγορουμένης έγιναν με τη γνώση και την συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου, Διευθυντή, ο οποίος είχε την γενική ευθύνη της κατάρτισης, επιμέλειας και υπογραφής της σύμβασης φύλαξης, όπως γινόταν όλα τα προηγούμενα έτη, δεν μπορούσε δε η κατηγορουμένη Ο..Α.

να ενεργήσει μόνη της χωρίς την επίβλεψη και συνεργασία του τελευταίου, καθώς είχε πρόσφατα αναλάβει καθήκοντα και δεν γνώριζε όλες τις διαδικασίες, των οποίων- βέβαια μπορούσε να λάβει γνώση αν ζητούσε σχετική ενημέρωση.

Περαιτέρω, ο τρίτος κατηγορούμενος, Ν. Ν., νόμιμος εκπρόσωπος της "... ΕΠΕ", ισχυρίσθηκε ότι η κατάρτιση της προσφοράς έγινε από το εμπορικό τμήμα της επιχείρησης και ότι το ποσό της προσφοράς των 12.400 ευρώ τέθηκε από παραδρομή καθώς η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος ήταν ασαφής και δεν αντιλήφθηκαν ο ίδιος και το εμπορικό τμήμα ότι η φύλαξη έπρεπε να γίνει με 10 οκτάωρες βάρδιες, αλλά θεώρησαν ότι η φύλαξη μπορούσε να επιτευχθεί με τις μισές βάρδιες, με επικάλυψη των βαρδιών λόγω της γειτνίασης των κτιρίων και ότι, επομένως, θα απασχολούνταν 10 φύλακες ως ομάδα εργασίας συνολικά επί 4ωρο ανά βάρδια, καθώς και ότι η κάλυψη της 24ωρης φύλαξης θα μπορούσε να γίνει και με περιπολίες, ώστε να μειωθεί το κόστος φύλαξης, γι'αυτό και η προσφορά υπολογίστηκε στο ποσό των 12.400 ευρώ.

Επίσης ισχυρίσθηκε ότι το ποσό των 12.400 ευρώ δεν κάλυπτε το εργατοασφαλιστικό κόστος, πλέον το κόστος στολών της ομάδας, το κόστος ειδικού ραδιοδικτύου, που όλα μαζί ανέρχονταν σε 21.236 ευρώ (το υπόλοιπο ήταν το εργολαβικό του κέρδος) πλέον ΦΠΑ. Οι ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος ήταν απόλυτα σαφής ως προς τη φύλαξη των κτιρίων, ως προς τις βάρδιες και δεν υπήρχε περιθώριο παρανόησης ή παρεξήγησης από τους συμμετέχοντες.

Αν υπήρχαν αμφιβολίες, μπορούσε να ζητήσει διευκρινίσεις και πληροφορίες, όπως αναφερόταν στην πρόσκληση, από την Ο. Α. και στο τηλέφωνο που αναγραφόταν, ενώ καμία από τις άλλες εταιρίες δεν χρειάσθηκε να ζητήσει διευκρινίσεις πριν την υποβολή της προσφοράς τους. Ο τρίτος κατηγορούμενος αρνείται οποιαδήποτε προσωπική συμμετοχή του στην υποβολή της προσφοράς και στην μετέπειτα διαπίστωση ότι το ποσό δεν κάλυπτε το κόστος της φύλαξης αποδίδοντας τις όλες ενέργειες είτε στο εμπορικό τμήμα της ...

είτε σε υπαλλήλους του, όπως ο Λ. Μ., οι οποίοι ήρθαν σε επικοινωνία με το Διευθυντή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. μετά την κατακύρωση, ο ίδιος δε μετά τη διόρθωση του ποσού σε 24.800 ευρώ υπέγραψε τη σύμβαση. Τα ανωτέρω δεν ευσταθούν λογικά και δεν αποδεικνύονται. Ο ίδιος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος σε μια επιχείρηση που μόλις είχε συσταθεί και οπωσδήποτε επιθυμούσε να γίνει γνωστή στον χώρο της φύλαξης και δεν ήταν δυνατό να αδιαφόρησε αφήνοντας την επιμέλεια για την προσφορά και τη διαπραγμάτευση στη συνεχεία για την αμοιβή σε υπαλλήλους του όπως τον Λ.

Μ., ο οποίος, άλλωστε, δεν ήταν υπάλληλος της ... ΕΠΕ" αλλά της εταιρίας καθαριότητας ... ΕΠΕ, που διατηρούσε παράλληλα ο κατηγορούμενος, για το πρωταρχικό ζήτημα του ποσού της προσφοράς χωρίς να το παρακολουθήσει και ο ίδιος. Εάν ευσταθεί ότι απλώς ενημερώθηκε ο Διευθυντής μετά τη διαπίστωση του μικρού ποσού της προσφοράς ότι πρέπει αυτό να αυξηθεί, δεν εξηγείται πώς ο τελευταίος αποδέχθηκε με μόνη την αναφορά αυτή από έναν υπάλληλο της εταιρίας να αλλάξει το ποσό στο διπλάσιο και να υπογράψει δεύτερο συμφωνητικό ευνοώντας την εταιρία, ενώ η προσφορά της δεύτερης στη σειρά εταιρίας κατάταξης ήταν πολύ μικρότερη από 24.800 ευρώ, και δεν απευθύνθηκε στο Δ.Σ.

να επιλέξει την δεύτερη αυτή εταιρία, παράλειψη που ενοχοποιεί παράλληλα και τον πρώτο κατηγορούμενο ως προς την μεθόδευση της απάτης. Επίσης δεν εξηγεί ο κατηγορούμενος Ν. Ν. γιατί, αφού έγινε δεκτή η παραδρομή στην προσφορά και η διόρθωση αυτής, να υπογράψει δύο συμφωνητικά, ένα με 12.400 ευρώ και ένα με 24.800 ευρώ, σε αμφότερα δε αναφέρεται ότι στο ποσό της αμοιβής περιλαμβάνονται οι μισθοί και οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού.

Όπως ανέφερε και ο ίδιος απολογούμενος, είχε γνώση της αγοράς πριν δημιουργήσει την εταιρία ... και είχε διατελέσει στέλεχος σε πωλήσεις, επομένως δεν ήταν άπειρος ούτε επαγγελματικά ούτε κοινωνικά και γνώριζε τις συνέπειες υπογραφής δύο συμφωνητικών με διαφορετικά ποσά, οι δε ενέργειές του εξηγούνται μόνο ως αποτέλεσμα προηγούμενης με πρόθεση σύμπραξης με τα στελέχη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κατηγορούμενους, που επρόκειτο να χειριστούν την όλη διαδικασία του διαγωνισμού φύλαξης των κτιρίων.

Ο πρώτος κατηγορούμενος, Διευθυντής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ισχυρίσθηκε ότι υπεκλάπη η υπογραφή του στη δεύτερη σύμβαση των 24.800 ευρώ και ότι το ανακάλυψε το καλοκαίρι του 2005, όταν διεξήγαγε έρευνα σε όλα τα εντάλματα πληρωμών συνεπεία των παράνομων προσλήψεων από τον Πρόεδρο. Οι ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι είχε συνεργήσει με τον τρίτο και τέταρτη των κατηγορουμένων, Ν. Ν. και O. A., προκειμένου να επιλεγεί η εταιρία "... ΕΠΕ" για τη φύλαξη των κτιρίων αρχικά με μικρή προσφορά, ύψους 12.400 ευρώ, η οποία γνώριζαν ότι δεν επρόκειτο να προσφερθεί από άλλες εταιρίες, καθώς ήταν ιδιαίτερα χαμηλό ποσό για τις υπηρεσίες φύλαξης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως αυτές εζητούντο, με σκοπό στη συνέχεια να διπλασιάσουν το ποσό της αμοιβής στα 24.800 ευρώ προς όφελος της εταιρίας και του τρίτου κατηγορουμένου και με αντίστοιχη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Ούτε απολογούμενος μπόρεσε να δώσει μια λογικά ικανοποιητική εξήγηση, κάτω από ποιες συνθήκες υπεκλάπη η υπογραφή του. Συμβάσεις ως εκπρόσωπος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ δεν υπέγραφε κάθε μέρα ο Διευθυντής και με το ίδιο περιεχόμενο, ώστε να του προκληθεί σύγχυση ως προς το τί έγγραφο υπέγραφε, ενώ στη συνέχεια ο ίδιος υπέγραφε και κάθε μήνα τα εντάλματα πληρωμής της "...

ΕΠΕ" μαζί με τον Πρόεδρο, αφού το ποσό υπερέβαινε τις 15.000 ευρώ, όμως, όπως γινόταν πάντα, πρώτα υπέγραφε ο ίδιος μετά από έλεγχο των παραστατικών και της σύμβασης και στη συνέχεια ο Πρόεδρος. Από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο 2005 πληρωνόταν με υπογραφή του (και του Προέδρου) μόνο το ποσό των 24.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ και δεν υπήρξε σύγχυση με το ποσό του πρόσθετου συμφωνητικού, που ακολούθησε ούτε με τις ξεχωριστές πληρωμές από εξωσυμβατικές υπηρεσίες.

Επομένως, το καλοκαίρι του 2005 δεν υπήρξε κάποιο εξαιρετικό γεγονός που να αποτελέσει έναυσμα για τον κατηγορούμενο Διευθυντή να διαπιστώσει το ύψος της αμοιβής, όπως ισχυρίσθηκε. Ο ίδιος επικαλέστηκε το ΕΜΠ ....2005 έγγραφο του προς τον Πρόεδρο, με το οποίο ισχυρίσθηκε ότι ζήτησε τη σύγκληση έκτακτου Δ.Σ., προκειμένου να τροποποιηθεί η προηγούμενη απόφαση του Δ.Σ.

και να μην υπογράφει εντάλματα πληρωμών και ότι τούτο έπραξε επειδή δεν ήθελε να συμμετέχει στις παρανομίες του Προέδρου, τις οποίες διαπίστωσε το θέρος του 2005 κατόπιν της έρευνας που έκανε, που περιελάμβανε και τον έλεγχο των ενταλμάτων. Το έγγραφο αυτό, το οποίο δεν αναφέρει για το θέμα της ..., κρίνεται προσχηματικό, αν όχι κατασκευασμένο εκ των υστέρων και με εγγραφή στο πρωτόκολλο μεταγενέστερα, μετά την έναρξη έρευνας του ΣΕΥΥΠ, αφού στο πρωτόκολλο ήταν το τελευταίο έγγραφο της ημέρας εκείνης και, όπως έχει εκτεθεί, πάντα άφηναν κενά στο τέλος της κάθε ημερομηνίας.

Σε κάθε περίπτωση, αφενός καθυστέρησε να το υποβάλει, αφού η διαπίστωση έγινε από το καλοκαίρι και είχε τη δυνατότητα, και μετά την άρνηση του Προέδρου, ο οποίος έσκισε το έγγραφο, όπως ισχυρίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, να φέρει το θέμα στα διοικητικά συμβούλια, στα οποία δικαιούτο να παρίσταται, που έγιναν τον Οκτώβριο και το Νοέμβριο και να μην περιμένει το έκτακτο Δ.Σ.

της 8.12.2005, το οποίο έγινε με πρωτοβουλία του Προέδρου.

Εξάλλου, στο έκτακτο Δ.Σ. της 8/12/2005 δεν κατήγγειλε τον διπλασιασμό της αμοιβής της ... ΕΠΕ", όπως ισχυρίσθηκε. Όπως αποδείχθηκε, λίγο πριν τη συνεδρίαση, ο πρώτος κατηγορούμενος διαβίβασε σε ορισμένα (όχι σε όλα τα μέλη του Δ.Σ.) την ....2005 αναφορά - εισήγηση της νομικής συμβούλου Α. Ο., την οποία συνυπέγραψε και η δικηγόρος Χ.

Λυρή. Στο έγγραφο αυτό δεν αναφέρεται η ύπαρξη δύο ίδιων συμφωνητικών με διαφορετικά ποσά. Περιεχόμενο του εγγράφου ήταν η συμπεριφορά του προσωπικού της ... στα γεγονότα της 7/12/2005 σε σχέση με τις παράνομες προσλήψεις (θα εκτεθούν πιο κάτω) με υπέρβαση αρμοδιοτήτων και η υπερτιμολόγηση της εταιρίας με το πρόσθετο συμφωνητικό στο συνολικό ποσό των 45.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ.

Στην αναφορά αυτή είχαν επισυναφθεί η από 25.2.2005 σύμβαση φύλαξης με την ... ΕΠΕ" με αμοιβή 24.800 ευρώ και το από 8.7.2005 πρόσθετο συμφωνητικό και όχι το από 25.2.2005 συμφωνητικό με αμοιβή 12.400 ευρώ, όπως θα έπρεπε, αν η αναφορά αφορούσε τον αυθαίρετο διπλασιασμό της αμοιβής. Επομένως, ούτε ο πρώτος κατηγορούμενος ούτε η νομική σύμβουλος Α.

Ο. κατήγγειλαν ρητά και ξεκάθαρα στο Δ.Σ. της 8/12/2005 ότι, ενώ είχε επιλεγεί η "... ΕΠΕ" με αμοιβή 12.400 ευρώ, πληρωνόταν τελικά με διπλάσιο ποσό, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του πρακτικού, θα έπρεπε μάλιστα να δικαιολογήσουν στα μέλη του Δ.Σ. για ποιο λόγο ο Διευθυντής δέχθηκε να υπογράψει πανομοιότυπο συμφωνητικό με 24.800 ευρώ αμοιβή, ενώ η κατακύρωση έγινε για 12.400 ευρώ.

Μάλιστα, στην καταγγελία που περιλαμβάνεται στην 1805/13.6.2006 εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία του πρώτου κατηγορουμένου προς τον Γενικό επιθεωρητή Μ. Σ., αναφέρει ότι στη συνεδρίαση της 8/12/2005 "ενώ ξεκινάω να καταγγέλλω τα παραπάνω (το διπλασιασμό στην αμοιβή της ...) και πριν προλάβω να δώσω σαφή εικόνα στα μέλη, η συνεδρίαση διακόπτεται αιφνιδίως.

Έκτοτε ουδέποτε το διοικητικό συμβούλιο ασχολήθηκε με τα θέματα αυτά". Επομένως, στο συμβούλιο αυτό δεν υπήρξε καταγγελία για συμφωνητικά με διπλά ποσά ούτε εξηγήθηκε σαφώς στα μέλη, τα οποία δεν όφειλαν να θυμούνται το ποσό με το οποίο κατακυρώθηκε η φύλαξη στην "... ΕΠΕ" κατά τη συνεδρίαση της 2.2.2005, μετά από τόσα διοικητικά συμβούλια που μεσολάβησαν με διαφορετικά θέματα το καθένα, πώς προέκυψε το ποσό αμοιβής των 24.800 ευρώ για την ....

Καταγγελία ως προς την εταιρία "... ΕΠΕ" για υπερτιμολογημένη, όπως την χαρακτήρισε, αμοιβή της, έγινε επίσημα από τον πρώτο κατηγορούμενο με το υπ' αριθμ. πρωτ. ΟΙΚ ....2006 αίτημα για εισαγγελική παρέμβαση, που συνυπογράφεται από τη νομική συμβουλο Α. Ο. και απευθύνεται προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας Β.

Ρ., που αποτελεί ένα από τα θέματα, για τα οποία ζητεί εισαγγελική παρέμβαση με κύριο θέμα εκείνο των παράνομων προσλήψεων στρεφόμενος κυρίως κατά του Προέδρου Α. Χ. Ως προς την εταιρία "... ΕΠΕ όμως, αναφέρει μόνο ότι το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ καταβάλλει αμοιβή υπερτιμολογημένη κατά 450% από την πραγματικά οφειλόμενη, η οποία δεν θα υπερέβαινε υπό κανονικές συνθήκες το ποσό των 10.000 ευρώ και ότι το παραπάνω ποσό προέκυψε επειδή ο Πρόεδρος υπέγραψε χωρίς να ενημερώσει το Δ.Σ.

πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό φύλαξης με μηνιαία αμοιβή 20.200 ευρώ συν ΦΠΑ πέραν των καταβαλλομένων με την αρχική σύμβαση μηνιαίως 24.800 ευρώ συν ΦΠΑ (ήδη υπερτιμολογημένη αμοιβή) και μολονότι έχει λήξει η σύμβαση από 4.3.2006 η εταιρία συνεχίζει να παρέχει υπηρεσίες. Σε αυτό το έγγραφο δεν γίνεται καμία αναφορά σε διπλά συμφωνητικά με διαφορετικά ποσά παρά μόνο για το πρόσθετο συμφωνητικό που υπέγραψε ο Πρόεδρος, αν και ο κατηγορούμενος Θ..Π.

είχε ισχυρισθεί ως κατηγορούμενος ότι έμαθε για τα διπλά συμφωνητικά και την αμοιβή των 24.800 ευρώ από το θέρος 2005. Στο ίδιο έγγραφο ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρει ότι μία έρευνα σε νοσηλευτικά ιδρύματα της Αττικής θα καταδείξει ότι με άνωθεν εντολή είχε επιβληθεί η εταιρία ... μαζί με την θυγατρική της ...

ΕΠΕ σε πάρα πολλά από αυτά (και ο τρίτος κατηγορούμενος απολογούμενος είχε κάνει λόγο για ανάληψη της φύλαξης στο νοσοκομείο Χαλκίδος πριν από την ...). Στα 22 συνημμένα έγγραφα στο έγγραφο αυτό δεν περιλαμβάνονται τα δύο συμφωνητικά της ... με τα διαφορετικά ποσά ούτε το πρακτικό επιλογής της ... ούτε το πρακτικό Δ.Σ.

της 2.2.2005. Στην 1805/13.6.2006 εξώδικη δήλωση προς τον Γενικό Επιθεωρητή ΣΕΥΥΠ Μ..Σ., ο πρώτος κατηγορούμενος αναφέρεται για πρώτη φορά στην ύπαρξη των δύο συμφωνητικών με διαφορετικά ποσά και στον διπλασιασμό της αμοιβής που αποφάσισε το Δ.Σ. Ειδικότερα, ανέφερε: "Επειδή ζητήθηκαν από το τμήμα οικονομικής διαχείρισης, μεταξύ άλλων, οι συμβάσεις της εταιρίας φύλαξης ..., η οποία συμπεριλαμβάνεται στην καταγγελία μου προς τον γενικό γραμματέα πρόνοιας τον κύριο Ρ.

επιπρόσθετα των όσων προφορικά έχουμε συζητήσει σας επισημαίνω και τα ακόλουθα: με απόφαση Δ.Σ. επιλέγεται ως οικονομικότερη η εταιρεία ... η οποία έδωσε προσφορά για 12.400 ευρώ... η απόφαση του Δ.Σ. δεν αναφέρει ποσό ...... Στη συνέχεια αναφέρεται στο διαβιβαστικό 874δις/6Α2005 προς το οικονομικό τμήμα του συμφωνητικού με ποσό 24.800 ευρώ και αυτό, όπως αναφέρει "συντέλεσε στο να μη γίνει αντιληπτό το πραγματικό καταβαλλόμενο ποσό αμοιβής....Κατάπληκτος αντελήφθη τον αυθαίρετο διπλασιασμό της αρχικής σύμβασης και επιφυλάχθηκα.

Ως εκ τούτου απηύθυνα προς τον Πρόεδρο τη με αριθμό πρωτοκόλλου εμπ....2005 επιστολή μου (συν.6) μεταθέτοντας την ευθύνη σε αυτόν και μόνο της παράνομης αμοιβής της εταιρίας φύλαξης. Αντί αυτός να συμμορφωθεί, συνέχισε τις σε βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπερβάσεις υπέρ της αντισυμβαλλόμενης εταιρείας φύλαξης". Ακολούθως καταγγέλλει τον Πρόεδρο Α.

Χ. για το πρόσθετο συμφωνητικό αναφέροντας ότι συνεχίζει την παράνομη πριμοδότηση της εταιρίας ερμηνεύοντας κατά το δοκούν την απόφαση Δ.Σ. περί εκχώρησης αρμοδιοτήτων στον Πρόεδρο για κατάρτιση νέων συμβάσεων με βάση τη συμφερότερη προσφορά, όμως για το πρόσθετο αυτό συμφωνητικό ο Πρόεδρος ουδέποτε ζήτησε προσφορές.

Στη συνέχεια, για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι αναφέρεται πρώτη φορά στον διπλασιασμό της αμοιβής της ... ΕΠΕ" αναφέρει: "Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στις 8/12/2005, ενώ ξεκινάω να καταγγέλλω τα παραπάνω και πριν προλάβω να δώσω σαφή εικόνα στα μέλη, η συνεδρίαση διακόπτεται αιφνιδίως, έκτοτε ουδέποτε το διοικητικό συμβούλιο ασχολήθηκε με τα θέματα αυτά.

Πώς μπορούσε όμως να φέρει στο Δ.Σ. το θέμα όταν θα αποκαλυπτόταν ότι η αμοιβή που είχαν αποφασίσει τα μέλη ύψους 12.400 ευρώ είχε φτάσει στα 53.550 ευρώ". Στο έγγραφο αυτό ο πρώτος κατηγορούμενος παραλείπει να αναφερθεί στο ότι ο ίδιος υπέγραψε τα δύο συμφωνητικά με τα διαφορετικά ποσά, στο ότι δεν αναφέρθηκε ποτέ στις μέχρι τότε καταγγελίες του ρητά στον διπλασιασμό της αμοιβής που αποφάσισε το Δ.Σ.

όπως η ευθύνη του προεκτέθηκε. Επίσης, αναφέρει ψευδώς ότι η συνεδρίαση Δ.Σ. της 8/12/2005 διακόπηκε αιφνιδίως, ενώ γνωρίζει, αφού ήταν παρών, ότι η συνεδρίαση διακόπηκε μετά από επικοινωνία που είχε, όπως είπε ο ίδιος στο Δ.Σ. και καταγράφηκε στο πρακτικό, με το γενικό γραμματέα του Υπουργείου. Ειδικότερα, στο χειρόγραφο πρακτικό της συνεδρίασης της 8/12/2005, στην οποία ήταν παρούσες και η νομική σύμβουλος Α.

Ο. και η Ο. Α., αναφέρεται: "διευθυντής: "μίλησα με τον Κ., ο οποίος είπε να σταματήσουμε εδώ, να συναντηθώ με τον Πρόεδρο να λήξει εδώ η υπόθεση, έχω εντολή να τα μεταφέρω στον κύριο Κ.". Η αναφορά για πρώτη φορά στις 13.6.2006 στο έγγραφο αυτό των δύο συμφωνητικών με τα διαφορετικά ποσά και ο διπλασιασμός της αμοιβής της "...

ΕΠΕ" έγινε όταν πια είχε ξεκινήσει έλεγχο το ΣΕΥΥΠ και όταν αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος ότι οι επιθεωρητές κατά την έρευνά τους επεκτάθηκαν πέρα από το πλαίσιο που είχε θέσει ο ίδιος με την καταγγελία του. Συγκεκριμένα, η εμπ. ....2006 εντολή του Γενικού Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ, με την οποία ανατέθηκε στους επιθεωρητές Θ.

Κ., Κ. Μ. και Θ. Μ. η διενέργεια ελέγχου στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αφορούσε τα αναφερόμενα στην ....2006 αίτηση του Διευθυντή για εισαγγελική παρέμβαση, δεν περιλαμβάνονταν τα δύο συμφωνητικά και ο κατηγορούμενος πίστευε ότι η έρευνα θα περιοριζόταν μόνο στα θέματα που είχε αναδείξει ο ίδιος, ενώ η έρευνα των επιθεωρητών επεκτάθηκε και σε άλλα ζητήματα και αναζήτησαν έγγραφα από τις υπηρεσίες προς διασταύρωση στοιχείων, επομένως ήταν θέμα χρόνου να γίνει γνωστή η ύπαρξη των δύο συμφωνητικών και ο αυθαίρετος διπλασιασμός της αμοιβής της "...

ΕΠΕ". Η δε υπογραφή και αρχειοθέτηση της σύμβασης των 12.400 ευρώ, που δεν εφαρμόστηκε ποτέ, δεν ήταν δυνατό να αποφευχθεί, αφού οι υπάλληλοι της νομικής υπηρεσίας και ειδικότερα οι Α. Τ. και Δ. Κ. ασχολήθηκαν με αυτή, είχαν λάβει γνώση του πρακτικού επιλογής και του ποσού της προσφοράς της "... ΕΠΕ", όμως το οικονομικό τμήμα ήταν εκείνο που έκανε τις πληρωμές και εκείνο είχε τη σύμβαση των 24.800 ευρώ.

Η σύμβαση των 12.400 ευρώ αναδείχθηκε τον Ιούνιο 2006 μετά την εμφάνιση των επιθεωρητών. Όλες αυτές οι προφάσεις του πρώτου κατηγορουμένου και οι αναληθείς ισχυρισμοί δεν αναιρούν την ευθύνη του και τη γνώση του για τα δύο συμφωνητικά και την πρόκληση ζημίας στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ με τη συμμετοχή της Ο. Α. και του Ν.

Ν. Εάν δεν είχε καμία εμπλοκή ο ίδιος, μόλις διαπίστωσε την επιβάρυνση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. προς όφελος της "... ΕΠΕ", όπως ανέφερε, το θέρος 2005, κατά λογική αναγκαιότητα, θα σταματούσε άμεσα να υπογράφει κάθε μήνα τα εντάλματα πληρωμής της "... ΕΠΕ" για να μη συνεχίσει να ζημιώνεται το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ή τουλάχιστον να μη συμμετέχει ο ίδιος σε αυτό, που έπρεπε να είναι το πρωταρχικό του μέλημα, ανεξάρτητα από την έκβαση του εγγράφου ΕΜΠ ....2005 ως προς την σύγκληση Δ.Σ.

για ενημέρωση.

Όσον αφορά το πρόσθετο συμφωνητικό, που υπέγραψε ο Πρόεδρος Α. Χ.:

Όπως προαναφέρθηκε, το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπαγόταν, ως αναθέτουσα αρχή, στο Π.Δ. 346/1998 "Προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/50 ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18/7/1992" (άρθ. 2 παρ.2), που εκδόθηκε για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη, για συμβάσεις υπηρεσιών κλπ άνω των 200.000 ευρώ και στο άρθρο 83 του ν. 2362/1995 κατά παραπομπή του άρθρου 37 παρ.2 του ίδιου Π.Δ.

για συμβάσεις υπηρεσιών κάτω του ορίου των 200.000 ευρώ σύμφωνα και με τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις των χρηματικών ορίων μέχρι το 2001. Ειδικότερα, κατά τον επίδικο χρόνο, η σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών προς το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. διεπόταν για μεν συμβάσεις άνω των 200.000 ευρώ από το ΠΔ 346/1998, για δε συμβάσεις αξίας κάτω των 200.000 ευρώ από το ν. 2362/1995.

Μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ επιτρεπόταν η σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών με απευθείας ανάθεση, μέχρι του ποσού των 45.000 ευρώ με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρο διαγωνισμό) και άνω των 45.000 ευρώ με τακτικό διαγωνισμό. Προβλεπόταν, επίσης, η δυνατότητα σύναψης σύμβασης με διαπραγμάτευση, αλλά υπό τις προβλεπόμενες στο νόμο προϋποθέσεις.

Στις 8.7.2005 υπεγράφη από τον Πρόεδρο Α. Χ., δεύτερο κατηγορούμενο, και τον νόμιμο εκπρόσωπο της "... ΕΠΕ", Ν. Ν., τρίτο κατηγορούμενο, πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών με μηνιαία αμοιβή 20.200 ευρώ με διάρκεια από 8.7.2005 μέχρι τη λήξη της κύριας σύμβασης (4.3.2006). Το έγγραφο αυτό διαβιβάστηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης με το υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2005 έγγραφο με υπογραφή του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου. Στο πρόσθετο αυτό συμφωνητικό αναφέρεται ότι αποτελεί συμπληρωματικό του ήδη υπάρχοντος από 25.2.2005, το δε αντικείμενο των πρόσθετων υπηρεσιών αφορούσε: α.τη διάθεση δύο επιπλέον ατόμων από το προσωπικό της εταιρίας ως προϊστάμενο και επόπτη ασφαλείας χωρίς στολές ή άλλα διακριτικά γνωρίσματα για τον έλεγχο, την επιτήρηση και την παρακολούθηση σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια του 24ώρου των γραφείων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

των τριών κτιρίων που αποτελούσαν αντικείμενο της κύριας σύμβασης και ειδικότερα: τους εξωτερικούς χώρους για πρόληψη εξωτερικών κινδύνων από τυχόν ύποπτα ή επικίνδυνα άτομα που στόχο έχουν την προσβολή των εγκαταστάσεων και του προσωπικού, -εσωτερικούς χώρους για τον έλεγχο και την πρόληψη ιδιόμορφων καταστάσεων και κακόβουλων ενεργειών εντός των χώρων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

β. Στην περίπτωση επισκέψεων υψηλά ιστάμενων προσώπων στους χώρους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. η υπηρεσία ασφαλείας να παρέχει κάλυψη κατά την είσοδο και έξοδο των προσώπων αυτών από τους χώρους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. γ. Πέραν των παραπάνω ελέγχων, το προσωπικό της υπηρεσίας ασφαλείας θα είναι στη διάθεση της Διεύθυνσης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

στους χώρους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. εφόσον παρίσταται ανάγκη καθ' όλη τη διάρκεια του 24ώρου για την προσφορά της βοήθειάς τους και την άμεση επέμβαση τους όποτε τους ζητηθεί. Δ. Θα παρέχει 24ωρες υπηρεσίες φύλαξης στην οικία στελεχών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. καθώς και συνοδεία κατόπιν συνεννόησης με την διοίκηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Ως τρόπος φύλαξης προβλεπόταν: οι ώρες της πρόσθετης φύλαξης των παραπάνω χώρων θα καθορίζονται και προγραμματίζονται από την διεύθυνση της υπηρεσίας ασφαλείας. Τα δύο πρόσθετα άτομα, που καλούνται προϊστάμενος και επόπτης ασφαλείας θα κινούνται αναλόγως των αναγκών για 3 ώρες κατά τη διάρκεια της πρώτης βάρδιας (από 7.00 -15.00), για 3 ώρες κατά τη διάρκεια της δεύτερης βάρδιας (από 15.00 - 23.00) και κατά τη διάρκεια της τρίτης βάρδιας (από 23.00 - 7.00) για 4 ώρες από Δευτέρα έως και Κυριακή 365 ημέρες το χρόνο.

Για την σύναψη του πρόσθετου συμφωνητικού ελήφθη υπόψη το από 25.2.2005 συμφωνητικό και η απόφαση Δ.Σ. της 2.2.2005 "περί εκχώρησης αρμοδιοτήτων". Στη συνεδρίαση Δ.Σ. της 2.2.2005 στο θέμα 5° αποφασίστηκε η παροχή εξουσιοδοτήσεων προς τον Πρόεδρο χωρίς επαναφορά του θέματος στο Δ.Σ., με υποχρέωση, όμως, ενημέρωσης σε επόμενη συνεδρίαση και υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης πρόβλεψης στον προϋπολογισμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.:

Α)...Β) να κάνει παρατάσεις/ανανεώσεις συμβάσεων: κάθε σύμβαση που αφορά τη λειτουργία του οργανισμού, υπό τον όρο ότι δεν θα υπάρχει επιπλέον οικονομική επιβάρυνση για το χρόνο της ανανέωσης....Γ) κατάρτιση νέων συμβάσεων: μίσθωση νέων κτιρίων απαραίτητων για τη λειτουργία του οργανισμού συμπεριλαμβανομένων και όλων των προκαταρκτικών ενεργειών (πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, λήψη προσφορών κλπ), ...καταγγελία συμβάσεων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται σε αυτές ......συμβάσεις συντήρησης εξοπλισμού με βάση την πιο συμφέρουσα προσφορά - ανάθεση έργου για επισκευές (ηλεκτρολόγοι - υδραυλικοί).

Με την απόφαση αυτή δόθηκαν εξουσιοδοτήσεις στον Πρόεδρο για συγκεκριμένα θέματα, που σκοπό είχαν την ευχερέστερη και με μεγαλύτερη ευελιξία αντιμετώπιση άμεσων αναγκών και επίλυση διοικητικών θεμάτων. Επομένως, για να είναι σύννομες οι σχετικές συμβάσεις του Προέδρου έπρεπε το αντικείμενο αυτών να περιλαμβάνεται στις άνω εξουσιοδοτήσεις, να υπάρχει πρόβλεψη στον προϋπολογισμό, να καταρτιστεί με βάση την πιο συμφέρουσα προσφορά και να ακολουθεί ενημέρωση του Δ.Σ.

για τα πεπραγμένα του Προέδρου. Εξουσιοδότησα στον Πρόεδρο δεν δόθηκε με την άνω απόφαση για κατάρτιση νέας σύμβασης σχετικά με τη φύλαξη των κτιρίων και αυτή που αφορούσε το πρόσθετο δεν ήταν νέα σύμβαση αλλά παρεπόμενη της αρχικής. Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 9.3.2005, θέμα 11ο υπό την προεδρία του δεύτερου κατηγορουμένου και με παρόντες τον Διευθυντή, την Ο.

Α. και την Α. Ο., αποφασίστηκε η παροχή εξουσιοδότησης προς τον Πρόεδρο, μεταξύ άλλων (όπως παρατάσεων, αποσπάσεων, μετατάξεων προσωπικού), για κατάρτιση νέων συμβάσεων "για τη μίσθωση νέων κτιρίων καθώς και κάθε σύμβαση απαραίτητη για τη λειτουργία του οργανισμού (φύλαξης, καθαριότητας, συμβάσεις συντήρησης εξοπλισμού, επισκευών κάθε είδους με βάση τη συμφερότερη προσφορά κλπ) συμπεριλαμβανομένων και όλων των προκαταρκτικών ενεργειών (πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, λήψη προσφορών κλπ).

Το θέμα τελειώνει, όπως και το αντίστοιχο της 2.2.2005, με την επισήμανση ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη όλων των παραπάνω είναι η ύπαρξη πρόβλεψης στον προϋπολογισμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Σύμφωνα με την τεχνική έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του τεχνικού συμβούλου Ν. Κ., που έγινε με επιμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, η εξουσιοδότηση αυτή που δόθηκε στον Πρόεδρο για την κατάρτιση των συμβάσεων φύλαξης, είναι πλαστή.

Ανεξάρτητα από την πλαστότητα ή μη του πρακτικού κατά τη σύναψη του πρόσθετου συμφωνητικού ο Πρόεδρος Α. Χ. ενήργησε πέραν των εξουσιοδοτήσεων που του είχαν δοθεί από το Δ.Σ., διότι δεν είχε τηρηθεί η απαραίτητη προϋπόθεση της πρόβλεψης στον προϋπολογισμό και δεν ελήφθησαν προσφορές. Επίσης, δεν έγινε εισήγηση της υπηρεσίας.

Έπρεπε να υπάρχει γραπτή εισήγηση, εφόσον επρόκειτο να γίνει υπέρβαση του προϋπολογισμού, ενώ ήταν τελείως πρόσφατη η απόφαση του Δ.Σ. της 2.2.2005, στο οποίο συμμετείχε και ο ίδιος, για τη φύλαξη των κτιρίων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από την ... ΕΠΕ" μετά από διαγωνισμό, όπου είχε συνυπολογιστεί η τοποθεσία που βρισκόταν το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και η επικινδυνότητα της περιοχής. ʼλλωστε, γύρω από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπήρχαν και άλλες δημόσιες υπηρεσίες, που είχαν ιδιωτική φύλαξη (στο κτίριο της ... και ... οι λοιποί όροφοι, πλην του ισογείου και του πρώτου που χρησιμοποιούσε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., στέγαζαν τα γραφεία του Υπουργείου), αλλά υπήρχαν και αυξημένα μέτρα δημόσιας προστασίας στην περιοχή που αντιστάθμιζαν την επικινδυνότητα.

Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, ότι το αντικείμενο της σύμβασης δεν ήταν εύκολο να κοστολογηθεί, ώστε να επιλεγεί η πιο οικονομική και συμφέρουσα προσφορά, καθώς και ότι λόγω του έκτακτου χαρακτήρα των κινδύνων, όπως ήταν οι απειλές κατά της ζωής του Διευθυντή και η επίθεση στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. που έλαβε χώρα το Μάρτιο 2005, έπρεπε να δράσει άμεσα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι λόγοι αυτοί.

Σε κάθε περίπτωση, ο Πρόεδρος εν γνώσει του δεν τήρησε τις προϋποθέσεις του νόμου που επικαλέστηκε (άρθ. 83 παρ. 2 ν. 2362/1995), αφού δεν προηγήθηκε έγκριση του Δ.Σ. για τη σύναψη της σύμβασης με διαπραγμάτευση ούτε δημοσίευση της σχετικής προκήρυξης που απαιτείτο για την επικαλούμενη από αυτόν περίπτωση υπηρεσιών που η φύση τους ή αστάθμητοι παράγοντες δεν επιτρέπουν μια προκαταρκτική κοστολόγηση.

Αντίθετα, ήταν δυνατή η κοστολόγηση και η επιλογή της πιο οικονομικής και συμφέρουσας προσφοράς, αφού το πρόσθετο συμφωνητικό αφορούσε ουσιαστικά, αν αναγνωστεί προσεκτικά, την παροχή δύο επιπλέον ατόμων για όλες τις πρόσθετες υπηρεσίες, όταν αυτές απαιτούντο είτε για την κάλυψη των υψηλά ιστάμενων προσώπων κατά την είσοδο και έξοδό τους από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

είτε για τη διάθεσή τους στη διεύθυνση καθ' όλη τη διάρκεια του 24ωρου είτε για τις συνοδείες. Για την κατ' οίκον φύλαξη αρκούσε να προσδιοριστούν τα άτομα, τα οποία αφορούσε αυτή η συγκεκριμένη υπηρεσία για να προκύψει το κόστος. Όμως, η σύμβαση διατυπώθηκε με τρόπο που να μην προσδιορίζονται σαφώς οι υποχρεώσεις της ...

ΕΠΕ" και ο τρόπος ελέγχου των παρεχόμενων υπηρεσιών, σκοπίμως, ώστε να ισχυρισθούν στη συνέχεια ότι με το πρόσθετο αγοράστηκε δύναμη όση χρειαζόταν, όποτε χρειαζόταν, και επομένως οι υπηρεσίες αυτές δεν μπορούσαν να κοστολογηθούν. Όσον αφορά τις απειλές κατά της ζωής του Διευθυντή, δεν αποδείχθηκαν ούτε υπήρξε έγγραφη ενημέρωση και σχετικό αίτημα του τελευταίου.

Η επίκληση έκτακτης ανάγκης λόγω της επίθεσης κατά του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ είναι επίσης προσχηματική, αφού αυτή έλαβε χώρα το Μάρτιο 2005 και το πρόσθετο καταρτίστηκε τον Ιούλιο και δεν δικαιολογείται η μη λήψη προσφορών. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε επιτακτικά επείγουσα ανάγκη που προέκυψε από γεγονότα απρόβλεπτα.

Επίσης, δεν υπήρχε πρόβλημα αλληλοεπικάλυψης, αφού οι υπηρεσίες του πρόσθετου αφορούσαν ουσιαστικά συνοδείες, κατ' οίκον φύλαξη, περιμετρική φύλαξη και μπορούσαν να διαχωριστούν από τεχνική ή οικονομική άποψη από την κύρια σύμβαση. Τα τιμολόγια που προσκόμισε ο τρίτος κατηγορούμενος προς απόδειξη της παροχής υπηρεσιών για το πρόσθετο συμφωνητικό δεν αποδεικνύουν τις υπηρεσίες, αφού τα περισσότερα αφορούν αγορά ειδών ένδυσης, ενώ το πρόσθετο έκανε αναφορά σε υπηρεσίες χωρίς στολές και διακριτικά, σε αγορά αυτοκινήτου στις 9.2.2006 λίγο πριν τη λήξη της διάρκειας της σύμβασης, σε παροχές από την εταιρία καθαρισμού ...

ΕΠΕ προς την ... και σε αγορά ηλεκτρονικών ειδών και αναλώσιμων, χωρίς να προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκαν για την εκτέλεση της συγκεκριμένης σύμβασης. Ο κατηγορούμενος Πρόεδρος, συνεπώς, υπέγραψε το πρόσθετο συμφωνητικό επιβαρύνοντας εν γνώσει τον οργανισμό με επιπλέον ποσό υπέρ της "... ΕΠΕ" χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη στον προϋπολογισμό χωρίς ανάλυση κόστους ανά προσφερόμενη εργασία και συγκεκριμένη τιμολόγηση των υπηρεσιών, χωρίς να ερευνήσει τη δυνατότητα επωφελέστερης επιλογής, χωρίς να εξαντλήσει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης, ενώ υπήρχε δυνατότητα κοστολόγησης.

Ο ίδιος γνώριζε όλους τους περιορισμούς αυτούς και τους παρέκαμψε εν γνώσει του, προκειμένου να ωφεληθεί η εταιρία του τρίτου κατηγορουμένου εις βάρος της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και ενήργησε μετά από παρότρυνση με πειθώ και φορτικότητα εκ μέρους του τρίτου κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος Πρόεδρος είχε, εξάλλου, τις γνώσεις και την ικανότητα να αναγνώσει και να αντιληφθεί με σαφήνεια το περιεχόμενο των εξουσιοδοτήσεων που του είχαν δοθεί από το Δ.Σ.

καθώς και τις σχετικές προϋποθέσεις για σύναψη συμβάσεων. Εάν είχε οποιαδήποτε αμφιβολία και όχι τον άνω σκοπό, εφόσον επρόκειτο για έκτακτη περίσταση, θα είχε ζητήσει έγγραφη γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου, όπως είχε κάνει και σε άλλες περιστάσεις, όπως στο θέμα των προσλήψεων προσωπικού ή σε σχέση με τα δοθέντα επιδόματα της Ο.

Α. (βλ. και το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του Προέδρου προς την νομική σύμβουλο ζητώντας τη νομική γνώμη της σε σχέση με προσλήψεις προσωπικού). Ο ισχυρισμός της μετέπειτα έγκρισης της δαπάνης από το πρόσθετο συμφωνητικό με τον προϋπολογισμό και την απόφαση Δ.Σ. της 7.7.2006, ακόμα και αν ευσταθούσε, δεν αναιρεί την ευθύνη του κατηγορουμένου Προέδρου, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο που ενήργησε δεν υπήρχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση της πρόσθετης σύμβασης, όπως προεκτέθηκε, δεν είχε εξουσιοδότηση προς τούτο από το Δ.Σ., η ζημία δε στον οργανισμό είχε ήδη επέλθει στις 7.7.2006 με την πληρωμή μηνιαίως του επιπλέον ποσού, το δε διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να νομιμοποιεί εκ των υστέρων με απόφασή του, εν μέσω, μάλιστα, του ελέγχου από τους επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ, μια παράνομη ενέργεια που είχε ήδη προκαλέσει ζημία στον οργανισμό που διοικεί.

ʼλλωστε, από το πρακτικό της 7.7.2006 δεν προκύπτει ότι το Δ.Σ. ενέκρινε το πρόσθετο συμφωνητικό και τη δαπάνη που προκλήθηκε από αυτό. Στο πρακτικό αναφέρεται ότι συντάχθηκε από το γραφείο νομικών θεμάτων χωρίς αντίρρηση από τη Διοίκηση και παραπέμπει στο ....2005 έγγραφο του Διευθυντή, με το οποίο διαβιβάστηκε το πρόσθετο συμφωνητικό στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης.

Στη συνέχεια γίνεται λόγος για τις παρατάσεις ισχύος της σύμβασης φύλαξης και τη συνέχιση αποδοχής των υπηρεσιών της ... ΕΠΕ" μέχρι την ανάδειξη νέου αναδόχου, που αποτελούν μεταγενέστερες ενέργειες και δεν εξετάζονται από το παρόν Δικαστήριο. Δεν υπήρξε, επίσης, έγκριση της δαπάνης κατά την τροποποίηση του προϋπολογισμού στις 31.10.2005 ή με άλλη απόφαση Δ.Σ.

του έτους 2006, στην οποία να έχει γίνει αναφορά στο συγκεκριμένο πρόσθετο συμφωνητικό, αλλά λαμβάνονται αποφάσεις για μελλοντικές αναθέσεις στον Πρόεδρο σύναψης συμφωνητικών. Επομένως, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος. Εφόσον τα συμφωνητικά καταρτίζονταν κατά κανόνα από το νομικό τμήμα, η Α.

Ο. συνέβαλε στη σύνταξη του συμφωνητικού αυτού, ο δε Διευθυντής, πρώτος κατηγορούμενος, με το ....2005 διαβιβαστικό του πρόσθετου συμφωνητικού προς την οικονομική υπηρεσία κάνει αναφορά στην απόφαση του Δ.Σ. της 2.2.2005, περί εκχώρησης αρμοδιοτήτων στον Πρόεδρο, η οποία όμως δεν αφορά, όπως προεκτέθηκε, την συγκεκριμένη περίπτωση, και προϋποθέτει πρόβλεψη στον προϋπολογισμό, επομένως, ενόψει και της συνεχούς απασχόλησής του μέχρι τότε με τα θέματα φύλαξης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., είχε γνώση και ο Διευθυντής της νέας οικονομικής επιβάρυνσης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με το πρόσθετο συμφωνητικό του Προέδρου χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις. Αυτό συνιστά μια ακόμη απόδειξη του ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, Διευθυντής, είχε επίγνωση της συνολικής επιβάρυνσης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπέρ της ... ΕΠΕ" μετά και τον διπλασιασμό της αρχικής προσφοράς με τα από 25.2.2005 διπλά συμφωνητικά και δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε σαφή καταγγελία, όπως στη συνέχεια ψευδώς ανέφερε, κατά τα προεκτεθέντα, παρά μόνο μετά την έναρξη ελέγχου από τους επιθεωρητές του ΣΕΥΥΠ και σαν αποτέλεσμα της εν γένει αντιπαράθεσής του με τον Πρόεδρο.

Όπως αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με την Ο. Α., τέταρτη κατηγορουμένη, με τις προπεριγραφόμενες ενέργειές τους, απέκρυψαν με πρόθεση από την οικονομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. το αρχικό συμφωνητικό για την "... ΕΠΕ" με αμοιβή της 12.400 ευρώ, το οποίο παρέμεινε στο αρχείο της νομικής υπηρεσίας, και ο ίδιος, ενεργώντας από κοινού με τον τρίτο κατηγορούμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της "...

ΕΠΕ" υπέγραψαν με τις άνω ιδιότητές τους το νέο συμφωνητικό των 24.800 ευρώ εν γνώσει ότι δεν ήταν αυτή η νόμιμη αμοιβή της εταιρίας, στη συνέχεια δε η τέταρτη κατηγορουμένη εν γνώσει του Διευθυντή κοινοποίησε το συμφωνητικό αυτό στην οικονομική υπηρεσία με τα ....2005 και ....2005 περί ορθής επανακοινοποίησης έγγραφά της, παριστάνοντας ψευδώς στην άνω υπηρεσία και εν γνώσει της αναλήθειας ότι η οφειλόμενη αμοιβή στην εταιρία "...

ΕΠΕ" με βάση τον διαγωνισμό ήταν 24.800 ευρώ, με αποτέλεσμα να παραπειστεί η οικονομική υπηρεσία και να καταβάλλει μηνιαίως στην εταιρία "... ΕΠΕ" επιπλέον ποσό 12.400 ευρώ, που δεν είχε συμφωνηθεί νόμιμα και δεν αντιστοιχούσε σε πρόσθετες υπηρεσίες. Με τις διαδοχικές αυτές ενέργειες των συμμέτοχων κατηγορουμένων από κοινού προκλήθηκε, σύμφωνα με το σκοπό τους, παράνομο όφελος της εταιρίας "...

ΕΠΕ", συνολικού ποσού 148.800 ευρώ (12.400 χ 12 μήνες από 5.3.3005 έως 4.3.2006) και με τον ΦΠΑ 18% = 175.584 ευρώ και αντίστοιχη συνολική ζημία της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., καθώς και ο ΦΠΑ αποτελεί επιβάρυνση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στο παράνομο όφελος της "... ΕΠΕ" με το συμφωνητικό αυτό. Ο ισχυρισμός ότι το ύψος της ζημίας, σε κάθε περίπτωση, είναι κατώτερο των 120.000 ευρώ, διότι τον Δεκέμβριο 2005 ο πρώτος κατηγορούμενος ανέδειξε την ύπαρξη των διπλών συμφωνητικών, οπότε ήρθη η πλάνη των μελών του Δ.Σ., και ότι έχει παραγραφεί η πράξη ως πλημμέλημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, όπως προεκτέθηκε ότι αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος Διευθυντής δεν ανέδειξε την ύπαρξη των δύο συμφωνητικών το Δεκέμβριο 2005 αλλά τον Ιούνιο 2006 και τούτο εξ ανάγκης καθώς δεν ήταν δυνατό να αποκρύβει περαιτέρω.

Επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Πρόεδρος του Δ.Σ., κατόπιν προτροπής του τρίτου κατηγορουμένου, νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ... ΕΠΕ", προκάλεσε εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δολίως και κατά παράβαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης, της αντιπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας που είχε εκ του νόμου, του κανονισμού εσωτερικής λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και ενεργώντας πέραν των πλαισίων των εξουσιοδοτήσεων που του είχαν παρασχεθεί με αποφάσεις του Δ.Σ., όπως οι παραβάσεις προαναφέρθηκαν, και ειδικότερα σύναψε, υπογράφοντας ως εκπρόσωπος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., το από 8.7.2005 πρόσθετο συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών από την εταιρία "... ΕΠΕ", μαζί με τον τρίτο κατηγορούμενο, ως εκπρόσωπο της εταιρίας, με διάρκεια από 8.7.2005 μέχρι 4.3.2006 με αντικείμενο παροχή πρόσθετων υπηρεσιών φύλαξης από την εταιρία έναντι αμοιβής 20.200 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ, χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως το Δ.Σ.

για την ενδεχόμενη αναγκαιότητα, χωρίς τήρηση της διαδικασίας και συνδρομή των προϋποθέσεων απευθείας σύναψης. Με τον τρόπο αυτό προκάλεσε βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. συνολικού ποσού 192.304 (20.200 χ 7 μήνες πλέον ΦΠΑ) ευρώ, καθώς δεν υπήρχε ανάγκη συμπληρωματικών υπηρεσιών και δεν παρασχέθηκαν αντίστοιχες υπηρεσίες, σύμφωνα με το πρόσθετο αυτό συμφωνητικό, γεγονός που ο κατηγορούμενος γνώριζε και αποδέχθηκε, προκειμένου να ωφελήσει τον τρίτο κατηγορούμενο και την εταιρία που αυτός εκπροσωπούσε.

Γνώριζε, επίσης, ο δεύτερος κατηγορούμενος ότι η εταιρία "... ΕΠΕ" ήδη αμείβεται με το ποσό των 24.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ (το ανέφερε και απολογούμενος), αφού ο ίδιος υπέγραφε μηνιαίως μαζί με τον Διευθυντή τα εντάλματα πληρωμών της "... ΕΠΕ", γεγονός που επιτείνει το δόλο του ως προς την εν γνώσει επιβάρυνση της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με το πρόσθετο συμφωνητικό. Όσον αφορά, αρχικά, το από 25.2.2005 συμφωνητικό των 24.800 ευρώ, δεν παρασχέθηκαν επιπλέον υπηρεσίες πέρα από αυτές που αναφέρονται στο συμφωνητικό των 12.400 ευρώ, αφού πρόκειται για την ίδια διατύπωση των όρων της σύμβασης και το μόνο που διαφέρει είναι το ποσό της αμοιβής. Η προσφορά της εταιρίας ...

ΕΠΕ" στον σχετικό διαγωνισμό ήταν 12.400 ευρώ πλέον ΦΠΑ και με αυτό το ποσό δεσμεύθηκε να προσφέρει το έργο που ζητήθηκε από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Το ζήτημα της κάλυψης ή μη του εργατοϋπαλληλικού κόστους και των ασφαλιστικών εισφορών του προσωπικού αποτελεί απόφαση και ευθύνη της εταιρίας και των εκπροσώπων της, δηλαδή του τρίτου κατηγορουμένου, που επέλεξε να υποβάλει προσφορά με αυτό το ποσό και με αυτό καταρτίσθηκε η πρώτη σύμβαση με αποδοχή από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

της προσφοράς αυτής με έγκυρη σύμβαση (άρθ. 361 Α.Κ.), η οποία δεν κατέστη με κάποιο τρόπο ανίσχυρη ή άκυρη, ώστε να τίθεται θέμα έλλειψης νόμιμης αιτίας και αδικαιολόγητου πλουτισμού του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αφού αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση, δεν δόθηκε αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς η σύμβαση αποτελεί κατά το άρθρ. 361 Α.Κ.

νόμιμη αιτία και μπορεί κάθε συμβαλλόμενος, εφόσον αυτή είναι ισχυρή, να ασκήσει τα δικαιώματά του από αυτή. Ο ισχυρισμός του τρίτου κατηγορουμένου περί παραδρομής ως προς το ποσό της προσφοράς και παραβίασης της ασφαλιστικής νομοθεσίας, που οδήγησε στην αύξηση του ποσού σε 24.800 ευρώ μετά τις διευκρινίσεις με τους εκπροσώπους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δεν είναι βάσιμος ούτε πειστικός και πρέπει να απορριφθεί, όταν μάλιστα δεν απευθύνθηκε κανείς εκ των συμβαλλομένων στη δεύτερη σύμβαση και ιδίως ο Διευθυντής στο Δ.Σ., προφορικώς ή εγγράφως, για να ενημερώσει για το ζήτημα που, κατά τους ισχυρισμούς του τρίτου κατηγορουμένου, προέκυψε και να ληφθεί τροποποιητική, ενδεχομένως, απόφαση επ' αυτού από το διοικητικό συμβούλιο, που είναι το αρμόδιο όργανο για τη δέσμευση του νομικού προσώπου.

Η επικαλούμενη παραβίαση, εξάλλου, της ασφαλιστικής νομοθεσίας έγινε από τον ίδιο τον τρίτο κατηγορούμενο εν γνώσει του και με δικό του κίνδυνο, προκειμένου να αναδειχθεί στον διαγωνισμό η εταιρία του και δεν μετατίθεται η όποια ευθύνη στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Επίσης, για τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέος και ο ισχυρισμός ότι οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν ήταν αξίας 24.800 ευρώ και επομένως δεν υπέστη ζημία το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., επειδή η όποια ζημία ισοσταθμίζεται με ισάξια αντιπαροχή.

Οι υπηρεσίες αυτές παρασχέθηκαν και όφειλαν να παρασχεθούν με βάση την έγκυρη σύμβαση των 12.400 ευρώ μετά από έγκυρη δήλωση βουλήσεως της εταιρίας- προσφοράς για το ποσό που ζητεί ως αμοιβή της γνωρίζοντας συγκεκριμένα και με σαφήνεια τις υπηρεσίες που ζητούσε ο οργανισμός και δεν εκτελέστηκαν επιπλέον υπηρεσίες ασφαλείας.

Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι όλοι οι απασχοληθέντες στην ... ΕΠΕ", στα πλαίσια του συμφωνητικού, είχαν νόμιμη άδεια φύλακα, ικανότητα και προσόν απαραίτητα, στα οποία και απέβλεψε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ώστε να τίθεται επίσης ζήτημα ισάξιας αντιπαροχής που ισοσταθμίζει την προκληθείσα ζημία. Κατόπιν των ανωτέρω, δεν απαιτείται και η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με τη μισθοδοσία και τις ασφαλιστικές εισφορές για υπηρεσίες φύλαξης κατά το έτος 2005, όπως αβάσιμα αιτήθηκε ο τρίτος κατηγορούμενος.

ʼλλωστε, όπως προεκτέθηκε, υπήρχαν και άλλες προσφορές των Λοιπών εταιριών, που ήταν περισσότερο συμφέρουσες για το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από εκείνη της "... ΕΠΕ" είτε με ποσά χαμηλότερα των 24.800 ευρώ είτε με ποσά μεγαλύτερα μεν των 12.400 ευρώ αλλά με επιπλέον δωρεάν παροχές, μεγαλύτερη αξιοπιστία και υποδομή από εκείνες της "...

ΕΠΕ" και, αν δεν είχε μεθοδευθεί η επιλογή της εταιρίας του τρίτου κατηγορουμένου, θα είχε οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, επιλεγεί μία από τις άλλες εταιρίες, καθώς παρείχαν πιο αξιόπιστες και συμφέρουσες υπηρεσίες, όπως προεκτέθηκε. Όσον αφορά το πρόσθετο συμφωνητικό, αποδείχθηκε ότι οι αναφερόμενες σε αυτό υπηρεσίες δεν ήταν αναγκαίες ούτε παρασχέθηκαν στην πραγματικότητα, πέραν εκείνων της κυρίας σύμβασης.

Η αναφορά σε δύο επιπλέον άτομα, που θα επιτηρούν τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, δεν αποτελούσε επιπλέον υπηρεσία, εφόσον η επιτήρηση των χώρων αυτών ήταν ήδη αντικείμενο της αρχικής σύμβασης. Οι επικαλούμενοι από τον τρίτο κατηγορούμενο ισχυρισμοί περί απασχόλησης επιπλέον ατόμων για περιπολίες και για τον τρόπο εκτέλεσης αυτών, δεν αναφέρονται στο πρόσθετο συμφωνητικό ή σε άλλο έγγραφο ούτε επιβεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις.

Οι υπεύθυνες δηλώσεις ορισμένων από τους υπαλλήλους του κατηγορουμένου, όπου αναφέρουν ότι απασχολήθηκαν στα πλαίσια του πρόσθετου συμφωνητικού, είναι τελείως ασαφείς και αόριστες, δεν προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη εργασία, τον χρόνο και το αντικείμενο αυτής, δεν επιβεβαιώνονται από λοιπά αποδεικτικά μέσα όπως έγγραφα, παρουσιολόγια, βιβλία καταγραφής συμβάντων, και δεν είναι πειστικές κατά την κρίση του Δικαστηρίου.

Επίσης, ο τρίτος κατηγορούμενος κάνει αναφορά σε υπεύθυνο βάρδιας, όμως, η υπηρεσία αυτή δεν προβλέπεται στο πρόσθετο συμφωνητικό ούτε αποδείχθηκε η παρουσία του στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Ο μάρτυρας Α..Μ., αρχιφύλακας της ... ΕΠΕ", που εξετάστηκε πρωτοδίκως, αναφέρθηκε στις υπηρεσίες που παρείχαν με βάση την αρχική σύμβαση, αναφέρθηκε αόριστα σε περιμετρική φύλαξη, την οποία δεν θυμάται να κάλεσε ποτέ για βοήθεια, και έκανε λόγο για συνοδεία μόνο στην Ο.

Α. και στον Θ. Π. Κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε συγκεκριμένα περιστατικά εφαρμογής του πρόσθετου συμφωνητικού ούτε κάποιος υπάλληλος ή στέλεχος, εκτός από την Ο. Α., κατέθεσε ότι δέχθηκε υπηρεσίες συνοδείας με βάση το ίδιο συμφωνητικό. Υπηρεσίες 24ωρης φύλαξης στις οικίες στελεχών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και συνοδείες αυτών δεν υπήρξαν, όπως ισχυρίσθηκε ο τρίτος κατηγορούμενος, αφού η εταιρία ...

ΕΠΕ" δεν κατείχε οχήματα και προσωπικό επαρκές για το σκοπό αυτό, δεν επιβεβαιώθηκαν από τις αποδείξεις, στο δε πρόσθετο συμφωνητικό δεν αναφέρεται αριθμός ατόμων για το σκοπό αυτό, αλλά τέθηκε μια ασαφής διατύπωση για να δικαιολογηθεί το αθέμιτο όφελος που προσπορίστηκε στον τρίτο κατηγορούμενο. Ο Διευθυντής Θ..Π.

αρνήθηκε ότι είχε συνοδεία στα πλαίσια του πρόσθετου συμφωνητικού. Είχε 24ωρη επιτήρηση στην οικία του από την Ελληνική Αστυνομία κατά τα έτη 2005 και 2006 (βλ. και την σχετική από 28.8.2013 βεβαίωση του Προϊσταμένου Κλάδου Ασφαλείας της ΕΛΑΣ), ενώ η όποια συνοδεία του ιδίου και της Ο..Α. κατά την αποχώρησή τους το βράδυ από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

ήταν περιστασιακή και όχι στα πλαίσια του πρόσθετου συμφωνητικού αλλά της γνωριμίας και της συνεργασίας με τον κατηγορούμενο Ν..Ν. για την επίτευξη της συμφωνίας φύλαξης. Η επιθεωρήτρια ΣΕΥΥΠ Μ. Μ., που συνέταξε και υπέγραψε την από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης, στην από 2.2.2009 κατάθεσή της ενώπιον του ανακριτή, ανέφερε ότι στην οικονομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

διαβιβάστηκε το συμφωνητικό φύλαξης των 24.800 ευρώ μηνιαίως, ότι ο Πρόεδρος Α. Χ. υπέγραψε το πρόσθετο συμφωνητικό χωρίς να έχει ειδική εξουσιοδότηση από το Δ.Σ. και ότι από την έρευνα των επιθεωρητών δεν προέκυψε ότι παρασχέθηκαν οι συμφωνηθείσες πρόσθετες παροχές ασφαλείας. Επίσης, ότι τα μέλη του Δ.Σ., που ρωτήθηκαν, δεν γνώριζαν σχετικά με το πρόσθετο συμφωνητικό ούτε αντελήφθησαν επιπλέον φύλαξη ούτε γνώριζαν το λόγο και την αναγκαιότητα κατάρτισης του πρόσθετου συμφωνητικού.

Ως προς την υπηρεσία της παροχής κάλυψης σε περίπτωση επίσκεψης υψηλά ιστάμενων προσώπων στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. δεν αποδείχθηκε η αναγκαιότητα, αφού υπήρχε ήδη κάλυψη στους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., τα δε πρόσωπα αυτά είτε συνοδεύονταν από προσωπική ασφάλεια είτε προστατεύονταν από αστυνομικά όργανα ούτε αποδείχθηκε ότι εφαρμόσθηκε ποτέ αυτή η παροχή του πρόσθετου συμφωνητικού.

Η μη παροχή υπηρεσιών από το πρόσθετο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι το Σεπτέμβριο 2005 έγιναν πληρωμές για έξτρα υπηρεσίες, ενώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των δεύτερου και τρίτου των κατηγορουμένων, συμφωνήθηκε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. να έχει διαθέσιμη όση δύναμη ήθελε, χωρίς να πληρώνει έξτρα αμοιβή, όμως, το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

κατέβαλε 4.284 ευρώ για εξόφληση του ....2005 τιμολογίου της ... "για αυξημένα μέτρα από 26.8.2005 έως 4.9.2005 περίοδος μετακόμισης σε 24ωρη βάση" σύμφωνα με το τιμολόγιο. Για τις επικαλούμενες συνοδείες η ... ΕΠΕ" δεν διέθετε αυτοκίνητα πλην ενός αυτοκινήτου τύπου τζιπ CHEROKEE, που το αγόρασε στις 9.2.2006, λίγες ημέρες πριν τη λήξη του συμφωνητικού (4.3.2006).

Δεν διέθετε επίσης αναγκαίο προσωπικό για να καλύψει τις απαιτήσεις των συνοδειών όπως προκύπτει και από τους πίνακες προσωπικού στην από 29.6.2018 έκθεση του τεχνικού συμβούλου Α. Ρ., που προσκόμισε ο τρίτος κατηγορούμενος. Σε αυτήν αναφέρεται ότι για το πρόσθετο συμφωνητικό απασχολήθηκαν πέντε υπάλληλοι της εταιρίας ...

ΕΠΕ, η οποία είναι εταιρία του τρίτου κατηγορουμένου παροχής υπηρεσιών καθαριότητας, χωρίς να κατέχουν άδεια φύλακα, προϋπόθεση απαραίτητη για την προσήκουσα παροχή των υπηρεσιών φύλαξης, ο δε τρίτος κατηγορούμενος ανέφερε ότι χρησιμοποιήθηκαν αυτοκίνητα της εταιρίας αυτής για τη φύλαξη, που χρησιμοποιούνται όμως για διαφορετικό σκοπό και δεν μπορούσαν να είναι διαθέσιμα επί 24ώρου βάσεως αλλά και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε η παραχώρηση οχημάτων και ποίων συγκεκριμένα από την ...

ΕΠΕ ούτε έκδοση σχετικού τιμολογίου. Και οι δύο εταιρίες ιδρύθηκαν από τον τρίτο κατηγορούμενο και κατήρτισαν μεταξύ τους το από 1.6.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, από το περιεχόμενο του οποίου δεν προκύπτει η παραχώρηση προσωπικού της εταιρίας ... ΕΠΕ στην ..., για την οποία χρειαζόταν άδεια φύλακα, που απαιτείται να κατέχει το προσωπικό που εργάζεται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (άρθ. 3 ν. 2518/1997).

Οι υποχρεώσεις της ... ΕΠΕ προς την ... ΕΠΕ" αφορούσαν την παροχή υπηρεσιών και τη διάθεση ανώτατων στελεχών της που θα προΐστανται των αντίστοιχων υπηρεσιών, δηλαδή οικονομικών, διοικητικών κλπ και όχι ατόμων για την εκτέλεση καθηκόντων φύλαξης. Από τους πίνακες προσωπικού της ... ΕΠΕ", που προσκόμισε ο τρίτος κατηγορούμενος, προκύπτει ότι οι πρώτοι φύλακες προσελήφθησαν τον Μάρτιο 2005, όπως προεκτέθηκε, δηλαδή ενόψει της συγκεκριμένης ανάληψης του έργου της φύλαξης των κτιρίων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με βάση τον διαγωνισμό και επομένως η εταιρία δεν διέθετε προσωπικό - φύλακες πριν από το χρόνο αυτό. Ως προς τους αναφερόμενους στην έκθεση του ορκωτού ελεγκτή Α. Ρ. υπαλλήλους της ... ΕΠΕ", τους οποίους διέθεσε ως επιπλέον δύο άτομα για την εκπλήρωση του από 8.7.2005 πρόσθετου συμφωνητικού, Ι. Σ. και Α. Δ., ο πρώτος προσελήφθη μεταγενέστερα της έναρξης του συμφωνητικού και ο δεύτερος δεν αναφέρεται στους πίνακες προσωπικού.

Οι δε υπάλληλοι της εταιρίας ... ΕΠΕ, που φέρονται, κατά την έκθεση του ορκωτού ελεγκτή Α. Ρ. και κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, να απασχολήθηκαν στη φύλαξη στα πλαίσια του πρόσθετου συμφωνητικού, Κ. Π. και Λ. Μ., είναι υπάλληλοι γραφείου σύμφωνα με τον πίνακα προσωπικού της εταιρίας. Βέβαια, στην απολογία του ο κατηγορούμενος έκανε λόγο για 12 επιπλέον άτομα, που προσέθεσε για την εκπλήρωση του πρόσθετου συμφωνητικού, που δεν επιβεβαιώθηκαν ούτε από την έκθεση του Α.

Ρ., που συνετάγη με βάση στοιχεία που έλαβε από τον ίδιο. Επίσης, το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου περί εφαρμογής του άρθρου 39 ΚΠΔ είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθώς δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, δεν ανέκυψε γεγονός που μπορεί να χαρακτηριστεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως σχετικά με προηγούμενες και μεταγενέστερες της επίδικης συμβάσεις φύλαξης με το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και τις αμοιβές των εταιριών, όπως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, καθώς απαιτείται ειδικότερη έρευνα για τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις σύναψης εκάστης των συμβάσεων αυτών, που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο τρίτος κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με τον Διευθυντή, πρώτο κατηγορούμενο, κατάρτισαν με πρόθεση, με τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν, και υπέγραψαν το από 25.2.2005 συμφωνητικό με αμοιβή της ...

ΕΠΕ" 24.800 ευρώ εν γνώσει του ψεύδους ως προς το ύψος της αμοιβής, το οποίο η Ο. Α., ως αναπληρώτρια του Διευθυντή, διαβίβασε στην οικονομική υπηρεσία παριστάνοντας εν γνώσει ψευδώς στο αρμόδιο για πληρωμές τμήμα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ότι η νόμιμη αμοιβή της εταιρίας με βάση τον διενεργηθέντα διαγωνισμό ήταν το ποσό αυτό αποκρύπτοντας μαζί με τον Θ..Π.

από την οικονομική υπηρεσία το συμφωνητικό των 12.400 ευρώ, ενεργώντας όλοι από κοινού και με κοινό δόλο εν γνώσει του ψεύδους, με σκοπό της συνολικής διαδοχικής συμπεριφοράς και των τριών τη δημιουργία πλάνης στο αρμόδιο για πληρωμές οικονομικό τμήμα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ώστε να αποκομίσει η εταιρία "... ΕΠΕ" παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., σκοπό τον οποίο και πέτυχαν, αφού η οικονομική υπηρεσία πείστηκε ότι το μηνιαίο οφειλόμενο ποσό αμοιβής ανέρχεται σε 24.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ και η εταιρία "...

ΕΠΕ" εξ αρχής πληρωνόταν με το ποσό αυτό μηνιαίως αντί του ποσού των 12.400 ευρώ, που έπρεπε να καταβάλλεται. Επίσης, ο τρίτος κατηγορούμενος, ερχόμενος σε προσωπική επικοινωνία με τον δεύτερο κατηγορούμενο, Πρόεδρο, όχι βεβαίως εντός του χώρου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., προκάλεσε σε αυτόν, εν γνώσει και με πρόθεση να προκληθεί βέβαιη ζημία στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

προς όφελος της εταιρίας του, με πειθώ και φορτικότητα, την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη της απιστίας καταρτίζοντας και υπογράφοντας το από 8.7.2005 πρόσθετο συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών ασφαλείας από την "... ΕΠΕ", αν και δεν υπήρχε αναγκαιότητα και έκτακτη περίπτωση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, προκαλώντας εν γνώσει του βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με συνολικό ποσό μεγαλύτερο των 120.000 ευρώ, αφού επιβαρύνθηκε με επιπλέον ποσό 20.200 ευρώ μηνιαίως πλέον ΦΠΑ επί 7 μήνες, χωρίς παροχή αντίστοιχων υπηρεσιών φύλαξης, ενεργώντας, ο Πρόεδρος, κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης της περιουσίας του οργανισμού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, του οποίου βάσει του νόμου και του εσωτερικού κανονισμού αλλά και βάσει των εξουσιοδοτήσεων από το Δ.Σ.

είχε την επιμέλεια και διαχείριση. Επομένως, ο τρίτος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., όπως αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως, από κοινού απάτης με τους πρώτο και τέταρτη των κατηγορουμένων με ζημία άνω των 120.000 ευρώ (175.584 ευρώ) και ένοχος ηθικής αυτουργίας στην τελεσθείσα από τον δεύτερο κατηγορούμενο απιστία με ζημία επίσης άνω των 120.000 ευρώ (192.304 ευρώ), ποσά στα οποία απέβλεψε και στις δύο περιπτώσεις, ανεξάρτητα από τυχόν συμμετοχή στην απιστία αυτή του Διευθυντή και της νομικής συμβούλου Α..Ο., οι οποίοι δεν κατηγορούνται, αλλά προφανώς συνέβαλαν, αφού μόνος του ο Πρόεδρος δεν μπορεί να συνέταξε την σύμβαση του πρόσθετου συμφωνητικού (η Α..Ο.

κατέθεσε ότι ο Πρόεδρος της είπε να συντάξει το πρόσθετο συμφωνητικό), το οποίο διαβίβασε, άλλωστε, στο οικονομικό τμήμα ο Διευθυντής χωρίς να φέρει οποιαδήποτε αντίρρηση για την σκοπιμότητα σύναψης αυτού και για το ύψος της αμοιβής. Ο δεύτερος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος απιστίας σε βαθμό κακουργήματος, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α και ε Π.Κ., όπως και πρωτοδίκως, όσον αφορά την σύναψη του από 8.7.2005 πρόσθετου συμφωνητικού, ο πρώτος και η τέταρτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατά πλειοψηφία ως προς την τέταρτη, για την επιμέρους πράξη της απάτης από κοινού με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84παρ.2α Π.Κ.

ο πρώτος και του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. η τέταρτη όσον αφορά την εταιρία ... ΕΠΕ" σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ως αποδειχθέντα.

Όσον αφορά τις κατηγορίες για τα επιδόματα στην Ο. Α.:

Όπως προεκτέθηκε, η Ο. Α. προσελήφθη στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, τριετούς διάρκειας, με έναρξη 1.11.2002. Τον Ιούνιο 2004 ανέλαβε καθήκοντα στο γραφείο του τότε Υπουργού Υγείας με απόσπαση από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και στη συνέχεια διορίσθηκε σύμβουλος του Υπουργού. Με απόφαση του Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

της 5.11.2004, με Πρόεδρο τον Γ. Σ. και μετά από εισήγηση του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου, τοποθετήθηκε υπεύθυνη του τμήματος Διοικητικού Συντονισμού και αναπληρώτρια Διευθύντρια, θέση που δεν προβλεπόταν ρητά από τις σχετικές με το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. διατάξεις. Η σύμβασή της κατέστη αορίστου χρόνου στις 24.3.2005, όταν είχε ήδη αναλάβει Πρόεδρος του Δ.Σ.

ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος και υπέγραψε τη σύμβαση. Παράλληλα συνέχιζε να ασκεί καθήκοντα συμβούλου στο γραφείο του Υπουργού Υγείας. Με τα υπ'αριθμ. ....2004 και ....2005 έγγραφα του Διευθυντή και το ....2005 έγγραφο της ιδίας, με τις ιδιότητες της αναπληρώτριας διευθύντριας και υπεύθυνης του τμήματος διοικητικού συντονισμού η Ο.

Α. προϊστατο του γραφείου προσωπικού και των γραφείων που υπάγονταν στο τμήμα αυτό, είχε την αρμοδιότητα χρέωσης όλης της υπηρεσιακής εσωτερικής αλληλογραφίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κοινοποιείτο σε αυτή όλη η εξερχόμενη αλληλογραφία και της γνωστοποιείτο όλη η εισερχόμενη αλληλογραφία για χρέωση. Όπως αποδείχθηκε, στη συνεδρίαση του Δ.Σ.

της 5.11.2004 αποφασίστηκε, μετά από αντιρρήσεις ορισμένων μελών, όπως προαναφέρθηκε, οι αποδοχές της να ανέρχονται σε εκείνες του Διευθυντή ΕΣΥ μετά από πρόταση του Διευθυντή, χωρίς να γίνει αναφορά σε επιπλέον επιδόματα, αφού ήδη οι αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ προκάλεσαν αντιπαραθέσεις ως υπερβολικές για μια νέα ιατρό με διοικητικά και όχι ιατρικά καθήκοντα.

Με το υπ'αριθμ. πρωτ. ....2004 έγγραφο - υπηρεσιακό σημείωμα του Προέδρου του Δ.Σ., Γ. Σ., προς τη Διεύθυνση ΚΕΕΛ διαβιβάσθηκε ακριβές απόσπασμα του πρακτικού της ....2004 σχετικά με τον ορισμό της Ο. Α. στις άνω θέσεις και τις αποδοχές της από Νοέμβριο 2004, στο οποίο γίνεται αναφορά μόvo για αποδοχές στο επίπεδο Διευθυντή ΕΣΥ.

Στο επάνω μέρος δεξιά του εγγράφου υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις της Ο. Α., που δεν αμφισβητούνται, σχετικά με τα γραφεία στα οποία πρέπει να χρεωθεί το έγγραφο και αυτά είναι, όπως καταγράφηκαν: Γραφείο Προέδρου, γραφείο Διευθυντή (ενέργειες), γραφείο Δ.Σ., γραφείο προσωπικού και τμήμα οικονομικής διαχείρισης, ημερομηνία 11.11.2004 και υπογραφή της Ο.

Α. Εκτός από αυτό το έγγραφο- διαβιβαστικό υπάρχει και το ....2004 διαβιβαστικό έγγραφο του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου, απευθυνόμενο στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης, στο οποίο αναφέρει ότι υποβάλλει ακριβές απόσπασμα του ίδιου πρακτικού σχετικά με την απόφαση να ανατεθούν στην Ο. Α. οι ως άνω αρμοδιότητες.

Επάνω δεξιά στο έγγραφο αναγράφεται: "Υπηρεσιακό σημείωμα - ορθή επανακοινοποίηση". Ο Διευθυντής ισχυρίζεται ότι με το έγγραφο αυτό διαβίβασε στην οικονομική υπηρεσία το γνήσιο απόσπασμα που διαβίβασε και ο Πρόεδρος Γ. Σ. από παραδρομή στο Διευθυντή, ενώ έπρεπε να το απευθύνει στην οικονομική υπηρεσία και για το λόγο αυτό το έκανε ο ίδιος με το ...

την ίδια ημέρα και ότι με το έγγραφο αυτό δεν διαβίβασε το νοθευμένο απόσπασμα που περιελάμβανε και αναφορά επιδόματος αυξημένων αρμοδιοτήτων. Ως επιχείρημα προς τούτο αναφέρει ότι το επίδομα των 1000 ευρώ δεν άρχισε να καταβάλλεται στην Ο. Α. από το Νοέμβριο 2004, όπως θα συνέβαινε αν είχε διαβιβάσει το νοθευμένο, αλλά αργότερα, τον Απρίλιο 2005.

Στο πλήρες μηχανογραφημένο πρακτικό της συνεδρίασης της 5.11.2004 αναφέρεται ότι αποφασίσθηκε ο μισθός της κατηγορουμένης από το μήνα Νοέμβριο 2004 να ανέρχεται στις αποδοχές του Διευθυντή ΕΣΥ με το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων (1000 ευρώ μικτά) ως τμηματάρχη διοικητικού συντονισμού καθώς και το επίδομα αναπληρώτριας Διευθύντριας (1000 ευρώ μικτά).

Δηλαδή προστίθενται, εκτός από το μισθό και δύο επιδόματα που δεν είχαν εγκριθεί από το Δ.Σ. Στο χειρόγραφο πρακτικό ίδιας συνεδρίασης αναγράφεται κατά λέξη: "Εγκρίνεται ομόφωνα η πρόταση της Δ/νσης και ορίζεται η Ο. Α. στη θέση της Αν.Δ/ντριας και Υπεύθυνης Τμήματος Διοικητικού Συντονισμού με νόμιμες Δ/ντή ΕΣΥ αποδοχές &

επίδομα αυξημένων αρμοδ. & Αν. Δ/ντριας", δηλαδή και εδώ προστίθενται τα επιδόματα χωρίς αναφορά ποσών. Υπάρχουν, επίσης, τρία ακριβή αντίγραφα αποσπασμάτων του πρακτικού αυτού με υπογραφή της γραμματέως Δ.Σ. Ε. Λ., με διαφορές ως προς τις αποδοχές της Ο. Α. Ειδικότερα: α) Το πρώτο, που διαβιβάστηκε με το ....2004 έγγραφο του Προέδρου Γ.

Σ. στο Διευθυντή, στο οποίο αναφέρεται ότι οι μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο επίπεδο του Διευθυντή ΕΣΥ, β) το δεύτερο ακριβές αντίγραφο με υπογραφή της Ε. Λ. αναφέρει ότι οι μηνιαίες αποδοχές της κατηγορουμένης ανέρχονται στο επίπεδο του Διευθυντή ΕΣΥ με το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων ως τμηματάρχης διοικητικού συντονισμού χωρίς αναφορά ποσού και γ) στο τρίτο ακριβές αντίγραφο αποσπάσματος με υπογραφή της Ε.

Λ., που πήραν οι επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ κατά τη διάρκεια του ελέγχου από το τμήμα οικονομικής διαχείρισης, αναφέρεται ότι οι μηνιαίες αποδοχές της Ο. Α. ανέρχονται στο επίπεδο του Διευθυντή ΕΣΥ με το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων 1000 ευρώ ως τμηματάρχης διοικητικού συντονισμού. Το αληθές είναι, όπως προαναφέρθηκε πως αποδείχθηκε, ότι αποφασίστηκε από το Δ.Σ.

οι αποδοχές της να ανέρχονται σε εκείνες του Διευθυντή ΕΣΥ μετά από πρόταση του Διευθυντή, χωρίς να γίνει αναφορά σε επιπλέον επιδόματα. Δηλαδή αυτό που αναφέρει το απόσπασμα που διαβίβασε ο Πρόεδρος Γ..Σ. με το ....2004 έγγραφο. Από Νοέμβριο 2004 η Ο. Α. δεν ελάμβανε επιδόματα αλλά μόνο τις αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ και τα επιδόματα προστέθηκαν Απρίλιο και Μάιο 2005.

Όπως αποφαίνονται και στην γραφολογική τους έκθεση οι Ν. Κ. και Δ. Κ., που προσκομίζει ο πρώτος κατηγορούμενος, στο θέμα 3α έχουν προστεθεί εκ των υστέρων (χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος) με τα γράμματα της Ε. Λ. στριμωγμένες οι λέξεις "επίδ. Αυξ. Αρμ. και Αν. Δ/ντριας" (χωρίς ποσά) που έχουν γραφεί με διαφορετικό μελάνι χάραξης, διαφορετική ποιότητα και ροή μελάνης, καθώς και ότι υπάρχει λανθάνουσα γραφή του υπόλοιπου κειμένου, όχι όμως και του συγκεκριμένου τμήματος, που προστέθηκε με το φύλλο χάρτου, όπου βρίσκεται, να μην ακουμπά στο επόμενο φύλλο.

Εξάλλου, εάν είχαν δοθεί εξ αρχής τα επιδόματα, δεν υπήρχε λόγος στη συνέχεια ο Πρόεδρος Α. Χ. να της χορηγήσει με απόφασή του επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων 1200 ευρώ (διαφορετικό ποσό) τον Μάιο 2005. Επομένως, τόσο το χειρόγραφο όσο και το μηχανογραφημένο στη συνέχεια πρακτικό της συνεδρίασης αυτής δεν αποτυπώνουν την πραγματική βούληση του Δ.Σ.

Η Ε. Λ., η οποία ήταν κατηγορουμένη πρωτοδίκως για ψευδή βεβαίωση και άμεση συνέργεια σε αυτή ως υπάλληλος, κατ' άρθρο 263 α Π.Κ., και απηλλάγη, καθώς η κατηγορία δεν στοιχειοθετείτο νομικά ούτε ως πλαστογραφία, μετά και την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα, ενώ έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την κατηγορία της απάτης ως προς την έκδοση του πλήρους μηχανογραφημένου πρακτικού της 5.11.2004 αλλοιωμένου τον Μάιο 2006, ισχυρίσθηκε τα εξής:

για το πρώτο απόσπασμα, όπου δεν αναγράφονται καθόλου επιδόματα, ότι αυτό συνέβη διότι απευθυνόταν στον Διευθυντή και όχι στην οικονομική υπηρεσία, γι'αυτό θεώρησε ότι δεν ήταν αναγκαία η αναφορά των επιδομάτων αλλά μόνο του ορισμού της Ο. Α. ως αναπληρώτριας διευθύντριας και υπεύθυνης διοικητικού συντονισμού.

Αν, όμως, αυτό ήταν αληθές, τότε δεν χρειαζόταν ούτε η αναφορά του μισθού. Για το δεύτερο απόσπασμα, στο οποίο αναγράφεται το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων χωρίς ποσό, ισχυρίσθηκε ότι από παραδρομή δεν ανέγραψε το ποσό, αλλά και διότι πίστευε ότι δεν χρειάζεται και ότι από λάθος παρέλειψε να αναφέρει το επίδομα ως αναπληρώτρια διευθύντρια.

Για το τρίτο απόσπασμα, στο οποίο αναφέρεται το επίδομα με το ποσό (1000 ευρώ), ισχυρίσθηκε ότι εκδόθηκε διότι ζητήθηκε από την οικονομική υπηρεσία η αναφορά του ποσού, ότι από λάθος παρέλειψε να αναφέρει το επίδομα ως αναπληρώτριας διευθύντριας, ότι δεν της επισημάνθηκε ότι θα έπρεπε να γνωρίσει στους αποδέκτες των αποσπασμάτων του πρακτικού ποιο από όλα ίσχυε τελικά και ότι, κατά τη γνώμη της, όλα ήταν γνήσια και απλώς, λόγω της παράλειψής της στο πρώτο να αναφέρει τα επιδόματα, εκδόθηκε το δεύτερο και, λόγω της παράλειψής της να αναφέρει το ποσό στο δεύτερο, εκδόθηκε το τρίτο, που συμπλήρωνε το περιεχόμενο των προηγουμένων χωρίς κανένα από αυτά να είναι νοθευμένο.

Σε κανένα, όμως, από αυτά δεν ανέφερε το επίδομα αναπληρώτριας διευθύντριας. Για το χειρόγραφο ισχυρίσθηκε ότι κατά τη συνεδρίαση της 5.11.2004 έγινε συζήτηση για τη χορήγηση επιδομάτων, εκτός από το μισθό του Διευθυντή ΕΣΥ. Επίσης, ότι μπορεί να προστέθηκαν εκ των υστέρων, αλλά, πάντως, όχι μετά τη συνεδρίαση και αυτό έγινε κατόπιν υπόδειξης της νομικής συμβούλου, η οποία ήταν πάντα παρούσα στη συνεδρίαση και της επεσήμαινε όσα δεν είχε προλάβει να σημειώσει ή δεν είχε καταλάβει σωστά.

Όμως, ακόμη και αν έγινε συζήτηση για επιδόματα, είναι αποδεδειγμένο ότι δεν ελήφθη τέτοια απόφαση, καθώς προέκυψε ηχηρή διαφωνία μελών του Δ.Σ. όπως του Σ. Π. και του Ε. Τ. ακόμη και για τον μισθό της Ο. Α. Για τη διαφορά μεταξύ χειρόγραφου και μηχανογραφημένου πρακτικού ισχυρίσθηκε ότι τα ποσά προέκυψαν από την απομαγνητοφώνηση και τον έλεγχο των πρακτικών από τον Πρόεδρο Γ.

Σ. και την Α. Ο. Όμως, ο Πρόεδρος Γ. Σ. διαβίβασε απόσπασμα πρακτικού χωρίς αναφορά επιδομάτων, το οποίο επίσης υπογράφει η ίδια (όλα τα αποσπάσματα υπογράφει μόνη η Ε. Λ.), επομένως δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της ότι τα ποσά προέκυψαν μετά την απομαγνητοφώνηση και τον έλεγχο των πρακτικών. Αλλωστε, η ίδια έχει καταδικαστεί αμετάκλητα, όπως προεκτέθηκε, με την 3423/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών για την υπεξαγωγή των μαγνητοταινιών, που περιείχαν συνεδριάσεις του Δ.Σ.

από Ιούλιο 2004 έως Φεβρουάριο 2006 κατ' εντολή του Προέδρου Α. Χ. Σε κάθε περίπτωση, εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός, θα γινόταν αναφορά ότι εκδίδεται σε συμπλήρωση ή διόρθωση του ήδη διαβιβασθέντος. Όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν ευσταθούν λογικά ούτε αποδεικνύονται, αποτελούν μόνο δικαιολογίες της Ε. Λ., η οποία εν γένει εκτελούσε τις εντολές που ελάμβανε, χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το σθένος να αρνηθεί να παρανομήσει, εντολές που προέρχονταν είτε από τον Πρόεδρο είτε από το Διευθυντή είτε από την Ο.

Α. είτε από την Α. Ο., η οποία ήλεγχε τα πρακτικά και επενέβαινε σε αυτά ανάλογα με την περίπτωση και τη σκοπιμότητα της διόρθωσης ή συμπλήρωσης. Όπως κατέθεσε η Ε. Λ. πρωτοδίκως απολογούμενη, τα διαβιβαστικά των αποσπασμάτων ετοιμάζονταν είτε από την ίδια είτε από το γραφείο του Διευθυντή. Επίσης, στην από 24.3.2005 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της Ο.

Α., που υπογράφει ο Πρόεδρος Α. Χ., αναφέρεται ότι οι αποδοχές της ανέρχονται στο ύψος αποδοχών Διευθυντή ΕΣΥ και δεν γίνεται αναφορά σε επιδόματα, γίνεται μάλιστα μνεία της από 5.11.2004 απόφασης του Δ.Σ.

Όσον αφορά ειδικότερα τα έγγραφα ....2004, ....2004 και ....2005: Κατά τα εν γένει ισχύοντα στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. μέχρι τουλάχιστον την επίδικη περίοδο, τα έγγραφα εσωτερικής αλληλογραφίας, αφού πρωτοκολληθούν (το πρωτότυπο, που φέρει την υπογραφή του εκδότη) και αφού κρατηθεί το πρωτότυπο προς φύλαξη στο αρχείο της γραμματείας με τα τυχόν συνημμένα έγγραφα, εκδίδεται από τη γραμματεία ακριβές αντίγραφο αυτών και μετά τη χρέωση από το Διευθυντή ή την αναπληρώτρια διευθύντρια, καθώς σε εκείνη είχε εκχωρήσει ο Διευθυντής την σχετική αρμοδιότητα, διανέμονται από τη γραμματεία στους αρμόδιους υπαλλήλους και επιμέρους τμήματα -γραφεία. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτότυπο διαβιβαστικό του Προέδρου Γ. Σ. με το συνημμένο ακριβές αντίγραφο του γνήσιου αποσπάσματος της 5.11.2004 σχετικά με τις αποδοχές της Ο. Α. κατατέθηκε στο πρωτόκολλο και έλαβε αριθμό ....2004. Το έγγραφο αυτό απευθυνόταν στη Διεύθυνση.

Στη συνέχεια εκδόθηκε ακριβές αντίγραφο του εγγράφου αυτού από τη γραμματεία του πρωτοκόλλου, το οποίο παραδόθηκε στην Ο. Α. προς χρέωση, η οποία σημείωσε πάνω και δεξιά στο έγγραφο χειρόγραφα τους αποδέκτες, δηλαδή Γραφείο Προέδρου, γραφείο Διευθυντή (ενέργειες), γραφείο Δ.Σ., γραφείο προσωπικού και τμήμα οικονομικής διαχείρισης, ημερομηνία 11.11.2004 και υπογραφή της Ο. Α. και διανεμήθηκε στα γραφεία αυτά, μεταξύ των οποίων και στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης. Όπως κατέθεσε και η ίδια απολογούμενη, αλλά και εν γένει αποδείχθηκε, δεν υπήρχε έγγραφο, του οποίου να μην ελάμβανε γνώση ο Διευθυντής. Επομένως, δεν ήταν απαραίτητη η έκδοση του ....2004, όπως ισχυρίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, Διευθυντής, για τη διαβίβαση στο οικονομικό τμήμα, αφού, ακόμη και αν λανθασμένα διαβιβάστηκε το έγγραφο Γ. Σ. στη Διεύθυνση, αυτό χρεώθηκε και διανεμήθηκε στην οικονομική υπηρεσία με τη σχετική χρέωση από την Ο. Α.

Εξάλλου, ο Διευθυντής δεν συνέταξε άλλο διαβιβαστικό για τα λοιπά τμήματα, όπου έπρεπε να διαβιβαστεί, σύμφωνα με τη χρέωση, παρά μόνο για το οικονομικό τμήμα, όπως ισχυρίσθηκε. Στο πρωτόκολλο, επίσης, θα έπρεπε να υπάρχουν δύο εγγραφές, μια για καθένα από αυτά τα έγγραφα, ....2004 και ....2004. Υπάρχει, όμως, μια μόνο εγγραφή αυτής της ημέρας, όπου υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις από τις οποίες προκύπτει ότι το έγγραφο που πρωτοκολλήθηκε σε αυτή τη μοναδική εγγραφή χρεώθηκε στα γραφεία Προέδρου, Διευθυντή, Δ.Σ., Γρ.

προσωπικού, τμήμα οικονομικής διαχείρισης, όπως και η χρέωση από την Ο. Α. στο ....2004. Αυτή η μοναδική εγγραφή αντιστοιχεί στο ....2004 του Γ. Σ., το οποίο χρεώθηκε σε όλα τα άνω γραφεία και δεν υπήρχε λόγος έκδοσης του ....2004, το οποίο δεν φέρει καμία χρέωση και απευθύνεται μόνο στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης.

Όπως αποδείχθηκε, το ... διακινήθηκε κατά παράκαμψη του πρωτοκόλλου σε μεταγενέστερη ημερομηνία αλλά έλαβε ημερομηνία 10.11.2004, ώστε να φαίνεται ότι με το ... διακινήθηκε την ίδια ημερομηνία (10.11.2004) το γνήσιο και όχι το νοθευμένο αντίγραφο αποσπάσματος με το επίδομα των 1000 ευρώ στην Ο. Α. (το ... με το νοθευμένο απόσπασμα της Ε.

Λ. με το επίδομα των 1000 ευρώ έλαβαν οι επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ από τις υπηρεσίες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως σημειώνεται στο αντίγραφο με την αναφορά ότι συνοδεύει την .../2006 έκθεση ελέγχου). Αλλωστε, σύμφωνα και με την ....2018 απάντηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στο ....2018 έγγραφο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς παροχή στοιχείων, δεν βρέθηκε στο αρχείο του πρωτοκόλλου το ....2004, ενώ βρέθηκε μόνο το ....2004.

Επομένως, με το ....2004 έγγραφο δεν διαβιβάστηκε στην οικονομική υπηρεσία το γνήσιο αντίγραφο αποσπάσματος για τις αποδοχές Α., αλλά το νοθευμένο με επίδομα 1000 ευρώ και διακινήθηκε πολύ αργότερα, τον Απρίλιο 2005, όταν η οικονομική υπηρεσία έλαβε το έγγραφο αυτό και ξεκίνησε να καταβάλλει στην Ο. Α. το επίδομα των 1000 ευρώ, που ανέφερε το συνημμένο στο ...

απόσπασμα. Δεν υπήρξε άλλη αιτία που οδήγησε στην έναρξη καταβολής των 1000 ευρώ τον Απρίλιο 2005. Το έγγραφο αυτό είναι κρίσιμο, διότι αναφέρεται στο υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του πρώτου κατηγορουμένου προς το γραφείο μισθοδοσίας, την υπογραφή του οποίου βέβαια ο ίδιος αμφισβητεί, και με βάση το οποίο ξεκίνησε η καταβολή στην Ο.

Α. συνολικού ποσού 2200 ευρώ για δύο επιδόματα. Ειδικότερα: Τον Μάιο 2005 με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο υπογεγραμμένο από τον Διευθυντή, πρώτο κατηγορούμενο, διαβιβάστηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης απόφαση χωρίς ημερομηνία του Προέδρου, δεύτερου κατηγορουμένου, με την υπογραφή του, με την οποία χορήγησε στην τέταρτη κατηγορουμένη, Ο.

Α., όπως αναφέρεται σε αυτό, επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων 1200 ευρώ από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της στη συνεδρίαση της 5.11.2004. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να προκληθεί σύγχυση στην οικονομική υπηρεσία σχετικά με το ποια επιδόματα δικαιούτο να λαμβάνει η Ο. Α. Το ζήτημα που προέκυψε διευθετήθηκε με την έκδοση του υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2005 εγγράφου υπογεγραμμένου από τον Διευθυντή, πρώτο κατηγορούμενο, απευθυνόμενο προς τον υπεύθυνο του γραφείου μισθοδοσίας Μ. Χ. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό: "Σε συνέχεια των υπ' αριθμ. πρωτ. ....2004 και ....2005 σας διευκρινίζουμε ότι στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές (Διευθυντή ΕΣΥ) της κας Α. Ο. ως αναπληρώτριας Διευθύντριας του ΚΕΕΛ και ως υπεύθυνης του τμήματος Διοικητικού Συντονισμού του ΚΕΕΛ, θα προστεθεί συνολικό επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων ποσού 2200 ευρώ (μικτά) μηνιαίως από το μήνα Νοέμβριο του 2004.

Ως εκ τούτου παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες όπως έως το τέλος μηνός Ιουνίου 2005 να προστεθεί το ως άνω επίδομα στις μηνιαίες αποδοχές της κας Α. και να καταβληθούν τα αναδρομικά που προκύπτουν". Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με τα αντίγραφα μισθοδοσίας της Ο. Α., που δεν αμφισβητούνται: α) από τον Νοέμβριο 2004 άρχισε να της καταβάλλεται ο μισθός Διευθυντή ΕΣΥ, β) τον Απρίλιο 2005 προστέθηκε καταβολή για πρώτη φορά επιδόματος 1000 ευρώ, γ) τον Μάιο 2005, εκτός από το μισθό Διευθυντή ΕΣΥ, της καταβλήθηκε για πρώτη φορά επίδομα 1200 ευρώ σε εκτέλεση της απόφασης του Προέδρου, όχι όμως και το επίδομα των 1000 ευρώ, που της είχε καταβληθεί τον προηγούμενο μήνα, δ) από 15.6.2005, εκτός από το μισθό Διευθυντή ΕΣΥ, ξεκίνησε να της καταβάλλεται ποσό 2200 ευρώ μηνιαίως μέχρι τη διακοπή του το 2010.

Επίσης, από τον Ιούλιο 2005 άρχισαν να της καταβάλλονται αναδρομικά τα εν λόγω επιδόματα (1000 και 1200 ευρώ) από Νοέμβριο 2004. Όπως κατέθεσε και η Ο. Α. απολογούμενη, "το χιλιάρικο διακινήθηκε από τον Διευθυντή και τα 1.200 από τον Χ.". Όπως αποδείχθηκε ιδίως από τα ανωτέρω: α) με βάση το γνήσιο απόσπασμα, που διαβιβάστηκε με το ....2004 έγγραφο του Γ.

Σ. στην οικονομική υπηρεσία, ξεκίνησε να καταβάλλεται στην Ο. Α. από Νοέμβριο 2004 ο μισθός Διευθυντή ΕΣΥ μόνο μέχρι και Μάρτιο 2005, β) από τον Απρίλιο 2005 άρχισε να καταβάλλεται στην Ο. Α., πλέον του μισθού, και το επίδομα 1000 ευρώ ως τμηματάρχη διοικητικού συντονισμού και μόνη αιτία αυτού ήταν ότι στην οικονομική υπηρεσία διαβιβάστηκε κατά τον ίδιο χρόνο το ....2004 έγγραφο του Διευθυντή με συνημμένο το νοθευμένο από την Ε.

Α. απόσπασμα πρακτικού με το επίδομα αυτό (είχε προηγηθεί το απόσπασμα που περιελάμβανε αναφορά του επιδόματος χωρίς ποσό, που και αυτό διαβιβάσθηκε κατά παράκαμψη του πρωτοκόλλου, αλλά δεν ήταν σαφές για την οικονομική υπηρεσία τι ποσό πρέπει να καταβάλλει). Η από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητριών Μ.

Μ. και Ε. Χ. αναφέρει ότι στο ....2004 έγγραφο του Διευθυντή είναι συνημμένο το απόσπασμα πρακτικού με αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ και επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων για την Ο. Α. γ) Τον Μάιο 2005, σε συνέχεια του .../2005 εγγράφου του Διευθυντή, με το οποίο διαβιβάστηκε η απόφαση του Προέδρου για καταβολή επιδόματος 1200 ευρώ στην Ο.

Α., η οικονομική υπηρεσία, θεωρώντας ότι αυτό το επίδομα πρέπει να λαμβάνει μόνο εκτός από τον μισθό, της κατέβαλε 1200 ευρώ και όχι τα 1000 ευρώ, τα οποία σταμάτησε να καταβάλλει. δ) Τον Ιούνιο 2005 η οικονομική υπηρεσία κατέβαλε στην Ο. Α., έκτος από το μισθό, και τα δύο επιδόματα, 1000 και 1200 ευρώ. Μοναδική αιτία της τροποποίησης αυτής και της καταβολής έκτοτε 2200 ευρώ για τα δύο επιδόματα είναι το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή προς τον υπεύθυνο του γραφείου μισθοδοσίας Μ.

Χ., με το οποίο λύθηκε η σύγχυση που είχε προκληθεί στο οικονομικό τμήμα και, με την αναφορά των δύο εγγράφων που χορηγούσαν τα δύο επιδόματα (....2004 του Διευθυντή με συνημμένο το νοθευμένο απόσπασμα με το επίδομα 1000 ευρώ και ....2005 του Διευθυντή με συνημμένη την απόφαση του Προέδρου για το επίδομα των 1200 ευρώ), διευκρινίσθηκε ότι θα λαμβάνει και τα δύο επιδόματα.

Η σύγχυση προκλήθηκε διότι δεν υπήρχε προηγούμενο με υπάλληλο που εισέπραττε δύο επιδόματα ούτε υπήρξε στο παρελθόν επίδομα αναπληρώτριας διευθύντριας, αν και στο παρελθόν οριζόταν κάποιος υπάλληλος ως αναπληρωτής Διευθυντής χωρίς επιπλέον επίδομα. Επομένως, ο εκδότης του ....2005 εγγράφου γνώριζε ότι το ....2004, που είχε διαβιβαστεί στο οικονομικό τμήμα, είχε συνημμένο το νοθευμένο απόσπασμα πρακτικού της 5.11.2004 με αναφορά επιπλέον επιδόματος 1000 ευρώ ως επιδόματος αυξημένων αρμοδιοτήτων στην Ο..Α., ώστε το συνολικό ποσό επιδομάτων να ανέλθει στα 2200 ευρώ.

Στη μισθοδοσία της τα δύο επιδόματα αναφέρονται ως ένα, ως επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων, στο οποίο συμποσούνται τα δύο επιδόματα των 1000 και 1200 ευρώ, όπως ακριβώς επιτασσόταν με το ....2005 έγγραφο, ποσό που καταβαλλόταν έκτοτε, ενώ από Ιούλιο 2005 άρχισε να λαμβάνει και αναδρομικά τα δύο επιδόματα από Νοέμβριο 2004.

Κατόπιν αυτών, με το ....2005 προκλήθηκε εν γνώσει του εκδότη του εγγράφου πλάνη στην οικονομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. παριστάνοντας ψευδώς σε αυτή ότι υποχρεούται να καταβάλει στην Ο. Α., κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. της 5.11.2004, επίδομα 1000 ευρώ, από Νοέμβριο 2004, το οποίο, όμως, δεν οφειλόταν, καθώς το Δ.Σ. δεν είχε λάβει τέτοια απόφαση.

Συνεπεία της ψευδούς παράστασης, η οικονομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. κατέβαλλε μηνιαίως στην Ο. Α. το επίδομα των 1000 ευρώ, χωρίς να οφείλεται, από Νοέμβριο 2004 έως και Ιούνιο 2006, σύμφωνα με την κατηγορία (εκτός από το μήνα Μάιο 2005), με βλάβη της περιουσίας του Οργανισμού ύψους 19.000 (1000 χ 19 μήνες) ευρώ. Η οικονομική υπηρεσία δεν ήταν δυνατό να φέρει αντίρρηση στον Διευθυντή, όταν μάλιστα με το ....2005 νεότερο έγγραφο αναφερόταν σε έγγραφα, που είχαν περιέλθει στην οικονομική υπηρεσία και που δικαιολογούσαν το επιπλέον ποσό των 2200 ευρώ ως επίδομα.

Το νοθευμένο απόσπασμα πρακτικού της 5.11.2004 με επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων, συνημμένο στο ....2004, που εξέδωσε ο Διευθυντής, πρώτος κατηγορούμενος, και προωθήθηκε στο οικονομικό τμήμα τον Απρίλιο 2005 και το οποίο (απόσπασμα) εξέδωσε η Ε. Λ., οπωσδήποτε δεν εκδόθηκε με δική της πρωτοβουλία, αλλά μετά από σχετική εντολή που έλαβε.

Ο Πρόεδρος Α. Χ. δεν είχε συμμετοχή σε αυτό. όπως ισχυρίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, εφόσον δεν συμμετείχε στο Δ.Σ. της 5.11.2004, είχε μόλις υπογράψει ως Πρόεδρος την από 24.3.2005 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την Ο. Α., στην οποία αναφέρονται ως αποδοχές της μόνο εκείνες του Διευθυντή ΕΣΥ, ενώ στη συνέχεια, μετά από προτροπή της ιδίας, με απόφασή του τον Μάιο 2005 της χορήγησε επίδομα 1200 ευρώ παρανόμως, όπως θα εκτεθεί πιο κάτω.

Όμως, δεν ήταν εκείνος ο οποίος ενημέρωσε την οικονομική υπηρεσία για τις συνολικές αποδοχές της Ο. Α. με έγγραφο αντίστοιχο του ....2005, όπως θα έπρεπε, εφόσον επήλθε διαφοροποίηση μετά την απόφασή του για τη χορήγηση του επιδόματος των 1200 ευρώ σε συνδυασμό με το προηγηθέν επίδομα των 1000 ευρώ με το ψευδές απόσπασμα πρακτικού της Ε.Λ., αν είχε ο Πρόεδρος τον δόλο των ψευδών παραστάσεων, όπως τον κατηγορεί ο Ο.

Π., αλλά ήταν ο Διευθυντής εκείνος που ανέλαβε να ενημερώσει σχετικά το οικονομικό τμήμα με το ....2005 έγγραφο.

Περαιτέρω, εάν είχε εμπλοκή ο Πρόεδρος Α. Χ. στην παραποίηση του κειμένου τoυ πλήρους μηχανογραφημένου πρακτικού της απόφασης Δ.Σ. της 5.11.2004, που διαπιστώθηκε όταν κλήθηκαν να το υπογράψουν τα μέλη Δ.Σ. τον Μάιο 2006, θα είχε φροντίσει να αναφέρει στην απόφαση ως επίδομα της Ο. Α. για τη θέση της ως αναπληρώτριας διευθύντριας το ποσό των 1200 ευρώ, που είχε χορηγήσει ο ίδιος με απόφασή του τον προηγούμενο χρόνο (Μάιο 2005) και όχι το ποσό των 1000 ευρώ που αναγραφόταν, ώστε να μην υπάρξει διαφορά και προκληθεί σύγχυση, εν μέσω μάλιστα ελέγχου των επιθεωρητών ΣΕΥΥΠ.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Α. Χ. δεν ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. στις 5.11.2004, όταν ελήφθη η απόφαση για την Ο. Α. και για το μισθό της αλλά ο Γ. Σ. Ο τελευταίος, επομένως, με τη γραμματέα Ε. Λ. είχαν την ευθύνη των πρακτικών, τόσο των χειρόγραφων όσο και των μηχανογραφημένων, που παρουσίασαν διαφοροποιήσεις, έστω και αν ολοκληρώθηκε η σύνταξή τους μεταγενέστερα.

Όμως, κανείς εκ των κατηγορουμένων δεν καταφέρεται εναντίον του Προέδρου Γ. Σ., ο οποίος βεβαίως δεν είχε καμία συμμετοχή και είχε αποχωρήσει το 2005, αλλά είχε εμπιστοσύνη στον Διευθυντή και στα διοικητικά στελέχη για όλες τις διοικητικές εκκρεμότητες και είχε επικεντρωθεί στο επιστημονικό του έργο, όπως προαναφέρθηκε, γεγονός που ο Ο.

Π. και η Ο. Α. εκμεταλλεύτηκαν. Η Ο. Α., ως αναπληρώτρια διευθύντρια, θα μπορούσε εκείνη να υπογράψει το ....2004, όμως το υπέγραψε ο Διευθυντής, χωρίς να αμφισβητεί την υπογραφή του. Επομένως, ο Διευθυντής, όταν υπέγραφε το έγγραφο ... με ημερομηνία 10.11.2044, γνώριζε ότι διαβίβαζε το ψευδές κατά περιεχόμενο απόσπασμα της Ε.

Λ. στο οικονομικό τμήμα με ημερομηνία διαβιβαστικού που δεν αντιστοιχούσε στην πραγματική. Δεν υφίσταται κατηγορία για το έγγραφο αυτό, επιτείνεται όμως ο δόλος του πρώτου στην έκδοση του ....2005 εγγράφου ως προς την εν γνώσει παράσταση ψευδών περιστατικών στην οικονομική υπηρεσία και πρόκληση περιουσιακής βλάβης στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με σκοπό να ευνοηθεί η συγκατηγορουμένη του Ο..Α., απόφαση που του προκάλεσε η τελευταία.

Η ίδια, μάλιστα, δήλωσε στην απολογία της ότι "το χιλιάρικο" της το έδωσε ο Διευθυντής.

Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι το ....2005 έγγραφο είναι πλαστό και ότι δεν το έχει υπογράψει, έχει δε κατασκευαστεί από άλλα άτομα (Α. Χ., Ο. Α., Ε. Λ.) μεταγενέστερα εν μέσω ελέγχου ΣΕΥΥΠ για να τον παγιδεύσουν. Οι ισχυρισμοί του είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεν επιβεβαιώνονται δε από τα αποδεικτικά μέσα.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι χωρίς το έγγραφο αυτό η οικονομική υπηρεσία δεν θα κατέβαλλε μηνιαίως στην Ο. Α. επιπλέον ποσό 2200 ευρώ από Ιούνιο 2005, όταν δηλαδή διαβιβάστηκε το έγγραφο αυτό στο οικονομικό τμήμα. Μάλιστα, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αντίδραση από τους υπαλλήλους της οικονομικής υπηρεσίας λαμβάνοντας το έγγραφο ....2005, εάν το ....2004 που αναφέρεται στο 1570 έγγραφο δεν είχε συνημμένο το ψευδές απόσπασμα πρακτικού με την αναφορά του επιπλέον ποσού του επιδόματος των 1000 ευρώ αλλά το γνήσιο απόσπασμα, όπως θα αναμενόταν, αν, όπως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος Διευθυντής, είχε διαβιβάσει με το ...

το γνήσιο απόσπασμα χωρίς επιδόματα. Αν συνέβαινε αυτό και ο Διευθυντής δεν είχε καμία συμμετοχή στην οργανωμένη πλάνη του οικονομικού τμήματος, οι υπάλληλοι του τμήματος, βλέποντας ένα έγγραφο που φέρει την υπογραφή του Διευθυντή, στο οποίο αναφέρεται ένα έγγραφο (το ...) με συνημμένο απόσπασμα πρακτικού μόνο με αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ για την Ο.

Α., θα είχαν απευθυνθεί άμεσα στον Διευθυντή να ζητήσουν εξηγήσεις για το πώς προκύπτει το ύψος των 2200 ευρώ που αναφέρει το ....2005 έγγραφό του, οπότε θα ελάμβανε και ο ίδιος άμεσα γνώση του εγγράφου και των αναφερομένων σε αυτό. Αντίθετα κάτι τέτοιο δεν συνέβη, γεγονός που καταδεικνύει ακόμη πληρέστερα την αποδειχθείσα μεθόδευση όλων των ανωτέρω προς όφελος της Ο.

Α. από τον κατηγορούμενο Διευθυντή, ο οποίος ψευδώς ισχυρίσθηκε ότι έλαβε γνώση του εγγράφου ....2005 καθώς και του αποσπάσματος πρακτικού της 5.11.2004 με το επίδομα των 1000 ευρώ για πρώτη φορά τον Ιούνιο 2006. Δεν εξηγεί, επίσης, για ποιο λόγο οι Ο. Α. και Ε. Λ. επιθυμούσαν να τον εμπλέξουν, όπως ισχυρίσθηκε, αφού, μέχρι την ανακάλυψη όλων των ανωτέρω από τους ελέγχους, οι σχέσεις τους ήταν πάντα αρμονικές, ο Διευθυντής δε ήταν εκείνος που εισηγήθηκε στο Δ.Σ.

της 5.11.2004 την πρόσληψη της Ο. Α. και τον ορισμό της ως αναπληρώτριάς του κατά παράκαμψη των σχετικών διατάξεων, της εκχώρησε με έγγραφα που προαναφέρθηκαν σημαντικό τμήμα των αρμοδιοτήτων του, στη δε περίπτωση της εταιρίας "... ΕΠΕ" είχαν αγαστή συνεργασία για την ανάδειξή της στο σχετικό διαγωνισμό. Η δε Ε.

Λ. εκτελούσε πάντα τις εντολές που έπαιρνε από τον Διευθυντή, αλλά και από την Ο. Α. χωρίς αντιρρήσεις και δεν είχε λόγο να ενεργήσει εις βάρος του. Στο ....2005 έγγραφο αναγράφεται δεξιά χειρόγραφα το όνομα Μ., που είναι το όνομα του υπαλλήλου στον οποίο απευθύνεται (κ. Μ. Χ.) και στον οποίο χρεώθηκε το έγγραφο.

Και τούτο διότι τα έγγραφα που απευθύνονταν στην οικονομική υπηρεσία χρεώνονταν στους υπαλλήλους της υπηρεσίας αυτής για τη διεκπεραίωσή τους. Η χρέωση αυτή ήταν ανεξάρτητη από την χρέωση που γινόταν από την αναπληρώτρια διευθύντρια και γινόταν με την αναγραφή του μικρού ονόματος του υπαλλήλου της οικονομικής υπηρεσίας, στον οποίον γινόταν η άτυπη αυτή χρέωση.

Επομένως, το ....2005 έγγραφο εισήλθε πράγματι στην οικονομική υπηρεσία και εκδόθηκε για να πειστούν οι αρμόδιοι υπάλληλοι να καταβάλουν τα δύο επιδόματα. Από το έγγραφο αυτό ωφελείτο η Ο. Α., όμως, δεν γίνεται δεκτό, ούτε αποδείχθηκε, ότι η ίδια το κατασκεύασε, διότι θα έπρεπε τότε να είχε εξασφαλίσει ότι ο Διευθυντής, ο οποίος υπέγραφε τις μισθολογικές καταστάσεις, δεν θα το αντιλαμβανόταν, το όνομα της δε ήταν το πρώτο στις καταστάσεις αυτές, που ήταν αλφαβητικές.

Δεν είχε νόημα η Ο. Α. να πλαστογραφήσει την υπογραφή του Διευθυντή και να διακινδυνεύσει την σημαντική θέση της, αν αποκαλυπτόταν ότι ξεκινούσε την καριέρα της με παρανομίες, χωρίς να φοβάται για τις συνέπειες της πράξης της και χωρίς τη γνώση των συγκατηγορουμένων της. Ο Διευθυντής, άλλωστε, υπέγραφε τις μισθολογικές καταστάσεις χωρίς να εκφράσει καμία αντίρρηση για τις αποδοχές της Ο.

Α. με επίδομα 2200 ευρώ και αναδρομικά από Νοέμβριο 2004, αν και γνώριζε ότι το Δ.Σ. είχε λάβει απόφαση μόνο για αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ και ο ίδιος είχε διαβιβάσει απόφαση του Προέδρου για επίδομα μόνο 1200 ευρώ. Αλλωστε, η ίδια είχε πείσει τον Διευθυντή να μεθοδεύσει την χορήγηση του επιδόματος των 1000 ευρώ αφού προηγουμένως έπεισε την γραμματέα Ε.

Λ. να εκδώσει τον Απρίλιο 2005 το νοθευμένο απόσπασμα πρακτικού με το επίδομα των 1000 ευρώ.

Στο υπ' αριθμ. πρωτ. ....2013 έγγραφο του πρώτου κατηγορουμένου, προς το τμήμα οικονομικής διαχείρισης, απευθυνόμενος ονομαστικά προς την υπάλληλο Α. Π., τμηματάρχη, με το οποίο ζητούσε να του γνωρίσουν πότε αποδόθηκαν για πρώτη φορά οι αποδοχές της Ο..Α. και τα επιδόματα και βάσει ποίων εγγράφων, η Α. Π. απάντησε με το υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2013 έγγραφο, στο οποίο εκθέτει ότι οι αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ αποδόθηκαν Νοέμβριο 2004 σε εκτέλεση ακριβούς αποσπάσματος της συνεδρίασης Δ.Σ. της 5.11.2004, που διαβιβάστηκε στο τμήμα της με το ....2004 έγγραφο, ότι η Ο. Α. έλαβε επίδομα 1000 ευρώ (επίδομα τμηματάρχη διοικητικού συντονισμού) τον Απρίλιο 2005 με βάση ακριβές απόσπασμα της ίδιας απόφασης με υπογραφή της γραμματέως Ε.

Λ. αναδρομικά από Νοέμβριο 2004 λόγω της ημερομηνίας της απόφασης, ότι έλαβε επίσης επίδομα 1200 ευρώ (επίδομα αυξημένης ευθύνης) τον Μάιο 2005 με απόφαση του Προέδρου Α. Χ. αναδρομικά από Νοέμβριο 2004, που διαβιβάστηκε με το ....2005 έγγραφο, ότι συνολικά χορηγήθηκαν τα δύο επιδόματα 2200 ευρώ αναδρομικά και ότι πέραν αυτών δεν υπάρχει άλλο έγγραφο για τη μισθοδοσία της Ο.

Α. Έχει δε περιλάβει συνημμένα: α) το ... με συνημμένο το απόσπασμα Δ.Σ. που αναφέρει μόνο αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ, β) το ψευδές απόσπασμα πρακτικού της 5.11.2004 της Ε. Λ. με επιπλέον επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων 1000 ευρώ και γ) το ....2005 διαβιβαστικό του Διευθυντή με την συνημμένη απόφαση του Προέδρου για χορήγηση επιδόματος στην Ο.

Α. 1200 ευρώ. Το έγγραφο αυτό της Α. Π., η οποία ήταν πάντα από τους στενότερους συνεργάτες του Διευθυντή στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., περιέχει ψεύδη και αποκρύπτει περιστατικά επιχειρώντας παραπλάνηση όταν μάλιστα εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας εις βάρος των κατηγορουμένων. Ειδικότερα: α) αποκρύπτει το ....2004 έγγραφο του Προέδρου Γ.

Σ., το οποίο χρεώθηκε με χειρόγραφη σημείωση της Ο. Α., όπως προεκτέθηκε, και διανεμήθηκε και στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης, επομένως, οπωσδήποτε υπήρχε στο αρχείο του τμήματος όταν συνέτασσε το έγγραφο αυτό, αποκρύπτοντας όμως αυτό και αναφερόμενη μόνο στο ....2004 έγγραφο του Διευθυντή, επιδιώκει να πείσει ότι με αυτό διαβιβάστηκε στις 10.11.2004 για πρώτη φορά στην οικονομική υπηρεσία το γνήσιο αντίγραφο αποσπάσματος, γεγονός ψευδές όπως προαναφέρθηκε.

β)Δεν αναφέρει με ποιο έγγραφο εισήλθε στο οικονομικό τμήμα το δεύτερο, ψευδές, απόσπασμα της απόφασης Δ.Σ. της 5.11.2004 με το επιπλέον επίδομα των 1000 ευρώ, το οποίο εισήλθε χωρίς διαβιβαστικό. Δεν εξηγεί, εαν πράγματι με το ... έγγραφο είχε διαβιβαστεί το γνήσιο απόσπασμα με μόνο αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ στις 10.11.2004, πώς στη συνέχεια συμμορφώθηκε το οικονομικό τμήμα και υλοποίησε από Απρίλιο 2005 πληρωμές με ένα δεύτερο απόσπασμα, που εισήλθε χωρίς διαβιβαστικό στο τμήμα και στο οποίο αναφέρεται η ίδια απόφαση Δ.Σ.

στην ίδια συνεδρίαση, στο ίδιο θέμα, με πανομοιότυπο κείμενο και με μόνη προσθήκη το επίδομα των 1000 ευρώ, γεγονός που έπρεπε να προβληματίσει την ίδια και να ζητήσει εξηγήσεις πριν αρχίσει τις καταβολές του επιδόματος και μάλιστα αναδρομικά από Νοέμβριο 2004. Επομένως, αυτό που πράγματι είχε συνημμένο το ....2004 έγγραφο του Διευθυντή, που εμφανίσθηκε τον Απρίλιο 2005, ήταν το μη γνήσιο απόσπασμα με το επίδομα των 1000 ευρώ.

γ) Αποκρύπτει την ύπαρξη του ,....2005 εγγράφου, και δεν αναφέρει ότι, ενώ τον Απρίλιο 2005 καταβλήθηκε στην Ο. Α. το επίδομα των 1000 ευρώ για πρώτη φορά, μετά την απόφαση του Προέδρου Α. Χ. για επίδομα 1200 ευρώ τον Μάιο 2005 καταβλήθηκε μόνο αυτό και ότι τα δύο επιδόματα 2200 ευρώ καταβλήθηκαν μετά τη διευκρίνιση που έγινε με το ....2005 έγγραφο, είτε είχε εκδοθεί από τον Διευθυντή είτε όχι, που εισήλθε στην οικονομική υπηρεσία και συνεπώς ψευδώς αναφέρει ότι δεν υπάρχει άλλο σχετικό έγγραφο στο τμήμα.

Να σημειωθεί ότι η Α. Π. έχει εκδώσει και το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο προς τον Διευθυντή, το οποίο προσκόμισε η ίδια στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σχετικά με τις καταβολές του τελευταίου προς την εταιρία ... Α.Ε. σε σχέση με την πρώτη κατηγορία του πρώτου κατηγορουμένου. Το έγγραφο αυτό, όμως, που αναζητήθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την έρευνα της κατηγορίας, είναι αμφίβολης γνησιότητας, καθώς βρέθηκε σε πρωτότυπο στο αρχείο χωρίς χρέωση και χωρίς κοινοποίηση σε άλλα γραφεία, ενώ με το ....2018 απαντητικό έγγραφο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο δύο αντίγραφα ενός άλλου εγγράφου με τον ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου αλλά με διαφορετική ημερομηνία και συγκεκριμένα του ....2005 εγγράφου, το οποίο είναι αναφορά ΚΕΠΙΧ .../2005, προέρχεται από την εφημερεύουσα ιατρό Α. Π. και απευθύνεται στην υποδιευθύντρια Ο. Α. Το ....2005 έγγραφο της Α.

Π., φέρεται να αναφέρεται σε έγγραφο του Διευθυντή, το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2004, με το οποίο ο τελευταίος ενημέρωσε την οικονομική υπηρεσία για την καταβολή εκ μέρους του ποσού 336.488,85 ευρώ για μερική εξόφληση προμηθευτή. Επίσης, το ... έγγραφο έχει ημερομηνία απέχουσα πέντε μήνες από την έκδοση του ....2004 εγγράφου του Διευθυντή, αναλύει τα τιμολόγια του προμηθευτή που έχουν εξοφληθεί με τις καταβολές εκ μέρους του Διευθυντή, όμως δεν αναφέρει για ποια αιτία εκδόθηκε ούτε αποτελεί απάντηση σε κάποιο άλλο έγγραφο.

Κατά συνέπεια, η αξιοπιστία της μάρτυρος αυτής, που εκδίδει έγγραφα με αριθμό πρωτοκόλλου άλλου εγγράφου και δεν αναφέρει τα πλήρη περιστατικά που είναι σε γνώση της, είναι ιδιαίτερα αμφισβητούμενη.

Στο ....2018 έγγραφο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά από διάταξη για προσκόμιση εγγράφων και παροχή στοιχείων, αναφέρεται ότι βρέθηκε στο αρχείο πρωτότυπο έγγραφο με αριθμό πρωτοκόλλου ....2005, το οποίο εκδόθηκε από τον υπάλληλο του λογιστηρίου Ν. Γ., απευθύνεται στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης και αφορά προμήθεια αντιδραστηρίων, δηλαδή δεν έχει σχέση με τα επιδόματα της Ο. Α. Στη στήλη περίληψη εγγράφου, στο πρωτόκολλο, αναγράφεται ότι αντίγραφο έχει η οικονομική υπηρεσία. Επομένως, το επίδικο ....2005 που αφορά τα επιδόματα Α. δεν είναι γνήσιο έγγραφο ως προς τον αριθμό πρωτοκόλλου και ημερομηνία, αφού με αυτά διακινήθηκε άλλο έγγραφο, όμως η υπογραφή του εκδότη είναι του Διευθυντή, πρώτου κατηγορουμένου. Από τα βιβλία παράδοσης και παραλαβής της 10.6.2005 που προσκομίστηκαν, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε σύννομη διαβίβαση του εγγράφου αυτού, διότι διακινήθηκε στην οικονομική υπηρεσία κατά παράκαμψη του πρωτοκόλλου.

Δεν είναι άλλωστε, η πρώτη φορά που διακινούνται έγγραφα κατά παράκαμψη του πρωτοκόλλου, έγγραφα με ίδιο αριθμό πρωτοκόλλου και διαφορετικό περιεχόμενο, διαγραφές στο πρωτόκολλο και επανεγγραφές ή τίθεται ζήτημα κατά πόσο το διακινούμενο στην υπηρεσία έγγραφο φέρει την πραγματική ημερομηνία έκδοσής του και καταχώρησης στο πρωτόκολλο.

Ειδικότερα, το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του Διευθυντή, απευθυνόμενο στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης, σχετικά με διαβίβαση αποσπάσματος πρακτικού της ... Δ.Σ. της 22.9.2004, υπάρχει σε δύο εκδοχές στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και μάλιστα το καθένα ως ακριβές αντίγραφο από την γραμματεία. Στη μια εκδοχή αναφέρει: "Σε συνέχεια του με αριθ.

πρωτ. ....04 υπηρεσιακού σημειώματος, σας διαβιβάζουμε απόσπασμα πρακτικού της ....04 του Δ.Σ. και παρακαλούμε για τις δικές σας ενέργειες." Στη δεύτερη εκδοχή του περιέχει το ίδιο κείμενο με την προσθήκη στο τέλος: "προκειμένου να πληρωθούν τα σχετικά τιμολόγια". Το έγγραφο αφορά την πρώτη κατηγορία του Θ. Π., για την οποία κρίθηκε ήδη αθώος, είναι όμως ενδεικτικό του διαβλητού τρόπου τήρησης των βιβλίων και της διατύπωσης και διακίνησης των εγγράφων ανάλογα με τη σκοπιμότητα της συγκεκριμένης περίστασης.

Επίσης, το ....2004 έγγραφο του Διευθυντή προς το τμήμα οικονομικής διαχείρισης, αν και αναγράφει "ΑΥΣΤΗΡΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ", δεν έχει διαβιβαστεί μέσω του εμπιστευτικού πρωτοκόλλου αλλά μέσω του πρωτοκόλλου αλληλογραφίας και δεν υπάρχει στο αρχείο σε πρωτότυπο, όπως ενημερώθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά σε αντίγραφο.

Επιπλέον, στις 12.9.2005 η υπάλληλος της γραμματείας Ν. Α. με το υπ'αριθμ.πρωτ. ....2005 έγγραφο της προς τον Πρόεδρο κατήγγειλε ότι η υπεύθυνη του γραφείου Προέδρου, Π. Κ., στις 29.8.2005 της παρέδωσε έγγραφο της Ο. Α. και της ζήτησε να πρωτοκολληθεί με προγενέστερη ημερομηνία 17.3.2005. Ότι εκείνη το πρωτοκόλλησε με την ημερομηνία αυτή που ζητήθηκε και όχι με την τρέχουσα 1.9.2005.

Ανέφερε, ακόμη, ότι η Π. Κ. της είπε ότι το γνωρίζει η Ο. Α., όμως εκ των υστέρων προέκυψε ότι δεν το γνώριζε. Στην κατάθεσή της ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, στην υπ' αριθμ. 3423/2013 απόφαση, η ίδια μάρτυρας ανέφερε το ίδιο περιστατικό και είπε ειδικότερα ότι, όταν η Π. Κ. της ζήτησε την προχρονολόγηση του εγγράφου, πήρε τηλέφωνο τον Πρόεδρο και εκείνος είπε στη μάρτυρα "να το κάνεις, το λέω εγώ".

Επρόκειτο για το ....2005 υπηρεσιακό σημείωμα προς τους υπευθύνους των γραφείων και τμημάτων, με το οποίο, ως επείγον, οριζόταν στο εξής η διαδικασία υπογραφής της υπηρεσιακής αλληλογραφίας με υπογραφές του εισηγητή και των υπευθύνων των γραφείων και τμημάτων και παραγγελλόταν η μέριμνα για την προμήθεια ανάλογων σφραγίδων.

Σε συνέχεια του εγγράφου αυτού η υπεύθυνη του τμήματος εκπαίδευσης Μ. Β., με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο, απευθυνόμενη στη διοίκηση, ζήτησε διευκρινίσεις, καθώς έλαβε το ....2005 έγγραφο μόλις στις 31.8.2005, πέντε μήνες μετά από την σύνταξη και πρωτοκόλληση αυτού (αφού του είχε δοθεί προγενέστερη ημερομηνία).

Ο λόγος της ανάγκης προγενέστερης πρωτοκόλλησης του εγγράφου αυτού δεν προέκυψε με σαφήνεια, έλαβε χώρα όμως πράγματι η προχρονολόγηση, όπως αποδείχθηκε και με το προαναφερόμενο έγγραφο της Μ. Β., εντός του χρονικού διαστήματος πάντως των επίδικων παράνομων προσλήψεων. Όλα τα ανωτέρω καταδεικνύουν μια πρακτική πλημμελούς και προβληματικής τήρησης πρωτοκόλλου και πρακτικών στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

από τους υπαλλήλους μετά από εντολή των ανωτέρων τους και σε περιόδους που δεν ήταν Πρόεδρος ο Α. Χ. αλλά ήταν πάντα Διευθυντής ο Θ. Π.

Το επιχείρημα του πρώτου κατηγορουμένου υπέρ της πλαστότητας του ....2005 εγγράφου, ότι φέρει υπογραφή, ενώ με την συνήθη διοικητική διαδικασία το πρωτότυπο με την υπογραφή θα έμενε στο αρχείο και θα είχε διακινηθεί ως ακριβές αντίγραφο χωρίς υπογραφή του εκδότη, δεν είναι πειστικό για την απόδειξη της πλαστότητας. Υπάρχουν και άλλα έγγραφα που έχει εκδώσει ο κατηγορούμενος και των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, που έχουν διακινηθεί χωρίς να εκδοθεί ακριβές αντίγραφο, όπως το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του, με το οποίο διαβιβάστηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης η απόφαση του Προέδρου για χορήγηση επιδόματος 1200 ευρώ στην Ο. Α., με πρωτότυπη υπογραφή του Διευθυντή και πιο κάτω την βεβαίωση από την υπεύθυνη της γραμματείας Ν. Π. ότι είναι ακριβές αντίγραφο εκ του εκδοθέντος από τη γραμματεία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. αντιγράφου, όπως επίσης το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2004 έγγραφο του κατηγορουμένου, με το οποίο ενημερώνει τους υπεύθυνους των τμημάτων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ότι η Ο. Α. θα υπογράφει την εσωτερική αλληλογραφία αντί του Διευθυντή. Αλλωστε, οι υπάλληλοι του τμήματος του γραφείου μισθοδοσίας και ιδίως ο Μ. Χ., στον οποίον απευθυνόταν το ....2005 έγγραφο, αναγνώρισαν την υπογραφή του Διευθυντή, δεν έθεσαν ποτέ θέμα αμφιβολίας για το γνήσιο αυτής και οι αναφερόμενες στο έγγραφο εντολές εκτελέστηκαν.

Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται πειστικά για το Δικαστήριο, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, από την προσκομισθείσα με επιμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου γραφολογική τεχνική έκθεση του δικαστικού γραφολόγου (Δ. Κ. σχετικά με τη γνησιότητα της υπογραφής στο ....2005 έγγραφο. Ο τελευταίος στην από Ιούλιο 2013 έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή δεν ανήκει στον πρώτο κατηγορούμενο, διότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές από τις γνήσιες υπογραφές του συγκριτικού υλικού, ενώ οι ομοιότητες που υπάρχουν οφείλονται στο γεγονός ότι υπήρξε προσπάθεια μίμησης της υπογραφής του Θ. Π. Το γεγονός ότι η γραφολογική έρευνα έγινε επί φωτοαντιγράφου και όχι επί πρωτοτύπου εξασθενεί σημαντικά την εγκυρότητα των πορισμάτων του γραφολόγου, καθώς δεν διακρίνονται ουσιώδεις λεπτομέρειες, αλλοιώνονται πολλά από τα χαρακτηριστικά της γραφής υπογραφής, δεν διακρίνονται εύκολα οι μεταβολές της πίεσης, δυσχεραίνεται η εκτίμηση της ταχύτητας της γραφής, δεν αναπαράγονται οι αυλακώσεις και οι ιχνηλασίες, δεν διακρίνονται οι δισταγμοί και οι επανασυνδέσεις στη γραφή, με συνέπεια το σχετικό γραφολογικό πόρισμα να καθίσταται επισφαλές ως προς την αποδεικτική αξία του.

Περαιτέρω, οι όποιες διαφορές μπορεί να οφείλονται στην σκόπιμη απομάκρυνση του κατηγορουμένου από τη συνήθη μορφή της υπογραφής του με την πρόθεση να την αμφισβητήσει στη συνέχεια, όπως και συνέβη, ενδεχόμενο που δεν ερευνήθηκε στην σχετική γραφολογική έκθεση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η υπογραφή στο ....2005 έγγραφο ομοιάζει σημαντικά ως προς τον εν γένει τρόπο γραφής και υπογραφής και ως προς τα κύρια χαρακτηριστικά κατεύθυνσης της γραφής με τις γνήσιες υπογραφές του στα λοιπά αναγνωστέα έγγραφα της δικογραφίας και ιδίως με τις υπογραφές του κατηγορουμένου Διευθυντή στα συμφωνητικά που έχει υπογράψει κατά τη διάρκεια των ετών με τις εταιρίες φύλαξης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και πλέον ειδικότερα στα δύο επίδικα συμφωνητικά με την εταιρία ... ΕΠΕ", της 25.2.2005, όπου και εκεί οι υπογραφές του, που δεν αμφισβητούνται, δεν είναι απόλυτα όμοιες με την υπογραφή του στο ....2005 έγγραφο του. Επίσης, εμφανής διαφοροποίηση υπάρχει μεταξύ των γνησίων υπογραφών του Θ. Π. και σε άλλα έγγραφα όπως στο από 29.4.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών με την εταιρία ...

ΑΕ, καθώς και στο από 29.11.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών φύλαξης με την εταιρία ... LTD, όπου οι υπογραφές του είναι εμφανώς διαφορετικές ιδίως ως προς την κατάληξη αυτών, χωρίς να αμφισβητείται η γνησιότητά τους, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν τηρούσε συγκεκριμένο ακριβή τύπο υπογραφής. Επιπλέον, με το ....2006 έγγραφο του πρώτου κατηγορουμένου προς τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας Β.

Ρ., με το οποίο ο πρώτος ζητούσε εισαγγελική παρέμβαση για διάφορα θέματα όπως οι παράνομες προσλήψεις προσωπικού και η υπερβολική τιμολόγηση της εταιρίας φύλαξης, δεν περιέλαβε σε αυτά και τα επιδόματα της Ο. Α., αν και γνώριζε ότι το Δ.Σ. της 5.11.2004 αποφάσισε να λαμβάνει μόνο αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ και ενώ οι επιθεωρητές του ΣΕΥΥΠ ζήτησαν την επανεξέταση του θέματος των επιδομάτων της, γνώριζε δε ο ίδιος ότι η Ο.

Α. λαμβάνει επιδόματα 2200 ευρώ μηνιαίως από την κατάσταση της μισθοδοσίας της και από την απόφαση του Προέδρου Α. Χ. για 1200 ευρώ, που διαβίβασε ο ίδιος στο οικονομικό τμήμα. Πρώτη αναφορά στα επιδόματα της Ο. Α. έγινε από τον πρώτο κατηγορούμενο μετά τη διαπίστωση από το μέλος του Δ.Σ., Δ. Δ., τέλος Μαΐου- Ιούνιο 2006 ότι υπάρχει διαφοροποίηση στα χειρόγραφα και τα μηχανογραφημένα πρακτικά συνεδρίασης Δ.Σ.

της 5.11.2004, όταν κλήθηκε να τα υπογράψει. Τότε ο Δ. Δ., απευθυνόμενος την 1.6.2006 στην νομική σύμβουλο Α. Ο. και στον Διευθυντή ζήτησε να γίνει έλεγχος, καθώς θυμόταν ότι το Δ.Σ. δεν είχε λάβει απόφαση για χορήγηση επιδομάτων στην Ο.Α. Συνεπεία αυτού και μόνο ο Διευθυντής Θ. Π. αναγκάστηκε να συντάξει το υπ' αριθμ.

πρωτ. ....2006 έγγραφο προς τον Πρόεδρο και το ....2006 έγγραφο προς τα μέλη του Δ.Σ. καλώντας τα να μην υπογράψουν τα πρακτικά, καθώς διαπιστώθηκαν διαφοροποιήσεις στα χειρόγραφα και στα μηχανογραφημένα πρακτικά. Στο ....2006 έγγραφο προς τον Πρόεδρο με κοινοποίηση στους επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ ο Θ. Π. αναφέρεται στο ....2004 έγγραφο, το οποίο επισυνάπτεται με συνημμένο απόσπασμα πρακτικού της 5.11.2004, όπου προστίθεται επίδομα 1000 ευρώ, χωρίς να αναφέρει ότι ο ίδιος εξέδωσε το ...

με συνημμένο απόσπασμα πρακτικού χωρίς επιδόματα, καθώς και στο ....2005 έγγραφο, ως προς το οποίο αμφισβητεί την υπογραφή του. Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος, με το ....2006 έγγραφο του προς την Ο. Α., με κοινοποίηση στους επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ, ανακάλεσε τις αρμοδιότητες που της είχε εκχωρήσει με δικαίωμα υπογραφής ως αναπληρώτριας με προηγούμενα έγγραφα του- υπηρεσιακά σημειώματα (....2004, ....2004, ....2005, ....2005, ....2005), ενέργεια που έγινε όχι με δική του πρωτοβουλία αλλά μετά από παρατήρηση των επιθεωρητών, γι' αυτό και το έγγραφο κοινοποιείται και σε εκείνους.

Ειδικότερα, στο ....2006 έγγραφο του αναφέρει, απευθυνόμενος στην Ο..Α., ότι δεν νομιμοποιείται να χρησιμοποιεί τον τίτλο "αναπληρώτρια διευθύντρια" στις συναλλαγές με τρίτους, ότι δεν προκύπτει από πουθενά η ιδιότητα/ τίτλος της αναπληρώτριας διευθύντριας (ιδιότητα όμως που της είχε δώσει ο ίδιος στα έγγραφά του περί εκχώρησης αρμοδιοτήτων), αλλά δικαιούται να τον αναπληρώνει σε περίπτωση μόνο κωλύματος ή ασθενείας.

Το έγγραφο αυτό συνετάγη αναγκαστικά κάτω από την πίεση των επιθεωρητών ΣΕΥΥΠ, οι οποίοι εντόπισαν ότι η ιδιότητα αυτή της Ο. Α. δεν προβλέπεται από τις σχετικές με το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. διατάξεις και τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του (γίνεται και σχετική αναφορά στην έκθεσή τους) και, συνεπώς, σαν φυσικό επακόλουθο θα ήταν να διακοπεί και η αντίστοιχη χορήγηση επιδόματος για θέση που δεν δικαιούτο η Ο.

Α. (αναπληρώτριας διευθύντριας), όμως ούτε ο Διευθυντής εισηγήθηκε ποτέ την διακοπή των 1000 ευρώ, αφού η απόφαση Δ.Σ., την οποία γνώριζε, δεν το περιελάμβανε, ούτε ο Πρόεδρος Α. Χ. διέκοψε τη χορήγηση του επιδόματος των 1200 ευρώ ή ανακάλεσε την απόφαση χορήγησης μέχρι την αποχώρησή του από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. τον Αύγουστο 2006.

Η Ο. Α., με το ....2006 έγγραφο της προς τον Διευθυντή, το οποίο κοινοποίησε στους επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ, ζήτησε να σταματήσει η καταβολή του επιδόματος αυξημένων αρμοδιοτήτων, που ελάμβανε ως τμηματάρχης διοικητικού συντονισμού, εάν αυτό είναι παράνομο. Όμως, ποτέ δεν έγινε αυτό μέχρι και τον Ιούνιο 2010, αν και οι επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ ζήτησαν την επανεξέταση του θέματος των επιδομάτων.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου το έγγραφο αυτό εκδόθηκε σε συνεννόηση με τον Διευθυντή προσχηματικά και κάτω από την πίεση της έρευνας του ΣΕΥΥΠ. Το γεγονός ότι η Ο. Α. ζήτησε με το ως άνω έγγραφο να διακοπεί η καταβολή του επιδόματος, αίτημα που περιέργως απευθυνόταν όχι προς το Δ.Σ., που υποτίθεται, με το μη γνήσιο απόσπασμα πρακτικού ότι της το είχε χορηγήσει, αλλά προς τον Διευθυντή, δεν αναιρεί την ευθύνη της για τη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

από τη συμμετοχή της ως ηθική αυτουργός στην απάτη του πρώτου ως προς το επίδομα των 1000 ευρώ και στην απιστία του δεύτερου ως προς το επίδομα των 1200 ευρώ (βλ. κατωτέρω). Μετά την έναρξη της διαμάχης μεταξύ Προέδρου και Διευθυντή και ενώ και με τους δύο προσπαθούσε να διατηρήσει καλές σχέσεις, στη συνέχεια επέλεξε να συνταχθεί με τον πανίσχυρο Διευθυντή, ο οποίος βρισκόταν στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

από την ίδρυση του. Όπως κατέθεσε απολογούμενη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, "Από τη στιγμή που φεύγει ο κ. Χ. από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. είχα κάνει την αίτηση να σταματήσει το επίδομα και είχα τη διαβεβαίωση από το Διευθυντή ότι δεν θα μου κοπεί, γιατί το αξίζω το επίδομα, όλα έγιναν για να φύγει ο Χ....".

Συνεπώς, κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, το ....2005 έγγραφο έχει την γνήσια υπογραφή του πρώτου κατηγορουμένου και έχει εκδοθεί εν γνώσει από αυτόν, προκειμένου να παραπλανήσει το τμήμα οικονομικής διαχείρισης ως προς τα επιδόματα που δικαιούται να λαμβάνει η Ο. Α., όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την μερικότερη αξιόποινη πράξη της απάτης εις βάρος της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με ζημία ύψους 19.000 (1000 χ 19 μήνες) ευρώ με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ. όπως και πρωτοδίκως. Ο ισχυρισμός περί απόλυτης ακυρότητας λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε σχέση με εκείνη, για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσδιόρισε σαφέστερα τα περιστατικά της κατηγορίας της απάτης για την συγκεκριμένη πράξη, όπως αποδείχθηκαν κατά την κρίση και του παρόντος Δικαστηρίου, και δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας.

Όσον αφορά την κατηγορία της απιστίας του δεύτερου κατηγορουμένου για το επίδομα των 1200 ευρώ:

Η μισθολογική πολιτική του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. είχε καθορισθεί με τις αποφάσεις του Δ.Σ. ....2002 και ....2002. Με την πρώτη απόφαση: 1) για τις αποδοχές του ιατρικού προσωπικού του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.: α. γενικώς οι αποδοχές των ιατρών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ορίστηκαν στο 80% του μισθού του επιμελητή Β', β. όσοι συμμετέχουν σε εφημερίες να λαμβάνουν το 80% των αμοιβών εφημεριών επιμελητή Β', γ.

να λαμβάνουν επίδομα ειδίκευσης όσοι έχουν τα προσόντα και δ. δικαίωμα αύξησης του Δ.Σ. των αποδοχών των ιατρών σε ποσοστό πάνω από το 80%. 2) Για τις αποδοχές του διοικητικού προσωπικού: α. ορίστηκαν όπως οι αντίστοιχες αποδοχές που ισχύουν για το προσωπικό του Δημοσίου και ΝΠΔΔ, β. εξουσιοδοτήθηκε ο Πρόεδρος να καθορίσει το ύψος του επιδόματος αυξημένων αρμοδιοτήτων στους υπεύθυνους των τμημάτων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

εκτός των ιατρών και της νομικής υπηρεσίας λόγω των αυξημένων ευθυνών που προκύπτουν από την άσκηση των καθηκόντων τους ως επικεφαλής των παραπάνω μονάδων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., καθώς και της εργατικότητας και αποδοτικότητας που επιδεικνύουν μέχρι σήμερα. Με την δεύτερη απόφαση, το πρακτικό της οποίας αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου, διευκρινιστικό για τις αποδοχές και τα επιδόματα, αποφασίστηκε ότι:

α) χορηγείται στους υπεύθυνους γραφείων τμημάτων και δράσης όλου προσωπικού επίδομα θέσης ευθύνης 80 ευρώ (όχι επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων), β) εξουσιοδοτείται ο Πρόεδρος: 1) να το αναπροσαρμόζει, μετά από εισήγηση του Διευθυντή, 2) να αναπροσαρμόζει το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων των υπεύθυνων τμημάτων και της νομικής υπηρεσίας (χωρίς να αναφέρονται οι ιατροί που συνεχίζουν να εξαιρούνται).

Με βάση την από 13.11.2002 απόφαση του Δ.Σ. ο Πρόεδρος Γ. Σ. με την 263/11.3.2003 απόφασή του χορήγησε επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων στους ήδη υπηρετούντες υπεύθυνους τμημάτων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., εκτός των ιατρών, και στην υπεύθυνη της νομικής υπηρεσίας και συγκεκριμένα επίδομα 1000 ευρώ στην υπεύθυνη του τμήματος οικονομικής διαχείρισης, στην κυρία Τ., και στην υπεύθυνη του τμήματος εκπαίδευσης, Μ.

Β., ενώ στην Α. Ο., υπεύθυνη γραφείου νομικών θεμάτων, χορήγησε επίδομα 2000 ευρώ από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με τις άνω αποφάσεις Δ.Σ., το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων δεν χορηγείτο σε ιατρούς, όπως η Ο. Α., ακόμη και όταν ασκούσαν διοικητικά καθήκοντα, αλλά μόνο σε διοικητικούς υπαλλήλους, διότι το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων περιλαμβανόταν στις αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ.

Περαιτέρω, στη συνεδρίαση Δ.Σ. της 9.3.2005 συζητήθηκε εκτός ημερησίας διατάξεως, το 9° θέμα που αφορούσε την αναπροσαρμογή μισθών με εισηγήτρια την Ο..Α., η οποία ανέφερε ότι η υπηρεσία εισηγείται την αναπροσαρμογή μισθού συγκεκριμένων ιατρών ΜΕΛ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από επιμελητή Β' σε επιμελητή Α' με τα ανάλογα επιδόματα.

Αναφέρθηκε στην ανάγκη αναπροσαρμογής του μισθού του Διευθυντή σε μισθό Διευθυντή ΕΣΥ (τον οποίο ελάμβανε ήδη η ίδια), με την πρόταση αυτή συμφώνησε και ο Πρόεδρος. Στην εισήγηση αναφέρθηκε ότι με προηγούμενες αποφάσεις του Δ.Σ. οι υπεύθυνοι τμημάτων και γραφείων με αυξημένες αρμοδιότητες είχε αποφασιστεί να λαμβάνουν αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ, όμως ο Διευθυντής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ο οποίος προϊστατο όλης της υπηρεσίας, δεν έχει ωράριο, είναι από τους πρωτεργάτες που έστησαν το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δικαιούται να παίρνει τουλάχιστον τις αποδοχές του τμηματάρχη.

Κατόπιν αυτού, η υπηρεσία εισηγήθηκε το ύψος των αποδοχών του Διευθυντή να ανέλθει στο επίπεδο εκείνων του Διευθυντή ιατρού ΕΣΥ. Στο σημείο αυτό ο Πρόεδρος Α. Χ. ανέφερε τα εξής: "...διέκρινα ορισμένες σοβαρές αδικίες, που θα πρέπει να αποθεραπευτούν. Μέσα στα πλαίσια των δυσκολιών που έχουμε, η πιο σοβαρή αδικία είναι ο μισθός του Διευθυντή, ο οποίος έχει καθαρές αποδοχές κάτι λιγότερο από 2000 και, στη συνέχεια, βλέποντας τις διαμαρτυρίες των ιατρών, είδαμε ότι άτομα με μακροχρόνια εμπειρία και ευδόκιμη υπηρεσία στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αορίστου χρόνου με τα προσόντα που προϋποθέτει η υπηρεσία είναι καθηλωμένα στο μισθό επιμελητή Β', αυτό πιστεύω ότι δημιουργεί προβλήματα στη λειτουργικότητα της υπηρεσίας και παρά το ότι ανήκει σε ένα μεγάλο κεφάλαιο, μέχρι να ξεκαθαρίσει η οικονομική κατάσταση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δεν θα υπάρξουν γενικότερες παρεμβάσεις.

ʼρα η εισήγηση της κυρίας Α. είναι να θεραπεύσουμε αυτή τη στιγμή τουλάχιστον μια πολύ έντονη δυσλειτουργία που ανεδείχθη, να το εγκρίνουμε και τουλάχιστον να υπάρξει μία λύση για τα άτομα αυτά με το ελάχιστο κόστος". Στη συνέχεια εγκρίθηκε ομόφωνα η εισήγηση της Ο. Α. και η αναπροσαρμογή του μισθού του Διευθυντή Θ.

Π. στο ύψος των αποδοχών Διευθυντή ΕΣΥ σύμφωνα με τα μισθολόγια των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Στην ίδια συνεδρίαση της 9.3.2005 συζητήθηκε η οικονομική κατάσταση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Ο Πρόεδρος ενημέρωσε τα μέλη για την οικονομική κατάσταση και το χρέος του οργανισμού από την προμήθεια αντιδραστηρίων για τη μέτρηση του ιικού φορτίου και της μοριακής αντοχής.

Επίσης στη συνεδρίαση Δ.Σ. της 26.4.2005 ο Πρόεδρος ανέφερε ότι "η εκτίμηση της υπηρεσίας είναι μέσα στον προϋπολογισμό φέτος να γίνουν οικονομίες, ώστε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. να βγει από την οικονομική κρίση, η προσπάθειά μας είναι να διευθετηθεί η κατάσταση χωρίς δυσλειτουργία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.". Τον Μάιο 2005 ο Πρόεδρος εξέδωσε την απόφαση, με την οποία χορήγησε το επίδομα των 1200 ευρώ στην Ο.

Α. από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της στη συνεδρίαση της 5.11.2004, όπως προαναφέρθηκε, απόφαση που διαβιβάστηκε στην οικονομική υπηρεσία με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του Διευθυντή. Στην απόφαση αναφέρεται ότι για τη χορήγηση του επιδόματος έλαβε υπόψη τις ως άνω αποφάσεις του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. της 13.11.2002 και 27.11.2002 σχετικά με τη χορήγηση επιδομάτων ευθύνης και αυξημένων αρμοδιοτήτων σε εργαζόμενους από την άσκηση των καθηκόντων τους, ότι οι εργαζόμενοι που κατέχουν θέσεις ευθύνης απασχολούνται επιπλέον ώρες χωρίς να λαμβάνουν επιπλέον αμοιβή και ότι η αναπληρώτρια διευθύντρια είναι υπεύθυνη όλων των τομέων δράσης και προΐσταται όλης της υπηρεσίας διοικητικής στήριξης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (τότε ΚΕΕΛ).

Η απόφαση αυτή ήταν παράνομη, διότι οι αποφάσεις Δ.Σ. που επικαλέστηκε ρητά εξαιρούν τους ιατρούς από τη χορήγηση επιδομάτων αυξημένων αρμοδιοτήτων, καθώς η υψηλότερη αμοιβή που μπορούσαν να λάβουν όσοι ιατροί ασκούσαν διοικητικά καθήκοντα ήταν αυτή του Διευθυντή ΕΣΥ. Την παρανομία αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, διότι ήταν παρών ως μέλος του Δ.Σ.

κατά τις ως άνω συνεδριάσεις του Δ.Σ. με Πρόεδρο τον Γ. Σ., όπου ελήφθησαν οι αποφάσεις που εξαιρούσαν τους ιατρούς, ενώ γνώριζε και την απόφαση του Γ. Σ., με την οποία είχε χορηγήσει επιδόματα με εξαίρεση τους ιατρούς. Στην απολογία του πρωτοδίκως, άλλωστε, ανέφερε ότι είχε διαβάσει την απόφαση ότι οι ιατροί εξαιρούνται από τα επιδόματα αυξημένων αρμοδιοτήτων και επικαλέστηκε το ότι ήθελε να ανταμείψει τους εργαζόμενους (εις βάρος όμως της περιουσίας του Οργανισμού).

Η Ο. Α. ήταν ιατρός, η θέση αναπληρώτριας διευθύντριας δεν προβλεπόταν από τις σχετικές διατάξεις, όλα αυτά ήταν γνωστά στον κατηγορούμενο, όπως ήταν γνωστό σε αυτόν ότι με την απόφαση Δ.Σ. της 5.11.2004 θα ελάμβανε μόνο αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ, αφού ο ίδιος υπέγραψε στις 24.3.2005 τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της Ο.

Α., στην οποία γινόταν παραπομπή στην απόφαση του Δ.Σ. της 5.11.2004 και συνεπώς γνώριζε ότι δεν δικαιούτο να λάβει επιδόματα. Όπως κατέθεσε και η Π. Κ., υπεύθυνη του γραφείου Προέδρου, συνήθιζε ο Α. Χ., όταν επρόκειτο να πληρώσει για πρώτη φορά μια καινούργια σύμβαση, να ζητάει τις αποφάσεις του διοικητικού και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε λόγο να κάνει κάτι διαφορετικό.

Επομένως, και στην περίπτωση της Ο..Α. είχε λάβει γνώση της απόφασης Δ.Σ. της 5.11.2004. Επίσης, ο ίδιος είχε αναφερθεί στη συνεδρίαση της 9.3.2005 για οικονομική κρίση στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., παρά ταύτα χορήγησε το επίδομα εν γνώσει του παρανόμως στην Ο. Α. Το γεγονός ότι την απόφαση αυτή ετοίμασε η νομική σύμβουλος Α. Ο., η οποία, όπως ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος, του επέδειξε απόσπασμα πρακτικού με επίδομα 1000 ευρώ, δεν αναιρεί τον δόλο του, αφού γνώριζε ότι δεν επιτρεπόταν η χορήγηση του επιδόματος στην Ο.

Α. και μάλιστα αναδρομικά από 5.11.2004, όταν ήταν γνωστή σε αυτόν η απόφαση του Δ.Σ. για τον μισθό της χωρίς επιδόματα, εάν δε η Α. Ο. του είχε επιδείξει απόσπασμα πρακτικού με επίδομα πέραν των αποδοχών Διευθυντή ΕΣΥ, έπρεπε να του προκαλέσει απορία και να ερευνήσει το ζήτημα, αφού ο ίδιος είχε υπογράψει την σύμβαση εργασίας της Ο.

Α. στις 24.3.2005 χωρίς επιδόματα. Οι ανωτέρω ενέργειες του κατηγορουμένου προκάλεσαν βέβαιη ζημία στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ύψους 60.000 (1200 χ 50 μήνες από 5.11.2004) ευρώ. Παρά το ότι έλαβε, μάλιστα, το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή και ενημερώθηκε, αν δεν την ήξερε, για τη διάσταση των χειρόγραφων με τα μηχανογραφημένα πρακτικά της συνεδρίασης της 5.11.2004, που εντόπισε ο Δ.

Δ., και παρά το ότι οι επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ με το πόρισμά τους ζήτησαν επαναπροσδιορισμό από το Δ.Σ. του θέματος των επιδομάτων, δεν προέβη σε κάποια ενέργεια ούτε εισηγήθηκε ποτέ τη διακοπή του επιδόματος της Ο. Α. ούτε ανακάλεσε την απόφασή του μέχρι την αποχώρησή του τον Αύγουστο 2006. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της μερικότερης πράξης της απιστίας εις βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., του οποίου βάσει νόμου είχε την επιμέλεια, την εκπροσώπηση και τη διαχείριση ως προς τα επιδόματα με βάση τις αποφάσεις Δ.Σ.

που προαναφέρθηκαν, με προκληθείσα ζημία ποσού 60.000 ευρώ και με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και ε Π.Κ. όπως και πρωτοδίκως.

ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑ Ο. Α. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, ότι η Ο. Α., με πειθώ και φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, έπεισε με δόλο τον πρώτο κατηγορούμενο (Θ. Π.) και τον δεύτερο κατηγορούμενο (Α. Χ.) να τελέσουν τις επιμέρους αξιόποινες πράξεις της απάτης (ο πρώτος) ως προς το επίδομα των 1000 ευρώ, που της χορηγήθηκε, και της απιστίας (ο δεύτερος) ως προς τη χορήγηση του επιδόματος των 1200 ευρώ, κάτω από τις περιστάσεις που αναφέρθηκαν αμέσως πιο πάνω.

Επίσης, με πειθώ και φορτικότητα έπεισε την γραμματέα Δ.Σ. Ε. Λ., τον Απρίλιο 2005 να εκδώσει αναληθές απόσπασμα του πρακτικού Δ.Σ. της 5.11.2004 συνεδρίασης, εν γνώσει και του Διευθυντή, στο οποίο εμφάνιζε ψευδώς ότι, εκτός από το μισθό Διευθυντή ΕΣΥ, το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να λαμβάνει και επίδομα 1000 ευρώ ως τμηματάρχης διοικητικού συντονισμού, ενώ το Δ.Σ.

δεν είχε αποφασίσει κάτι τέτοιο. Το αναληθές αυτό απόσπασμα διαβιβάστηκε με το ....2004 έγγραφο του Διευθυντή στην οικονομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., η οποία κατέβαλε τον Απρίλιο 2005 το επίδομα αυτό και στη συνέχεια από Ιούνιο 2005, μετά το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή, για 19 συνολικά μήνες, προκαλώντας ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

ύψους 19.000 ευρώ. Και τα δύο επιδόματα δεν δικαιούτο να τα λάβει σύμφωνα με την απόφαση του Δ.Σ. της 5.11.2004, με την οποία ορίσθηκε ο μισθός της στις αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ, που το γνώριζε, εφόσον η ίδια χρέωσε στις 11.11.2004 στις υπηρεσίες το ....2004 έγγραφο του Προέδρου Γ. Σ. με το συνημμένο γνήσιο απόσπασμα πρακτικού του Δ.Σ.

αλλά και στη συνέχεια υπέγραψε με τον Πρόεδρο Α. Χ. την από 24.3.2005 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, όπου γίνεται λόγος μόνο για αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ σύμφωνα με την από 5.11.2004 απόφαση Δ.Σ. Όμως, επιθυμώντας με κάθε τρόπο τη βελτίωση της θέσης της, την αύξηση των αποδοχών της αδιαφορώντας για τη νομιμότητα ή μη της αύξησης αυτής, εκμεταλλευόμενη και τις πολιτικές διασυνδέσεις της και γνωριμίες της (πολιτικά πρόσωπα και Υπουργό Υγείας, του οποίου ήταν και σύμβουλος), όπως και η ίδια τις ανέφερε απολογούμενη, έπεισε, εν γνώσει όλων των ανωτέρω ψευδών και με σκοπό τη βέβαιη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για προσωπικό της οικονομικό όφελος, τους πρώτο και δεύτερο των κατηγορουμένων σε προσωπική επικοινωνία της ιδίας μαζί τους να τελέσουν τις αξιόποινες πράξεις απάτης και απιστίας αντιστοίχως όπως και την Ε. Λ. να τελέσει την πράξη της απάτης κατά την αντικειμενική της υπόσταση ανεξαρτήτως της μη καταδίκης της πρωτοδίκως για νομικούς λόγους.

Η Ο. Α. είχε καθημερινή επικοινωνία και συνεργασία τόσο με τον Διευθυντή, πρώτο κατηγορούμενο, όσο και με τον Πρόεδρο, δεύτερο κατηγορούμενο και διατηρούσε καλές σχέσεις και με τους δύο.

Εξάλλου, το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων, που έλαβε η Ο. Α., εμπεριέχεται στο μισθό Διευθυντή ΕΣΥ, που έλαβε με απόφαση Δ.Σ. ως τμηματάρχης σύμφωνα και με τις αποφάσεις Δ.Σ. της 13.11.2002 και 27.11.2002, που προαναφέρθηκαν, και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα παροχής αντίστοιχων υπηρεσιών, όπως ισχυρίσθηκε η κατηγορουμένη.

Ομοίως, ως αναπληρώτρια διευθύντρια θα αναπλήρωνε τον Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του μόνο σε περίπτωση κωλύματος ή ασθενείας, όπως γινόταν μέχρι τότε χωρίς να λαμβάνει επιπλέον αμοιβή ο αναπληρωτής. Παρανόμως δε παραχωρήθηκαν από τον Διευθυντή αρμοδιότητές του στην Ο.

Α., για τις οποίες βέβαια η τελευταία ελάμβανε τον υψηλό μισθό του Διευθυντή ΕΣΥ, χωρίς να παρέχει επιπλέον υπηρεσίες σε μία θέση που δεν προβλεπόταν νόμιμα. Επομένως, και για τα δύο επιδόματα είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. διότι τα ποσά αυτών ισοσταθμίζονται από ισάξια αντιπαροχή της κατηγορουμένης στην προκειμένη περίπτωση.

Με την απάτη του πρώτου προς όφελος της Ο. Α. το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ζημιώθηκε κατά το ποσό των 19.000 ευρώ, για το οποίο πρέπει να κηρυχθεί ένοχη (με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2ε Π.Κ. όπως και πρωτοδίκως) και η Ο. Α. ως ηθική αυτουργός και όχι για το ποσό των 49.000 ευρώ, όπως καταδικάστηκε πρωτοδίκως, δηλαδή από Νοέμβριο 2004 έως Ιούνιο 2006, που είναι και ο χρόνος τέλεσης της απάτης από τον αυτουργό, πρώτο κατηγορούμενο, και κατά το επιπλέον ποσό (30.000 ευρώ) πρέπει να κηρυχθεί ομόφωνα αθώα.

Επίσης, με την τέλεση της απιστίας από τον δεύτερο κατηγορούμενο με ηθική αυτουργό την Ο. Α., το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ζημιώθηκε κατά το ποσό των 60.000 ευρώ (1200 ευρώ μηνιαίο επίδομα επί 50 μήνες από Νοέμβριο 2004 έως 31.12.2008). Πρέπει, επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, να κηρυχθεί ένοχη ηθικής αυτουργίας στην απιστία του δεύτερου κατηγορουμένου.

Πρέπει, επίσης, να της αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε Π.Κ. όπως και πρωτοδίκως.

Όσον αφορά την κατηγορία για τις προσλήψεις:

Με το ν. 2256/1994 άρθ. 6παρ.2 το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. εξαιρέθηκε από το σύστημα προσλήψεων του ν. 2190/1994, περιλαμβανόταν όμως στους φορείς που εμπίπτουν στους περιορισμούς της Π.Υ.Σ. 55/1998. Με την Π.Υ.Σ. αυτή, η ισχύς της οποίας παρατάθηκε μέχρι 31.12.2006, ορίστηκε ότι αναστέλλονται έως 31.12.2006 ο διορισμός και η πρόσληψη πάσης φύσεως προσωπικού όλων των φορέων του δημόσιου τομέα και ότι επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, ο διορισμός ή η πρόσληψη στους παραπάνω φορείς ύστερα από έγκριση που χορηγείται από την τριμελή υπουργική επιτροπή της Π.Υ.Σ.

Η έγκριση αυτή απαιτείται και για την κίνηση των διαδικασιών προκήρυξης και την έκδοση όλων των προπαρασκευαστικών για το διορισμό ή την πρόσληψη πράξεων. Οι προτάσεις για τους διορισμούς, την πλήρωση θέσεων, τις προσλήψεις ή συμβάσεις έργου, με όλα τα κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 2 δικαιολογητικά υποβάλλονται δια του αρμοδίου Υπουργού στη Διεύθυνση Προσλήψεων Προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών.

Στις προτάσεις των αρμοδίων Υπουργών επισυνάπτεται εισήγηση του Γενικού Γραμματέα του οικείου Υπουργείου προς τον Υπουργό, στην οποία πρέπει να αιτιολογούνται πλήρως οι αιτούμενες εγκρίσεις ως προς την ύπαρξη πραγματικών αναγκών της υπηρεσίας ή του φορέα για την κάλυψη των οποίων προορίζονται. Τα υποβαλλόμενα αιτήματα πρέπει να είναι πλήρως τεκμηριωμένα όσον αφορά τις υπηρεσιακές ανάγκες και να συνοδεύονται από στοιχεία σχετικά με τον αριθμό του προβλεπόμενου τακτικού προσωπικού ανά κλάδο ή ειδικότητα και του προσωπικού που υπηρετεί κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος, τον αριθμό των κενών θέσεων, τον αριθμό των προσλήψεων προσωπικού και των μετατάξεων από ή στον φορέα που έγιναν κατά την προηγούμενη τριετία χωριστά για κάθε έτος, για την κάλυψη αναγκών ανάλογων με εκείνων του αιτήματος, καθώς και των αποχωρήσεων από την υπηρεσία κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Θα πρέπει ακόμη να αναφέρεται σε ποιο ποσό ανέρχονται οι δαπάνες για την πληρωμή του υπό πρόσληψη ή διορισμό προσωπικού για το τρέχον και τα επόμενα οικονομικά έτη και αν, για τον σκοπό αυτόν, έχουν εγγραφεί πιστώσεις στον προϋπολογισμό του φορέα ή άλλου φορέα, στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων κλπ ή θα καλυφθούν από άλλους πόρους.

Εφόσον οι σχετικές δαπάνες καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, το αίτημα απαιτείται να συνοδεύεται από βεβαίωση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από την οποία να προκύπτει η εγγραφή των αναγκαίων πιστώσεων. Σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας (ΕΚΛ) του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., άρθρο 27, το προσωπικό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο. Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με απόφαση του Δ.Σ. με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη πάγιων αναγκών. Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με απόφαση Δ.Σ. με σύμβαση ορισμένου χρόνου για κάλυψη εποχιακών ή περιοδικών ή άλλων πρόσκαιρων αναγκών.

Για την αναγκαιότητα πρόσληψης του προσωπικού ο Διευθυντής υποβάλλει εισήγηση στον Πρόεδρο του Δ.Σ. Το Δ.Σ. με απόφασή του καθορίζει τον αριθμό, τις κατηγορίες, την ειδικότητα, τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου εργασίας και τη χρονική διάρκεια απασχόλησής του προς πρόσληψη προσωπικού.

Τρόπος πρόσληψης, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, είναι η προκήρυξη της θέσης ή απευθείας. Η απευθείας επιλογή γίνεται μόνο για επιστημονικό προσωπικό εξειδικευμένων προσόντων και σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που απειλείται η δημόσια υγεία. Η προκήρυξη, όταν η πρόσληψη γίνεται με τη διαδικασία αυτή, δημοσιεύεται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες και περιλαμβάνει όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία (αριθμό θέσεων, ειδικότητα, κατηγορία, τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, χρονική διάρκεια σύμβασης κλπ) καθώς και την προθεσμία υποβολής αιτήσεων και τα απαραίτητα δικαιολογητικά που οφείλει να καταθέσει ο ενδιαφερόμενος.

Με απόφαση του Δ.Σ. συγκροτείται τριμελής επιτροπή από υπαλλήλους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με σχετική ειδικότητα προς τη θέση για την οποία ζητείται η πρόσληψη, για τον έλεγχο των αιτήσεων, τη συνέντευξη με τους επικρατέστερους υποψήφιους, όπου κριθεί αναγκαίο, και τη σχετική εισήγηση προς το Δ.Σ., το οποίο και αποφασίζει για την πρόσληψη.

Το Δ.Σ. με αιτιολογημένη απόφασή του καλεί τον υποψήφιο που επικράτησε μέσα σε ορισμένη προθεσμία για την υπογραφή της σχετικής σύμβασης. Τις συμβάσεις, οι οποίες είναι έγγραφες, υπογράφει ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και ο επιλεγείς υποψήφιος, αφού έχει προσκομίσει προηγουμένως όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που θα του ζητηθούν.

Η διαδικασία της πρόσληψης διεκπεραιώνεται από το γραφείο προσωπικού, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τον ΕΚΛ και κανείς προσλαμβανόμενος δεν αναλαμβάνει εργασία πριν ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες τυπικές διαδικασίες. Κάθε προσλαμβανόμενος οφείλει, μαζί με την υπογραφή της σύμβασης εργασίας του, να καταθέσει και δήλωση ότι έλαβε γνώση του ΕΚΛ, ότι συμφωνεί και αποδέχεται το περιεχόμενο του, καθώς και ότι παρέλαβε ένα αντίτυπο (άρθ. 27 έως 29 του ΕΚΛ).

Η αρμοδιότητα για τη διενέργεια των διαδικασιών πρόσληψης και τοποθέτησης του προσωπικού ανήκει στο τμήμα διοικητικού συντονισμού (άρθ. 21 ΕΚΛ). Το τμήμα αυτό είναι αρμόδιο για την οργάνωση, τον έλεγχο και το συντονισμό όλων των διοικητικών δραστηριοτήτων του φορέα και των μεταβολών του πάσης φύσεως προσωπικού.

Περιλαμβάνει το γραφείο προσωπικού, το οποίο είναι αρμόδιο για την ενεργοποίηση των διαδικασιών πρόσληψης και την παρακολούθηση των μεταβολών του προσωπικού και γενικά για κάθε θέμα υπηρεσιακής σχέσης των εργαζομένων, την τήρηση των ατομικών τους φακέλων, τον έλεγχο παρουσίας τους και των κανονικών, αναρρωτικών και άλλων, αδειών και την υποβολή στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης των απαιτούμενων δαπανών για τη μισθοδοσία των εργαζομένων.

Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις και τις διαδικασίες που τηρούσε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. για την πρόσληψη προσωπικού, η σειρά ήταν η εξής: εισήγηση της υπηρεσίας στο Δ.Σ. περί της αναγκαιότητας πρόσληψης προσωπικού- απόφαση Δ.Σ. - έγκριση από την τριμελή επιτροπή της Π.Υ.Σ. 55/1998, κατανομή των θέσεων από τον Υπουργό Υγείας.

Στη συνέχεια, απόφαση Δ.Σ. για την προκήρυξη των θέσεων και τη σύσταση τριμελούς επιτροπής για την αξιολόγηση και επιλογή των υποψηφίων, απόφαση Δ.Σ. με την οποία εγκρινόταν η πρόσληψη των επιλεγέντων και η οποία κοινοποιείτο στο γραφείο προσωπικού, απόσπασμα του πρακτικού με την απόφαση αυτή του Δ.Σ. Το γραφείο προσωπικού, προκειμένου να καταρτίσει τις συμβάσεις, καλούσε τους επιλεγέντες υπαλλήλους να υποβάλουν όλα τα απαραίτητα για την πρόσληψή τους δικαιολογητικά και υπογράφονταν οι συμβάσεις από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

και τον υπάλληλο που προσλαμβανόταν. Μετά την υπογραφή των συμβάσεων από τα δύο μέρη και την ολοκλήρωση όλων των τυπικών διαδικασιών γινόταν η αναγγελία της πρόσληψης του προσωπικού στον ΟΑΕΔ. Με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 3370/2005 "ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΚΕΕΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ" ορίστηκε ότι: α) το προσωπικό που υπηρετεί στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του (νέου) ΕΚΛ, κατατάσσεται σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις που συνιστώνται με αυτόν, κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. Οι οργανικές θέσεις που δεν καλύπτονται από το υπάρχον προσωπικό προκηρύσσονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο ΕΚΛ, β) το προσωπικό του Υπουργείου Υγείας που υπηρετεί στο ΚΕΔΥ με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου λογίζεται αυτοδικαίως αποσπασμένο στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., γ)........, δ) ιατρικό και λοιπό προσωπικό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

μπορεί να διατίθεται σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα κατόπιν υπογραφής προγραμματικής σύμβασης μεταξύ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και του αντίστοιχου φορέα. Επομένως, για κάθε πρόσληψη του προσωπικού του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. απαιτείτο η έγκριση της επιτροπής του άρθρου 2 της Π.Υ.Σ. 55/1998 (στην οποία, επιτροπή, υποβάλλονταν επίσης μέσα σε ένα μήνα από την ημέρα κατάρτισής τους, οι συμβάσεις προσωπικού για την κάλυψη έκτακτων και επειγουσών αναγκών), αλλά και η τήρηση των προβλεπόμενων από τον ΕΚΛ διαδικασιών.

Επίσης, το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπαγόταν στο ΠΔ 81/2003 όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 180/2004, αφού το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ανήκε στον ιδιωτικό τομέα κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Κατά το χρονικό διάστημα από 4.5.2005 έως τέλος Οκτωβρίου 2005 πραγματοποιήθηκαν στο ΚΕΕΛ.Π.ΝΟ. 140 προσλήψεις απευθείας, χωρίς διαγωνισμό, χωρίς έγκριση της Π.Υ.Σ., χωρίς να συντρέχει λόγος κατεπείγοντος, χωρίς εισήγηση της υπηρεσίας, οι δε προσληφθέντες αμέσως μονιμοποιήθηκαν, δηλαδή καταρτίστηκαν συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Οι προσλήψεις αυτές ήταν από κάθε άποψη παράνομες. Υπήρξε σπουδή στην πραγματοποίηση αυτών, καθώς, πέραν του γεγονότος ότι μέσω ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. γίνονταν προσλήψεις κατά παράκαμψη των διαδικασιών ΑΣΕΠ στο δημόσιο τομέα, αφού μετά τις προσλήψεις αυτές οι προσληφθέντες με αποσπάσεις, διαθέσεις κλπ τακτοποιούντο σε διάφορα υπουργεία και δημόσιους οργανισμούς, με την ψήφιση των ΠΔ 164/2004 και 81/2003 ετίθετο ένα τέλος στην κατάρτιση αλλεπάλληλων συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου στο δημόσιο τομέα και δεν μπορούσαν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου (άρθ. 103 παρ.2,7 και 8 του Συντάγματος, άρθ. 14 και 21 ν. 2190/1994), οι δε περιορισμοί αυτοί αφορούσαν και το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Επίσης με την επικείμενη ψήφιση του ν. 3370/2005, που προέβλεπε την ανασυγκρότηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ενώ μέχρι τότε ο ΕΚΛ δεν προέβλεπε τη σύσταση οργανικών θέσεων στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με το νόμο αυτόν προβλεπόταν ότι το προσωπικό που υπηρετεί στον οργανισμό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νέου ΕΚΛ, κατατάσσεται σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις που συνιστώνται με τον κανονισμό και οι οργανικές θέσεις που δεν καλύπτονται από το υπάρχον προσωπικό προκηρύσσονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο ΕΚΛ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Εξαιτίας των ανωτέρω είχε διαμορφωθεί η άποψη ότι μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου αυτού για την υγεία (του ν. 3370/2005) το προσωπικό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που υπηρετούσε με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δεν θα μπορούσε να μονιμοποιηθεί με μετατροπή σε αορίστου χρόνου και ότι το ίδιο θα συνέβαινε με το προσωπικό που θα προσλαμβανόταν μετά την ψήφιση του νόμου με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Αυτή την άποψη, ανεξαρτήτως της ορθότητας αυτής, συμμεριζόταν και η νομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. όπως προκύπτει από τις απόψεις που διατυπώθηκαν στις επίμαχες συνεδριάσεις Δ.Σ. της 23.3.2005 και 26.5.2005. Ειδικότερα, στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23.3.2005, κατά τη συζήτηση του θέματος που αφορούσε τις μονιμοποιήσεις, τη μετατροπή δηλαδή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου για τους υπαλλήλους του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ο Πρόεδρος ανέφερε: "από ό,τι έχω καταλάβει ένας ορισμένος αριθμός δικαιούται έτσι κι αλλιώς να υπαχθεί στο καθεστώς αορίστου χρόνου, το ερώτημα, όμως, είναι και από όσο έχω καταλάβει μπορούμε οποιονδήποτε υπάλληλο θέλουμε εμείς να τον κάνουμε αορίστου χρόνου.." και ζήτησε από την νομική σύμβουλο Α..Ο.

να διευκρινίσει εάν η θέση της είναι απόλυτα θετική σε σχέση με το ερώτημα αυτό. Η τελευταία, λαμβάνοντας το λόγο, απάντησε ότι μετά την ψήφιση του νέου νομοσχεδίου, όσοι έχουν ορισμένου χρόνου συμβάσεις θα καταταγούν σε προσωποπαγείς θέσεις "αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει δυνατότητα να μετατρέπουμε κάποιες συμβάσεις σε αορίστου χρόνου".

Ο Πρόεδρος Α. Χ., λαμβάνοντας και πάλι το λόγο είπε: "εγώ αντιλαμβάνομαι ότι μπορούμε όποτε θέλουμε συμβάσεις ορισμένου χρόνου να τις μετατρέψουμε σε αορίστου δεν είμαστε παράνομοι. Μπορούμε με μια αιτιολογία να κάνουμε όποιον θέλουμε και ότι το όριο είναι η δημοσίευση του νέου νόμου και μετά αυτό τελειώνει".

Υπήρξε, επομένως, σπουδή, ώστε η πρόσληψη και μονιμοποίηση των 140 ατόμων να πραγματοποιηθεί μέχρι την ψήφιση του νέου νόμου και επειδή δεν υπήρχε ο απαιτούμενος χρόνος (ανεξάρτητα από το ότι δεν εκδόθηκε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 20 του ν. 3370/2005 νέος εσωτερικός κανονισμός του φορέα, που κατά το χρόνο εκείνο δεν ήταν γνωστό), έπρεπε να φαίνεται ότι οι προσλήψεις και μονιμοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν μέχρι το άνω χρονικό σημείο.

Για το λόγο αυτό, ενώ οι παράνομες προσλήψεις έγιναν από Μάιο 2005 έως και Οκτώβριο 2005, στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν, αναγράφηκαν ψευδώς ημερομηνίες έως και 26.5.2005, ώστε να φαίνεται ότι οι υπάλληλοι αυτοί προσλήφθηκαν πριν την 26.5.2005 (χρόνος της συνεδρίασης του Δ.Σ., όπου αποφασίστηκε η μονιμοποίηση των υπαλλήλων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου) και οι συμβάσεις αορίστου χρόνου έχουν ημερομηνία 27.5.2005, πριν την ψήφιση του ν. 3370/11.7.2005.

Ως προς τα πραγματικά περιστατικά των επίδικων προσλήψεων και των μονιμοποιήσεων αποδείχθηκαν τα εξής: Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. της 9.3.2005 (θέμα 4°) και 23.3.2005 (θέμα 13), αποφασίστηκαν προσλήψεις μετά από προκήρυξη και επιλογή από την ορισθείσα τριμελή επιτροπή. Οι προσλήψεις αυτές ήταν οι τελευταίες νόμιμες προσλήψεις που πραγματοποιήθηκαν στο ΚΕΕΛΠΝΟ (πριν τις επίδικες) με την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών και οι οποίες καλύπτονταν από ΠΥΣ.

Ειδικότερα: α) στις 9-3-2005 αποφασίστηκε, μετά από εισήγηση της Ο. Α., η πρόσληψη έξι (6) υπαλλήλων, σε αντικατάσταση παραιτηθέντων υπαλλήλων, για την πρόσληψη των οποίων υπήρχαν εγκριτικές αποφάσεις της τριμελούς επιτροπής της ΠΥΤ 55/98 (ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡ. 8/68/26615/7.2.2001, ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡ. 8/103/5358/27.3.2002 και ΔΙΠΠ/Φ.ΕΓΚΡ. 8/309/8127/7.8.2003), για χρονικό διάστημα ενός έτους από 15/3/2005 έως 14/3/2006.

Οι προσληφθέντες ήταν οι Κ. Φ. ΠΕ Βιολόγος, Ι. Α. ΠΕ Βιολόγος, Φ. Μ. ΠΕ Οικονομολόγος, Ν. Ν. ΠΕ Οικονομολόγος, Γ. Μ. ΠΕ Ψυχολόγος και Τ. Γ. ΠΕ Ψυχολόγος. Η έβδομη θέση για την κάλυψη της τρίτης θέσης ΠΕ Ψυχολόγων κηρύχθηκε άγονη, λόγω έλλειψης υποψηφίων με τα απαιτούμενα προσόντα, β) Στις 23-3-2005 αποφασίστηκε, μετά από εισήγηση του Διευθυντή, η πρόσληψη οκτώ ατόμων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Οι προσλήψεις αυτές έγιναν μετά από προκήρυξη και επιλογή από την ορισθείσα τριμελή επιτροπή και υπήρχε γι' αυτές ΠΥΣ. Ειδικότερα, με την ...-2004 απόφαση της τριμελούς επιτροπής της .../98 είχε εγκριθεί η πρόσληψη 10 ατόμων με τριετείς συμβάσεις, από τις οποίες οι δύο θέσεις είχαν ήδη καλυφθεί με τις προσλήψεις δύο υπαλλήλων (δημοσιογράφων).

Η ανωτέρω απόφαση τροποποιήθηκε με την ...-2005 απόφαση και εγκρίθηκε η πρόσληψη 2 ατόμων με τριετή σύμβαση, οι οποίοι είχαν ήδη προσληφθεί και 8 ατόμων (6 Διοικητικών Υπαλλήλων ΠΕ κατηγορίας και 2 Διοικητικών Υπαλλήλων ΔΕ κατηγορίας) με συμβάσεις αορίστου χρόνου. Οι προσληφθέντες ήταν οι: 1. Α. Όλγα, κατηγορουμένη, για τη θέση ιατρού γενικής ιατρικής, στην οποία ανατέθηκαν εκ νέου τα καθήκοντα της υπεύθυνης του τμήματος Διοικητικού Συντονισμού και Αναπληρώτριας Διευθύντριας, σε συνέχεια της απόφασης του Δ.Σ.

που ελήφθη κατά την 19η/5-11-2004 συνεδρίαση, 2. η Μ. Μ. για τη θέση ιατρού με εμπειρία στην αντιμετώπιση λοιμωδών τροπικών νοσημάτων, 3. Ζ. Π. για τη θέση χημικού, 4. Μ. Α. για τη θέση εκπαιδευτικού, 5. Τ. Ε. για τη θέση οικονομολόγου, 6. Γ. Ε. για τη θέση ψυχολόγου, 7. Π. Γ. για τη θέση διοικητικού υπαλλήλου και 8. Π. Θ. για τη θέση διοικητικού υπαλλήλου.

Και σε αυτές τις νόμιμες προσλήψεις στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. διαπιστώνονται παράνομες ενέργειες. Ειδικότερα, μεταξύ των προσληφθέντων, όπως προκύπτει από το μηχανογραφημένο πρακτικό της 23/3/2005, ήταν η Μ. Μ., η οποία προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ως ιατρός. Από το χειρόγραφο, όμως, πρακτικό προκύπτει ότι αμφισβητήθηκαν κάποια από τα προσόντα της κυρίας Μ.

και τα μέλη του Δ.Σ. ζήτησαν να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σε σχέση με αυτά και, τελικά, αποφασίστηκε ο Διευθυντής να ελέγξει τα δικαιολογητικά της και να ενημερώσει το Δ.Σ. Το ίδιο ζήτησαν και για την Α. Μ. Η διάσταση αυτή μεταξύ του χειρόγραφου και του μηχανογραφημένου πρακτικού ασφαλώς και δεν οφειλόταν σε παραδρομή, με αυτόν τον τρόπο παραποιήθηκε η πραγματική βούληση του διοικητικού συμβουλίου, που είχε εξαρτήσει την πρόσληψή της από την απόδειξη των τυπικών προσόντων που αυτή επικαλείτο, τα οποία όμως δεν ελέγχθηκαν ποτέ από τον Διευθυντή, ο οποίος εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο από το Δ.Σ., και ουδέποτε αυτός ενημέρωσε σχετικά το Δ.Σ., όπως προκύπτει από τις επόμενες συνεδριάσεις του.

γ) Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 9.3.2005, σύμφωνα με το μηχανογραφημένο, αλλά και το χειρόγραφο, πρακτικό, στο θέμα 4°, με εισηγήτρια την Ο. Α., συζητήθηκε η πρόσληψη 5 ατόμων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατόπιν προκήρυξης, σε αντικατάσταση παραιτηθέντων υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., για την πρόσληψη των οποίων υπήρχε έγκριση της Π.Υ.Σ.

Το θέμα αυτό, σύμφωνα με το μηχανογραφημένο και το χειρόγραφο πρακτικό, φέρεται ότι έχει και δεύτερο σκέλος, το οποίο αφορά την απευθείας πρόσληψη 10 ατόμων, "σύμφωνα με τη δυνατότητα που δίνει ο ΕΚΛ". Με βάση αυτή την απόφαση προσλήφθηκαν απευθείας οι εξής υπάλληλοι: για ένα έτος: η Π. Α. ΔΕ, ο Σ. Δ. ως οδηγός, ο Π.

Γ. ΔΕ., ο Κ. Ν. ως κλητήρας, ο Ρ. Π. Δ.Ε., η Μ. Α. ως ιατρός, η Π. Ν. Δ.Ε. Για χρονικό διάστημα 6 μηνών: η Π. Ι. Δ.Ε. Για χρονικό διάστημα 5 μηνών η Γ. Α. ΔΕ και ο Β. Σ. ΔΕ. Ο γραφολόγος Δ. Κ., στην από Αύγουστο 2013 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησής του, που διενεργήθηκε με επιμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, καταλήγει στο συμπέρασμα, με πιθανολόγηση, ότι η σχετική παράγραφος τέθηκε εκ των υστέρων.

Ειδικότερα, η τελευταία αυτή παράγραφος (πριν από τη αναγραφή των ονομάτων των μελών του Δ.Σ. και τις υπογραφές αυτών), σύμφωνα με την ως άνω έκθεση, έχει χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο που έχει γράψει χειρόγραφα ολόκληρο το πρακτικό, έχει, όμως, χαραχθεί με μελάνι διαφορετικής απόχρωσης από τη γραφή της σελίδας πριν και μετά από αυτή.

Δεν υπήρχε, όμως, η δυνατότητα να προσδιοριστεί ο χρόνος χαράξεως της παραγράφου αυτής, δηλαδή αν χαράχθηκε κανονικά, κατά την ομαλή πρόοδο της χάραξης, ή αν προστέθηκε μετά την ολοκλήρωση της γραφής των πρακτικών. Και τούτο, διότι η υπό έλεγχο γραφή δεν έχει υποστεί επίδραση από τυχόν στενότητα του χώρου ούτε εφάπτεται με τμήματα της επόμενης απ' αυτή γραφής και δεν εντοπίστηκαν προς εξέταση τυχόν υποκείμενα φύλλα, ώστε να εξεταστεί η λανθάνουσα γραφή.

Μετά τις παραπάνω διαπιστώσεις, συμπεραίνει ο γραφολόγος ότι: "η χάραξη των ονομάτων των υπογραφόντων με γραφικό μέσο όμοιο με εκείνο της χαράξεως της γραφής ολόκληρου του πρακτικού, υποδηλώνει συνέχεια χαράξεως του πρακτικού από την αρχή μέχρι και τα ονόματα των υπογραφόντων και με το ίδιο γραφικό μέσο, οπότε η χάραξη της, υπό έλεγχο, παραγράφου στον ενδιάμεσο, μεταξύ του κειμένου του πρακτικού και των ονομάτων των υπογραφόντων, χώρο, κατευθύνει στο συμπέρασμα ότι η υπό έλεγχο σημείωση δεν έχει χαραχθεί κανονικά, κατά την ομαλή πρόοδο της χαράξεως του πρακτικού, αλλά έχει προστεθεί μετά την ολοκλήρωση της χαράξεώς του".

Το συμπέρασμα, όμως, αυτό καταλήγει ο γραφολόγος, ελλείψει άλλων αποδεικτικών μέσων, διατυπώνεται σε βαθμό πιθανολογήσεως. Το γεγονός ότι ουδεμία συζήτηση προηγήθηκε σχετικά με τις άμεσες υπηρεσιακές ανάγκες που επέβαλαν τις προσλήψεις αυτές ισχυροποιεί την ως άνω άποψη του γραφολόγου, ότι δηλαδή η παράγραφος αυτή προστέθηκε εκ των υστέρων και ότι δεν υπήρξε, στην πραγματικότητα, απόφαση για την πρόσληψη των ως άνω 10 ατόμων.

Επίσης, το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τη μελέτη του υπηρεσιακού πρωτοκόλλου αλληλογραφίας του έτους 2005. Ειδικότερα, στον αύξοντα αριθμό 628 του πρωτοκόλλου της 15/3/2005 φέρεται ότι διαβιβάζεται από τη Γραμματεία του Δ.Σ. στο Γραφείο Προσωπικού και στο Τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης ένα έγγραφο που περιγράφεται ως εξής: "Πρακτικά 2ης Συνεδρίασης Δ.Σ.

για πρόσληψη 6 ατόμων για 1 χρόνο". Επομένως, όπως προκύπτει από το υπηρεσιακό πρωτόκολλο, το Γραφείο Προσωπικού και το Τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης ενημερώθηκαν μόνο για την πρόσληψη έξι ατόμων και όχι για την απευθείας πρόσληψη των 10 ατόμων. ʼλλωστε, υπό το φως των όσων επακολούθησαν με τα πρακτικά των επόμενων συνεδριάσεων του Δ.Σ., ενδυναμώνεται ακόμα περισσότερο το συμπέρασμα του γραφολόγου, ότι και το εν λόγω πρακτικό είναι πλαστό.

Οι ως άνω προσλήψεις δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία, γι' αυτό αναφέρονται μόνο διηγηματικά. Παράλληλα, όμως, εξελίχθηκε η διαδικασία των επίδικων παράνομων προσλήψεων. Ειδικότερα, στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23.3.2005 σύμφωνα με το μηχανογραφημένο πρακτικό στο θέμα 13 με εισηγητή τον Διευθυντή, συζητήθηκε, όπως προεκτέθηκε, η πρόσληψη 8 ατόμων με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατόπιν προκήρυξης, για τις οποίες υπήρχε η έγκριση της Π.Υ.Σ.

Επίσης, από το εν λόγω πρακτικό (μηχανογραφημένο) φαίνεται ότι το ίδιο θέμα έχει και δεύτερο σκέλος με εισηγητή τον δεύτερο κατηγορούμενο, Α. Χ., ο οποίος εισηγήθηκε την αναγκαιότητα κατάρτισης συμβάσεων ολίγων μηνών για την κάλυψη άμεσων και κατεπειγουσών αναγκών ενόψει, του Εθνικού Σχεδίου Πανδημίας Γρίπης που είχε εγκριθεί από το Δ.Σ.

κατά τη διάρκεια της ίδιας συνεδρίασης (θέμα 10). Φέρεται δε (στο μηχανογραφημένο πρακτικό και πριν από τις υπογραφές των μελών) ότι το Δ.Σ. αποφάσισε ότι: "προσλαμβάνει απευθείας κατόπιν έγκρισης, σύμφωνα με τις υπ'αριθμ. ....2001, ....2002, ....2003, ....2004 αποφάσεις της Επιτροπής του αρ. 2 της .../1998, για χρονικό διάστημα ενός έως 3 μηνών, ο καθένας, διοικητικό και επιστημονικό προσωπικό για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα".

Στο πρακτικό αυτό η απόφαση για απευθείας πρόσληψη προσωπικού προστέθηκε εκ των υστέρων. Τούτο προκύπτει από τα εξής στοιχεία: α) στο χειρόγραφο δεν αναφέρεται ο πίνακας, αλλά μόνο ότι: "προσλαμβάνονται απευθείας για 1-3 μήνες διοικητικό και επιστημονικό προσωπικό βάσει αποφάσεων του άρθρου 2 Π.Υ.Σ. 55/1998", β) πίνακας, στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε, δεν τέθηκε υπόψη του Δ.Σ., ούτε μπορούσε να υπάρξει τέτοιος πίνακας, αφού τα περισσότερα από τα άτομα που προσλήφθηκαν, όσο και ο αριθμός τους, ήταν άγνωστος, κατ' εκείνη τη συνεδρίαση, και κανείς δεν ήξερε, ούτε οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, σε ποιον αριθμό τελικά θα σταματούσε η όλη διαδικασία, αφού συνεχώς προστίθεντο και νέα άτομα μέχρι την καταληκτική ημερομηνία στις 27/10/2005 και τη διαμόρφωση του συνολικού αριθμού των παράνομων προσλήψεων σε 140, γ) το θέμα αυτό (13°), αφορούσε μόνο την πρόσληψη των 8 ατόμων, σύμφωνα και με την ημερήσια διάταξη της ως άνω συνεδρίασης, στην οποία το θέμα αυτό έχει ένα μόνο σκέλος και περιγράφεται επί λέξει: "Πρόσληψη 8 ατόμων κατόπιν προκήρυξης".

Το ίδιο ισχύει και για την εισήγηση της υπηρεσίας, που αναφέρεται μόνο στην πρόσληψη των εν λόγω 8 ατόμων, δ) κανένας μάρτυρας δεν επιβεβαίωσε (αλλά ούτε και οι κατηγορούμενοι) ότι λήφθηκε απόφαση για απευθείας πρόσληψη, ενώ κάποια μέλη του Δ.Σ. υποστήριξαν ότι έγινε συζήτηση περί μελλοντικών προσλήψεων και με την προϋπόθεση της τήρησης της νόμιμης διαδικασίας, ε) δεν είναι νοητή απόφαση προσλήψεων, χωρίς να προσδιορίζεται ο αριθμός και τα άτομα που προσλαμβάνονται, στ) οι αναφερόμενες εγκρίσεις του υπουργικού συμβουλίου αφορούσαν προγενέστερες προσλήψεις προσωπικού και είχαν ήδη καλυφθεί από προηγούμενες προσλήψεις, μεταξύ των οποίων της ίδιας της Ο.

Α. (βλ. και από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητριών Μ. Μ. και Ε. Χ., οι οποίες εντόπισαν, όπως και αποδείχθηκε, ότι η υπ' αριθμ. ...-2005 έγκριση, η οποία τροποποίησε την ...-2004, μνημονεύεται σε όλες τις απευθείας παράνομες προσλήψεις διάρκειας από 1 έως 3 μήνες και δόθηκε στο γραφείο προσωπικού από την Ο.

Α., είχε καλυφθεί από την πρόσληψη της ίδιας και άλλων εννέα ατόμων).

Συνεπώς, το χωρίο αυτό, με το οποίο φέρεται ότι αποφασίστηκε η άμεση πρόσληψη ήδη γνωστών ατόμων δηλαδή των 140 υπαλλήλων, οι οποίοι αναφέρονταν σε δήθεν συνημμένο πίνακα, προστέθηκε εκ των υστέρων. Σύμφωνα και με την από Αύγουστο 2013 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του γραφολόγου Δ. Κ., που διενεργήθηκε με επιμέλεια του πρώτου κατηγορούμενου, ολόκληρο το χειρόγραφο πρακτικό και η υπό έλεγχο σημείωση έχουν χαραχθεί από το ίδιο πρόσωπο.

Επίσης, ολόκληρο το πρακτικό (όχι όμως και η υπό έλεγχο σημείωση) έχει χαραχθεί με το ίδιο γραφικό μέσο. Ειδικότερα, η υπό έλεγχο σημείωση έχει χαραχθεί με διαφορετικό γραφικό μέσον, διαφορετικής μελάνης από τη γραφή του λοιπού κειμένου του πρακτικού, πριν και μετά από αυτή. Και καταλήγει ο πραγματογνώμονας ότι η χάραξη των ονομάτων των υπογραφόντων με γραφικό μέσο όμοιο με εκείνο της χαράξεως της γραφής πριν από την, υπό έλεγχο, σημείωση και της γραφής ολόκληρου του πρακτικού υποδηλώνει συνέχεια χαράξεως του πρακτικού από την αρχή μέχρι και τα ονόματα των υπογραφόντων και με το ίδιο γραφικό μέσο, οπότε η χάραξη της υπό έλεγχο σημείωσης στον ενδιάμεσο (μεταξύ της απόφασης και των ονομάτων των υπογραφόντων) χώρο και με διαφορετικό γραφικό μέσο οδηγεί στο συμπέρασμα (με πιθανολόγηση ελλείψει άλλων αποδεικτικών στοιχείων) ότι η υπό έλεγχο σημείωση δεν έχει χαραχθεί κανονικά κατά την ομαλή πρόοδο της χαράξεως του πρακτικού, αλλά έχει προστεθεί μετά την ολοκλήρωση της χαράξεώς του.

Σε εκτέλεση της αναληθούς αυτής απόφασης προσλήφθηκαν απευθείας, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου 140 υπάλληλοι, εκ των οποίων 5 μόνο ιατροί, 4 βιολόγοι, η αδελφή της Ο. Α. οικονομολόγος- κοινωνιολόγος, ο σύζυγος της και οι λοιποί διοικητικοί, χωρίς τη νόμιμη διαδικασία, με φερόμενες ημερομηνίες στις καταρτισθείσες συμβάσεις 4/5 έως 26/5/2005, ενώ, στην πραγματικότητα, αυτοί προσλήφθηκαν πολύ αργότερα και σταδιακά και ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 9.5.2005 έως 27.10.2005.

Όπως αποδείχθηκε, για την υλοποίηση της μονιμοποίησης των υπαλλήλων που δήθεν προσλήφθηκαν με την άνω απόφαση του Δ.Σ. (23.3.2005 θέμα 13ο), το Π.Δ. 180/2004 χρησιμοποιήθηκε ως όχημα. Ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε στις 23.8.2004, επομένως, έπρεπε να υποβληθούν αιτήσεις των εργαζομένων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (που είχαν συμβάσεις ορισμένου χρόνου) για μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου και το Δ.Σ.

να αποφανθεί αιτιολογημένα ποιοι από αυτούς πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου. Το Σεπτέμβριο του 2004 είχαν υποβληθεί αιτήσεις από 78 υπαλλήλους του ΚΕΕΛΠΝΟ που συνδέονταν με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ από νωρίς απασχόλησε τις υπηρεσίες του ΚΕΕΛΠΝΟ το θέμα των συμβασιούχων και αν το ΚΕΕΛΠΝΟ υπάγεται στις διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 ή του 180/2004.

Σχετικά με το νομικό αυτό θέμα, η νομική υπηρεσία του ΚΕΕΛΠΝΟ απευθύνθηκε, αρμοδίως, στο Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο με το από 3 Σεπτεμβρίου 2004 έγγραφο του, που εισήλθε στο ΚΕΕΛΠΝΟ και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....2004, διευκρίνισε ότι για το ΚΕΕΛΠΝΟ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 αλλά του Π.Δ. 180/2004.

Επίσης, απεστάλη από την ίδια υπηρεσία στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με το ....2004 έγγραφο, η ....2004 εγκύκλιος με θέμα οδηγίες για την εφαρμογή του Π.Δ. 180/2004. Η νομική σύμβουλος του ΚΕΕΛΠΝΟ Α. Ο. από τον 12°/2004 είχε γνωμοδοτήσει για τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου με το ....2004 έγγραφο της, το οποίο απηύθυνε προς τον Πρόεδρο και το Διευθυντή.

Ειδικότερα, με το έγγραφο της αυτό ενημέρωνε τη διοίκηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ότι αυτό δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 164/2004, αλλά στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 81/2003 όπως τροποπ. με το Π.Δ. 180/2004 και ότι, ενόψει των αιτήσεων των ήδη υπηρετούντων στο ΚΕΕΛΠΝΟ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του Π.Δ. 180/2004, πρέπει το Δ.Σ.

να εξετάσει ποιοι υπάλληλοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες υπό τον όρο ότι πληρούν και τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Π.Δ. 81/2003. Και κατέληγε το έγγραφο της ως εξής: "Συμπερασματικά, για τους υπαλλήλους που πληρούν τα παραπάνω, το Δ.Σ. του ΚΕΕΛΠΝΟ, με απόφασή του, να διαπιστώσει ότι αυτές μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου από την ημέρα που συμπληρώνεται συνολικός χρόνος απασχόλησης 24 μηνών".

Στη συνεδρίαση της 23-3-2005 (θέμα 12°) συζητήθηκε το θέμα της υπαγωγής του προσωπικού του ΚΕΕΛΠΝΟ στις διατάξεις του Π.Δ. 180/2004. Η παρουσίαση του θέματος έγινε από τον Πρόεδρο Α. Χ., ο οποίος ανέφερε ότι το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή είχε 270 υπαλλήλους, από τους οποίους οι 150 περίπου είχαν σύμβαση αορίστου χρόνου και οι 120 ορισμένου χρόνου και, σύμφωνα με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο για την υγεία, το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

θα δημιουργούσε οργανικές θέσεις, στις οποίες θα εντάσσονταν οι υπάλληλοι με σύμβαση αορίστου χρόνου. Υπήρχε, όμως, πρόβλημα με το προσωπικό ορισμένου χρόνου, το οποίο ήταν υψηλού επιπέδου και έπρεπε να βρεθεί λύση για να μη στερηθεί το ΚΕΕΛΠΝΟ τις υπηρεσίες τους. Η νομική σύμβουλος Α. Ο., αφού ενημέρωσε τα μέλη σχετικά με τις προϋποθέσεις που έθετε το ως άνω Π.Δ., ανέφερε ότι είχαν ήδη υποβληθεί αιτήσεις από υπαλλήλους του ΚΕΕΛΠΝΟ για τη μετατροπή των συμβάσεών τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, τις οποίες είχε επεξεργαστεί η υπηρεσία και είχε καταρτίσει λίστα με αυτούς που πληρούσαν τις προϋποθέσεις, ότι οι υπάλληλοι αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και οι συμβάσεις μπορούσαν, σύμφωνα με το νόμο, να αναγνωριστούν ως αορίστου χρόνου.

Σε ερώτηση του Προέδρου του Δ.Σ. εάν, εκτός από αυτούς που, σύμφωνα με ης διατάξεις του ανωτέρω διατάγματος, οι συμβάσεις τους θα μετατρέπονταν σε αορίστου χρόνου, μπορούσαν να μετατραπούν και οι συμβάσεις οποιουδήποτε άλλου υπαλλήλου από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, η Α. Ο., παρόλο που στην εισήγησή της είχε τη θέση ότι μόνο των υπαλλήλων που πληρούν τις προϋποθέσεις μπορούσαν να μετατραπούν οι συμβάσεις από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, απάντησε ότι: "μετά την ψήφιση του νέου νόμου, οι υπάλληλοι με σύμβαση αορίστου χρόνου κατατάσσονται σε κενές οργανικές θέσεις και οι υπάλληλοι με σύμβαση ορισμένου χρόνου σε προσωποπαγείς θέσεις, οι δε οι δε συμβάσεις ορισμένου χρόνου στη συνέχεια δεν θα μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου", απέφυγε, δηλαδή, να απαντήσει, αφού η απάντηση που έδωσε αφορούσε το τι θα ισχύει μετά την ψήφιση του νέου νόμου, ούτε διόρθωσε τον Πρόεδρο, όταν αυτός, λαμβάνοντας το λόγο, ανέφερε ότι "εγώ αντιλαμβάνομαι ότι μπορούμε όποτε θέλουμε συμβάσεις ορισμένου χρόνου να τις μετατρέψουμε σε αορίστου δεν είμαστε παράνομοι.

Μπορούμε με μία αιτιολογία να κάνουμε όποιον θέλουμε και ότι το όριο είναι η δημοσίευση του νέου νόμου και μετά αυτό τελειώνει". Η θέση που, τελικά, μορφοποιήθηκε στη συνεδρίαση αυτή, την οποία συμμερίστηκε και ο Διευθυντής, ήταν ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες υπαλλήλων, αυτοί που οι συμβάσεις τους έχουν, έτσι κι αλλιώς, τις προϋποθέσεις και η υπηρεσία δεν θα ασχοληθεί μαζί τους και οι υπόλοιποι, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις και είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δ.Σ.

να τις μετατρέψει ή όχι σε αορίστου χρόνου και να αποφασίσει το Δ.Σ., μετά από εισήγηση της υπηρεσίας, η οποία γνωρίζει ποιοι από αυτούς αξίζουν και ποιοι όχι. Σύμφωνα με την παρατήρηση του Μ. Δ. και του αντιπροέδρου Π. Ε., θα πρέπει να έρθει συγκεκριμένη εισήγηση και η κρίση του Δ.Σ. να είναι άτομο προς άτομο και όχι συλλήβδην.

Μετά τη συζήτηση το Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα: "ότι όσοι από τους υπαλλήλους του ΚΕΕΛΠΝΟ καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, σύμφωνα με το ισχύον σήμερα νομικό πλαίσιο, οι συμβάσεις τους, και αν ακόμη είναι ορισμένου χρόνου, θεωρούνται ως αορίστου. Ο πλήρης κατάλογος θα οριστικοποιηθεί στο επόμενο Δ.Σ.".

Ακολούθησαν δύο συνεδριάσεις του Δ.Σ. στις 13/4/2005 και 26/4/2005, στις οποίες κανένας κατάλογος δεν οριστικοποιήθηκε, παρά την απόφαση Δ.Σ. της 23-3-2005 (θέμα 12°) συνεδρίασης. Αντί, δηλαδή, ο Πρόεδρος και ο Διευθυντής να μεριμνήσουν για την κατάρτιση των καταλόγων, σύμφωνα με την απόφαση του Δ.Σ., για να ολοκληρωθεί η διαδικασία στην επόμενη συνεδρίαση και να οριστικοποιηθεί ο πίνακας των μονιμοποιηθέντων υπαλλήλων, ουδείς ασχολήθηκε με το θέμα.

Κατά την συνεδρίαση του Δ.Σ. της 26.5.2005 (θέμα 8°) συζητήθηκε και πάλι το θέμα της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας των υπηρετούντων υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Η εισήγηση της Α. Ο. μεταβάλλεται σε αυτή τη συνεδρίαση έτι περαιτέρω και εκθέτει πλέον την άποψη ότι μπορούν να μονιμοποιηθούν όλοι, ανεξαιρέτως, οι υπάλληλοι, ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων του νόμου, με μοναδικό κριτήριο τις υπηρεσιακές ανάγκες και το γενικότερο συμφέρον του οργανισμού.

Επιπρόσθετα, αναφέρει η Α. Ο. στην εισήγησή της, ότι: "ενόψει της επέκτασης των δράσεων του ΚΕΕΛ σε όλο το πεδίο της Δημόσιας Υγείας και επειδή η τρέχουσα οικονομική συγκυρία δεν επιτρέπει νέες προσλήψεις το προσωπικό που υπηρετεί σήμερα στο ΚΕΕΛ με την εμπειρία και εξειδίκευση που έχει ήδη αποκτήσει είναι απολύτως απαραίτητο για να καλύψει τις αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές θα διαμορφωθούν μετά την επέκταση έχει τη δυνατότητα λοιπόν το διοικητικό συμβούλιο του ΚΕΕΛ να μετατρέψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη τις υπηρεσιακές ανάγκες στην εκπαίδευση, την εξειδίκευση των ήδη εργαζομένων στο ΚΕΕΛ και αποβλέποντας στο γενικότερο συμφέρον του Ιδρύματος".

Συμπορεύεται, δηλαδή, απόλυτα με τη θέση του Προέδρου Α. Χ., ο οποίος από την αρχή έχει εκφράσει την άποψη ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου οι συμβάσεις όλων των υπαλλήλων που υπηρετούν με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και δικαιολογούσε την άποψη του αυτή αναφέροντας ότι: "η σπονδυλική στήλη του επιστημονικού προσωπικού είναι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου αυτό σημαίνει ότι για κάθε έναν που φεύγει έχουμε τεράστιο πρόβλημα, διότι τον έχει εκπαιδεύσει το ΚΕΕΛ επί τρία χρόνια" και σε ερώτημα του μέλους του Δ.Σ.

Ο. Π., κατά πόσο πληρούν τις προϋποθέσεις να γίνουν αορίστου χρόνου, ο Πρόεδρος απάντησε ότι: "αν ήθελε να είναι αυστηρή η υπηρεσία θα έπρεπε να ξεκινήσει μία διαδικασία κρίσης του προσωπικού και ενδεχομένως, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, κάποιοι δεν θα επιβίωναν από την κρίση αυτή". Κατόπιν αυτού, τα μέλη του Δ.Σ., όπως αναφέρεται επί λέξει στο πρακτικό αυτό: "λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου, όσον αφορά το νομικό θέμα και την εισήγηση του προέδρου για τις υπηρεσιακές ανάγκες του ΚΕΕΛΠΝΟ, αποφάσισαν ομόφωνα:

α) τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας των σήμερα υπηρετούντων υπαλλήλων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, β)......γ) εξουσιοδότησαν τον πρόεδρο για την υπογραφή των συμβάσεων αορίστου χρόνου". Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, μετατράπηκαν από ορισμένου χρόνου σε αορίστου, οι συμβάσεις 263 υπαλλήλων, όπως αυτοί αναφέρονται στη συνημμένη στο πρακτικό της ανωτέρω συνεδρίασης κατάσταση με τίτλο "κατάσταση υπαλλήλων ορισμένου χρόνου την 26-5-2005".

Στους ανωτέρω υπαλλήλους όμως, συμπεριλαμβάνονταν και οι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν στο ΚΕΕΛΠΝΟ με τις αποφάσεις του Δ.Σ. που ελήφθησαν κατά τις 2η/9-3-2005 και 3η/23-3-2005 συνεδριάσεις και υπέγραψαν σύμβαση με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνίες έως και την 26-5-2005, που αποφασίστηκε η μετατροπή των συμβάσεών τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται οι 140 παράνομες προσλήψεις της υπό κρίση κατηγορίας. Από το χειρόγραφο πρακτικό της εν λόγω συνεδρίασης της 26-5-2005, προκύπτει ότι με το θέμα 8° είχε μεν αποφασισθεί όπως όλοι οι υπάλληλοι που υπηρετούσαν τότε με σύμβαση ορισμένου χρόνου να καταστούν αορίστου χρόνου, πλην όμως ούτε αναφορά του αριθμού των υπαλλήλων αυτών είχε γίνει ούτε είχε επισυναφθεί στο πρακτικό οποιοσδήποτε πίνακας, αλλά ούτε είχε γίνει μνεία ή παραπομπή σε οποιονδήποτε συνημμένο πίνακα ή κατάσταση.

Τα μέλη του Δ.Σ. Ο. Π., Α. Ρ., Π. Ε., Α. Σ. κατέθεσαν στις επιθεωρήτριες της προκαταρκτικής ότι δεν υποβλήθηκε πίνακας κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. επιβεβαιώνοντας τα όσα αποδείχθηκαν. Λαμβανομένων υπόψη του χρόνου, κατά τον οποίο φέρονται ότι οι 140 αυτοί υπάλληλοι άρχισαν να προσφέρουν υπηρεσία, οι οποίοι προσλήφθηκαν απευθείας και υπέγραψαν συμβάσεις με ημερομηνίες μέχρι και 26/5/2005, τον χρόνο που ενημερώθηκε το γραφείο προσωπικού του ΚΕΕΛΠΝΟ για τις προσλήψεις αυτές και τον χρόνο έναρξης μισθοδοσίας των υπαλλήλων αυτών, συνάγεται ότι η κατάσταση, που επισυνάπτεται στο πρακτικό της 26-5-2005 συνεδρίασης, συντάχθηκε και υπεγράφη από τα μέλη του Δ.Σ.

σε πολύ μεταγενέστερο χρόνο. Επομένως, στο πλήρες μηχανογραφημένο πρακτικό της 6ης συνεδρίασης του Δ.Σ. της 26.5.2005, προστέθηκε στο τέλος του η ως άνω μηχανογραφημένη κατάσταση 12 σελίδων με τίτλο "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΗΝ 26-5-2005", η οποία υπεγράφη ανά σελίδα από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ., πλην του Μ.

Δ., περί το μήνα Δεκέμβριο του 2005 και οδήγησε στη μονιμοποίηση των 140 ατόμων. Με αυτόν τον τρόπο παραποιήθηκε η πραγματική βούληση του Δ.Σ., αφού η συζήτηση αφορούσε υπαλλήλους με εμπειρία και εκπαίδευση, τη σπονδυλική στήλη του επιστημονικού προσωπικού, που τους είχε εκπαιδεύσει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. επί 3 χρόνια, σύμφωνα με όσα είχε πει και ο Πρόεδρος Α.

Χ. στη συνεδρίαση του Δ.Σ. Αλλωστε, οι υπάλληλοι αυτοί δεν είχαν καν προσληφθεί πραγματικά έως την 26.5.2005, αλλά προσέφεραν εργασία πολύ αργότερα ούτε, βέβαια, ήταν ποτέ δυνατόν να έχει διαπιστώσει η υπηρεσία πόσο πολύτιμοι ήταν αυτοί για τον οργανισμό, όταν φέρονταν ότι είχαν προσληφθεί προ ολίγων ημερών.

Για τις αλλοιώσεις των πρακτικών Δ.Σ. της 23.3.2005 και 26.5.2005 είχε παραπεμφθεί πρωτοδίκως ο Α. Χ. για ψευδή βεβαίωση (αρθ. 242, 263Α παλαιού ΠΚ) όμως απηλλάγη με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επειδή δεν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά τον επίδικο χρόνο και δεν επρόκειτο για δημόσια έγγραφα αλλά και λόγω της νομοθετικής μεταβολής με το νέο ΠΚ ενώ κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 216 ΠΚ.

Για τους 140 παρανόμως προσληφθέντες υπαλλήλους καταρτίστηκαν 140 συμβάσεις ορισμένου χρόνου και οι αντίστοιχες 140 συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι οποίες φέρουν αφενός την υπογραφή του Προέδρου Α. Χ., ο οποίος αμφισβητεί την υπογραφή του σε αυτές, και του νεοπροσλαμβανόμενου που αφορούσε η κάθε σύμβαση αφετέρου.

Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου φέρουν ημερομηνίες από 4.5.2005 έως και 26-5-2005, δηλαδή και την ίδια ημερομηνία που αποφασίστηκε η μετατροπή των συμβάσεών τους από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Στην πραγματικότητα καταρτίστηκαν σταδιακά, από Μάιο έως και Οκτώβριο 2005, παραδίδονταν, ως επί το πλείστον, στο γραφείο προσωπικού δυο συμβάσεις συγχρόνως, μια ορισμένου χρόνου και μία αορίστου χρόνου για κάθε υπάλληλο.

Περί αυτού κατέθεσε με σαφήνεια, τόσο στους επιθεωρητές όσο και στο πρωτοβάθμιο και στο παρόν Δικαστήριο, χωρίς η κατάθεσή του να αντικρούεται πειστικά από τις λοιπές αποδείξεις και καταθέσεις, ο μάρτυρας Μ. Ρ., υπεύθυνος του γραφείου προσωπικού, με προϊσταμένη του την Ο. Α. ως τμηματάρχη διοικητικού συντονισμού.

Ο ίδιος κατέθεσε ότι οι συμβάσεις παραδίδονταν στο γραφείο προσωπικού, χωρίς τα απαιτούμενα για την πρόσληψή τους δικαιολογητικά και σε πολλές περιπτώσεις είχαν υπογραφεί πριν καν ο υπάλληλος προσκομίσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, κατά παράβαση του ΕΚΛ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., σύμφωνα με τον οποίον, όπως προαναφέρθηκε, δεν υπογράφονταν οι συμβάσεις πριν την προσκόμιση των απαραίτητων δικαιολογητικών.

Επίσης, από τον έλεγχο των προσκομισθέντων δικαιολογητικών διαπιστώθηκαν λάθη και παραλείψεις, όπως για παράδειγμα, πρόσληψη ιατρού που στη σύμβαση αναγραφόταν ως διοικητικός υπάλληλος, λανθασμένο όνομα κλπ. Κατέθεσε, ακόμη, ότι για τις διαπιστώσεις αυτές ο ίδιος ενημέρωσε την Ο. Α., από την οποία και έλαβε την εντολή για τις απαραίτητες διορθώσεις, ότι από υπαλλήλους του γραφείου της Ο.

Α. δόθηκαν στο γραφείο προσωπικού σε ηλεκτρονική μορφή οι συμβάσεις, έγιναν οι απαραίτητες διορθώσεις και στη συνέχεια οι συμβάσεις παραδόθηκαν στο γραφείο Προέδρου προς υπογραφή μαζί με τις ήδη υπογεγραμμένες, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για την πρόσληψη του ίδιου και όχι άλλου υπαλλήλου, ότι από αυτές που εστάλησαν, εκ νέου, για υπογραφή, περίπου τρεις από ό,τι θυμάται, δεν επεστράφησαν στο γραφείο προσωπικού, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν στον υπηρεσιακό φάκελο των υπαλλήλων αυτών ούτε οι αρχικές ούτε οι διορθωμένες, ότι, κατά τα πρότυπα των ήδη υπογεγραμμένων συμβάσεων, στη συνέχεια, και σταδιακά, συντάχθηκαν από τον ίδιο και υπαλλήλους του γραφείου προσωπικού, κατ' εντολή της Ο.

Α., συμβάσεις για την πρόσληψη και άλλων υπαλλήλων, σύμφωνα με χειρόγραφες καταστάσεις ή σημειώματα, στα οποία αναφέρονταν το ονοματεπώνυμο και το τηλέφωνο των υπό πρόσληψη υπαλλήλων ή ορισμένα δικαιολογητικά, όπως φωτοτυπία πτυχίου ή ταυτότητας του υπαλλήλου, που δόθηκαν από την Ο..Α. και ότι αιτήσεις των υπαλλήλων για πρόσληψη ουδέποτε δόθηκαν στο γραφείο προσωπικού.

Όπως, άλλωστε, αποδείχθηκε και από το πρωτόκολλο, κανείς από τους παρανόμως προσληφθέντες δεν κατέθεσε αίτηση ούτε για την πρόσληψη ούτε για τη μονιμοποίησή του.

Περαιτέρω, όπως κατέθεσε ο Μ. Ρ., και όπως αποδείχθηκε, σε όλες αυτές τις συμβάσεις αναγράφεται, αναληθώς: α) η Π.Υ.Σ. αλλά και η εγκριτική απόφαση, που είχαν καλυφθεί από προγενέστερες προσλήψεις, β) στις μεν συμβάσεις ορισμένου χρόνου αναγράφεται η απόφαση της συνεδρίασης του Δ.Σ. της 23/3/2005, στις δε συμβάσεις αορίστου χρόνου αναγράφεται η απόφαση της συνεδρίασης του Δ.Σ. της 26/5/2005, γ) όλες οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου αναγράφουν ημερομηνίες κατάρτισής τους από 4/5/2005 έως και 26/5/2005. Οι αποφάσεις αυτές του Δ.Σ. ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στο γραφείο προσωπικού, γινόταν μόνο αναφορά αυτών στις εν λόγω συμβάσεις. ʼλλωστε και από το πρωτόκολλο αλληλογραφίας επιβεβαιώνεται ότι κανένα απόσπασμα των επίμαχων πρακτικών Δ.Σ. δεν κοινοποιήθηκε σε κάποιο τμήμα. Αυτό ήταν αναμενόμενο, καθώς, για να διακινηθούν τα πρακτικά έπρεπε να είναι γνωστός ο κατάλογος με τα ονόματα, ο οποίος όμως οριστικοποιήθηκε τέλη Οκτωβρίου -Δεκεμβρίου 2005.

Όσον αφορά τις αναγγελίες των προσλήψεων στον ΟΑΕΔ: στις τυπικές διαδικασίες που προαναφέρθηκαν, τις οποίες διεκπεραίωνε το γραφείο προσωπικού και η ολοκλήρωση των οποίων ήταν απαραίτητη για να αναλάβει ο νεοδιοριζόμενος εργασία, περιλαμβανόταν και η αναγγελία πρόσληψης στον ΟΑΕΔ εντός οκτώ ημερών από την υπογραφή της σύμβασης.

Σύμφωνα με τον ΕΚΛ δεν ήταν δυνατό ο προσλαμβανόμενος να αναλάβει εργασία, άρα ούτε να τοποθετηθεί σε κάποια θέση, μετατεθεί κλπ, ούτε να ενταχθεί στο μισθολόγιο πριν ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες τυπικές διαδικασίες, επομένως και η αναγγελία της πρόσληψής του στον ΟΑΕΔ, η οποία δεν αποτελεί μεν συστατικό τύπο της σύμβασης εργασίας, ήταν, όμως, ενέργεια καίριας και αποφασιστικής σημασίας στην όλη διαδικασία.

Όλες οι αναγγελίες των παρανόμως προσληφθέντων, πλην ελαχίστων, έγιναν από τον Διευθυντή Ο. Π., ο οποίος δεν το αρνείται, όπως δεν αρνείται ότι οι εν λόγω αναγγελίες φέρουν την υπογραφή του. Οι αναγγελίες των παράνομων προσλήψεων πραγματοποιήθηκαν ως εξής: 11 έγιναν το Μάιο, 61 έγιναν τον Ιούνιο, 10 έγιναν τον Ιούλιο, 42 έγιναν τον Αύγουστο, 2 έγιναν το Σεπτέμβριο και οι 14 τελευταίες έγιναν τον Οκτώβριο.

Επομένως, από το Μάϊο έως τον Ιούνιο είχαν γίνει 72 αναγγελίες συνολικά, δηλαδή οι μισές από τις παράνομες προσλήψεις. Οι αναγγελίες πρόσληψης στον ΟΑΕΔ του μεγαλύτερου αριθμού των υπαλλήλων δεν έγιναν εντός οκτώ ημερών από την αναγραφόμενη στις συμβάσεις τους ημερομηνία πρόσληψης, όπως προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις των Ν.Δ. 2656/53 και 763/70, αλλά μετά την πάροδο αρκετών ημερών ή και μηνών.

Ειδικότερα, προσλήψεις με αναγραφόμενη στη σύμβαση ημερομηνία την 9/5/2005 αναγγέλθηκαν στις 20/5/2005, προσλήψεις, με αναγραφόμενη στη σύμβαση ημερομηνία την 23/5/2005, αναγγέλθηκαν σταδιακά στις 9/6, 10/6, 15/6, 17/6, 19/6, 29/7, 8/8, 26/8, 5/9, 6/10, 19/10 και 27/10/2005. Συγκεκριμένα στις 26/8/2005 έγινε η αναγγελία 39 προσλήψεων με ημερομηνία πρόσληψης την 23.5.2005.

Προσλήψεις με αναγραφόμενη στη σύμβαση ημερομηνία την 24/5/2005 αναγγέλθηκαν σταδιακά στις 9/6, 10/6, 15/6 και 17/6/2005. Προσλήψεις με αναγραφόμενη στη σύμβαση ημερομηνία την 25/5/2005 αναγγέλθηκαν σταδιακά στις 9/6,10/6, 15/6, 17/6, 23/6 και 26/8/2005. Σχετικά με το θέμα αυτό, η αναγγελία πρόσληψης στον ΟΑΕΔ για τον κάθε υπάλληλο, έγινε εντός το πολύ τριών ημερών από την ημέρα που παρέλαβε το γραφείο προσωπικού υπογεγραμμένη τη σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία παρελάμβανε, όπως προαναφέρθηκε, συγχρόνως με τη σύμβαση αορίστου χρόνου.

Συνεπώς, στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε καθυστέρηση από το γραφείο προσωπικού.

Περαιτέρω, ο μάρτυρας Μ. Ρ. κατέθεσε φωτοτυπίες των σελίδων του Ειδικού Βιβλίου Καταχώρησης Νεοπροσλαμβανόμενου Προσωπικού του ΙΚΑ, στο οποίο, μεταξύ των άλλων στοιχείων που καταχωρούνται, περιλαμβάνεται, κατ' απόλυτη ημερολογιακή σειρά, η πρόσληψη ενός εκάστου εργαζόμενου. Στο εν λόγω βιβλίο, οι εγγραφές με αριθμ. 242 έως και 246 φέρουν ημερομηνίες 24, 25, και 26/5/2005, ενώ οι επόμενες φέρουν ημερομηνίες 23/5/2005, διότι, όπως κατέθεσε, ενώ η κατηγορούμενη Ο. Α. τον είχε διαβεβαιώσει προφορικά ότι δεν θα ακολουθήσουν άλλες προσλήψεις, ακολούθησε μεγάλος αριθμός προσλήψεων με ημερομηνίες προγενέστερες εκείνων που είχαν ήδη καταχωρηθεί. Επομένως, σε συνδυασμό και με τον χρόνο των αναγγελιών και τις λοιπές αποδείξεις, ο πραγματικός χρόνος έναρξης παροχής υπηρεσιών δεν ήταν αυτός που αναγραφόταν στις συμβάσεις πρόσληψης μεταξύ του Προέδρου και του προσλαμβανόμενου, αλλά σε άλλες μεν περιπτώσεις, εκείνος της ημερομηνίας αναγγελίας της πρόσληψής τους στον ΟΑΕΔ, σε άλλες δε περιπτώσεις ο πραγματικός χρόνος έναρξης παροχής υπηρεσιών είναι ακόμη μεταγενέστερος της ημερομηνίας αναγγελίας της πρόσληψής τους στον ΟΑΕΔ, αφού δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο είτε περί ανάθεσης καθηκόντων σε αυτούς στην υπηρεσία που διατέθηκαν είτε περί της πραγματικής, εκ μέρους τους, ανάληψης υπηρεσίας.

Το πρακτικό της συνεδρίασης Δ.Σ. της 2/2/2005 υπεγράφη από τα μέλη εγκαίρως και αφορούσε, μεταξύ άλλων, στο 5° θέμα, την παροχή εξουσιοδοτήσεων στον Πρόεδρο, εκτός άλλων, για θέματα προσωπικού και, όπως ολοκληρώθηκε στη συνεδρίαση της 9.3.2005, παρασχέθηκε εξουσιοδότηση υπογραφής στον Πρόεδρο για αποσπάσεις, διαθέσεις, μετατάξεις, εκπαιδευτικές άδειες, άδειες άνευ αποδοχών κλπ, που προβλέπει το άρθρο 33 του ΕΚΛ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και, γενικά, κάθε θέμα που αφορά τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού του ΚΕΕΛΠΝΟ και το οποίο δεν επιφέρει επιβάρυνση στον οικονομικό προϋπολογισμό του οργανισμού. Τα θέματα αυτά που αφορούσαν το ανθρώπινο δυναμικό, μέχρι τότε, ανήκαν στις αρμοδιότητες του Δ.Σ., πλην κάποιων, που είχαν εκχωρηθεί με παλαιότερες αποφάσεις του στο Διευθυντή, όπως ήταν οι διαθέσεις και οι τοποθετήσεις.

Με την απόφαση αυτή του Δ.Σ. οι αρμοδιότητες αυτές πέρασαν στην εξουσία του Προέδρου χωρίς παρέμβαση του Δ.Σ. Η απόφαση αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς, εάν παρέμεναν οι αρμοδιότητες αυτές στην εξουσία του Δ.Σ., θα μπορούσαν πάντα να υπάρξουν κάποιες αντιρρήσεις και προσκόμματα αλλά και πιθανές διαρροές, αφού όσο λιγότερα άτομα γνώριζαν τη μεθόδευση για τις παράνομες προσλήψεις και τη σύγχρονη εξυπηρέτηση πολιτικών προσώπων για διορισμό ατόμων της εκλογικής πελατείας τους τόσο μεγαλύτερη μυστικότητα θα πετύχαιναν.

Το μηχανογραφημένο πρακτικό του Δ.Σ. της συνεδρίασης της 26/5/2005 συνοδεύεται από πίνακα υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ, στον οποίο υπάρχουν δύο αριθμήσεις, από τις οποίες η πρώτη από το 1 έως 263 είναι το σύνολο των υπαλλήλων που μετατράπηκαν οι συμβάσεις τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, ενώ η δεύτερη αρίθμηση ακολουθεί την πρώτη μέχρι τον αριθμό 123, από το 124, όμως, της πρώτης στήλης, αρχίζει αυτή πάλι από το 1 και φτάνει μέχρι το 140, ενώ το σύνολο των υπαλλήλων της κατάστασης είναι 263.

Η πρώτη στήλη μέχρι το 124 αφορά τους υπαλλήλους που υπηρετούσαν στο ΚΕΕΛΠΝΟ, για τους οποίους είχε γίνει συζήτηση να μετατραπούν οι συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου, επρόκειτο, όμως, το πολύ για 30 έως 40 άτομα που ήταν στο ΚΕΕΛΠΝΟ ήδη από τους ολυμπιακούς αγώνες και είχαν αποδεδειγμένα προσφέρει έργο. Από το 1 έως το 140 είναι αυτοί που φέρονται ότι προσλήφθηκαν μετά τις 23/3/2005 και μέχρι τις 26/5/2005, ενώ, στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι ήρθαν πολλούς μήνες μετά και οι πιο πολλοί αποσπάστηκαν ή διατέθηκαν σε άλλες υπηρεσίες (όπως Υπουργείο Υγείας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Διεύθυνση Υγείας της Νομαρχίας Αθηνών, Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, ΟΠΑΔ, Πανεπιστήμια, Μονάδες ειδικών λοιμώξεων διαφόρων νοσοκομείων Αττικής και Θεσσαλονίκης), χωρίς να περάσουν καθόλου από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και να προσφέρουν υπηρεσία σε αυτό (βλ. και την από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητριών). Η κατάσταση αυτή, όπως και το πρακτικό, στο οποίο είναι συνημμένη, φέρει τις υπογραφές όλων των μελών του Δ.Σ., πλην του μέλους του Δ.Σ. Μ. Δ., οι οποίοι, όπως κατέθεσαν, υπέγραψαν το μηχανογραφημένο πρακτικό πολλούς μήνες μετά τη συνεδρίαση, περί τον Δεκέμβριο 2005, όταν είχε συνταχθεί εκ των υστέρων και η κατάσταση με τα ονόματα των προσληφθέντων.

Επίσης, δεν έχει υπογράψει τα πρακτικά της 23.3.2005 και 26.5.2005 η γραμματέας Δ.Σ. Ε. Λ.

Για τις παράνομες προσλήψεις υφίσταται ευθύνη του Προέδρου, δεύτερου κατηγορουμένου, ανεξάρτητα από παραβατική συμπεριφορά και άλλων στελεχών και υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως α) της νομικής συμβούλου Α. Ο., η οποία στη συνεδρίαση της 26.5.2005 δήλωσε ότι το Δ.Σ. μπορεί να μονιμοποιήσει όποιους θέλει και όσους θέλει ανεξαρτήτως τυπικών προσόντων, γεγονός που επηρέασε την απόφαση των μελών του Δ.Σ., εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν ιατροί και επηρεάζονταν από τη γνώμη της νομικής συμβούλου (να σημειωθεί όμως ότι ο Μητροπολίτης Δανιήλ δεν υπέγραψε τα πρακτικά), πλην του Προέδρου, ο οποίος δεν ενήργησε επηρεασμένος από τη νομική σύμβουλο, αλλά είχε προειλημμένη απόφαση και συνεργασία με πολιτικά πρόσωπα και τα στελέχη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για την επίτευξη των παράνομων προσλήψεων, τις οποίες δεν είχε λόγο να διεκπεραιώσει μόνος και με δική του πρωτοβουλία χωρίς γνώση του Υπουργού, αφού επρόκειτο για πολιτική απόφαση, β) του υπεύθυνου του γραφείου προσωπικού, Μ. Ρ., ο οποίος, πέραν της δικαιολογίας ότι έλαβε σχετικές εντολές, προώθησε τις διαδικασίες των παράνομων προσλήψεων και μονιμοποιήσεων εκτελώντας εντολές της Ο.

Α., χωρίς να έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες και χωρίς να έχει λάβει τα πλήρη δικαιολογητικά των προσληφθέντων, έχοντας διαπιστώσει τις ψευδείς ημερομηνίες προσλήψεων στις συμβάσεις, μεθοδεύσεις που δεν θα είχαν συντελεστεί επιτυχώς χωρίς τη συνδρομή των στελεχών αυτών ή αν είχαν προβάλει αντιρρήσεις στη συμμετοχή τους.

Παρ' όλο που σε όλες τις άνω συνεδριάσεις του Δ.Σ. είχε συμμετάσχει ο Διευθυντής, πρώτος κατηγορούμενος, χωρίς να φαίνεται να φέρνει αντιρρήσεις ή να διατυπώνει προβληματισμό για τις όλες παράτυπες διαδικασίες, οι σχέσεις του με τον Πρόεδρο έγιναν προβληματικές από το καλοκαίρι 2005 με κορύφωση το Δεκέμβριο 2005.

Όπως εκτέθηκε και στην αρχή του παρόντος, βασική αιτία ήταν η επικείμενη ψήφιση του νομοσχεδίου που προωθούσε ο Υπουργός με σύμφωνη γνώμη του Προέδρου και στη συνέχεια η ψήφιση του νόμου 3370/2005 "ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ" (ΦΕΚ Α' 176/11.7.2005), με το άρθρο 20 του οποίου το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

συγκροτείτο από επτά διευθύνσεις. Κατά το χρόνο της ψήφισης του νόμου 3370/2005, τον Ιούλιο 2005, το ενδεχόμενο της εφαρμογής των επτά διευθύνσεων και της υλοποίησης αυτών με το αναμενόμενο σχετικό Προεδρικό Διάταγμα, ανεξάρτητα αν εν τέλει δεν υλοποιήθηκε, αποτέλεσε κατά το έτος 2005 πηγή ιδιαίτερης ανησυχίας του Θ.

Π., καθώς θα αποδυναμωνόταν η θέση του και ο ηγετικός ρόλος του, αφού μέχρι τότε ήταν ο μοναδικός διευθυντής του νομικού προσώπου με αυξημένες αρμοδιότητες, ενώ θα υπήρχε αντίστοιχη ενδυνάμωση του ρόλου του Προέδρου του Δ.Σ., ο οποίος ήδη είχε δυναμικό ρόλο στον οργανισμό και επιθυμούσε τροποποιήσεις για αναβάθμιση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως αυτές αναφέρθηκαν ανωτέρω, φέρνοντας αναστάτωση στους μηχανισμούς που διοικούσαν ουσιαστικά το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Επίσης, η προαναφερθείσα ανάληψη από τον πρώτο κατηγορούμενο, Διευθυντή, συνολικού ποσού 70.800 ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στην ... Α.Ε. σε έξι δόσεις των 11.800 ευρώ εκάστη (ποσό κατώτερο των 15.000 ευρώ κάθε φορά, που αφορούσε τη δυνατότητα του Διευθυντή να υπογράφει μόνος τη σχετική εντολή ανάληψης χωρίς συνυπογραφή Προέδρου μέχρι το ποσό αυτό) και η επιστροφή την επόμενη ημέρα μετά την ανακάλυψη από την προϊσταμένη της οικονομικής υπηρεσίας, Ε.Τ., όπως προαναφέρθηκε, αποτέλεσε και αυτό έναν πόλο τριβής μεταξύ Προέδρου και Διευθυντή, οι οποίοι ήταν αμφότεροι δυναμικοί χαρακτήρες και ήθελαν να έχουν αποφασιστική παρουσία στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Έτσι, παρ'όλο που και ο Διευθυντής αρχικά εμφανίστηκε να συμπλέει με τον Πρόεδρο στο θέμα των προσλήψεων, στη συνέχεια και λόγω της αντιπαράθεσης μεταξύ τους αποφάσισε να καταγγείλει τις προσλήψεις αυτές θεωρώντας, όπως και πέτυχε, ότι ο ίδιος δεν θα εμπλακεί στη σχετική κατηγορία, όπως και τα άτομα της επιρροής του στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., προκειμένου να εκδιώξει τον Πρόεδρο, αισθανόμενος ασφαλής έχοντας και αυτός την υποστήριξη ισχυρών πολιτικών παραγόντων.

Η κορύφωση της αντιπαράθεσης συνέβη στις 7.12.2005 απογευματινές ώρες, μετά τη λήξη του ωραρίου, όταν ο Ο. Π., προετοιμάζοντας την καταγγελία του σε βάρος του Προέδρου, έδωσε εντολή στον υπεύθυνο του γραφείου προσωπικού, Μ. Ρ., να του παραδώσει αντίγραφα των συμβάσεων των παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων στο ΚΕΕΛΠΝΟ.

Αυτό, όμως, το αντιλήφθηκε η Ό. Α., η οποία είδε τον Μ. Ρ. μαζί με τον Α. Γ., εξωτερικό οικονομικό σύμβουλο του ΚΕΕΛΠΝΟ, να παραμένουν μέχρι αργά στο γραφείο και να φωτοτυπούν τις συμβάσεις, όπως αναφέρει στην από 7.12.2005 αναφορά της και, αντιλαμβανόμενη ότι πρόκειται για τις συμβάσεις των παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων, αποφάσισε να τους σταματήσει.

Δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ τους, κατά το οποίο η Ο. Α., με τη βοήθεια των υπαλλήλων της υπηρεσίας ασφαλείας, πήρε τους φακέλους με τις συμβάσεις, αφού με τη φασαρία και τις φωνές κατέφθασαν και ο Πρόεδρος και η νομική σύμβουλος και με εντολή του Προέδρου οι φάκελοι κατέληξαν στο γραφείο της Ο. Α., όπου και παρέμειναν μέχρι και τις 13.12.2005, οπότε παραδόθηκαν στο Μ.

Ρ. και αφού, προηγουμένως, είχαν αφαιρεθεί τα ιδιόγραφα σημειώματα και οι καταστάσεις, που ήταν καρφιτσωμένα στις συμβάσεις με τα στοιχεία των παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων, που είχαν συνταχθεί με τα γράμματα της Ο. Α., όπως τα στοιχεία αυτά της δίνονταν από το Υπουργείο και από άλλους πολιτικούς παράγοντες, προκειμένου να προωθήσει, σε συνεργασία με τον Πρόεδρο, την πρόσληψη των προσώπων αυτών.

Ειδικά για την ενέργεια αυτή της αφαίρεσης από το γραφείο προσωπικού των φακέλων των νεοπροσληφθέντων υπαλλήλων και των ιδιόχειρων σημειωμάτων και καταστάσεων, που είχε συντάξει η ίδια για την πρόσληψή τους, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν οι συνθήκες πρόσληψής τους, η Ο. Α. έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για υπεξαγωγή εγγράφων με την υπ'αριθμ. 3423/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Για το συμβάν αυτό, στις 7/12/2005, συνέταξαν αναφορές η Ο. Α., την οποία απηύθυνε στον Πρόεδρο και έλαβε αριθμό πρωτ. ....2005, αλλά την απέσυρε με νέο έγγραφο της την επομένη, καθώς και ο Μ. Ρ., την οποία απηύθυνε στον Διευθυντή και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....2005, όπου περιγράφει με άλλο τρόπο τα γεγονότα και ειδικότερα αναφέρει σε αυτή του την αναφορά ότι, την ώρα που ετοιμαζόταν να φύγει από το γραφείο του, η κυρία Α., ισχυριζόμενη ότι είχε εντολές του Υπουργού Υγείας, με παρουσία και με την υποστήριξη του Προέδρου, αφαίρεσε, με τη βοήθεια του προσωπικού της εταιρίας φύλαξης και παρά τις αντιδράσεις του, συγκεκριμένους φακέλους υπαλλήλων που προσλήφθηκαν από 1.3.2005 έως 26.5.2005, ενώ κατά την αποχώρησή του από το κτίριο, κατ' εντολή του Προέδρου, του έγινε σωματική έρευνα από το προσωπικό της υπηρεσίας ασφαλείας.

Ο πρώτος κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι με εντολή δική του ο Μ. Ρ. φωτοτυπούσε τις συμβάσεις για να του τις παραδώσει για την έρευνα που διεξήγαγε. Εκτός από τις δύο παραπάνω αναφορές, συντάχθηκε άλλη μία αναφορά, την οποία υπογράφουν οι δικηγόροι Α. Ο. και Χ. Λ., την οποία απηύθυναν προς τα μέλη του Δ.Σ. του ΚΕΕΛΠΝΟ, τον Διευθυντή και τον Σύλλογο Εργαζομένων του ΚΕΕΛΠΝΟ, η οποία έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....2005 και αφορούσε την υπέρβαση αρμοδιοτήτων των υπαλλήλων της εταιρείας φύλαξης ...

ΕΠΕ", οι οποίοι, κατ' εντολή του Προέδρου Α. Χ., διενήργησαν σωματική έρευνα, καθώς και έρευνα στις τσάντες του υπεύθυνου του γραφείου προσωπικού και του οικονομικού συμβούλου κ. Α. Γ., κατά την έξοδό τους από το κτίριο του ΚΕΕΛΠΝΟ, ότι απαγορεύτηκε η είσοδος στον κύριο Ρουσάκη, όταν επιχείρησε να εισέλθει στο γραφείο του και ότι ο υπεύθυνος εταιρίας ασφαλείας, ο κύριος Μ., κυκλοφορούσε οπλοφορώντας μέσα στους χώρους του ΚΕΕΛΠΝΟ.

Η αναφορά συνέχιζε ότι το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. καταβάλλει μηνιαίως στην εταιρεία, σύμφωνα με το αρχικό και το πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό φύλαξης, το συνολικό ποσό των 45.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, υπερβολικά μεγάλο ποσό για τα δεδομένα της αγοράς, και ότι όλα τα παραπάνω είναι σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της σύμβασης.

Οι δύο αυτές αναφορές του Μ. Ρ. και της Α. Ο. εστάλησαν με φαξ από το Διευθυντή σε ορισμένα από τα μέλη του Δ.Σ. Στην αναφορά, μάλιστα, του Μ. Ρ. είχε επισυναφθεί κατάσταση των προσληφθέντων υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ από 1.3.2005 έως 26.5.2005 κατ' αλφαβητική σειρά, στην οποία αναφερόταν το ονοματεπώνυμο του υπαλλήλου, η ημερομηνία πρόσληψης, η ημερομηνία λήξης της σύμβασης, η ημερομηνία μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου και η ημερομηνία πληρωμής.

Για το συμβάν αυτό την ίδια ημέρα (7.12.2005) ο Πρόεδρος μετέβη στο αστυνομικό τμήμα ασφαλείας της Ομόνοιας και συντάχθηκε το από 8.12.2005 δελτίο συμβάντων, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ Α. Χ. στις 7.12.2005 κατήγγειλε στο αστυνομικό τμήμα ότι του καταγγέλθηκε πως υπάλληλος της υπηρεσίας, την ίδια ημέρα, εκτός ωραρίου, αναρμόδιος για κάτι τέτοιο, εντοπίστηκε εντός γραφείου να φωτοτυπεί έγγραφα προσωπικού με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπαλλήλων προστατευόμενα από τις διατάξεις των προσωπικών δεδομένων.

Την επόμενη ημέρα, στις 8.12.2005, ο Πρόεδρος συγκάλεσε έκτακτο διοικητικό συμβούλιο, κατά το οποίο εισηγήθηκε την αφαίρεση των εξουσιοδοτήσεων που είχαν εκχωρηθεί στο Διευθυντή τα προηγούμενα έτη με αποφάσεις Δ.Σ. (υπογραφή εντολών ανάληψης έως του ποσού των 15.000 ευρώ, ανάθεση καθηκόντων στο προσωπικό, διαθέσεις αυτού κλπ), οι οποίες, σημειωτέον, είχαν ανανεωθεί πρόσφατα στην απόφαση Δ.Σ.

της 13.4.2005, χρησιμοποιώντας ως λόγο την αναμόρφωση του οργανογράμματος του ΚΕΕΛΠΝΟ μετά το νέο νόμο για τη δημόσια υγεία, τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του ΚΕΕΛΠΝΟ και τη σύσταση επτά διευθύνσεων αντί για μία. Τελείωσε δε την εισήγησή του ζητώντας έκτακτο διαχειριστικό έλεγχο επί των οικονομικών και διοικητικών θεμάτων του ΚΕΕΛΠΝΟ από μία επιτροπή, αποτελούμενη από τον ορκωτό λογιστή και δύο μέλη του Δ.Σ.

και οποιαδήποτε συζήτηση να γίνει μετά τα αποτελέσματα της διαδικασίας του διαχειριστικού και διοικητικού ελέγχου. Δεν ανέφερε, όμως, κάτι συγκεκριμένα επιβαρυντικό εναντίον του ούτε το ζήτημα της ανάληψης από τον Διευθυντή από τον τραπεζικό λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. των 70.800 ευρώ χωρίς νόμιμες διατυπώσεις, αν και ήταν τελείως πρόσφατο (21.11.2005) και εις βάρος του Διευθυντή, αφού, μάλιστα, ζητούσε από το Δ.Σ.

να αποφασίσει την αφαίρεση των αρμοδιοτήτων του. Αντίθετα, ο Θ. Π. προέβη σε καταγγελίες για τις παράνομες προσλήψεις και για την ..., στα πλαίσια που αναφέρθηκαν ανωτέρω στην σχετική κατηγορία για την εταιρία αυτή. Έχει καταχωρηθεί, επίσης, στο πρακτικό, ότι ο Πρόεδρος δεν αναφέρει κανένα παράπτωμα για τον Διευθυντή.

Τα μέλη του Δ.Σ. αντέδρασαν στην αφαίρεση των εξουσιοδοτήσεων από τον Διευθυντή, καθώς δεν πείστηκαν από τον επικαλούμενο από τον Πρόεδρο λόγο της αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών του ΚΕΕΛΠΝΟ, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελούσε θέμα έκτακτου διοικητικού συμβουλίου, όταν μάλιστα ο νόμος είχε ψηφιστεί ήδη από τον Ιούλιο του 2005 και ερμήνευσαν την ενέργεια αυτή του Προέδρου ως καθαίρεση του Διευθυντή, χωρίς να τους δίνεται, συγχρόνως, κάποια πειστική εξήγηση.

Κατά τη συνεδρίαση υπήρξε μεγάλη ένταση, έγινε αναφορά στα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας (7/12/2005) και αναγνώστηκε η αναφορά της Ο. Α. σχετικά με αυτά. Ο Διευθυντής έθεσε στη διάθεση του Δ.Σ. την παραίτησή του, την οποία δεν δέχθηκαν τα μέλη. Τα μέλη, αντιλαμβανόμενα, όπως ανέφεραν κάποιοι εξ αυτών, όπως η Α.

Ρ., ότι οι καταγγελίες αυτές εμπλέκουν τον Υπουργό Υγείας, αρνήθηκαν να γίνει περαιτέρω συζήτηση, ενόψει και του ότι επρόκειτο για έκτακτο συμβούλιο. Ο Διευθυντής στη συνέχεια ανέφερε, σύμφωνα με το πρακτικό της συνεδρίασης, ότι δεν επέρριψε ευθύνες στον Πρόεδρο, και μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Διευθυντή του γραφείου του Υπουργού, ανακοίνωσε στο Δ.Σ.

ότι ο τελευταίος του είπε να σταματήσουν εδώ. Ο Πρόεδρος δήλωσε ότι επί της ουσίας δεν υπάρχει πρόβλημα μεταξύ του ιδίου και του Διευθυντή και αυτό το δήλωσε επειδή δεν ήθελε ο Διευθυντής να συνεχίσει τις καταγγελίες του για τις παράνομες προσλήψεις. Τελικά δεν ελήφθη απόφαση σχετικά με την αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τον Διευθυντή.

Ο κατηγορούμενος Α. Χ. αρνείται ότι υπέγραψε τις επίδικες συμβάσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου, ότι γνώριζε την όλη επιχείρηση, η οποία ισχυρίζεται ότι στήθηκε εν αγνοία του με πλαστογράφηση της υπογραφής του και ότι πρόκειται για σκευωρία εις βάρος του. Αποδίδει δε ευθύνες στον Διευθυντή, ο οποίος είχε υπαλλήλους που τον συνέδραμαν στην όλη διαδικασία.

Ότι σκοπός του ήταν η μονιμοποίηση μόνο των νομίμως προσληφθέντων υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ, που είχαν προσφέρει κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, οι οποίοι δεν είχαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, όμως, ήταν ένα προσωπικό απαραίτητο για το ΚΕΕΛΠΝΟ και εξειδικευμένο.

Αυτή και μόνο ήταν η πρόθεσή του κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και αποφάσεων στα διοικητικά συμβούλια για το εν λόγω θέμα. Υποστήριξε κατά την απολογία του στο παρόν Δικαστήριο ότι το Νοέμβριο 2005 αντελήφθη την πρόσληψη των 140 ατόμων. Σε σχέση με τη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23/3/2005, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι δεν υπήρξε απόφαση προσλήψεων συγκεκριμένων υπαλλήλων με πίνακα, όπως αναφέρεται, αναληθώς, στο πρακτικό, αλλά έγινε συζήτηση για προσλήψεις που θα πραγματοποιούνταν στο μέλλον.

Αν ήταν, όμως, έτσι τα πράγματα και, όντως, πίστευε ότι η συζήτηση αφορούσε μελλοντικές προσλήψεις, τότε το αναμενόμενο θα ήταν να φέρει το θέμα στις επόμενες συνεδριάσεις του Δ.Σ., ώστε να ληφθεί απόφαση προσλήψεων για την ικανοποίηση των άμεσων και επειγουσών αναγκών που ο ίδιος είχε επικαλεστεί στη συνεδρίαση της 23/3/2005.

Συγκεκριμένα, στη συνεδρίαση αυτή στο θέμα 13 εισηγήθηκε ο ίδιος για την ανάγκη απευθείας κατάρτισης ολιγόμηνων συμβάσεων για την κάλυψη άμεσων και επειγουσών αναγκών, διότι το Εθνικό Σχέδιο Πανδημίας Γρίπης", το οποίο ήδη είχε εγκριθεί από το διοικητικό συμβούλιο στο θέμα 10 της ίδιας συνεδρίασης, σύμφωνα με την εισήγησή του, απαιτούσε άμεση στήριξη του συστήματος επιτήρησης της χώρας με αυξημένο αριθμό προσωπικού, το ΚΕΕΛΠΝΟ δεν μπορούσε να μετακινήσει από το προσωπικό που ήδη υπηρετεί στα κέντρα αναφοράς, διότι ήδη υπηρετούν σε μονάδες ειδικών λοιμώξεων και εργαστήρια ανά τη χώρα και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καθίζησης του συστήματος Δημόσιας Υγείας.

Παρά ταύτα, δεν ακολούθησε καμία διαδικασία για έκδοση σχετικής Π.Υ.Σ. στις επόμενες συνεδριάσεις του Δ.Σ. μέχρι τέλος 2005, ούτε διαβήματα στο Υπουργείο για νέες προσλήψεις, αν πράγματι υπήρχαν άμεσες και επείγουσες ανάγκες, όπως θα έπρεπε να συμβεί και μάλιστα με πρωτοβουλία του ιδίου ως Προέδρου και ιατρού επιδημιολόγου.

Επομένως, εκ των πραγμάτων και σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν η συμπεριφορά του στη συνέχεια είναι αντιφατική σε σχέση με όσα ανέφερε στην άνω συνεδρίαση του Δ.Σ. και καταδεικνύει ότι η πραγματική του πρόθεση δεν ήταν η κάλυψη επειγουσών αναγκών λόγω επιδημίας γρίπης, η οποία χρησιμοποιήθηκε προσχηματικά.

Όπως αποδείχθηκε, εξάλλου, τα συγκεκριμένα άτομα, που περιλαμβάνονται στις 140 παράνομες προσλήψεις, οι οποίοι ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία διοικητικοί και όχι επιστημονικό προσωπικό, δεν είχαν ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα, στα οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό των κατηγορουμένων για την αντιμετώπιση της πανδημίας της γρίπης, έπρεπε να αποβλέψει και απέβλεψε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για να τους προσλάβει (βλ. και σχετικές παρατηρήσεις κατωτέρω των επιθεωρητών ΣΕΥΥΠ στην από 18.7.2006 έκθεσή τους), ώστε να γίνει λόγος για ισάξια αντιπαροχή, της οποίας γίνεται επίκληση για αντίκρουση της κατηγορίας και εξ αυτής έλλειψη ζημίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Ο δεύτερος κατηγορούμενος επικαλείται δημοσίευμα της εφημερίδας ΠΑΤΡΙΣ, στο οποίο γίνεται αναφορά στην αναγκαιότητα αύξησης του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού στα πλαίσια του σχεδίου ΠΕΡΣΕΑΣ για την αντιμετώπιση της γρίπης, όμως, δεν υπήρξε πρόσληψη ιατρών (πλην πέντε) και νοσηλευτών με τις επίδικες προσλήψεις, αλλά ατόμων ως διοικητικών υπαλλήλων, για την αναγκαιότητα των οποίων δεν είχε γίνει λόγος κατά τον χρόνο εκείνο, ενώ γίνεται από τους κατηγορούμενους μόνο στα πλαίσια αντίκρουσης της κατηγορίας.

Δεν απαιτείτο προσωπικό και υπαλληλική δύναμη για την αντιμετώπιση της γρίπης, πέρα από τα μέτρα που ελήφθησαν από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. σχετικά με την προμήθεια αντιικών και λοιπών φαρμάκων. Το προσκομιζόμενο Εθνικό Σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση της πανδημίας γρίπης με έκδοση τον Οκτώβριο 2005, ενώ οι παράνομες προσλήψεις ξεκίνησαν από Μάιο 2005, κάνει κυρίως λόγο για εργαστηριακή επιτήρηση, προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού και χορήγηση φαρμάκων για τη θεραπεία, ανάγκη νοσηλευτικού προσωπικού, παραγωγή εμβολίου, ταχείες διαγνωστικές μεθόδους, οδηγίες στις υγειονομικές υπηρεσίες.

Όλα αυτά απαιτούν εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και όχι απλώς διοικητικό προσωπικό με στέρηση σχετικών γνώσεων, έστω και στοιχειωδών, προκειμένου να προσφέρουν τη συνδρομή τους στην αντιμετώπιση της ασθένειας. Ο κατηγορούμενος Α. Χ., άλλωστε, εξέθεσε στο υπόμνημά του ότι μεγάλο μέρος των επίδικων προσλήψεων μεταφέρθηκε ως μόνιμο προσωπικό στο Υπουργείο Υγείας.

Επρόκειτο, επομένως, για πολιτικές τοποθετήσεις και εξυπηρετήσεις εκλογικής πελατείας με την πρόσληψη και συγγενών των ήδη υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (όπως η αδελφή της Ο. Α., Ε. Α., και ο σύζυγος της κατηγορουμένης, Κ. Κ., ο αδελφός της γραμματέως Δ.Σ. Ε. Λ., Ι. Λ., ο οποίος κατέθεσε πρωτοδίκως ότι του είπε η αδελφή του "θα προσλάβουν κόσμο στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ." και ότι στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

πήγε μόνο για να υπογράψει τη σύμβαση πρόσληψης και μετά από δύο μήνες τη σύμβαση αορίστου χρόνου) και των μελών Δ.Σ. (η αδελφή του μέλους Δ.Σ. Α.Κ.). Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ιδιόχειρα σημειώματα με στοιχεία των προσλαμβανόμενων, που υπήρχαν αρχικά στους φακέλους, όπως κατέθεσαν και οι μάρτυρες υπάλληλοι στο γραφείο προσωπικού, προερχόμενα από πολιτικά στελέχη για τον διορισμό "δικών τους" ανθρώπων, που κατείχε η Ο.

Α., η οποία είχε αναλάβει τη διεκπεραίωση των συμβάσεων και η οποία στη συνέχεια τα εξαφάνισε και καταδικάσθηκε γι' αυτό αμετάκλητα, όπως προαναφέρθηκε.

Εξάλλου, ο μεγάλος αριθμός των παράνομων αυτών προσλήψεων, το μεγάλο ύψος της ζημίας, που προκλήθηκε στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., το οποίο επιχορηγείται με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου, με την ανεξέλεγκτη πρόσληψη και άμεση μονιμοποίηση συλλήβδην των ατόμων αυτών, μη αναγκαίων, κατά παράκαμψη νόμιμων διαδικασιών εν γνώσει των κατηγορουμένων συμμέτοχων στην απιστία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθεί σε ένα κράτος δικαίου από την όποια στοιχειώδη παροχή εργασίας των προσληφθέντων.

Περαιτέρω, ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι στις συνεδριάσεις των Δ.Σ. στις 13 και 26 Απριλίου 2005 δεν γνωστοποιήθηκε ο κατάλογος του προσωπικού για μονιμοποίηση και ότι, σε προφορικά αιτήματα του ιδίου, ο Διευθυντής απαντούσε ότι αναμένεται απάντηση του Γενικού Γραμματέα Διοίκησης και ηλεκτρονικής διακυβέρνησης Β. Α. Είναι αληθές ότι με το ....2005 έγγραφο, που υπογράφει ο δεύτερος κατηγορούμενος και απευθύνεται προς το Υπουργείο Εσωτερικών, ερωτάται, εάν μετά ψήφιση του νέου νόμου, με τον οποίο ρυθμίζονται τα θέματα του ΚΕΕΛΠΝΟ, θα είναι δυνατή η μετατροπή συμβάσεων υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ από ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτοί πληρούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου. Το ερώτημα, όμως, αυτό αφορούσε στο τι θα συμβεί μετά την ψήφιση του νέου νόμου και δεν είχε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα και τον κατάλογο των υπαλλήλων και ποιοι από αυτούς πληρούσαν ή δεν πληρούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός του αυτός είναι προσχηματικός, αφού ουδέποτε, δηλαδή ούτε στο επόμενο συμβούλιο στις 26/5/2005, που αποφασίστηκε η συλλήβδην μονιμοποίηση του προσωπικού ορισμένου χρόνου, δεν προσκομίστηκε κατάλογος των υπαλλήλων ούτε έγινε συζήτηση για κάθε υπάλληλο χωριστά, ώστε να κριθεί κατά πόσο αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 23.3.2005, κατά τη συζήτηση για το θέμα της μονιμοποίησης των υπαλλήλων, όπως προαναφέρθηκε, η θέση των μελών ήταν να καταρτιστούν δύο καταστάσεις υπαλλήλων: η μία, με αυτούς που έχουν, έτσι κι αλλιώς, τις προϋποθέσεις μονιμοποίησης και οι υπόλοιποι που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις και είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δ.Σ.

να αποφασίσει, μετά από εισήγηση της υπηρεσίας να μετατρέψει ή όχι τις συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου. Επίσης, η θέση των μελών ήταν η εισήγηση να είναι συγκεκριμένη και η κρίση του Δ.Σ. να αφορά κάθε άτομο χωριστά και όχι συλλήβδην. Επομένως, και εφόσον στην ίδια συνεδρίαση αποφασίστηκε ότι ο πλήρης κατάλογος θα οριστικοποιηθεί στο επόμενο Δ.Σ., θα έπρεπε το επόμενο Δ.Σ.

να ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Ο Πρόεδρος δεν μερίμνησε γι' αυτό στις δύο επόμενες συνεδριάσεις και στη συνεδρίαση της 26.5.2005 εισηγήθηκε και το διοικητικό συμβούλιο πείστηκε να αποφασίσει τη συλλήβδην μονιμοποίηση όλων των υπαλλήλων με το σκεπτικό ότι: "αν η υπηρεσία ήθελε να είναι πολύ αυστηρή, πολλοί υπάλληλοι δεν θα επιβίωναν από αυτή την κρίση".

Η μη προσκόμιση εξατομικευμένων καταλόγων στο Δ.Σ. και η επιδίωξη και η λήψη απόφασης για συλλήβδην μονιμοποίηση όλων των υπαλλήλων που υπηρετούσαν στο ΚΕΕΛΠΝΟ, δεν ήταν καθόλου τυχαία, αφού, με αυτόν τον τρόπο, κατέστη εφικτό να μονιμοποιηθούν υπάλληλοι που δεν είχαν ακόμη προσληφθεί. Όπως ισχυρίσθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος, η απόφαση αυτή της μονιμοποίησης όλων των υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ έγινε με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον του οργανισμού, διότι, ναι μεν πολλοί από τους υπαλλήλους, που μονιμοποιήθηκαν, δεν πληρούσαν, με αυστηρά κριτήρια, τις προϋποθέσεις του νόμου για να μετατραπούν οι συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου, ήταν, όμως, προσωπικό με εξειδίκευση και εμπειρία και ήταν απαραίτητοι για το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και ο ίδιος συνέβαλε στην απόφαση για τη μονιμοποίηση όλου του προσωπικού, δηλαδή και αυτών που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του νόμου. Ισχυρίστηκε, δηλαδή, ο κατηγορούμενος ότι η μονιμοποίηση των ήδη νομίμως υπηρετούντων 120 υπαλλήλων ορισμένου χρόνου (που είχαν προσληφθεί νόμιμα), οι οποίοι δεν είχαν μεν τις προϋποθέσεις του νόμου, δηλαδή τη διετία κλπ, αφού από αυτούς μόνο οι 40 είχαν τις προϋποθέσεις, ενώ οι λοιποί 90 όχι, έγινε προς το συμφέρον του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Όμως, δεν εξηγεί πειστικά ποιος ήταν ο λόγος της μη κατάρτισης καταστάσεων, ώστε να αποφασίσει το Δ.Σ. άτομο προς άτομο και όχι συλλήβδην και γιατί έπρεπε να μετατραπούν οι συμβάσεις και των 120 υπαλλήλων σε αορίστου χρόνου, ενώ, από αυτούς είχαν υποβάλει αιτήσεις μόνο οι 78 υπάλληλοι. Η αιτιολογία αυτή που έδωσε ο κατηγορούμενος, ότι ενήργησε προς το συμφέρον του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αποδυναμώνεται και από το γεγονός ότι μεταξύ των προσληφθέντων αυτών περιλαμβάνονται και 16 άτομα (6 άτομα με προκήρυξη και 10 άτομα απευθείας, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), που προσλήφθηκαν με απόφαση Δ.Σ.

στις 9.3.2005 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (και δεν περιλαμβάνονται στην κατηγορία), οι οποίοι δεν είχαν ούτε εκπαίδευση ούτε εξειδίκευση ούτε εμπειρία, που ήταν και η βούληση των μελών του Δ.Σ., ώστε να μετατραπούν οι συμβάσεις τους σε αορίστου χρόνου. Ο κατηγορούμενος γνώριζε, επίσης, από το Δεκέμβριο 2004 την ....2004 γνωμοδότηση της νομικής συμβούλου, Α.

Ο., απευθυνόμενη στον ίδιο, σχετικά με τις προϋποθέσεις της μετατροπής των συμβάσεων των υπαλλήλων σε αορίστου χρόνου.

Επομένως, δεν παραπλανήθηκε από την τελευταία και τον Διευθυντή, όπως ισχυρίσθηκε, αντίθετα, η Α. Ο. στη συνέχεια διατύπωσε διαφορετική άποψη στο Δ.Σ., ευνοϊκότερη προς τα σχέδια του κατηγορουμένου, ο οποίος υποστήριξε τη μονιμοποίηση λέγοντας "....μπορούμε με μια αιτιολογία να κάνουμε όποιον θέλουμε και ότι το όριο είναι η δημοσίευση του νέου νόμου και μετά αυτό τελειώνει", χωρίς εν τέλει να υπάρξει ούτε αιτιολογία.

Η στάση που κράτησε ο κατηγορούμενος Α. Χ. στην έκτακτη συνεδρίαση Δ.Σ. της 8.12.2005 αποδεικνύει, πέραν των όσων έχουν αποδειχθεί σχετικά, ότι γνώριζε ήδη για τις παράνομες προσλήψεις, αν και ο ίδιος το αρνείται ως κατηγορούμενος. Έχοντας ακούσει τον Διευθυντή κατά τη συνεδρίαση να αναφέρεται σε υψηλούς τόνους σε παράνομες προσλήψεις υπαλλήλων ενώπιον των μελών του Δ.Σ., κατά λογική αναγκαιότητα, θα έπρεπε να προβεί σε δηλώσεις κατά τη συνεδρίαση σχετικά με τα καταγγελλόμενα, να διαβεβαιώσει τα μέλη ότι δεν γνωρίζει σχετικά, ότι οι υπογραφές του έχουν πλαστογραφηθεί και να ξεκινήσει έρευνα για το θέμα.

Δεν έκανε καμία τέτοια ενέργεια, αντίθετα δεν έγινε εκτεταμένη συζήτηση για τις καταγγελίες, η συνεδρίαση κατέληξε στο ότι δεν υπάρχουν ζητήματα μεταξύ Προέδρου και Διευθυντή, επιδιώκει και πετυχαίνει να αναλάβει ο ίδιος με εξουσιοδότηση από το Δ.Σ. τις αρμοδιότητες που αφορούν το προσωπικό, όπως τοποθετήσεις, διαθέσεις των υπαλλήλων, όταν γνωρίζει, όπως του ανακοινώθηκε, ότι μεταξύ αυτών υπάρχουν παράνομες προσλήψεις και μονιμοποιήσεις και άμεσα ξεκινά τις τοποθετήσεις, αποσπάσεις και διαθέσεις υπαλλήλων.

Πριν από τη λήξη της συνεδρίασης ο Πρόεδρος ανέφερε ότι "επί της ουσίας δεν υπάρχει πρόβλημα μεταξύ εμού και του κυρίου Π., το πρόβλημα είναι ότι κάποιοι άνθρωποι εδώ μέσα βασανίζουν τον Διευθυντή και το ΚΕΕΛ. Αυτή, είναι η εκτίμησή μου είναι τόσο σημαντικό να ασχοληθούμε με αυτό; Όχι. Αρα λοιπόν θα συζητήσουμε εμείς και η πρόταση είναι να σταματήσει εδώ η συζήτηση, πλην του θέματος που εξουσιοδοτούμαι εγώ να κάνω τις μετακινήσεις του προσωπικού για να υποστώ και εγώ το κόστος, διότι βάσει εκτίμησής μου ο κύριος Π.

βασανίζεται.". Μετά τη συνεδρίαση της 8/12/2005 και μετά τη συνέντευξή του στον τηλεοπτικό σταθμό ..., ο κατηγορούμενος Πρόεδρος, έχοντας πλέον λάβει αποκλειστικά την εξουσιοδότηση σχετικά με το ανθρώπινο δυναμικό, προέβη σε σωρηδόν τοποθετήσεις, διαθέσεις, αποσπάσεις του παρανόμως προσληφθέντος προσωπικού, όπως:

διάθεση της Β. Κ. στο Αττικό νοσοκομείο (8635/8.12.2005), διάθεση της Ο. Α. στον Ευαγγελισμό (8636/8.12.2005), απόσπαση της Α. Α. στον ΟΠΑΔ Ηρακλείου Κρήτης (8414/13.12.2005), τοποθέτηση στο τμήμα παρέμβασης σε χώρους παροχής υγείας της Κ. Μ. (8643/21.12.2005), τοποθέτηση στο τμήμα εκπαίδευσης της Π. Μ. (8642/21.12.2005), διάθεση στο Ιπποκράτειο του Α.

Μ. (....2005), απόσπαση της Π. Ε. στον ΥΠΑΔ Χανίων (....2005), διάθεση της Α. Ε. στη ΜΕΛ του νοσοκομείου Λαϊκό (Οικ24/29/12.2005), διάθεση του Ζ. Γ. στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών (Οικ38/29.12.2005), διάθεση του Φ. Η. στο Τζάνειο νοσοκομείο (Οικ....2005), διάθεση του Κ. Κ. στο Παστέρ (Οικ35/29.12.2005), τοποθέτηση της Κ. Μ. στο τμήμα διοικητικού συντονισμού (Οικ30/29.12.2005), διάθεση του Μ.

Α. του Χ. στον Ευαγγελισμό (...2005), τοποθέτηση του Μ. Ι. στο γραφείο εξοπλισμού (...2005), τοποθέτηση της Ν. Α. στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης (...2005), τοποθέτηση στο γραφείο στρατηγικού σχεδιασμού του Π. Α. (32/29.12.2005), διάθεση στο 1° νοσοκομείο ΙΚΑ Αθηνών του Π. Κ. (...2005), τοποθέτηση στο γραφείο δημοσίων σχέσεων της Τ.

Α. (....2005), διάθεση στην ΕΣΔΥ της Τ. Κ. (...2005), τοποθέτηση στο ΚΕΕΛΠΝΟ Θεσσαλονίκης του Τ. Γ. (οικ....2005), τοποθέτηση στο γραφείο πληροφορικής του Τ. Κ. (οικ....2005), ανάκληση διάθεσης από τη Νομαρχία Αθηνών και τοποθέτηση της Κ. Ό. στο γραφείο Διευθυντή (254,....2006), τοποθέτηση στο τμήμα παρέμβασης σε χώρους παροχής υγείας της Χ.

Π. (οικ....2006) και ακολουθούν και άλλες μέσα στο 2006. Ο κατηγορούμενος δεν ήλεγξε πριν από τις ενέργειες αυτές αν οι υπάλληλοι αυτοί περιλαμβάνονται στους παρανόμως προσληφθέντες, όπως κατήγγειλε ο Διευθυντής, αφού οι συμβάσεις τους είχαν υπογραφεί από τον ίδιο ως τον μόνο αρμόδιο προς τούτο. Επομένως, όλες οι διαδικασίες που προηγήθηκαν ήταν σε γνώση του, είχε και ο ίδιος συμμετοχή σε αυτές με υπογραφή των συμβάσεων και δεν είχε άγνοια ούτε ήταν θύμα των ενεργειών Διευθυντή και νομικής συμβούλου, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε.

Σε εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού ... την 16.12.2005 με καλεσμένους τον Πρόεδρο, Α. Χ., και τον δικηγόρο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Σ. Γ., έγινε συζήτηση για τις παράνομες προσλήψεις και αναφορά στο επεισόδιο της 7/12/2005 στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που προαναφέρθηκε (προσκομίζονται απομαγνητοφωνημένες οι αναφορές στην έναρξη του θέματος για 150 παράνομες προσλήψεις από τον δημοσιογράφο που επιμελήθηκε το σχετικό ρεπορτάζ και στη συνέχεια οι συνομιλίες του Προέδρου και του Σ.

Γ. με τους παρόντες δημοσιογράφους, καθώς και η απο 7.4.2010 έκθεση τεχνικού συμβούλου - πραγματογνώμονα Α. Κ., ο οποίος με επιμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου συνέταξε έκθεση, στην οποία καταλήγει ότι ο υλικός φορέας, στον οποίο έγινε η καταγραφή της εκπομπής περιέχει αυθεντικό υλικό). Όπως αποδείχθηκε, στην εκπομπή αυτή, η οποία έλαβε χώρα αφού είχαν προηγηθεί το επεισόδιο της 7/12/2005 στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και η έκτακτη συνεδρίαση Δ.Σ. της 8/12/2005, καθώς και η αναφορά του Μ..Ρ. για τα γεγονότα της 7/12/2005, ο Α. Χ., αν και άκουσε την αναφορά του δημοσιογράφου, Δ. Φ., πριν από την έναρξη της συζήτησης, σε δημοσίευμα της εφημερίδας "Ο κόσμος του επενδυτή" για παράτυπες προσλήψεις γαλάζιων παιδιών από το παράθυρο από το ΚΕΕΛ και μονιμοποιήσεις 150 υπαλλήλων την επόμενη ημέρα της πρόσληψης με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, όταν ρωτήθηκε για τις παράνομες προσλήψεις των ατόμων αυτών δεν αρνήθηκε ότι έχει υπογράψει τις συμβάσεις αυτές, δεν ευσταθεί δε ο ισχυρισμός του ότι θεωρούσε ότι γίνεται λόγος για διαφορετικές μονιμοποιήσεις.

Έγινε σαφής αναφορά σε 150 άτομα (ήδη 140) που προσελήφθησαν από 1η Μαρτίου έως 26.4.2005 με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που μετατράπηκαν αυθαίρετα σε αορίστου χρόνου στις 27.4.2005 (αντί του ορθού 26.5.2005). Ούτε δήλωσε ο Πρόεδρος, εάν δεν είχε συμμετοχή, ότι δεν είναι αληθές ή ότι θα ερευνήσει το θέμα. "Με λίγα λόγια", όπως ανέφερε στην εκπομπή ο δημοσιογράφος Α.

Ν. από την εφημερίδα "Ο κόσμος του επενδυτή", "κάποιος που προσελήφθη ως συμβασιούχος στις 26 Απριλίου και την αμέσως επομένη μονιμοποιήθηκε στο Δημόσιο και όλα αυτά την ώρα που χιλιάδες συμβασιούχοι που τους είχαν υποσχεθεί προεκλογικά μονιμότητα παραμένουν εκτός του παιχνιδιού" και συνεχίζει ο δημοσιογράφος Α.

Ν.: "τίθεται ζήτημα μείζονος ηθικής τάξης για την κυβέρνηση, διότι την ίδια ώρα που δεν μονιμοποιεί χιλιάδες συμβασιούχους και τους κοροϊδεύει, ουσιαστικά βάζει από το παράθυρο 150 άτομα, μετατρέποντας τη σύμβασή τους σε αορίστου χρόνου από τον Μάιο, και ενώ όλοι το γνωρίζουν κανείς δεν μιλάει". Στην αποδοχή των προσλήψεων από τον Πρόεδρο στην εκπομπή αυτή αναφέρθηκαν και οι εξετασθέντες μάρτυρες, στελέχη και υπάλληλοι του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Όπως αποδείχθηκε, ο κατηγορούμενος Πρόεδρος υπέγραψε τα παραποιημένα πρακτικά και μαζί με αυτά και τον κατάλογο των παρανόμως προσληφθέντων και μονιμοποιηθέντων υπαλλήλων. Τα πρακτικά υπεγράφησαν το Δεκέμβριο και από τον Πρόεδρο, ολοκληρώνοντας την πράξη της απιστίας, και όχι το Νοέμβριο, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίσθηκε, αλλά ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ίδιος είχε υπογράψει από το Νοέμβριο, δεν έπραξε τίποτα για να εμποδίσει τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ.

να υπογράψουν και σε, κάθε περίπτωση, να ενημερώσει τα μέλη για το τι έχει συμβεί. Τα γεγονότα που ακολούθησαν καταδεικνύουν ότι δεν υπήρξε πραγματική πρόθεση από τον Πρόεδρο να διαλευκάνει την κατάσταση και να αποκαταστήσει τις παρανομίες, εάν δεν είχε συμμετοχή σε αυτές. Αντί να συγκαλέσει έκτακτο Δ.Σ.

μετά τη συνέντευξη στον ..., όπως θα ήταν αναμενόμενο, μετά τα όσα δυσφημηστικά για το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. εκτέθηκαν εκεί, ανέμενε μέχρι την 14η συνεδρίαση του Δ.Σ. στις 22/12/2005 για να συζητηθεί στο θέμα 13ο η σύσταση εξεταστικής επιτροπής, όπου αποφασίστηκε να εξουσιοδοτηθεί ο Αντιπρόεδρος Π. Ε. για τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης με γραπτές καταθέσεις και το πόρισμα και να παρουσιαστεί στο Δ.Σ.

εντός 40 ημερών από την παραλαβή του σχετικού εγγράφου ειδοποίησης προς τον Π. Ε. Παρατηρείται ότι στην απόφαση αυτή δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο τι θα ερευνηθεί, δηλαδή, αν θα έχει ως αντικείμενο τις προσλήψεις ή μόνο το συμβάν στις 7.12.2005. Συγκεκριμένα ο Πρόεδρος ξεκίνησε το θέμα αυτό αναφέροντας ότι ζητά τη γνώμη των μελών στα πλαίσια διασφάλισης της αξιοπιστίας και σοβαρότητας της Υπηρεσίας για τον τρόπο, με τον οποίο θα προσπελαστεί και διερευνηθεί το θέμα που έχει κοινοποιηθεί με διάφορες ανακοινώσεις υπαλλήλων.

Επίσης, παρατηρείται κωλυσιεργία, με ευθύνη και του Προέδρου, αφού όχι μόνο προβλέπεται προθεσμία 40 ημερών από την επίδοση στον αντιπρόεδρο, αλλά και αυτή η επίδοση του σχετικού εγγράφου στον αντιπρόεδρο έγινε με καθυστέρηση δύο μηνών (....2006 έγγραφο του Προέδρου), οπότε, με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου κοινοποιήθηκε στη Μ.

Τ., που είχε οριστεί γραμματέας για τις ανάγκες της διοικητικής εξέτασης, η ανάθεση των καθηκόντων της. Αλλά και ο ίδιος ο Π.. Ε. είναι, προφανές, ότι κωλυσιεργεί, αφού στη συνεδρίαση της 26/1/2006 στο θέμα 15° ενημέρωσε το Δ.Σ. ότι, λόγω μετάβασής του στο Πεκίνο, δεν έχει ασχοληθεί και ζήτησε να του κοινοποιηθεί το έγγραφο μετά τη συνεδρίαση αυτή.

Η νομική σύμβουλος Α. Ο. ανέφερε ότι δεν προβλέπεται για το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας η διενέργεια ΕΔΕ και εισηγήθηκε να διεξαχθεί μια άτυπη προκαταρκτική έρευνα "για τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς" και ότι, αν θεωρεί το Δ.Σ. ότι υπάρχουν πειθαρχικές ευθύνες, προβλέπει ο ΕΚΛ συγκεκριμένη πειθαρχική διαδικασία.

Από τη διατύπωση αυτή της Α. Ο. συνάγεται ότι η έρευνα αφορούσε μόνο τα όσα συνέβησαν στις 7/12/2005. Το Δ.Σ. αποφάσισε, "με γνώμονα την εργασιακή ειρήνη στο χώρο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.", να διενεργήσει ο αντιπρόεδρος Π. Ε. διοικητική εξέταση χωρίς επιβολή όρκου και να παραδώσει το πόρισμα μόλις μπορέσει. Εν τέλει, ποτέ δεν παραδόθηκε πόρισμα ούτε καν ξεκίνησε ποτέ η εξέταση αυτή (βλ.

και την από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητριών Μ. Μ. και Ε. Χ., σύμφωνα με την οποία από τα στοιχεία που συνέλεξαν δεν προκύπτει ότι η διαταχθείσα διοικητική εξέταση πραγματοποιήθηκε ούτε ότι υποβλήθηκε σχετικό πόρισμα). Ακόμα και όταν έλαβε την ΔΙΠΠ/Φ.ΕΠ.9/οικ1172/17.1.2006 απαντητική επιστολή του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας σε ερώτημά του, σύμφωνα με την οποία προϋπόθεση για την πρόσληψη προσωπικού στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

είναι η χορήγηση σχετικής έγκρισης από την τριμελή επιτροπή της Π.Υ.Σ. 55/1998, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να ακυρώσει τις παράνομες προσλήψεις και να αποτρέψει την περαιτέρω ζημία του Οργανισμού. ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΑΠΟΔΟΧΕΣ Στις 22/12/2005 ο Πρόεδρος με τον Διευθυντή υπέγραψαν την ...-2005 εντολή προς την Τράπεζα Πειραιώς, ανάληψης ποσού 303.215,95 ευρώ (εκ των οποίων εκτελέσθηκε καταβολή σε παρανόμως προσληφθέντες με αρ. 12 έως 140 του πίνακα στο διατακτικό ποσού 301.093 ευρώ), το οποίο κατατέθηκε στους λογαριασμούς ενός εκάστου υπαλλήλου, όπως αναφέρεται στη συνημμένη στην εντολή κατάσταση ονομάτων και των αντίστοιχων στον κάθε υπάλληλο ποσών, το οποίο αφορά οφειλές των μηνών Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου, επιδόματος αδείας, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του 2005.

Κατά τον χρόνο υπογραφής της εντολής ανάληψης του ποσού αυτού (22.12.2005) ο Πρόεδρος ήδη γνώριζε τα περιστατικά, τις καταγγελίες, τις παράνομες προσλήψεις και μονιμοποιήσεις προσωπικού χωρίς νόμιμες προϋποθέσεις, σύμφωνα με τα ανωτέρω, και όφειλε να ερευνήσει άμεσα, τουλάχιστον στοιχειωδώς, τη νομιμότητα των αναδρομικών αυτών και ποιους υπαλλήλους αφορούν, αν πράγματι δεν γνώριζε, όπως ισχυρίσθηκε, και εμπιστεύτηκε τον Διευθυντή που ελέγχει όλα τα παραστατικά της πληρωμής πριν από τον ίδιο, με τον οποίο, όμως, μόλις στο αμέσως προηγούμενο διάστημα είχε έρθει σε αντιπαράθεση.

Ο ίδιος όμως, γνώριζε ποια άτομα αφορούσαν αυτά τα αναδρομικά, ότι επρόκειτο για τους υπαλλήλους των παράνομων προσλήψεων, γι' αυτό και δεν ζήτησε καμία διευκρίνιση σχετικά, πριν υπογράψει, ούτε κατάσταση και στοιχεία που δικαιολογούσαν την καταβολή αναδρομικών. Έχοντας, όμως, ήδη προβεί από 8.12.2005 σε διαθέσεις και τοποθετήσεις των ατόμων αυτών, αναγκαία είχε λάβει γνώση των υπηρεσιακών φακέλων ενός εκάστου και ήξερε αν εργαζόταν ή όχι ο καθένας από αυτούς και σε ποιο φορέα καθώς και τον χρόνο πρόσληψης και αναγγελίας αυτής στον ΟΑΕΔ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε καλόπιστα θεωρώντας ότι έχει γίνει προηγούμενος έλεγχος από τον Διευθυντή και το γραφείο μισθοδοσίας και ότι οι υπάλληλοι αυτοί εργάζονταν κανονικά. Η δε καταβολή των αναδρομικών στους παρανόμως προσληφθέντες υπαλλήλους από τις φερόμενες ημερομηνίες των προσλήψεών τους έως την αναγγελία τους στον ΟΑΕΔ και την ένταξή τους στους μισθολογικούς καταλόγους, παρ'όλο που δεν παρείχαν εργασία, έγινε για να φαίνεται ότι δήθεν παρείχαν υπηρεσίες από τότε και, κατ' επέκταση, να φαίνεται ότι οι συμβάσεις τους είχαν καταρτιστεί από το Μάιο του έτους 2005.

Η υπογραφή του ως άνω εντάλματος και η όλη συμπεριφορά του σε σχέση με το ένταλμα αυτό, αποδεικνύει, πέραν των λοιπών αποδείξεων, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση των συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου και, κατ' επέκταση, των υπογραφών του σε αυτές. Ο ισχυρισμός του ότι το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

δεν υπέστη ζημία ως προς τις καταβολές των αναδρομικών διότι, αφού εργάζονταν από την ημέρα της σύμβασης του καθενός έπρεπε να πληρωθούν, είναι αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, οι παρανόμως προσληφθέντες δεν ξεκίνησαν να εργάζονται από την ημέρα που αναφέρει η σύμβαση του καθενός αλλά πολύ μεταγενέστερα ο καθένας, γεγονός γνωστό στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε λάβει γνώση των φακέλων τους.

Συνεπώς το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπέστη πράγματι ζημία ως προς το ποσό των αναδρομικών που καταβλήθηκε, συνολικού ύψους 301.093 ευρώ, ως μεταγενέστερη πράξη απάτης απορροφώμενη από την απιστία κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. στις 31-10-2015, στο θέμα 3°, εγκρίθηκε ο προϋπολογισμός εσόδων-εξόδων τού έτους 2006. Σύμφωνα με το μηχανογραφημένο πρακτικό, το θέμα εισηγήθηκε η κυρία Τ., υπεύθυνη του τμήματος οικονομικής διαχείρισης. Σύμφωνα με την εισήγηση αυτή, τα προβλεπόμενα έξοδα του έτους 2006 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 27.230.000 ευρώ.

Ειδικότερα, οι αποδοχές προσωπικού προβλέπονται στο ποσό των 10.000.000 ευρώ, τα λειτουργικά έξοδα 3.230.000 ευρώ, η κάλυψη εργαστηριακών εξετάσεων ασθενών με AIDS 2.000.000 ευρώ, οι δράσεις γραφείων 6.000.000 ευρώ, οι δαπάνες λειτουργίας ΚΕΔΥ-ΠΕΔΥ 6.000.000 ευρώ. Σημειώνεται, όπως αναφέρεται στην εισήγηση, ότι οι δαπάνες του προσωπικού στον προϋπολογισμό του έτους 2006 εμφανίζονται αυξημένες σε σχέση με τον προϋπολογισμό του έτους 2005, λόγω της τακτοποίησης του προσωπικού των Ολυμπιακών Αγώνων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Στην ίδια συνεδρίαση, συζητήθηκε, εκτός ημερήσιας διάταξης, το θέμα 21°, εισήγηση για έγκριση τροποποίησης προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων έτους 2005. Σύμφωνα με το μηχανογραφημένο πρακτικό, ο Διευθυντής έθεσε υπόψη του Δ.Σ. το σχέδιο τροποποίησης του προϋπολογισμού εσόδων-εξόδων του έτους 2005. Σύμφωνα με αυτό, ο προϋπολογισμός για το έτος 2005, που είχε εγκριθεί με απόφαση Δ.Σ.

της 19.10.2004, προέβλεπε στα έξοδα: για αποδοχές προσωπικού 6.512.500 ευρώ, για λειτουργικά έξοδα 1.631.000 ευρώ, για κάλυψη εργαστηριακών εξετάσεων ασθενών με AIDS 2.000.000 ευρώ, για δράσεις γραφείων 2.606.500 ευρώ, σύνολο 12.750.000 ευρώ και συνέχιζε ότι η εκτέλεση του προϋπολογισμού, τόσο από πλευράς εσόδων όσο και εξόδων ξεκίνησε ομαλά, αλλά στην πορεία τα επιμέρους προβλήματα που ανέκυψαν μετέβαλαν αυξητικά τις προβλέψεις των εξόδων, οι οποίες καλύφθηκαν από συμπληρωματικές επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού.

Στη συνέχεια, αναφέρθηκαν οι επιχορηγήσεις που έλαβε το ΚΕΕΛΠΝΟ που, για το 2005 μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 17.597.416 ευρώ (η τελευταία επιχορήγηση είχε δοθεί στις 30/9/2005) και ως προς το σκέλος των εξόδων επέρχονται, σύμφωνα με την εισήγηση, οι εξής μεταβολές μέχρι τέλους του έτους 2005:

τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν από 1.631.000 ευρώ σε 2.705.000 ευρώ, η δαπάνη για δράσεις γραφείων αυξήθηκε από 2.606.500 ευρώ σε 3.916.331 ευρώ, η δαπάνη για κάλυψη εργαστηριακών εξετάσεων ασθενών με AIDS εκτιμάται ότι θα κυμανθεί στα ίδια επίπεδα, ενώ υφίσταται χρέος παρελθόντων ετών 3.600.000 ευρώ. Συνεχίζοντας ο Διευθυντής ανέφερε ότι η αύξηση των λειτουργικών εξόδων οφείλεται στην πραγματοποίηση των αναγκαίων υπηρεσιακών μετακινήσεων στο εσωτερικό της χώρας, στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ στελεχών και υπαλλήλων της υπηρεσίας ως, επίσης, και στις επισκευές κτιρίων του ΚΕΕΛΠΝΟ και, συνεπώς, τα μεγέθη του προϋπολογισμού εσόδων- εξόδων 2005 διαμορφώνονται ως εξής:

ως προς τα έξοδα για αποδοχές προσωπικού 9.669.000 ευρώ, για λειτουργικά έξοδα 2.705.000 ευρώ, για κάλυψη εργαστηριακών εξετάσεων ασθενών με AIDS 2.000.000 ευρώ, για δράσεις γραφείων 3.916.331 ευρώ, απρόβλεπτα 400.000 ευρώ. Σύνολο 18.723.331 ευρώ. Στο χειρόγραφο πρακτικό αναφέρεται ότι την εισήγηση την υποβάλλει η κυρία Τ., η οποία εξέθεσε ότι ο προϋπολογισμός ήταν 12.000.000 ευρώ και ότι ζητούν άλλα 5.500.000 ευρώ.

Και σε αυτή την απόφαση του Δ.Σ. παρατηρούνται σοβαρές αποκλίσεις μεταξύ του χειρόγραφου και του μηχανογραφημένου πρακτικού. Στο χειρόγραφο, ως εισηγήτρια αναφέρεται η κυρία Τ. και η συνολική τροποποίηση ανέρχεται στο ύψος των 17.550.000 ευρώ, συνολικά, ενώ στο μηχανογραφημένο πρακτικό, ως εισηγητής αναφέρεται ο Διευθυντής και η συνολική τροποποίηση ανέρχεται στο ποσό των 18.720.331 ευρώ, απόκλιση 1.170.331 ευρώ.

Σημειώνεται ότι στο μηχανογραφημένο πρακτικό, στην αναλυτική παρουσίαση, αναφέρεται ότι η αναμόρφωση του προϋπολογισμού οφείλεται στην αύξηση των λειτουργικών εξόδων και στις δράσεις γραφείων και δεν γίνεται καθόλου μνεία για την αύξηση των αποδοχών του προσωπικού από 6.512.500 ευρώ σε 9.669.000 ευρώ. Το απόσπασμα του ως άνω πρακτικού, το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του Προέδρου, διαβιβάστηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης με το ....2005 έγγραφο της Ο.

Α. με κοινοποίηση στο γραφείο Προέδρου, αλλά με την επισήμανση να μην παραδοθεί το επισυναπτόμενο απόσπασμα πρακτικού. Η τροποποίηση του προϋπολογισμού εσόδων-εξόδων 2005 υποβλήθηκε στο Υπουργείο με το ....2005 έγγραφο από το τμήμα οικονομικής διαχείρισης. Ο κατηγορούμενος Πρόεδρος ισχυρίσθηκε ότι η απόφαση αυτή τροποποίησης του προϋπολογισμού εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχείρησης απόκρυψης από τον ίδιο των παράνομων προσλήψεων.

Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος, καθώς δεν μπορεί να γίνει τέτοια απόκρυψη, όταν ο Πρόεδρος είναι αυτός που υπογράφει, κάθε μήνα, για την πληρωμή των υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων ήταν και οι παρανόμως προσληφθέντες που είχαν ενταχθεί στις μισθολογικές καταστάσεις από την ημερομηνία αναγγελίας της πρόσληψής τους στον ΟΑΕΔ και θα είχε οπωσδήποτε διαπιστώσει τις διαφορές στις μισθολογικές καταστάσεις και την σημαντική αύξηση του μισθολογικού κόστους.

Επίσης, είναι αυτός που θα κληθεί, όπως και έκανε, να υπογράψει τις αναδρομικές αποδοχές των παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων. Η απόκρυψη, επομένως, δεν είχε ως στόχο τον Πρόεδρο, αλλά τα μέλη του Δ.Σ. και κυρίως τον Μ. Δ., ο οποίος ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός και θα είχε αντιληφθεί την διαφορά του μισθολογικού κόστους.

Εξάλλου, στη συνεδρίαση του Δ.Σ. τον Ιούνιο 2006, επί των παρατηρήσεων του ΣΕΥΥΠ σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση της πληρωμής των παρανόμως προσληφθέντων και την καταβολή των αναδρομικών, ο δεύτερος κατηγορούμενος ομολογεί ότι ανέμενε την επιχορήγηση με την αναμόρφωση του προϋπολογισμού. Στη συνεδρίαση της 31/10/2005, όπως προαναφέρθηκε, συζητήθηκε και ο προϋπολογισμός του 2006 και εκεί το μισθολογικό κόστος προβλέφθηκε στο ποσό των 10.000.000 ευρώ, όσο δηλαδή και του 2005. Και τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι είχαν μεσολαβήσει οι παράνομες προσλήψεις. Η μη κοινοποίηση στον Πρόεδρο του αποσπάσματος πρακτικού της συνεδρίασης της 31/10/2005 για την τροποποίηση του προϋπολογισμού του 2005, αν οφειλόταν σε εσκεμμένη ενέργεια, αυτή αποσκοπούσε στο να μην αντιληφθεί ο Πρόεδρος το τελικό ποσό της μεταβολής του προϋπολογισμού του 2005 για λόγους που δεν συνδέονται με την απόκρυψη της μεταβολής του μισθολογικού κόστους και των παρανόμων προσλήψεων αλλά ενδεχόμενη απόκρυψη άλλου είδους οικονομικών ατασθαλιών.

Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. της 30-6-2006 τα μέλη του Δ.Σ. κλήθηκαν να λάβουν θέση επί των παρατηρήσεων των επιθεωρητών του ΣΕΥΥΠ. Από το μηχανογραφημένο πρακτικό της συνεδρίασης αυτής προκύπτει ότι, αφού αποφάσισαν να μην ασχοληθούν με θέματα που αφορούν τον Διευθυντή και τη νομική σύμβουλο, σχετικά με την παρατήρηση 6 των επιθεωρητών, που αφορά: 1) τις παράνομες προσλήψεις (που στο εν λόγω πρακτικό διατυπώνεται ήπια ως: "Προσλήψεις προσωπικού που πραγματοποιήθηκαν πέραν των όσων προβλέπονται στον εσωτερικό κανονισμό") αναφέρεται στο πρακτικό ότι οι προσλήψεις με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που πραγματοποιήθηκαν αρχές του έτους 2005 κρίθηκαν απαραίτητες, λόγω της υλοποίησης του εθνικού σχεδίου αντιμετώπισης της πανδημίας γρίπης και της γρίπης των πτηνών, καθώς και λόγω της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων του οργανισμού σε όλο το πεδίο της δημόσιας υγείας με την επικείμενη ψήφιση σχετικού νόμου (λοιμώδη νοσήματα, χρόνια μη λοιμώδη νοσήματα, κεντρικό εργαστήριο δημόσιας υγείας, περιφερειακά εργαστήρια, πρόληψη και έλεγχος ατυχημάτων, περιβαλλοντική υγιεινή, αξιολόγηση υπηρεσιών υγείας), δεδομένου και του ότι μεγάλο μέρος του προσωπικού του ΚΕΕΛΠΝΟ εργάζεται με προγραμματικές συμβάσεις σε νοσοκομεία, εργαστήρια, Πανεπιστήμια και γενικά σε φορείς του Δημοσίου που παρέχουν υπηρεσίες υγείας. 2) Ως προς τις μετατροπές των συμβάσεων από ορισμένου χρόνου σε αορίστου γίνεται μία αναδρομή των σχετικών συνεδριάσεων και αναφέρεται ότι τα θέματα του προσωπικού συζητήθηκαν παρουσία της υπεύθυνης του γραφείου νομικών θεμάτων:

Ότι, κατά την 1η συνεδρίαση της 2/2/2005 θέμα 1, πραγματοποιήθηκε πρώτη συζήτηση για τη μετατροπή συμβάσεων προσωπικού ορισμένου χρόνου σε αορίστου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα προεδρικά διατάγματα 164/2004 και 180/2004, στην οποία αποφασίστηκε η σύσταση τριμελούς επιτροπής για την επεξεργασία του θέματος. Κατά την συνεδρίαση στις 23/3/2005, θέμα 12°, επανήλθε στο διοικητικό συμβούλιο η δυνατότητα μετατροπής των συμβάσεων προσωπικού ορισμένου χρόνου σε αορίστου.

Η νομική υπηρεσία με εισήγησή της ανέφερε ότι στον επικείμενο νόμο για τη δημόσια υγεία, όπου οι αρμοδιότητες του ΚΕΕΛΠΝΟ θα διευρύνονται σημαντικά, προβλεπόταν ότι την ημέρα δημοσίευσής του οι υπάλληλοι με σύμβαση αορίστου χρόνου θα κατατάσσονταν σε κενές οργανικές θέσεις που θα συσταθούν μέσα από το νέο εσωτερικό κανονισμό.

Το προσωπικό, ωστόσο, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου θα κατατασσόταν σε προσωποπαγείς θέσεις, γεγονός που θα απαγόρευε μετά την ψήφιση του νόμου στην αρχή του θέρους 2005 τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Ότι, με δεδομένα τα παραπάνω, το Δ.Σ. έκρινε ότι οι συμβάσεις του προσωπικού ορισμένου χρόνου, που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, θα μετατρέπονταν σε αορίστου σε επόμενη συνεδρίαση του Δ.Σ.

και πριν από την ψήφιση του νόμου για τη δημόσια υγεία. Κατά την συνεδρίαση της 26/5/2005, θέμα 8° τέθηκε υπόψη του Δ.Σ. η εισήγηση της νομικής υπηρεσίας, η οποία ανέφερε ότι το ΚΕΕΛΠΝΟ έχει εξαιρεθεί ρητά από τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα και ότι δεν εμπίπτει στους περιορισμούς του Συντάγματος. Ότι κριτήριο για την απασχόληση των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου είναι αποκλειστικά και μόνο οι υπηρεσιακές ανάγκες.

Ότι έχει τη δυνατότητα το διοικητικό συμβούλιο να μετατρέψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ανεξαρτήτως διάρκειας της σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη τις υπηρεσιακές ανάγκες στην εκπαίδευση και την εξειδίκευση των ήδη εργαζομένων στο ΚΕΕΛΠΝΟ και αποβλέποντας στο γενικότερο συμφέρον του Ιδρύματος.

Συμπερασματικά το Δ.Σ, έχοντας υπόψη 1. την εισήγηση της υπεύθυνης του γραφείου νομικών θεμάτων περί δυνατότητας μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου και μετά από επανειλημμένες διαλογικές συζητήσεις σε συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου, 2. τις διευρυμένες αρμοδιότητες του Ιδρύματος σε όλο το φάσμα της δημόσιας υγείας μετά την ψήφιση του σχετικού νόμου στην αρχή του θέρους 2005, 3.

το περιορισμένο χρονικό διάστημα μέχρι την ψήφιση του νόμου για τη δημόσια υγεία, στις διατάξεις του οποίου προβλεπόταν η ένταξη σε οργανικές θέσεις μόνο των υπαλλήλων αορίστου χρόνου και σε προσωποπαγείς θέσεις οι ορισμένου χρόνου, με αποτέλεσμα την αποχώρηση αξιόλογου προσωπικού που κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Ιδρύματος μετά τη λήξη της σύμβασής τους και την κατάργηση της προσωποπαγούς θέσης τους, 4.

την εξαίρεση του ΚΕΕΛΠΝΟ από τις διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, αποφάσισε τη μονιμοποίηση όλου του προσωπικού ορισμένου χρόνου που υπηρετεί στο ΚΕΕΛΠΝΟ και ανεξαρτήτως διάρκειας της σύμβασης εργασίας. Για την καθυστέρηση της αναγγελίας των προσλήψεων τους στον ΟΑΕΔ και την αναδρομική πληρωμή τους η θέση του Δ.Σ.

ήταν ότι αυτό οφείλεται στον μεγάλο όγκο εργασιών τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο με ανοχή των αρμοδίων υπηρεσιών του ΟΑΕΔ, οι οποίες κατανοώντας το πρόβλημα δεν επέβαλαν πρόστιμο και σε καμία περίπτωση η πράξη αυτή δεν υπέκρυπτε δόλο. Ότι, σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση της πληρωμής, οφειλόταν στο απαιτούμενο χρονικό διάστημα για την αναμόρφωση του προϋπολογισμού με την επιχορήγηση των αντίστοιχων κονδυλίων.

Είναι προφανές ότι στην εν λόγω συνεδρίαση δικαιολογούνται οι προσλήψεις απολύτως από τον Πρόεδρο και το Δ.Σ. με πρόσχημα την πανδημία γρίπης και τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του οργανισμού σε όλο το πεδίο της Δημόσιας Υγείας. Τη μετατροπή των συμβάσεων από ορισμένου σε αορίστου χρόνου τη δικαιολόγησαν με το σκεπτικό ότι κριτήριο για την απασχόληση των εργαζομένων με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου είναι αποκλειστικά και μόνο οι υπηρεσιακές ανάγκες.

Την καθυστέρηση των αναγγελιών των προσλήψεων στον ΟΑΕΔ την απέδωσαν στο φόρτο εργασιών και ότι η πράξη αυτή δεν υπέκρυπτε δόλο και σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση της πληρωμής την απέδωσαν στο απαιτούμενο χρονικό διάστημα για την αναμόρφωση του προϋπολογισμού και την επιχορήγηση των αντίστοιχων κονδυλίων.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος, παρ' όλο που διενεργείται ο έλεγχος από το ΣΕΥΥΠ, παρόλο που γνωρίζει πλέον τα πάντα, συνεχίζει να υπερασπίζεται τις παράνομες προσλήψεις, αναγνωρίζοντας όλα όσα έγιναν, χωρίς ο ίδιος να διαχωρίζει τη θέση του ή να καταγγέλλει ότι υπήρξε θύμα σκευωρίας και ότι οι συμβάσεις είναι προϊόν πλαστογραφίας.

Την ίδια στάση κράτησε μέχρι την ανάκριση, οπότε για πρώτη φορά (2013) ισχυρίσθηκε πλαστότητα των υπογραφών του στις συμβάσεις (στην από 20.12.2007 έκθεση προανακριτικής εξέτασης των επιθεωρητριών ΣΕΥΥΠ αναφέρεται ότι ο Α. Χ. στο υπόμνημά του δεν αναφέρεται στο θέμα των προσλήψεων και δεν δέχτηκε να απαντήσει σε καμία ερώτηση για άλλα θέματα πλην όσων περιλαμβάνονται στο υπόμνημα).

Ακόμη και η έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της γραφολόγου Μ. Κ., που διενεργήθηκε με επιμέλεια του δεύτερου κατηγορουμένου και την οποία αυτός προσκομίζει, καταλήγει ότι οι υπογραφές του στις 80 από τις 139 συμβάσεις, που εξέτασε η γραφολόγος, είναι γνήσιες και ανήκουν στο δεύτερο κατηγορούμενο, ενώ για τις λοιπές κάνει λόγο για απομίμηση.

Ο έλεγχος έγινε σε φωτοτυπίες, με συνέπεια να εξασθενεί σημαντικά η εγκυρότητα των πορισμάτων του γραφολόγου, καθώς δεν διακρίνονται ουσιώδεις λεπτομέρειες και αλλοιώνονται πολλά από τα χαρακτηριστικά της γραφής- υπογραφής, όπως εκτέθηκε και πιο πάνω σε σχέση με την υπογραφή του πρώτου κατηγορουμένου στο ....2005 έγγραφο.

Η γραφολόγος αναφέρει, ειδικότερα, ότι, επειδή η εξέταση έγινε σε φωτοαντίγραφα, δεν είναι δυνατή η πιστοποίηση τυχόν αντικειμενικών γραφολογικών ευρημάτων πλαστότητας επ' αυτών καθώς και της αυξομείωσης της γραφικής τους πίεσης σε αντίστοιχες γραφικές κινήσεις των υπό αντιπαραβολή υπογραφών και το προκύπτον γραφολογικό συμπέρασμα θα πρέπει να διατυπωθεί με τη δέουσα επιφύλαξη που επιβάλλουν η θεωρία και οι κανόνες της δικαστικής γραφολογίας ανεξαρτήτως της έκτασης και της ποιότητας των γραφολογικών ευρημάτων της.

Επίσης, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί πλαστογράφησης της υπογραφής του στις εν λόγω συμβάσεις με τη μέθοδο του PLOTER είναι απορριπτέος, αφενός μεν για όσους λόγους παραπάνω αναφέρθηκαν, που αποδεικνύουν την ενοχή του δεύτερου κατηγορουμένου, αφετέρου διότι δεν αποδείχθηκε ότι η τεχνογνωσία, την οποία επικαλείται ο δεύτερος κατηγορούμενος, ήταν διαδεδομένη και γνωστή την εποχή εκείνη στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό ούτε αποδείχθηκε ότι η τεχνογνωσία αυτή ήταν γνωστή στο ΚΕΕΛΠΝΟ ή ότι είχε γίνει χρήση αυτής.

Εξάλλου, αυτή η μέθοδος δεν χρησιμοποιήθηκε σε πλαστογραφήσεις άλλων εγγράφων στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπου την επίδικη περίοδο γίνονταν κυρίως νοθεύσεις των πρακτικών Δ.Σ. υπό την έννοια της αλλοίωσης του περιεχομένου τους και των αποφάσεων που είχε λάβει το Δ.Σ. και αλλοίωσης του πρωτοκόλλου, δια της προσθέσεως ή αφαιρέσεως εγγράφων, ή της πρωτοκόλλησης εγγράφων σε άλλες ημερομηνίες, όχι, όμως, πλαστογράφηση υπογραφών.

Δεν υπήρχε, άλλωστε, λόγος κατά την επίδικη περίοδο να γίνουν τέτοιες πλαστογραφήσεις, αφού όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα συνεργάζονταν αρμονικά, καθώς όλοι γνώριζαν την παράκαμψη των νόμιμων διαδικασιών, την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων για τις προσλήψεις και την άμεση μετατροπή των συμβάσεων των προσληφθέντων σε αορίστου χρόνου, ανεξάρτητα αν στη συνέχεια επήλθε η σύγκρουση μεταξύ τους.

Εξάλλου, αν με τη μέθοδο πλότερ είναι τόσο πιστή η απομίμηση της υπογραφής, ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί η πλαστογραφία που έχει γίνει με τη μέθοδο αυτή, όπως ισχυρίζεται ο δεύτερος κατηγορούμενος, τότε, ασφαλώς, η δικαστική γραφολόγος Μ. Κ., με τη γραφολογική έκθεση που συνέταξε, δεν θα είχε θεωρήσει κάποιες από τις υπογραφές στις συμβάσεις πλαστές, αλλά θα τις είχε θεωρήσει όλες γνήσιες.

Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Χ., ισχυρίσθηκε ότι η ερώτηση που απηύθυνε τον Ιούλιο του 2005 στη νομική σύμβουλο Α. Ο., με το ....2005 έγγραφο του, με το οποίο ζήτησε τη νομική της άποψη για το θέμα της πρόσληψης υπαλλήλων σε αντικατάσταση παραιτηθέντων, για τους οποίους υπήρχε έγκριση της ΠΥΣ, καθώς και για το θέμα της μετατροπής των συμβάσεων των υπαλλήλων αυτών από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, αφορούσε τους 16 υπαλλήλους που προσλήφθηκαν στις .../2005, οι συμβάσεις των οποίων είχαν μετατραπεί σε αορίστου χρόνου στις 26/5/2005. Στην πραγματικότητα, όμως δεν είχε λόγο να ζητά εκ των υστέρων, δηλαδή μετά τις μονιμοποιήσεις των υπαλλήλων αυτών τη γνώμη της νομικής συμβούλου σχετικά με το θέμα αυτό. Το ερώτημα αυτό τέθηκε για επιβεβαίωση της νομικής κάλυψης από τη νομική σύμβουλο, η οποία του την παρείχε, διαφοροποιούμενη από την αρχική γνωμοδότησή της, αφού, στο δεύτερο ερώτημα περί της δυνατότητας μετατροπής των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, διατυπώνει τη γνώμη ότι το ΚΕΕΛΠΝΟ έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει συμβάσεις ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ανεξαρτήτως διάρκειας, λαμβάνοντας υπόψη τις υπηρεσιακές ανάγκες κλπ. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι μέχρι τότε οι σχέσεις μεταξύ του Προέδρου, του Διευθυντή και της νομικής συμβούλου δεν είχαν ακόμα διαρραγεί.

Στην από 18.7.2006 έκθεση των επιθεωρητών ΣΕΥΥΠ αναφέρεται, μεταξύ των διαπιστώσεων που έγιναν, ότι ο προϋπολογισμός έτους 2006 έχει καταρτισθεί με εγγραφή εσόδων μεγαλύτερου ποσού (27.230.000 ευρώ) από εκείνο που είχε γνωστοποιηθεί ως επιχορήγηση του ΚΕΕΛ για το ίδιο έτος από το Υπουργείο Υγείας (ποσό 16.757.348 ευρώ).

Ότι για απευθείας επιλογή και πρόσληψη προσωπικού αυτή γίνεται, σύμφωνα με τον ΕΚΑ μόνο για επιστημονικό προσωπικό εξειδικευμένων προσόντων και σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης που απειλείται η δημόσια υγεία. Ότι από τους πίνακες που δόθηκαν στους επιθεωρητές, περίπου 154 προσλήψεις (13 κατόπιν προκήρυξης και 141 απευθείας) έγιναν κατά παράβαση των αναφερομένων στον Εσωτερικό Κανονισμό διαδικασιών, πέραν του ζητήματος αν υπήρχε ή όχι έγκριση ή υπαγωγή σε Π.Υ.Σ., δεδομένου ότι δεν προσλήφθηκε επιστημονικό προσωπικό εξειδικευμένων προσόντων, αλλά κυρίως διοικητικοί υπάλληλοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία Δ.Ε.

κατηγορίας. Ότι στη συνεδρίαση Δ.Σ. της 23.3.2005 γίνεται συζήτηση για προσωπικό του ΚΕΕΛ 150 αορίστου χρόνου και 120 ορισμένου, που πρέπει να τακτοποιηθεί με μετατροπή της σύμβασής τους, ορίσθηκε επιτροπή επεξεργασίας των στοιχείων των υπηρετούντων για να εισηγηθεί, που δεν εισηγήθηκε ποτέ, και ότι προωθήθηκαν διαδικασίες απευθείας πρόσληψης προσωπικού περίπου 150 ατόμων, χωρίς το Δ.Σ.

να αποφασίσει με ποια διαδικασία ή τι σημαίνει διαδικαστικά προσλήψεις απευθείας. Ότι στη συνεδρίαση Δ.Σ. της 26.5.2005 στο θέμα 8° αποφασίστηκε η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας των υπηρετούντων την ημέρα εκείνη στο ΚΕΕΛ από ορισμένου σε αορίστου χρόνου και με βάση την απόφαση αυτή ο Πρόεδρος προχώρησε στην μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου σε αορίστου χρόνου και για τους υπαλλήλους που είχαν προσληφθεί απευθείας, είχαν υπογράψει συμβάσεις δύο ημέρες πριν (23/5), κυρίως μηνιαίες, σύμφωνα με μια κατάσταση 263 ατόμων, που φέρει τις μονογραφές των μελών Δ.Σ.

που έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση. Ότι από το πρακτικό που δόθηκε στους επιθεωρητές δεν γίνεται πουθενά αναφορά και από κανέναν πώς οι 120 υπάλληλοι ορισμένου χρόνου τον Μάρτιο 2005 έγιναν μέσα σε 2 μήνες 263. Και καταλήγει η έκθεση, μετά τη λήψη των απαντήσεων του Δ.Σ. επί των παρατηρήσεων των επιθεωρητών (στην προαναφερόμενη συνεδρίαση της 30.6.2006), ότι, αναφορικά με τις προσλήψεις προσωπικού και τη μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου, προτείνεται η διενέργεια Διοικητικής Εξέτασης, καθώς επίσης να μην επαναληφθούν αποφάσεις Δ.Σ., με τις οποίες εξουσιοδοτούνται υπηρεσιακά όργανα να διαχειρισθούν θέματα που προκαλούν δαπάνες, οι πληρωμές των οποίων γίνονται με ανορθόδοξο τρόπο.

Αλλά και στην από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης των επιθεωρητριών Μ. Μ. και Ε. Χ. αναφέρεται, σχετικά, ότι το προσωπικό που προσελήφθη με τις επίδικες προσλήψεις ήταν στην πλειοψηφία του διοικητικό και όχι επιστημονικό προσωπικό εξειδικευμένων προσόντων, το οποίο δικαιολογείται να προσληφθεί απευθείας και σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης με απειλή της δημόσιας υγείας (άρθ. 29 παρ.2 του ΕΚΛ), περιπτώσεις που απαιτούν προηγούμενη εισήγηση του Διευθυντή για την αναγκαιότητα αυτή, η οποία δεν υπήρξε αλλά και δεν διαπιστώθηκε από τις επιθεωρήτριες τέτοια ανάγκη.

Όσον αφορά τις αποσπάσεις που υπέγραψε ο Πρόεδρος:

Η αρμοδιότητα για την υπογραφή των αποσπάσεων ανήκε στον Πρόεδρο με τις αποφάσεις Δ.Σ. που προαναφέρθηκαν, υπήρχαν, όμως, και παλαιότερες αποφάσεις Δ.Σ., που ανέθεταν και στον Διευθυντή αυτά τα καθήκοντα, χωρίς να έχουν ανακληθεί. Το 2005 ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέγραψε τις κατωτέρω ατομικές αποσπάσεις νομίμως προσληφθέντων υπαλλήλων: τον Απρίλιο του 2005 υπέγραψε επτά έγγραφα (2442, 2443, 2444/21.4.2005, 2001, 2001 δις/4.4.2005, 2261, 2261 δις/11.4.2005) ατομικών αποσπάσεων των Ν. Γ., Χ. Ε., Λ. Α., Ξ. Ι. και Α. - Μ. Λ.

Δηλαδή, υπέγραψε αποσπάσεις 5 υπαλλήλων (τα υπόλοιπα δύο έγγραφα ήταν ορθές επαναλήψεις και αφορούσαν τους ίδιους υπαλλήλους). Τον Μάιο του 2005 υπέγραψε την απόσπαση της Γ. - Τ. Α. (2754/10.5.2005), τον Ιούνιο του 2005 υπέγραψε τις αποσπάσεις των Τ. Μ. (3454/10.6.2005) και Α. Α. (3554/15.6.2005), τον Ιούλιο του 2005 υπέγραψε τις αποσπάσεις των Κ.

Χ. (3927/1.7.2005), Κ. Κ. (4448/21.7.2005), Γ. Ε.- Ο. (4619/29.7.2005), τον Αύγουστο του 2005 υπέγραψε την απόσπαση της Ζ. Μ. (4695/5.8.2005), το Σεπτέμβριο 2005 υπέγραψε τις αποσπάσεις των Κ. Μ. (5482/8.9.2005), Σ. Μ. (5364/9.9.2005), Κ. Ζ. (5366/13.9.2005), Μ. Α. (5876/22.9.2005) και Μ. Κ. (5749/26.9.2005), τον Οκτώβριο 2005 υπέγραψε τις αποσπάσεις των Σ. Τ. (5970/3.10.2005), Τ. Α. (6342/18.10.2005) και Κ. Μ. (6840/3.11.2005), το Νοέμβριο 2005 υπέγραψε τις αποσπάσεις του Κ.

Ζ. (7056/11.11.2005) και Κ. Μ. (7310/22.11.2005). Εκτός από τις ως άνω αποσπάσεις νομίμως προσληφθέντων υπαλλήλων, ο δεύτερος κατηγορούμενος υπέγραψε και τις εξής ατομικές αποσπάσεις παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων: τον Αύγουστο του 2005 υπέγραψε την απόσπαση του Μ. Κ. (....2005), το Σεπτέμβριο υπέγραψε την απόσπαση της Ε. Π. (5875/29.9.2005), τον Οκτώβριο υπέγραψε τις αποσπάσεις των:

Μ. Π., Σ. Σ., Ζ. Γ., Θ. Ε., Π. Ι., Τ. Δ., Π. Μ., Ν. Α., Κ. Σ., Α. Ε. (6075, 6077, 6078, 6079, 6080, 6081, 6082, 6083, 6084 και 6085/4.10.2005) και Κ. Ι. (6685/24.10.2005), το Νοέμβριο του 2005 υπέγραψε μία απόσπαση της Α. Α. (6915/3.11. 2005). Ο κατηγορούμενος δεν αρνείται την υπογραφή του στις αποσπάσεις των ως άνω παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων, ισχυρίσθηκε, όμως, ότι τις υπέγραψε, εν αγνοία του, λόγω του μεγάλου αριθμού αποσπάσεων που υπέγραφε.

Από τα πιο πανω στοιχεία προκύπτει ότι εντός του 2005 ο κατηγορούμενος υπέγραφε αποσπάσεις νομίμως προσληφθέντων υπαλλήλων μέχρι 5 το μήνα και σε διαφορετικές ημερομηνίες, ενώ οι αποσπάσεις που αφορούσαν τους παρανόμως προσληφθέντες έφθασαν τις 10 το μήνα και μάλιστα την ίδια ημέρα (4/10/2005). Ο μεγάλος αριθμός των αποσπάσεων έπρεπε να τον προβληματίσει, αν δεν είχε συμμετοχή στην όλη μεθόδευση των προσλήψεων και να ζητήσει διευκρινίσεις, κάτι που δεν έκανε, και όχι να υπογράφει εν αγνοία του, όπως ισχυρίσθηκε.

Εάν δεν είχε συμμετοχή, επίσης, οι λοιποί συμμέτοχοι της μεθόδευσης των παράνομων προσλήψεων θα είχαν φροντίσει να μην υπογράφει τόσο μεγάλο αριθμό αποσπάσεων ο Πρόεδρος και μάλιστα την ίδια ημέρα, ώστε να μην διακινδυνεύσουν να υποψιαστεί ο Πρόεδρος και να διενεργήσει έρευνα. Επομένως, και το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη γνώση του κατηγορουμένου για τις παράνομες προσλήψεις.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 32 παρ. 17 του Ν.2190/1994, η υπέρβαση του ποσοστού 5ο/οο σε αποσπάσεις μπορούσε να γίνει μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. του οικείου φορέα. Σε όλες αυτές τις αποφάσεις αποσπάσεων που υπέγραψε ο κατηγορούμενος υπάρχει υπέρβαση του 5ο/οο και γίνεται αναφορά αυτού στα έγγραφα, συνεπώς, απαιτείτο η έγκριση του Δ.Σ.

και όχι απόφαση του Προέδρου. Σε κάθε περίπτωση, αφού ανέλαβε και αυτή την αρμοδιότητα, κατά παράκαμψη του Δ.Σ., και αφού ήταν μεγάλος ο αριθμός των αποσπώμενων υπαλλήλων την ίδια ημερομηνία, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί έλεγχος, πριν την υπογραφή τους, να ελέγξει, δηλαδή, πού βρισκόταν ο αποσπώμενος υπάλληλος, ποια ανάγκη θα δημιουργείτο με την αποχώρησή του και πώς θα καλυφθεί αυτή για να ανακαλύψει την αλήθεια.

Εκτός από τις παραπάνω αποσπάσεις ο Πρόεδρος υπέγραψε και τις κατωτέρω δύο αποσπάσεις, που, επίσης, δεν αρνείται. Ειδικότερα, στους υπηρεσιακούς φακέλους της Ε. Π. και Θ. Δ. υπάρχουν χειρόγραφες αιτήσεις με αριθμό πρωτοκόλλου 1607 και 1606/14.6.2005, αντίστοιχα, που απευθύνονται στον Πρόεδρο του ΚΕΕΛΠΝΟ, με τις οποίες ζητούν την απόσπασή τους στο Υπουργείο Υγείας.

Οι αιτήσεις αυτές χρεώθηκαν από την Ο. Α. στο γραφείο Προέδρου, γραφείο Διευθυντή, γραφείο προσωπικού στις 11/8/2005. Επί των αιτήσεων γράφεται χειρόγραφα η λέξη "εγκρίνεται" και από κάτω η υπογραφή του Προέδρου, την οποία δεν αμφισβητεί, χωρίς να αναγράφεται ημερομηνία, αφού, όμως, η χρέωση έγινε στις 11/8/2005, οι εγκρίσεις, προφανώς, έγιναν από τις 11/8/2005 και μετά.

Στο συμπέρασμα αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι το αίτημα του Υπουργείου για αποσπάσεις υποβλήθηκε τον Ιούλιο του 2005 με το ....2005 έγγραφο του προϊσταμένου διεύθυνσης προσωπικού του Υπουργείου Χ. Παπαγεωργίου, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι ανωτέρω δύο υπάλληλοι, επομένως η έγκριση των αποσπάσεων έγινε τον Αύγουστο, μετά το αίτημα του Υπουργείου.

ΓΓ αυτό, άλλωστε, προσωρινά, μέχρι την υλοποίηση των αποσπάσεων, η μεν Ε. Π. φέρεται ότι τοποθετήθηκε στο γραφείο Διευθυντή με το ....2005 έγγραφο της Ο. Α. και η Θ. Δ. στο τμήμα διοικητικού συντονισμού με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. από 15/6/2005.

Το υπ' αριθμ ....2005 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας απευθυνόμενο στον Πρόεδρο, το οποίο υπογράφει ο προϊστάμενος της διεύθυνσης προσωπικού του Υπουργείου, Χρήστος Παπαγεωργίου, και το οποίο εισήχθη στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου ....2005, είχε ως θέμα την απόσπαση 13 υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ για ένα έτος στο Υπουργείο Υγείας.

Οι 13 αυτοί υπάλληλοι ήταν όλοι παρανόμως προσληφθέντες (Ζ. Π., Ε. Π., Δ. Ο., Γ. Γ., Ε. Α., Δ. Β., Α. Γ., Σ. Α., Θ. Δ., Χ. Φ., Μ. Κ., Δ. Κ. και Ε. Μ.). Το έγγραφο αυτό έχει και ένα συνημμένο που είναι το από 17/6/2005 υπηρεσιακό σημείωμα του διευθυντή του γραφείου του Υπουργού, Σ. Κ., το οποίο απευθύνεται στη διεύθυνση προσωπικού του Υπουργείου με θέμα απόσπαση υπαλλήλων από το ΚΕΕΛ και με το οποίο ζητεί από το προσωπικό να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την απόσπαση συγκεκριμένων υπαλλήλων του ΚΕΕΛ στο Υπουργείο Υγείας, που είναι οι ως άνω 13 που αναφέρονται στο ως άνω έγγραφο του Χ.

Π. Σε απάντηση του ως άνω εγγράφου, εκδόθηκε το ....2005 έγγραφο, το οποίο φέρει την υπογραφή του Προέδρου Α. Χ. και με το οποίο εγκρίνει την απόσπαση των ως άνω 13 υπαλλήλων του ΚΕΕΛ για ένα έτος, καθ' υπέρβαση του ποσοστού 5%. Σε απάντηση του ιδίου ως άνω εγγράφου του Υπουργείου (....2005) εκδόθηκε και το με αριθμό ....2005 έγγραφο, με εσωτερική διανομή και στο γραφείο Προέδρου, το οποίο υπάρχει στη δικογραφία ως ακριβές αντίγραφο (το πρωτότυπο δεν βρέθηκε στο αρχείο) και βεβαιώνεται από τη γραμματέα Σ.

Μ. ότι το έχει εκδώσει ο Διευθυντής Θ. Π. Με το έγγραφο αυτό, εγκρίνεται η απόσπαση 12 υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ γιο ένα έτος. Οι υπάλληλοι αυτοί είναι οι ίδιοι με αυτούς που περιλαμβάνονται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά είναι 12 και όχι 13, δεν περιλαμβάνεται στο εν λόγω έγγραφο ο Μ.

Κ. Υπάρχει, όμως, και τρίτο σχετικό έγγραφο του Προέδρου, το ....2005, το οποίο αυτή τη φορά έχει ως θέμα τη διάθεση υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ. Το έγγραφο αυτό απαντά στο ίδιο ως άνω έγγραφο του Υπουργείου και εγκρίνεται με αυτό η διάθεση 13 υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ από 16 Αυγούστου 2005 και φέρει την υπογραφή του Προέδρου Α.

Χ. Οι υπάλληλοι που διατίθενται είναι και πάλι αυτοί που αναφέρονται στο έγγραφο του Υπουργείου, στους οποίους περιλαμβάνεται ξανά και ο Μ. Κ., που δεν υπήρχε στο προηγούμενο έγγραφο. Ο Πρόεδρος εξεδωσε και το υπ'αριθμ. ....2005 έγγραφο, προς το Υπουργείο, με το οποίο, απαντώντας και πάλι στο ....2005 έγγραφο και μετά την από 2.8.2005 αίτηση του Μ.

Κ. εγκρίνει την απόσπασή του στο Υπουργείο Υγείας καθ'υπέρβαση του ποσοστού 5%. Τέλος, υπάρχει και το σχετικό έγγραφο το ....2005 με θέμα και πάλι την έγκριση απόσπασης υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ, το οποίο υπάρχει στη δικογραφία ως ακριβές αντίγραφο. Το πρωτότυπο δεν υπάρχει στο αρχείο. Στο ακριβές αντίγραφο βεβαιώνεται από την γραμματέα Ν.

Α. ότι εκδότης του εγγράφου αυτού είναι ο Διευθυντής Θ. Π. Το έγγραφο αυτό, με εσωτερική διανομή και στο γραφείο Προέδρου, απαντά σε μεταγενέστερα έγγραφα του Υπουργείου, που έχουν ημερομηνία 3/8/2005 και 10/8/2005 και σε τροποποίηση των ως άνω εγγράφων του ΚΕΕΛΠΝΟ ....2005 και ....2005. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι εγκρίνεται η απόσπαση των παρακάτω υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ, αλλά, ότι οι υπάλληλοι αυτοί διατίθενται στο Υπουργείο, μέχρι την έκδοση της αποσπάσεώς τους από το Υπουργείο.

Σε αυτό το έγγραφο αναφέρονται 20 υπάλληλοι που είναι όλοι παρανόμως προσληφθέντες και είναι οι εξής: Μ. Μ., Τ. Δ., Κ.- Τ. Γ., Ο. Π., Π. Γ., Τ. Μ., Λ. Ε., Ρ. Γ., Π. Μ. - Α., Ζ. Π., Ε. Π., Δ. Ο., Γ. Γ., Δ. Β., Α. Γ., Σ. Α., Θ. Δ., Χ. Φ., Δ. Κ., Ε. Μ. Δηλαδή, από τον αριθμό 10 έως 20 είναι οι υπάλληλοι που ήταν στο ως άνω ....2005 έγγραφο του Υπουργείου και στα προηγούμενα έγγραφα του ΚΕΕΛΠΝΟ, αυτή τη φορά, όμως, είναι 11 αντί 13, δηλαδή, δεν περιλαμβάνονται σε αυτούς η Ε.

Α. και ο Κ. Μ. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι το ....2005 έγγραφο και το ....2005 έγγραφο είναι πλαστά (αν και ερωτηθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε την υπογραφή του στο ....2005 έγγραφο). Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στο ....2005 έγγραφο έχει πλαστογραφηθεί η υπογραφή του και ότι το γνήσιο είναι το ....2005 που φέρει την υπογραφή του Προέδρου Α.

Χ. Για το λόγο αυτό, όταν έλαβε γνώση του εγγράφου αυτού, υπέβαλε την από 13/5/2010 μηνυτήρια αναφορά κατά παντός υπευθύνου, η οποία, όμως, τέθηκε στο αρχείο με διάταξη του εισαγγελέα, λόγω παραγραφής. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι όλα τα παραπάνω έγγραφα είναι γνήσια. Οι κατηγορούμενοι εκείνη την περίοδο συνεργάζονταν ακόμα, παρά τις όποιες προσωπικές τους δυσαρέσκειες και με μοναδικό σκοπό να εξυπηρετήσουν τις αποσπάσεις, διαθέσεις και τοποθετήσεις των 140 νέων υπαλλήλων που επιθυμούσε το Υπουργείο.

Συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να πλαστογραφήσει ο ένας την υπογραφή του άλλου. Εξάλλου, ο κατηγορούμενος Α. Χ., αρνούμενος την υπογραφή του στο ....2005 έγγραφο, δεν εξηγεί, με ποιο άλλο έγγραφο απάντησε στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου, που απευθυνόταν στον ίδιο και στο οποίο υπάρχει και χειρόγραφη χρέωση για το γραφείο του και επομένως έλαβε γνώση αυτού, αν δεν απάντησε με το ....2005 έγγραφο ούτε με το ....2005 έγγραφο.

Όπως επίσης έλαβε γνώση και του ....2005 εγγράφου του Διευθυντή, αφού αυτό έχει εσωτερική διανομή και στο γραφείο Προέδρου και δεν προέβαλε κάποια ένσταση ή διαμαρτυρία για την έκδοση και το περιεχόμενο αυτού. Η επανειλημμενη έκδοση των εγγράφων αυτών για διάθεση και απόσπαση των ίδιων ατόμων με αφαίρεση και εκ νέου πρόσθεση ονομάτων οφείλεται σε παρεμβάσεις των ενδιαφερομένων για το πού ακριβώς θα υπηρετήσει ο καθένας από τους παρανόμως προσληφθέντες και ιδίως ορισμένοι εξ αυτών, όπως ο Μ.

Κ., ο οποίος αρχικά τοποθετείται σε μια υπηρεσία και στη συνέχεια υποβάλλει αίτηση για απόσπασή του, η οποία γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Α. Χ. στην απολογία του ότι από 4 έως 29 Αυγούστου 2005 έλειπε στη Βραζιλία, ως επιχείρημα μη υπογραφής των εγγράφων που αμφισβητεί (όπως του 2048/8.8.2005 εγγράφου προς την Ο.

Α. σχετικά με την τοποθέτηση του νέου προσωπικού σε προσωρινές θέσεις), πρέπει να σημειωθεί ότι, λαμβανομένου υπόψη και του ιστορικού εγγραφών στο πρωτόκολλο με αναληθείς ημερομηνίες στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αποδείχθηκε ότι ο Πρόεδρος έλαβε γνώση του ....2005 εγγράφου του Υπουργείου, που εισήλθε στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στις 12.7.2005, πριν αναχωρήσει για το ταξίδι του, ενώ συγχρόνως δεν ήταν δυνατόν να αναχωρήσει για διακοπές χωρίς να επιληφθεί της απάντησης στο Υπουργείο.

Η υπογραφή δε των απαντητικών εγγράφων του δεν είναι απαραίτητο να έγινε την ημέρα της εγγραφής στο πρωτόκολλο, όμως τα έγγραφα εκδόθηκαν εν γνώσει του. Αλλωστε, όπως κατέθεσε και η υπεύθυνη του γραφείου του, Π. Κ., η οποία μετά την αποχώρηση του Α. Χ. από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με αίτημα της διατέθηκε από τον Οργανισμό στο εργαστήριο Υγιεινής και Επιδημιολογίας στην Ιατρική Σχολή, το οποίο τελούσε υπό την επιστημονική εποπτεία του κατηγορουμένου, υπήρξαν περιπτώσεις, όπου, εάν απουσίαζε ο Πρόεδρος στο εξωτερικό και απαιτείτο η έκδοση εγγράφου, η γραμματεία ελάμβανε την έγκρισή του τηλεφωνικά, παρέδιδε ακριβές αντίγραφο και ο Πρόεδρος υπέγραφε το πρωτότυπο, που παρέμενε στο αρχείο, μετά την επιστροφή του.

Όπως αποδείχθηκε, αυτό ήταν τακτική που ακολουθείτο όχι μόνο με τον Πρόεδρο αλλά και με τον Διευθυντή και εν γένει για την έκδοση εγγράφων. Επομένως, η απουσία του Προέδρου στο εξωτερικό δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη μη υπογραφής των εγγράφων που αμφισβητεί και δεν συνεπάγεται άγνοια των όσων συνέβαιναν στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όταν μάλιστα έπρεπε να ενημερώνεται άμεσα λόγω και της θέσης του ιδίως για σημαντικά θέματα όπως οι διαθέσεις και αποσπάσεις υπαλλήλων, που ήταν, άλλωστε, αρμοδιότητά του.

Σύμφωνα με την από 31.5.2011 γραφολογική γνωμοδότηση του δικαστικού γραφολόγου Δ. Κ., που διενεργήθηκε με επιμέλεια του πρώτου κατηγορουμένου, επί 112 εγγράφων - αποσπάσεων - αναθέσεων καθηκόντων, που φέρεται να υπέγραψε ο Πρόεδρος Α. Χ., και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα και εκείνα που ο κατηγορούμενος αρνείται ότι υπέγραψε, οι υπογραφές του, οι οποίες εξετάστηκαν σε πρωτότυπα έγγραφα, σε συνδυασμό με το συγκριτικό υλικό που δόθηκε στον γραφολόγο από μη αμφισβητούμενα έγγραφα με υπογραφές του Προέδρου, είναι όμοιες με τις γνήσιες υπογραφές του στην εμφάνιση, στην ποιότητα και στο ρυθμό χάραξης, στα γενικά χαρακτηριστικά των επιμέρους τμημάτων τους χωρίς διαφορές και χωρίς στοιχεία ύποπτα πλαστής προέλευσης.

Όπως αποδείχθηκε, γνήσια είναι και τα ....2005 και ....2005 έγγραφα του πρώτου κατηγορουμένου, τα οποία υπέγραψε απαντώντας σε έγγραφα του Υπουργείου, όπως προαναφέρθηκε. Το ....2005 έγγραφο εκδόθηκε με το ίδιο περιεχόμενο ως ορθή επανακοινοποίηση του ....2005 εγγράφου του Προέδρου, ο οποίος απουσίαζε στο εξωτερικό, για να μη συμπεριληφθεί σε αυτό ο Μ.

Κ. Το έγγραφο αυτό δεν κατασκευάστηκε εκ των υστέρων, όπως ισχυρίσθηκε αβάσιμα ο πρώτος κατηγορούμενος, γίνεται δε αναφορά σε αυτό και στο επόμενο έγγραφο, ....2005 και στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου, με το οποίο αποφασίστηκε η απόσπαση της Ε. Π. και Θ. Δ. Οι δύο τελευταίες (μεταξύ των 140) στη συνέχεια, με την από 29.5.2006 απόφαση του Υπουργού Υγείας αποσπάστηκαν, από το γραφείο του πρώην Υπουργού Υγείας, όπου είχαν αποσπαστεί, στο γραφείο του Υφυπουργού Υγείας για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών.

Και το ....2005 έγγραφο εκδόθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο ενόψει της απουσίας του Προέδρου στο εξωτερικό, αλλά κυρίως διότι και οι δύο ήθελαν να φαίνεται ότι εξυπηρετούν στα θέματα μετακινήσεων και αποσπάσεων των υπαλλήλων εκείνων που ζητούσε το Υπουργείο, ώστε να είναι αρεστοί στα πολιτικά στελέχη που ζήτησαν και τις προσλήψεις.

Μετά την ψήφιση του νόμου 3370/2005 και την έναρξη εφαρμογής του (11.7.2005) έπρεπε, για να διατεθεί προσωπικό σε άλλους φορείς, να προηγηθεί προγραμματική σύμβαση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με τον φορέα, στην οποία να ρυθμίζονται οι όροι συνεργασίας, ο σκοπός, ο αριθμός των εργαζομένων που διατίθενται, τα καθήκοντα, οι όροι απασχόλησής τους και κάθε σχετική λεπτομέρεια (άρθρο 20), οι δε συμβάσεις αυτές έγιναν μετά τις επίδικες αποσπάσεις και διαθέσεις, καθώς απαιτείτο χρόνος για την υλοποίησή τους, και συνεπώς δεν τηρήθηκε και αυτή η προϋπόθεση.

Σχετικά με τις καταστάσεις και τον αριθμό των υπαλλήλων:

Στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της 23.3.2005, στη συζήτηση του 12ου θέματος για την υπαγωγή του προσωπικού στο ΠΔ 180/2004, ο Πρόεδρος ανέφερε ότι το ΚΕΕΛΠΝΟ έχει 270 υπαλλήλους, οι 150 αορίστου χρόνου και οι 120 είναι ορισμένου χρόνου. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την πρώτη έκθεση των ορκωτών ελεγκτών (σελίδα 13) στις 12.11.2004 οι υπάλληλοι του ΚΕΕΛΠΝΟ ανέρχονταν στο συνολικό αριθμό των 270 ατόμων, στις 23/3/2005 ο αριθμός των υπαλλήλων είχε μεταβληθεί, διότι κάποιοι παραιτήθηκαν, κάποιοι προσλήφθηκαν κλπ, όπως οι προσλήψεις που έγιναν στις .../2005, και τις οποίες δεν αναφέρει ο Πρόεδρος στην εισήγησή του, ώστε να ληφθεί υπόψη το στοιχείο αυτό στη συζήτηση και στην τυχόν απόφαση για το συγκεκριμένο θέμα.

Με το ....2005 έγγραφο ο Πρόεδρος ζήτησε από το γραφείο προσωπικού την υποβολή, έως τις 2 Νοεμβρίου 2005, σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή τις εξής καταστάσεις προσωπικού: 1) ονομαστική κατάσταση προσωπικού κεντρικής υπηρεσίας με ταξινόμηση ανά τμήμα, γραφείο και ειδικότητα, 2) ονομαστική κατάσταση προσωπικού εκτός κεντρικής υπηρεσίας που υπηρετεί με καθεστώς απόσπασης, διάθεσης και λοιπά με αναφορά στην ειδικότητα και 3) ονομαστική κατάσταση προσωπικού χωρίς τοποθέτηση σε συγκεκριμένη δομή με αναφορά στην ειδικότητα.

Παρατηρείται ότι στο έγγραφο αυτό ο Πρόεδρος δεν ζήτησε να μάθει ούτε το συνολικό αριθμό των υπαλλήλων ούτε το συνολικό αριθμό των υπαλλήλων που μονιμοποιήθηκαν, αυτό που τον ενδιαφέρει να μάθει είναι πού υπηρετεί ο κάθε υπάλληλος και ποια είναι η ειδικότητά του. Περαιτέρω, με το ίδιο έγγραφο ζήτησε τα ως άνω στοιχεία να του παραδοθούν και ξεχωριστά μόνο με αριθμητική ταξινόμηση (π.χ.

γραφείο προσωπικού 1 οικονομολόγος, 3 διοικητικοί κλπ). Σε απάντηση του εγγράφου αυτού εκδόθηκε από τον υπεύθυνο του γραφείου προσωπικού, Μ. Ρ., το ....2005 έγγραφο, το οποίο απευθύνεται προς τον Πρόεδρο Α. Χ. Στο διαβιβαστικό αυτό έγγραφο αναφέρεται ότι ".... σας υποβάλλουμε 5 καταστάσεις προσωπικού σύνολο σελίδων 64 με οπτικές ταξινομήσεις ως προς τα στοιχεία που μας ζητήσατε σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή.

Αναλυτικότερα έχουμε: 1) δύο καταστάσεις προσωπικού κεντρικής υπηρεσίας 2) δύο καταστάσεις προσωπικού εκτός κεντρικής υπηρεσίας, 3) μία κατάσταση υπαλλήλων που παρουσιάζει εκκρεμότητες σχετικά με τις τοποθετήσεις τους". Από κάτω υπάρχει η εξής αναφορά: "Υποσημείωση: 1. σύνολο υπαλλήλων ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. 295. 2. Οι καταστάσεις να παραδοθούν στην έγχρωμη μορφή τους".

Ο αριθμός 295 που αναφέρεται στην ως άνω υποσημείωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξήγηση που δίνει ο Μ. Ρ. είναι ότι από παραδρομή έγραψε 295 αντί να γράψει 395, που ήταν ο πραγματικός συνολικός αριθμός των υπαλλήλων εκείνη την περίοδο και ότι ο αριθμός αυτός (395) αποτελεί το άθροισμα από την πρόσθεση των υπαλλήλων που αναφέρονται στις συνημμένες, στο ως άνω έγγραφο, καταστάσεις, δηλαδή τους υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας συν τους υπαλλήλους εκτός κεντρικής υπηρεσίας συν τους υπαλλήλους που είναι σε εκκρεμότητα.

Το άθροισμα, όμως, των υπαλλήλων των εν λόγω καταστάσεων, είναι 399 και όχι 395. Ο δεύτερος κατηγορούμενος επικαλείται το εν λόγω έγγραφο του Μ. Ρ., προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι οι παράνομες προσλήψεις έγιναν εν αγνοία του και ότι γι' αυτό το λόγο ο Μ. Ρ. του απέκρυψε τον πραγματικό αριθμό των απασχολουμένων υπαλλήλων στο ΚΕΕΛΠΝΟ, ώστε ο Πρόεδρος να παραμείνει σε κατάσταση άγνοιας.

Από τις καταστάσεις, όμως, που απέστειλε ο Μ. Ρ. προέκυπτε ευχερώς ότι ο συνολικός αριθμός υπαλλήλων ήταν 399 και θα μπορούσε να το αντιληφθεί ο Πρόεδρος, αφού ο ίδιος είχε ζητήσει να μελετήσει τις καταστάσεις για κάθε υπάλληλο. Επίσης, ο κατηγορούμενος Πρόεδρος ισχυρίσθηκε ότι μέχρι 1.11.2005 οι νόμιμοι υπάλληλοι ήταν 295 γι'αυτό και τον αριθμό αυτό έγραψε ο Μ.

Ρ., γεγονός που αποδεικνύει, κατά τον κατηγορούμενο, ότι δεν γνώριζε για τις παράνομες προσλήψεις. Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Μέχρι τέλος 2004 οι υπάλληλοι ήταν 270, σύμφωνα και με την έκθεση του ΣΕΥΥΠ, και εντός του 2005 έγιναν 25 νόμιμες προσλήψεις (16 προσλήψεις ορισμένου χρόνου που έγιναν από το Δ.Σ. της 9.3.2005, 8 προσλήψεις που αποφασίστηκαν από Δ.Σ.

της 23.3.2005 και μια πρόσληψη του νομικού συμβούλου Στυλ.Γκαρίπη στις 13.7.2005). Ο συνολικός αριθμός των υπηρετούντων στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όμως, την 1.11.2005 δεν ήταν 295, με τόσο απλοϊκή πρόσθεση, διότι ορισμένοι από τους προσληφθέντες εντός του 2005 δεν προσλήφθηκαν το πρώτον τότε, όπως η Ο. Α., η οποία είχε προσληφθεί από το 2002 στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και στη συνέχεια, στις 5.11.2004, ανέλαβε τμηματάρχης και αναπληρώτρια διευθύντρια, αλλά η σύμβασή της έγινε αορίστου χρόνου εντός του 2005, όπως προεκτέθηκε. Επίσης, άτομα που προσλήφθηκαν εντός του 2005 έλαβαν θέσεις παραιτηθέντων υπαλλήλων όπως έγινε με το Δ.Σ. της 9.3.2005, ενώ υπήρξαν και θέσεις παραιτηθέντων που δεν καλύφθηκαν από νέους υπαλλήλους.

Εξάλλου, αν, πράγματι, ο συνολικός αριθμός των νομίμως υπηρετούντων την 1/11/2005 ήταν 295, τότε ο συνολικός αριθμός μαζί με τους 140 παρανόμως προσληφθέντες θα ήταν 435 και όχι 417, που ήταν στην πραγματικότητα. Σε κάθε περίπτωση, έχει αποδειχθεί ότι ο Πρόεδρος γνώριζε τις 140 παράνομες προσλήψεις και ότι ο αριθμός 295 δεν ανταποκρινόταν στον πραγματικό αριθμό των υπαλλήλων, όπως προκύπτει από το ....2005 έγγραφο του Προέδρου, με το οποίο διαβιβάζει στον τότε Υπουργό Υγείας αναλυτική κατάσταση των υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ, η οποία περιλαμβάνει 399 υπαλλήλους, με αρίθμηση από το 1 έως το 399.

Το έγγραφο αυτό στάλθηκε σε απάντηση του ....2005 εγγράφου του Υπουργού, με το οποίο ζητούσε πλήρη ονομαστικό κατάλογο όλων των υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ. Ο δεύτερος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι η κατάσταση που ο ίδιος έστειλε στον Υπουργό περιελάμβανε 295 υπαλλήλους, όσες, δηλαδή, ήταν οι νόμιμες προσλήψεις μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή και όσες ο ίδιος γνώριζε, και ότι, προφανώς, στο πρωτόκολλο αντικαταστάθηκε η κατάσταση που είχε αυτός επισυνάψει, με την κατάσταση που, τελικά, στάλθηκε στον Υπουργό, με τους 399 υπαλλήλους, κάτι, που, εύκολα, μπορούσε να συμβεί, λόγω της προβληματικής λειτουργίας του πρωτοκόλλου του ΚΕΕΛΠΝΟ με κενούς αριθμούς και κινητά φύλλα.

Ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος. Πέραν του ότι, όπως, αναλυτικά, προαναφέρθηκε, ο αριθμός 295 δεν ανταποκρινόταν στον συνολικό αριθμό των νομίμως προσληφθέντων μέχρι 1.11.2005, επομένως, δεν μπορούσε να είχε στείλει κατάσταση με τέτοιο αριθμό υπαλλήλων, δεν προσκομίστηκε αυτή η κατάσταση. Ο αριθμός των υπαλλήλων, στην πραγματικότητα, ήταν 417, όπως αποδεικνύεται από την κατάσταση υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ, που φέρει ημερομηνία 25/5/2006, η οποία διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο με το 1774/25.5.2006 έγγραφο της Ο.

Α.

Επομένως, όταν συντάχθηκαν τα ως άνω αναφερόμενα έγγραφα (το ....2005 έγγραφο του Προέδρου προς τον Υπουργό και το ....2005 έγγραφο του Μ. Ρ. προς τον Πρόεδρο) και οι συνημμένες σε αυτά καταστάσεις, ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων έπρεπε να είναι 417 και όχι 399, αφού μέχρι τις 25 Μαΐου 2006 δεν πραγματοποιήθηκαν άλλες προσλήψεις.

Δηλαδή, από τις καταστάσεις που έστειλε ο Μ. Ρ. στον Πρόεδρο και από τις καταστάσεις που έστειλε ο Πρόεδρος στον Υπουργό λείπουν δεκαοκτώ άτομα, που περιλαμβάνονται στην κατάσταση που διαβίβασε η Ό. Α. στον Πρόεδρο στις 25/5/2006. Τα άτομα αυτά, από την αντιπαραβολή των δύο καταλόγων (1774/25.5.2006 της Ο. Α. και του ....2005 του Προέδρου προς τον Υπουργό) είναι τα εξής: 1.

Α. Ε., 2. Γ. Γ., 3. Ι. Ι. 4. Κ. Ι., 5.Κ. Α., 6. Μ. Ι., 7. Μ. Β.- Σ., 8. Μ. Α., 9.Μ. Α., 10.Ν. Α., 11.Π. Κ., 12.Π. Ε., 13. Σ. Ε., 14. Σ. Α., 15. Τ. Κ., 16. Φ. - Ρ. Α., 17. Φ. Η. και 18. Λ. Χ. Από αυτούς οι 17 περιλαμβάνονται στους παρανόμως προσληφθέντες, ενώ η 18η η Λ. Χ. είχε προσληφθεί νόμιμα ως δικηγόρος και υπηρετούσε στο νομικό τμήμα. Η επίκληση του γεγονότος αυτού από τον δεύτερο κατηγορούμενο ως επιχείρημα της δήθεν παραπλάνησής του ως προς τον πραγματικό αριθμό των υπαλλήλων δεν αναιρεί τα ανωτέρω αποδειχθέντα ως προς το δόλο του.

Δεν υπήρχε ούτε προέκυψε λόγος να αποκρυβούν σκόπιμα από τον Πρόεδρο τα στοιχεία των 17 ατόμων αυτών (η Χ. Λ. είχε νόμιμο διορισμό ως δικηγόρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.) από τους 140, όταν στους καταλόγους, που παραδόθηκαν στον Πρόεδρο, περιλαμβάνονταν οι υπόλοιποι 123 παρανόμως προσληφθέντες. Ενδεχομένως να οφείλεται σε παραδρομή ενόψει και του μεγάλου αριθμού των προσλήψεων και διαθέσεων, αφού στη συνέχεια έλαβαν χώρα ανακλήσεις διαθέσεων και νέες διαθέσεις υπαλλήλων, ή να οφείλεται σε άλλους λόγους σκοπιμότητας, που πάντως δεν συνδέονται με τη συγκεκριμένη αποδειχθείσα γνώση του δεύτερου κατηγορουμένου, αφού δεν είχε νόημα να παραπλανηθεί ο Πρόεδρος για μόνο 17 άτομα από τους 140 παρανόμως προσληφθέντες.

Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι, παρ'όλο που αυτοί οι υπάλληλοι δεν περιλαμβάνονται στον ως άνω κατάλογο του Μ.. Ρ. προς τον Πρόεδρο, περιλαμβάνονται, όμως, στον κατάλογο που έχει επισυναφθεί στο πρακτικό της συνεδρίασης του Δ.Σ. στις 26/5/2005, καθώς και ότι το Δεκέμβριο του έτους 2005 ο Πρόεδρος, παρά τα όσα αβάσιμα ισχυρίσθηκε, γνωρίζει την ύπαρξη των υπαλλήλων αυτών, αφού από τις 8 Δεκεμβρίου 2005 που ανέλαβε την αρμοδιότητα που αφορούσε το ανθρώπινο δυναμικό, προέβη με δικά του έγγραφα, τα οποία δεν αμφισβητεί, σε διαθέσεις/τοποθετήσεις των περισσότερων από τους εν λόγω υπαλλήλους.

Ενδεικτικά, η Α. Ε. διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο (....2005), ο Μ. Ι. (....2005) τοποθετήθηκε στο γραφείο εξοπλισμού του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., η Ν. Α. με το ....2005 έγγραφο τοποθετήθηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης του ΚΕΕΛΠΝΟ, ο Π. Κ. με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο 1ο νοσοκομείο ΙΚΑ Αθηνών, η Π. Ε. με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο και στη συνέχεια αποσπάστηκε στον ΟΠΑΔ Χανίων (....2006 έγγραφο του Προέδρου προς το Λαϊκό νοσοκομείο), η Τ.

Κ. με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στην ΕΣΔΥ, ο Μ. Α. με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός.

Σχετικά με τα έγγραφα ....2005 και ....2005 του Μ. Ρ.:

Περαιτέρω, μετά από αίτημα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσκομίστηκε από το ΚΕΕΛΠΝΟ το ....2005 έγγραφο, το οποίο εκδόθηκε από τον υπεύθυνο του γραφείου προσωπικού, Μ. Ρ., απευθύνεται στον Πρόεδρο και αναφέρεται σε αυτό ότι, κατόπιν προφορικής εντολής του Προέδρου, του παραδίδει κατάσταση προσωπικού με τα στοιχεία που ζήτησε.

Το έγγραφο αυτό έχει συνημμένη μία κατάσταση με 395 υπαλλήλους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρανόμως προσληφθέντες και στον κατάλογο αυτό αναφέρονται η ημερομηνία πρόσληψης, η ειδικότητα και ο χώρος εργασίας του κάθε υπαλλήλου. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το έγγραφο αυτό είναι πλαστό.

Ο ισχυρισμός του αυτός έχει βασιμότητα, καθώς ο αριθμός του εγγράφου "..." αντιστοιχεί σε αριθμό πρωτοκόλλου που εκδόθηκε στις 27.10.2005, έχει γίνει εγγραφή του στο πρωτόκολλο με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα σε σχέση με εκείνον των προηγούμενων και επόμενων εγγραφών, το έγγραφο δε αυτό προσκομίστηκε για πρώτη φορά μετά από αίτημα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μετά τον εντοπισμό του στο πρωτόκολλο και δεν είχε προσκομιστεί μέχρι τότε στη δικογραφία.

Επίσης, το έγγραφο ....2005 του Μ. Ρ., με το οποίο φέρεται ότι διαβίβασε στον Πρόεδρο κατάλογο με τα τηλέφωνα του προσωπικού του ΚΕΕΛΠΝΟ, φέρεται ότι εκδόθηκε σε απάντηση του ....2005 εγγράφου του Προέδρου, με το οποίο ζητούσε ενημερωμένη κατάσταση με τα τηλέφωνα των υπαλλήλων, στην ημερομηνία, όμως, αυτή δεν υπάρχει αίτημα του Προέδρου στο πρωτόκολλο για τηλεφωνικό κατάλογο.

Τέτοιο αίτημα υποβλήθηκε από τον Πρόεδρο με το ....2005 έγγραφο, δηλαδή το αίτημα υποβλήθηκε το Σεπτέμβριο και η απάντηση φαίνεται ότι δόθηκε στις 5.8.2005. Αλλά και ο επισυναπτόμενος κατάλογος έχει ημερομηνία 5/9/2005, δηλαδή μεταγενέστερη του χρόνου έκδοσης του εγγράφου του Μ. Ρ. Επομένως, τα δύο αυτά έγγραφα προστέθηκαν στο πρωτόκολλο σε μεταγενέστερο χρόνο, χωρίς να καθίσταται σαφές για ποιο σκοπό, χωρίς αυτό, να έγινε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προς εξαπάτηση του Προέδρου, όπως αβάσιμα ο ίδιος ισχυρίσθηκε.

Αλλωστε, δεν έγινε επίκληση και χρήση αυτών κατά την όλη προδικασία, εφόσον ήταν προφανής η μη γνησιότητα αυτών. Σε κάθε περίπτωση, τα έγγραφα αυτά δεν ασκούν επιρροή σε όσα δέχθηκε το Δικαστήριο ως αποδειχθέντα σε σχέση με το δόλο του δεύτερου κατηγορουμένου και την γνώση αυτού για τις παράνομες προσλήψεις.

Η όποια πλαστότητα ή ψευδής βεβαίωση των ως άνω εγγράφων δεν αναιρεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο Πρόεδρος γνώριζε τις παράνομες προσλήψεις και μονιμοποιήσεις. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει από τον Υπουργό Υγείας με το ....2005 έγγραφο του να τεθεί σε άμεση προτεραιότητα το ζήτημα της επαρκούς στελέχωσης του ΚΕΕΛΠΝΟ, με αφορμή τη μεγάλη αύξηση αναγκών μετά την ψήφιση του νόμου 3370/2005, δεν αποτελεί επαρκές επιχείρημα εκ μέρους του για διαφοροποίηση της κρίσης του Δικαστηρίου, αν ληφθεί υπόψη ότι οι περισσότεροι από τους παρανόμως προσληφθέντες δεν απασχολήθηκαν στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

αλλά προωθήθηκαν αμέσως στο Υπουργείο Υγείας και σε άλλες υπηρεσίες. Ακόμη και εάν το έγγραφο αυτό δεν εστάλη από τον Πρόεδρο σκόπιμα για να καταδείξει την δική του άγνοια για τις παράνομες προσλήψεις, είναι ενδεικτικό του μεγέθους της ζημίας που υπέστη το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., το οποίο επιβαρύνθηκε μεν με τις δαπάνες της μισθοδοσίας όλων αυτών των παρανόμως προσληφθέντων, χωρίς εν τέλει να μπορέσει να διαθέτει επαρκή στελέχωση για την επίτευξη των σκοπών λειτουργίας του.

Υπήρξαν περιπτώσεις, όπως η διάθεση στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο των διοικητικών υπαλλήλων Τ. Α. και Σ. Χ. (μεταξύ των 140) στη μονάδα ειδικών λοιμώξεων με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή (το πρωτότυπο δεν βρέθηκε, στο ακριβές αντίγραφο βεβαιώνεται ότι το πρωτότυπο φέρει την υπογραφή του), με εσωτερική διανομή και στο γραφείο Προέδρου, το δε Νοσοκομείο, με το ....2005 έγγραφο της υπεύθυνης ΜΕΛ, αναφερόμενης στο ως άνω έγγραφο, δηλώνει αδυναμία τοποθέτησης των υπαλλήλων στη μονάδα.

Η Σ. Χ. με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών μαζί με άλλα 11 άτομα και η Α. Τ. με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο γραφείο δημοσίων σχέσεων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Τα ανωτέρω στοιχεία είναι ενδεικτικά της έλλειψης επείγουσας περίπτωσης και πραγματικής ανάγκης, που επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος Πρόεδρος για την πρόσληψη των 140 υπαλλήλων, ακόμα και ως διοικητικών, αφού υπήρξαν και άλλες ανακλήσεις διαθέσεων (ενδεικτικά της Ε.

Α., της οποίας, ενώ εγκρίθηκε η απόσπαση στο Γενικό Νοσοκομείο Μελισσιών στις 4.10.2005, της ανατέθηκαν καθήκοντα στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στις 12.10.2005 και στις 17.10.2005 διατέθηκε στο Υπουργείο, του Π..Γ., στον οποίον ανατέθηκαν καθήκοντα οδηγού στις 20.10.2005 και την 1.11.2005 τοποθετήθηκε στο γραφείο προμηθειών, της Γ. Ι., η οποία διατέθηκε με το ...-05 έγγραφο στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), με το ....2006 έγγραφο ανακλήθηκε η διάθεσή της, στη συνέχεια διατέθηκε στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ με το ....2006 έγγραφο, ανακλήθηκε η διάθεση αυτή με το ....2006 έγγραφο και διατέθηκε εκ νέου στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας με το ....2006 έγγραφο), αλλά στην ουσία επρόκειτο για εξυπηρετήσεις και διορισμούς ατόμων, μη επιστημονικό προσωπικό, χωρίς καμία εξειδίκευση, μέσω των γνωριμιών τους με πολιτικούς, οι δε κατηγορούμενοι, στελέχη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., προσπαθούσαν να βρούν υπηρεσίες που θα τους δεχθούν ανάλογα και με τις επιθυμίες των ιδίων, καθώς κάποιοι από αυτούς υπέβαλαν αιτήσεις επιθυμώντας να αποσπαστούν σε συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Υπήρξαν και διαθέσεις, τις οποίες τόσο ο Διευθυντής όσο και ο Πρόεδρος αρνούνται ότι υπέγραψαν. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, ο Ζ. Γ. και η Γ. Α. διατέθηκαν στο Τζάνειο. Στο ακριβές αντίγραφο αυτού, βεβαιώνεται, από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Α., ότι το πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου φέρει την υπογραφή του Διευθυντή.

Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Α. Ε. και η Γ. Π. διατέθηκαν στον Ευαγγελισμό. Το έγγραφο αυτό, αν και έχει πρωτοκολληθεί, δεν υπάρχει το πρωτότυπο στο αρχείο. Υπάρχει το ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Α., ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή.

Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Κ. Σ. και ο Α. Μ. διατέθηκαν στο νοσοκομείο Γεννηματά. Στο ακριβές αντίγραφο αυτού βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Α. ότι το πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, ανακλήθηκαν οι διαθέσεις των Κ.

Σ. και Α. Μ. και τους ανατέθηκαν καθήκοντα στο ΚΕΕΛΠΝΟ. Στο ακριβές αντίγραφο αυτού βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ε. Κ. ότι το πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου, δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Σ. Ε. διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο.

Το πρωτότυπο του ....2005, αν και αναζητήθηκε, δεν βρέθηκε. Υπάρχει το ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται, από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Α., ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Σ. Χ. διατέθηκε στο Ιπποκράτειο μαζί με την Τ.

Α. Το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού, αν και αναζητήθηκε, δεν βρέθηκε. Υπάρχει το ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Α. ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ...2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Χ. Ε. διατέθηκε στο Κοργιαλένειο Μπενάκειο Νοσοκομείο.

Το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού, αν και αναζητήθηκε, δεν βρέθηκε. Υπάρχει το ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Α., ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Χ. Κ. διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο.

Υπάρχει το ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας, ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Π. Σ. διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο. Υπάρχει ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν.

Α., ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Κ. Ε. διατέθηκε στην ΜΕΛ 1ου νοσοκομείου ΙΚΑ Αθηνών. Υπάρχει το ακριβές απόσπασμα, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της ... γραμματείας Ν. Α., ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή.

Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Β. Β., η Π. Α. (δεν περιλαμβάνεται στους παρανόμως προσληφθέντες), ο Α. Α., ο Κ. Σ., ο Λ. Ι., ο Μ. Α. του Ι. και η Κ. Ε., διατέθηκαν στην ΕΣΔΥ. Στο ακριβές αντίγραφο αυτού, βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ε. Κ. ότι το πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου φέρει την υπογραφή του Διευθυντή.

Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, διατέθηκαν στο ΠΑΣΤΕΡ η Μ. Μ., ο Α. Π., η Β. Ξ., ο Κ. Χ., η Γ. Δ., ο Σ. Α., Α. Α. και η Π. Μ. Το έγγραφο ....2005 δεν έχει πρωτοκολληθεί και το πρωτότυπο δεν υπάρχει στο αρχείο. Αντί του ... έχει πρωτοκολληθεί το ...-2005 έγγραφο διάθεσης και άλλων υπαλλήλων στο Παστέρ, το οποίο διαφέρει κατά περιεχόμενο, ως προς τα αναφερόμενα σε αυτό άτομα που διατίθενται και το πρωτότυπο του οποίου, επίσης, δεν υπάρχει στο αρχείο.

Σημειώνεται ότι στην απάντηση του ΚΕΕΛΠΝΟ στα ερωτήματα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθ. ....2018 αναφέρεται ότι το εν λόγω έγγραφο (...) έχει πρωτοκολληθεί, τούτο, όμως, έχει αναγραφεί, προφανώς, εκ παραδρομής, αφού, όπως προκύπτει από το αντίστοιχο φύλλο του πρωτοκόλλου, το ... έγγραφο δεν έχει πρωτοκολληθεί.

Υπάρχουν τα ακριβή αντίγραφα, στα οποία βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Σ. Μ. ότι τα πρωτότυπα των εγγράφων αυτών φέρουν την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ...-2005 έγγραφο η Γ. Γ. του Ι., Γ. Ι. του Α., ο Κ. Ι., Μ. Α., Μ. Β.-Σ. διατέθηκαν στην ΕΣΔΥ. Στο πρωτότυπο φέρει την υπογραφή της Ο. Α. Με το ...-05 έγγραφο οι:

Π. Μ., Σ. Σ., Μ. Φ. και Γ. Α. διατέθηκαν στο ΚΕΔΥ. Στο ακριβές αντίγραφο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας ότι το πρωτότυπο φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Αναζητήθηκε το πρωτότυπο και τούτο, αντί της υπογραφής του Διευθυντή, φέρει την υπογραφή της Ο. Α. Με το ...-05 έγγραφο ο Ρ. Α. διατέθηκε στη θέση της Π.

Μ. στο νοσοκομείο Συγγρός. Στο ακριβές αντίγραφο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν.. Α. ότι το πρωτότυπο φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Αναζητήθηκε το πρωτότυπο και τούτο, αντί της υπογραφής του Διευθυντή, φέρει την υπογραφή της Ο. Α. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, ο Κ.

Α. διατέθηκε στο ΔΥΠΕ Πανεπιστημίου Κρήτης. Υπάρχει το ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Π. ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Μ. Ι. διατέθηκε στο Τζάνειο νοσοκομείο.

Υπάρχει το ακριβές αντίγραφο, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ε. Κ. ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο, το πρωτότυπο του οποίου δεν βρέθηκε στο αρχείο, η Γ. Γ. του Α., ο Γ. Γ., Κ. Ε., Β. Σ., Β. Γ., Π. Α., Κ. Ο., Κ. Ε., Π. Μ.-Ε., Σ. Χ., Τ. Σ., Χ. Π.-Ε. διατέθηκαν στη Νομαρχία Αθηνών.

Στο ακριβές αντίγραφο του ...-05 εγγράφου βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν. Α. ότι το πρωτότυπο φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Αναζητήθηκε το πρωτότυπο και τούτο φέρει την υπογραφή της Ο. Α. Με το ...-05 έγγραφο η Σ. Ε. τοποθετήθηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Το έγγραφο αυτό, αν και έχει πρωτοκολληθεί, δεν υπάρχει σε πρωτότυπο στο αρχείο.

Στο ακριβές αντίγραφο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ε. Κ. ότι το πρωτότυπο φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Με το ....2005 έγγραφο η Φ.- Ρ. Α. διατέθηκε στο ΑΠΘ. Το έγγραφο αυτό, αν και έχει πρωτοκολληθεί, δεν υπάρχει σε πρωτότυπο στο αρχείο. Υπάρχει το ακριβές απόσπασμα, στο οποίο βεβαιώνεται από την υπάλληλο της γραμματείας Ν.

Α., ότι το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού φέρει την υπογραφή του Διευθυντή. Αναζητήθηκε το πρωτότυπο και φέρει την υπογραφή της Ο. Α. Από το σύνολο των ισχυρισμών του Διευθυντή, προκύπτει ότι αυτός αρνείται ότι έχει υπογράψει τις εν λόγω διαθέσεις. Είναι αληθές ότι σε πέντε από αυτές που βρέθηκαν στο αρχείο, τα πρωτότυπα φέρουν την υπογραφή της Ο.

Α., ενώ σε όλες τις υπόλοιπες δεν βρέθηκαν τα πρωτότυπα. Εάν είχε υπογράψει η Ο. Α., δεν είχε λόγο να εξαφανίσει τις διαθέσεις, όταν μάλιστα η ίδια έχει υπογράψει όλες τις τοποθετήσεις έως τον 12ο /2005 (οπότε ανέλαβε πλέον ο Πρόεδρος την αρμοδιότητα αυτή), τα πρωτότυπα των οποίων υπάρχουν στο αρχείο με την υπογραφή της, την οποία δεν αμφισβήτησε.

Επομένως, αν, πράγματι, είχε υπογράψει τις διαθέσεις αυτές θα το είχε αποδεχθεί, αφού δεν θα είχε νόημα να αποδέχεται τις τοποθετήσεις και να αρνείται τις διαθέσεις. Επίσης, η Ο. Α. δεν μπορούσε να αναγκάσει τους υπαλλήλους του πρωτοκόλλου να εξαφανίσουν τα εν λόγω έγγραφα από αυτό, αλλά και αν ακόμη αυτοί υπάκουαν σε μία τέτοια εντολή, θα είχαν ενημερώσει οπωσδήποτε τον Διευθυντή, ο οποίος γνώριζε τα πάντα στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και ό,τι συνέβαινε σε αυτό, όπως συνέβη όταν η μάρτυρας Α. Α., υπάλληλος, τότε, του αρχείου κατέθεσε ότι πρωτοκόλλησε με προγενέστερη ημερομηνία το 670/2005 έγγραφο της Ο. Α. κατόπιν πίεσης που της ασκήθηκε από το γραφείο του Προέδρου, γεγονός το οποίο κατήγγειλε αμέσως στο Διευθυντή, όπως προεκτέθηκε. Αυτός που είχε αυτή την εξουσία, λόγω της επιρροής που ασκούσε στο διοικητικό μηχανισμό, ήταν ο Διευθυντής.

Δεν μπορεί, άλλωστε, να γίνει δεκτό ότι έχουν κάνει λάθος όλοι οι υπάλληλοι του αρχείου που βεβαιώνουν στα ακριβή αντίγραφα ότι τα έγγραφα αυτά έχουν εκδοθεί από το Διευθυντή, δεδομένου ότι πρόκειται για περισσότερους υπαλλήλους του αρχείου, οι οποίοι ήταν απολύτως εξοικειωμένοι, τόσο με την υπογραφή του Διευθυντή όσο και με την υπογραφή της Ο.

Α., ώστε να μην δικαιολογείται η περίπτωση του λάθους. Δεν είναι δυνατό, επίσης, να πείστηκαν όλοι οι υπάλληλοι του αρχείου από την Ο. Α. ή από τον Πρόεδρο να βεβαιώσουν ψευδώς ότι τα έγγραφα αυτά τα έχει υπογράψει ο Διευθυντής, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, αυτοί δεν διέθεταν τέτοια επιρροή. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το έγγραφο διάθεσης στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ αναγράφει υπόψη κ.Π.

και ότι ο τελευταίος είχε την ιδιότητα του αντιπροέδρου του Δ.Σ. του ΠΑΣΤΕΡ. Επομένως, αποδεικνύεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι τα έγγραφα αυτά τα έχει υπογράψει, πράγματι, ο Διευθυντής. Το γεγονός ότι ορισμένες από τις διαθέσεις αυτές έχουν υπογραφή της Ο. Α. καταδεικνύει και μόνο την πλήρη σύμπνοια και συνεργασία του Διευθυντή και της αναπληρώτριάς του στα θέματα αυτά κατά τον ίδιο χρόνο με κοινό στόχο την τοποθέτηση των νεοδιορισθέντων με γνώση πάντα του Διευθυντή.

Επομένως, και τα έγγραφα, που η ίδια αρνείται ότι υπέγραψε, φέρουν την γνήσια υπογραφή της. Συνεργασία όμως υπήρξε και με τον Πρόεδρο για το ίδιο θέμα, επομένως, οι αποσπάσεις και διαθέσεις, στα ακριβή αντίγραφα των οποίων οι αρμόδιοι γραμματείς βεβαιώνουν υπογραφή είτε από τον Πρόεδρο είτε από τον Διευθυντή, ακόμη και σε επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, δεν είναι αρκετές να ανατρέψουν τα ήδη ως άνω αποδειχθέντα ως προς την γνώση και την τέλεση της απιστίας σε σχέση με τον δεύτερο και τέταρτη των κατηγορουμένων.

Οι ανωτέρω ενέργειες του δεύτερου κατηγορουμένου, κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης στα πλαίσια των καθηκόντων του ως Προέδρου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και γνωρίζοντας ότι, βάσει του νόμου, του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας και των σχετικών αποφάσεων του Δ.Σ., έχει την εξουσία να υπογράφει τις συμβάσεις εργασίας του προσωπικού, μετά όμως από απόφαση του Δ.Σ.

που αποφασίζει τις προσλήψεις, αλλά γνωρίζοντας και ότι με τις προσλήψεις των 140 ατόμων, που υπέγραψε από Μάιο έως 27.10.2005 (ολοκληρώνοντας την αξιόποινη ενέργεια με την υπογραφή του μηχανογραφημένου αναληθούς πρακτικού Δ.Σ. της 26.5.2005, όπως προαναφέρθηκε, το Δεκέμβριο 2005), των οποίων τα ονόματα αναφέρονται πιο κάτω και στο διατακτικό, καθώς και με την καταβολή αναδρομικών στους με αρ. 12-140, προκάλεσε ως αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς του βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., την οποία αποδέχθηκε, ενεργώντας κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του, η δε ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

ήταν συνολικού ύψους 5.703.242,79 ευρώ, όσες και οι καθαρές αποδοχές που έλαβαν οι παρανόμως προσληφθέντες για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή τους μέχρι 31.12.2008 ή την προγενέστερη αποχώρησή τους, καθώς και το ποσό των 301.093 ευρώ, που έλαβαν ως αναδρομικές αποδοχές οι με αρ. 12 έως 140 του πίνακα στο διατακτικό χωρίς να εργασθούν για το διάστημα που αφορούν οι αποδοχές αυτές, επιμέρους πράξη απάτης που απορροφάται από την πράξη της απιστίας και συνολικά 6.004.335,79 ευρώ.

Ειδικότερα, όσον αφορά το ποσό των αναδρομικών που καταβλήθηκαν στους νεοπροσληφθέντες, χωρίς να έχουν εργασθεί, κατά το διάστημα που αφορά το ποσό, ύψους 301.093 ευρώ, η παραπομπή του δεύτερου κατηγορουμένου αφορούσε την μερικότερη αξιόποινη πράξη της απάτης, που τελέσθηκε με τη συνδρομή της τέταρτης κατηγορουμένης και συγκεκριμένα:

ότι με το υπ'αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του προς την Τράπεζα Πειραιώς κάλεσε τους υπαλλήλους της άνω Τράπεζας να αναλάβουν από τον τηρούμενο στην Τράπεζα αυτή λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. το άνω ποσό και να το καταθέσουν στο λογαριασμό μισθοδοσίας των άνω υπαλλήλων, κατανέμοντας αυτό αναλόγως για τον καθένα, εμφανίζοντας ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας ότι αυτοί δικαιούνται αναδρομικές αποδοχές για το μεσοδιάστημα από την υποτιθέμενη έναρξη της απασχόλησής τους έως την ημερομηνία αναγγελίας της πρόσληψής τους (Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο ή Αύγουστο) προκαλώντας ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

κατά το ποσό αυτό. Η πράξη αυτή και η ζημία που επήλθε στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. αποτελεί μέρος της συνολικής ζημίας που επήλθε από την αξιόποινη πράξη της απιστίας που τέλεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος με τη συνδρομή της κατηγορουμένης Ο. Α., τα πραγματικά περιστατικά της οποίας κατ' άρθρο 390 Π.Κ. καλύπτουν τις επιμέρους πράξεις - ενέργειες των κατηγορουμένων και απορροφούν την απάτη, συνδέονται με ενότητα σκοπού και συμπεριφοράς των δραστών, η δε συνολική ζημία είναι αποτέλεσμα της απιστίας, στα πλαίσια της οποίας τελέστηκε και η απατηλή συμπεριφορά σε σχέση με το ποσό των 301.093 ευρώ, κατά το οποίο είχε δόλο ο κατηγορούμενος να ζημιώσει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., χωρίς να υφίσταται αληθής συρροή αυτών, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Οι υπάλληλοι με αρ. 1 έως 12 του πίνακα στο διατακτικό δεν έλαβαν αναδρομικά, εντάχθηκαν άμεσα στους μισθολογικούς καταλόγους, χωρίς, όμως, να αποδεικνύεται η παροχή των υπηρεσιών τους, έως την έκδοση των αρχικών τοποθετήσεων, διαθέσεων τους κλπ, που είναι πολύ μεταγενέστερες του χρόνου ένταξής τους στους μισθολογικούς καταλόγους, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω.

Οι περισσότεροι από τους παρανόμως προσληφθέντες υπαλλήλους δεν απασχολήθηκαν ποτέ στο ΚΕΕΛΠΝΟ. Διοχετεύθηκαν, αμέσως, σε άλλες υπηρεσίες με διαθέσεις και αποσπάσεις, το ΚΕΕΛΠΝΟ, όμως, επιβαρύνθηκε με την μισθοδοσία τους, χωρίς να μπορεί να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τους. Δεν υπήρξε αναγκαιότητα να διατεθούν ή να αποσπαστούν στους φορείς που διατέθηκαν, δεν προηγήθηκαν αιτήματα των φορέων αυτών για διάθεση ή απόσπαση υπαλλήλων και μάλιστα διοικητικών από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., δεν υπάρχουν βεβαιώσεις του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

ή των φορέων για ανάληψη καθηκόντων, πολλοί δε εναλλάσσονταν σε διάφορες υπηρεσίες μέχρι να βρεθεί υπηρεσία να τους δεχθεί ή η υπηρεσία που εκείνοι προτιμούσαν (ενδεικτικό της έλλειψης αναγκαιότητας για την πρόσληψη τους προς κάλυψη συγκεκριμένων ελλείψεων με τις υπηρεσίες τους), όπως ενδεικτικά οι περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν (Σ.

Χ., Τ. Α., Ε. Α., Π. Γ., Γ. Ι.), αφού επρόκειτο για διορισμούς εκλεκτών κάποιων πολιτικών προσώπων χωρίς πραγματική ανάγκη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. κατά το ίδιο χρονικό διάστημα για πρόσληψη διοικητικών υπαλλήλων. Ακόμη και εκείνοι που εργάστηκαν στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. δεν ήταν αναγκαίοι, καθώς στις συνεδριάσεις του Δ.Σ. που προαναφέρθηκαν, το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

είχε ανάγκη μόνο από εξειδικευμένο, έμπειρο και επιστημονικό προσωπικό για την επίτευξη των σκοπών λειτουργίας του και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για ισάξια αντιπαροχή και μη επελθούσα ζημία, όπως εκτέθηκε και πιο πάνω. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα καταρρίπτουν και τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου Α.

Χ., που διατυπώθηκαν και στην απολογία του, ότι επρόκειτο για "πολύ χρήσιμα" άτομα. Ο δόλος του κατηγορουμένου επιτείνεται και από το γεγονός ότι γνώριζε, κατά τον χρόνο τέλεσης της απιστίας, ότι το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ήταν ήδη επιβαρυμένο οικονομικά, αφού και στο Δ.Σ. της 26.4.2005 ο ίδιος είχε αναφέρει, μιλώντας για την έκθεση του ορκωτού ελεγκτή, ότι πρέπει να γίνουν οικονομίες στο οργανισμό τον χρόνο εκείνο, ώστε το ΚΕΕΛ να βγεί από την οικονομική κρίση.

Και παρά ταύτα, προκάλεσε εν γνώσει του επιπλέον ζημία στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με την παράνομη πρόσληψη 140 ατόμων. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην απολογία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εμφανίσθηκε να έχει άγνοια όλων των περιστατικών που θεμελιώνουν τις κατηγορίες που του αποδίδονται, ότι υπέγραφε ό,τι του προσκόμιζαν είτε ο Διευθυντής είτε η νομική σύμβουλος είτε η Ο.

Α., χωρίς να διενεργεί ο ίδιος στοιχειώδη έλεγχο, αν και ήταν ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και εκείνος που είχε την αρμοδιότητα να υπογράφει τις συμβάσεις εργασίας, για τα λοιπά, όμως, θέματα διαχείρισης και λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όλως αντιφατικά, εμφανίσθηκε, όπως αποδείχθηκε εξάλλου, να έχει ιδιαίτερα δυναμική παρουσία, να θέλει να έχει τον έλεγχο της λειτουργίας του νομικού προσώπου (βλ.

και το παράτυπα δημιουργηθέν πρωτόκολλο στο γραφείο του) και να επιδιώκει να μειώσει τη θέση και την ισχυρή παρουσία του Διευθυντή. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος της μερικότερης πράξης της απιστίας εις βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως περιγράφεται στο διατακτικό, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α και ε Π.Κ.

όπως και πρωτοδίκως.

ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ Ο. Α.:

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η κατηγορουμένη Ο..Α. παρέσχε άμεση συνδρομή στον δεύτερο κατηγορούμενο, Α. Χ., Πρόεδρο, κατά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της απιστίας εις βάρος του νομικού προσώπου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Η ίδια, γνωρίζοντας τον συγκεκριμένο δόλο του Προέδρου, ενεργώντας όπως και εκείνος με επιδίωξη να εξυπηρετήσει πολιτικά πρόσωπα και έχοντας επίγνωση της βέβαιης ζημίας που προκαλείται στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με τις παράνομες προσλήψεις των 140 ατόμων, έχοντας και η ίδια πολιτικές διασυνδέσεις, όπως προαναφέρθηκε, και με την πρόσθετη ιδιότητα της συμβούλου του Υπουργού Υγείας, ήθελε να συμμετέχει στην εξυπηρέτηση των διορισμών αυτών, ως αναπληρώτρια διευθύντρια και προϊσταμένη του τμήματος διοικητικού συντονισμού.

Για τον σκοπό αυτό επιμελήθηκε τη σύνταξη όλων των συμβάσεων ορισμένου και αορίστου χρόνου των ατόμων αυτών, κάτω από τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν εν γνώσει πάντα και του Προέδρου, έχοντας συγκεντρώσει προηγουμένως τα στοιχεία ταυτότητας και λοιπά στοιχεία των ενδιαφερομένων καταγράφοντας αυτά σε ιδιόχειρα σημειώματα, που υπήρχαν μέσα στους υπηρεσιακούς φακέλους καθενός, τα οποία στη συνέχεια εξαφάνισε (γι' αυτό και καταδικάσθηκε αμετάκλητα, όπως προεκτέθηκε), συμβάσεις που υποβλήθηκαν στον Πρόεδρο προς υπογραφή, παρακάμπτοντας το αρμόδιο για το σκοπό αυτό γραφείο προσωπικού, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, από Μάιο έως 27.10.2005 και στη συνέχεια, μετά την υπογραφή τους από τον Πρόεδρο, διαβίβασε τις συμβάσεις αυτές στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης σύμφωνα με τις οδηγίες του και συνεργαζόμενη με εκείνον κατά την τέλεση της απιστίας και κατά τρόπο ώστε, χωρίς τη συνδρομή της αυτή, δεν θα ήταν, με βεβαιότητα, δυνατή η διάπραξη του εγκλήματος από τον δεύτερο κατηγορούμενο υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε.

Ενήργησε δε με τον ίδιο δόλο και αποδεχόμενη ως αναγκαία συνέπεια την βέβαιη ζημία που προκαλείται στο νομικό πρόσωπο, στο οποίο εργαζόταν, συνολικού ύψους 5.703.242,79 ευρώ πλέον των αναδρομικών που καταβλήθηκαν ύψους 301.093 ευρώ, επιμέρους πράξη απάτης που απορροφάται από την πράξη της απιστίας, όπως προεκτέθηκε, και συνολικά 6.004.335,79 ευρώ.

Είχε παραστεί και εκείνη στη συνεδρίαση Δ.Σ. της 8.12.2005 και είχε παρακολουθήσει την έντονη συζήτηση, τις καταγγελίες του Διευθυντή σχετικά με παράνομες προσλήψεις, δεν προέβη δε σε καμία ενέργεια που να καταδεικνύει αμφιβολία ή έρευνα για τη διαπίστωση της νομιμότητας των προσλήψεων αυτών μετά από όσα είχαν καταγγελθεί αλλά και σύμφωνα με όσα γνώριζε και η ίδια ως προς τις προϋποθέσεις του νόμου περί πρόσληψης υπαλλήλων από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

που δεν τηρήθηκαν, ενώ είχε παραστεί και στην κρίσιμη συνεδρίαση Δ.Σ. της 23.3.2005. Και δεν έκανε καμία ενέργεια, διότι γνώριζε ότι πρόκειται για παράνομες προσλήψεις και ήθελε να συνδράμει τον Πρόεδρο στην τέλεση της απιστίας. Αμφισβήτησε δε εκ των υστέρων την υπογραφή της σε έγγραφα διαθέσεων, τοποθετήσεων σε σχέση με την κατηγορία αυτή, ενώ επρόκειτο για γνήσιες υπογραφές της.

Πρέπει, επομένως, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, να κηρυχθεί ένοχη άμεσης συνέργειας (άρθ. 47 περ.β Π.Κ.) στην τέλεση της απιστίας από τον δεύτερο κατηγορούμενο με βέβαιη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως περιγράφεται στο διατακτικό, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε Π.Κ.

όπως και πρωτοδίκως.

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΠΡΟΣΛΗΦΘΕΝΤΩΝ KAΙ ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΘΕΝΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΤΟΥΣ ΕΩΣ 31.12.2008 Ή ΕΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥΣ:

1.Η Α. Ε., οικονομ/γος - κοινων/γος, αδελφή της κατηγορουμένης Ο. Α., προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 4/5/2005, η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 10/5/2005. Ο βασικός μισθός της κατά την ημερομηνία της πρόσληψής της ήταν 908 ευρώ. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 25.9.2007 ήταν 37.203,11 ευρώ και οι καθαρές 29.389,87 ευρώ. Διατέθηκε στον Ευαγγελισμό με το ...-2005 έγγραφο. Περιλαμβανόταν στο ...-2005 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας για αποσπάσεις καθώς και στα ....2005, ....2005 και ...-2005 έγγραφα για διάθεση στο Υπουργείο Υγείας. Τελικώς με το ....2005 διατέθηκε στον Ευαγγελισμό από 29.8.05.

2. Δ. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 4/5/2005, η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 10/5/2005. Ο βασικός μισθός της κατά την ημερομηνία της πρόσληψής της ήταν 897 ευρώ. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.12.2008 ήταν 68.071,03 ευρώ και οι καθαρές 53.477,70 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο Γραφείο Νοσοκομειακών Λοιμώξεων από 5/9/2005 με το ....2005 έγγραφο. Περιλαμβάνεται στο με αριθ. ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ο. Α. προς τον Μ. Ρ., με το οποίο τον ενημερώνει ότι η εν λόγω υπάλληλος υπηρετεί στο Γραφείο Νοσοκομειακών Λοιμώξεων. Παρατηρείται ότι ενώ η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 10/5/2005 υπάρχει έγγραφο πρώτης τοποθέτησής της το Σεπτέμβριο.

3. Ο Ζ. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 9/5/2005, η σύμβαση του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005. Ο βασικός μισθός του κατά την ημερομηνία της πρόσληψής του ήταν 715 ευρώ. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.12.2008 ήταν 59.701,71 ευρώ και οι καθαρές 49.080,56 ευρώ. Ο υπάλληλος αυτός διατέθηκε στο Τζάνειο νοσοκομείο με το ....2005 έγγραφο του διευθυντή, ενώ με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου διατέθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών. Παρατηρείται ότι ενώ η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005 το έγγραφο πρώτης τοποθέτησής του είναι τον Αύγουστο.

4. Η Κ. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 4/5/2005 η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 10/5/2005. Ο βασικός μισθός της κατά την ημερομηνία της πρόσληψής της ήταν 715 ευρώ. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.12.2008 ήταν 57.106,72 ευρώ και οι καθαρές 46.684,60 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Θεσσαλονίκης από 9/5/2005 με το 2746/9.5.2005 έγγραφο το οποίο υπογράφει η Ο. Α.

5. Κ. Ι., ιατρός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 9/5/2005, η σύμβαση του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασης του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005. Ο βασικός μισθός του κατά την ημερομηνία της πρόσληψής του ήταν 1.080 ευρώ. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.12.2008 ήταν 104.850,11 ευρώ και οι καθαρές 75.153,53 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο Γραφείο Μετακινούμενων Πληθυσμών από 22/8/2005 με το ....2005 έγγραφο, το οποίο υπογράφει η Ο. Α. και περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο. Παρατηρείται ότι ενώ η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005 υπάρχει έγγραφο πρώτης τοποθέτησής του τον Αύγουστο.

6. Η Κ. Τ. - Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 9/5/2005 η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005. Ο βασικός μισθός της κατά την ημερομηνία της πρόσληψής της ήταν 715 ευρώ. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 37.217,02 ευρώ και οι καθαρές 29.844,31 ευρώ. Εγκρίθηκε η απόσπασή της στο ΥΥΚΑ με το ...2005 έγγραφο. Παρατηρείται ότι ενώ η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005 υπάρχει έγγραφο απόσπασής της τον Αύγουστο.

7. Η Κ. Χ.-Ν., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 9/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.12. 2008 ήταν 75.994,61 ευρώ και οι καθαρές 58.190,32 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο Γραφείο Διοικητικού Συντονισμού από 19/10/2005 με το 6496/17.10.2005 έγγραφο. Παρατηρείται ότι ενώ η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005 υπάρχει έγγραφο πρώτης τοποθέτησης της τον Οκτώβριο.

8. Η Κ. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 9/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασης της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.12.2008 ήταν 57.948,54 ευρώ και οι καθαρές 47.313,05 ευρώ. Η αρχική διάθεση αυτής έγινε με το ....2005 έγγραφο, με το οποίο διατέθηκε στο Νοσοκομείο Γεννηματά και με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή ανακλήθηκε η διάθεσή της αυτή. Στη συνέχεια εγκρίθηκε η απόσπαση της μετά από αίτησή της στο Γενικό Νοσοκομείο Μελισσιών Αμαλία Φλέμινγκ για ένα έτος, με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου. Τέλος, τοποθετήθηκε στο ΚΕΕΛΠΝΟ με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου.

9. Η Κ. Ι., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 9/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 20/5/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 38.328,12 ευρώ και οι καθαρές 31.611,74 ευρώ. Η υπάλληλος αυτή αποσπάστηκε στο ΥΥΚΑ για ένα έτος που εγκρίθηκε με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου.

10. Ο Μ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 18/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 9/6/2005. Περιλαμβάνεται στο με αριθ. ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ο. Α. προς τον Μ. Ρ. Έλαβε εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών έως 31.12.2008. Παρατηρείται ότι ενώ η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 9/6/2005 αναφέρεται πρώτη φορά το Σεπτέμβριο στο ενημερωτικό έγγραφο της Α. και ότι δεν υπάρχει κανένα έγγραφο τοποθέτησης/διάθεσης κλπ.

11. Ο Τ. Β., ιατρός, είχε προσληφθεί την 1.10.2002 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και παραιτήθηκε 4.4.2005. Προσελήφθη εκ νέου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 19/5/2005, με βασικό μισθό 1.080 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 31/5/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως 24.6.2006 (παραιτήθηκε) ήταν 36.330,91 ευρώ και οι καθαρές 26.231,62 ευρώ. Τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος στο Γραφείο Φυματίωσης από 5/9/2005 με το 5184/2.9.2005 έγγραφο το οποίο υπογράφει η Ο. Α.

12.Η Α. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005, με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής της στον ΟΑΕΔ ήταν στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 24.419,29 ευρώ και οι καθαρές 19.884,05 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικά 2.284,17 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο διατέθηκε στο Παστέρ από 1/9/2005. Με την ...-2005 αίτησή της ζήτησε την απόσπασή της στο ΠΕΔΥ Κρήτης. Με το ...-2005 έγγραφο, που φέρει την υπογραφή του δεύτερου κατηγορούμενου, Α. Χ., εγκρίθηκε η απόσπασή της στο ΠΕΔΥ Κρήτης. Ενώ, με το ...-2005 εγκρίθηκε η απόσπασή της με υπογραφή Α. Χ. στον ΟΠΑΔ Ηρακλείου Κρήτης.

13. Ο Α. Π., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.12.2008 ήταν 58.683,69 ευρώ και οι καθαρές 48.669,97 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικά 2.053,89 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο διατέθηκε στο Παστέρ από 1/9/2005.

14. Η Α. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 33.444,40 ευρώ, οι καθαρές 27.598,33 ευρώ και έλαβε αναδρομικά 3.806,84 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο, που φέρει την υπογραφή του Προέδρου, εγκρίθηκε η απόσπασή της στο Γενικό Νοσοκομείο Μελισσιών. Με το ...-2005 έγγραφο της ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα στο ΚΕΕΛΠΝΟ μέχρι την έγκριση της απόσπασης της. Με το ...-2005 έγγραφο διατέθηκε προσωρινά στο Υπουργείο από 19/10/2005. Παρατηρείται ότι στις 4-10-05 εγκρίθηκε η απόσπασή της στο Γενικό Νοσοκομείο Μελισσιών, στις 12-10-2005 της ανατίθενται καθήκοντα στο ΚΕΕΛΠΝΟ, στις 17- 10-2005 διατέθηκε στο Υπουργείο.

15. Ο Α. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 57.716,93 ευρώ και οι καθαρές 46.977,37 ευρώ και έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.121,51 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με άλλα έξι άτομα, με το ...-2005 έγγραφο. Παρατηρείται ότι ενώ η ημερομηνία αναγγελίας της σύμβασής του στον ΟΑΕΔ ήταν στις 9/6/2005 υπάρχει έγγραφο διάθεσής του τον Αύγουστο και δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως τη διάθεσή του αυτή.

16. Ο Α. Φ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 26/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 56.101,89 ευρώ και οι καθαρές 45.908,32 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 1.013,63 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο ΚΕΕΛ Θεσσαλονίκης με το ...-05 έγγραφο, το οποίο φέρεται ότι έχει εκδοθεί από την κατηγορούμενη Ο. Α., στο πρωτότυπο, όμως, φέρει την υπογραφή του δεύτερου κατηγορούμενου Α. Χ.

17. Η Α. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.12.2008 ήταν 56.927,15 ευρώ και οι καθαρές 46.400,88 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Διατέθηκε στη ΜΕΛ του Λαϊκού νοσοκομείου από 9/1/2006 με το ...-2005 έγγραφο του Α. Χ., του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η υπογραφή. Εμφανίζεται, για πρώτη φορά, στις μισθολογικές καταστάσεις του Αυγούστου του έτους 2005. Όμως, δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η συγκεκριμένη υπάλληλος από τις 26/8/2005 που αναγγέλθηκε η πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ έως τις 29.12.2005, που έγινε η ως άνω διάθεση.

18. Η Α. Σ., η οποία προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005, με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 35.012,32 ευρώ και οι καθαρές 28.420,52 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.156,72 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-2005 έγγραφο του ΥΥΚΑ για αποσπάσεις καθώς και στα ....2005, ....2005 και ...-2005 έγγραφα. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της μέχρι την απόσπασή της.

19. Ο Α. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27/5/2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 56.055,73 ευρώ και οι καθαρές 45.842,54 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 1.968,43 ευρώ. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στις μισθολογικές καταστάσεις του Αυγούστου 2005. Με το ...-2005 έγγραφο του διευθυντή ανακλήθηκε η διάθεση του από το νοσοκομείο Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ και με το ίδιο έγγραφο τοποθετήθηκε στο ΚΕΕΛΠΝΟ. Το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού δεν βρέθηκε στο αρχείο. Επίσης, δεν βρέθηκε στο αρχείο το πρωτότυπο του ...-2005 εγγράφου, με το οποίο διατέθηκε στο νοσοκομείο ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ. Στη συνέχεια με το ....2005 έγγραφο του Α. Χ. διατέθηκε στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο.

20. Η Β. Ξ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005, με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 49.157,36 ευρώ και οι καθαρές 38.844,72 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.138,58 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο διατέθηκε στο Ινστιτούτο Παστέρ και ανακλήθηκε η διάθεσή της από αυτό με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως τη διάθεσή της αυτή.

21. Ο Β. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβαση του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005 Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 63.937,33 ευρώ και οι καθαρές 50.697,49 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στις μισθολογικές καταστάσεις του Αυγούστου 2005. Με το ...-2005 έγγραφο του Διευθυντή φέρεται ότι διατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών.

22. Η Β. Κ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 63.712,81 ευρώ και οι καθαρές 50.713,35 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.337,73 ευρώ. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στις μισθολογικές καταστάσεις του Αυγούστου 2005. Με το ...-2005 έγγραφο του Προέδρου διατέθηκε στο Αττικό Νοσοκομείο. Όμως, δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της από 26/8/2005, που αναγγέλθηκε η πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ, έως τις 8.12.2005, που έγινε η ως άνω διάθεση.

23. Ο Β. Α., βιολόγος, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ ως διοικητικός υπάλληλος στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 66.012,05 ευρώ και οι καθαρές 52.131,11 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.228,14 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ο. Α. ότι διατέθηκε στο ΕΚΑΡ Ιατρική Σχολή Αθηνών. Με το ...-2006 έγγραφο του Προέδρου βεβαιώνεται ότι διατέθηκε στο Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Ρετροϊών από 30.5.2005.

24. Η Β. Β., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005 Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 36.702,37 ευρώ και οι καθαρές 29.530,14 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.376,95 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο διατέθηκε στην ΕΣΔΥ. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως τη διάθεσή της αυτή.

25. Ο Β. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.10.2008 ήταν 74.500,21 ευρώ και οι καθαρές 54.010,17 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.228,14 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου και στα ...-05, ....2005 και ....2005 έγγραφα, ενώ με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπαση του στο Υπουργείο Υγείας. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την απόσπαση του.

26. Η Γ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 64.365,37 ευρώ και οι καθαρές 51.070,71 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.186,39 ευρώ. Με το ....05 έγγραφο διατέθηκε στο Τζάνειο νοσοκομείο από 29.8.2005 και με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο κεντρικό εργαστήριο δημόσιας υγείας.

27. Ο Γ. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 39.740,25 ευρώ και οι καθαρές 32.043,46 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.228,14 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου καθώς και τα ...-05, ....2005, ....2005 έγγραφα, ενώ με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή του στο Υπουργείο Υγείας. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την απόσπασή του.

28. Η Γ. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 59.527,72 ευρώ και οι καθαρές 49.031,30 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.113,17 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-05 έγγραφο του Διευθυντή διάθεσης οκτώ ατόμων στο Ινστιτούτο Παστέρ.

29. Η Γ. Γ. (του Ι.), διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 61.525,98 ευρώ και οι καθαρές 50.765,98 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.113,17 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με το ...-05 έγγραφο και με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή ανακλήθηκε η διάθεσή της.

30. Η Γ. Γ. (του Α.), διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.8.2008 ήταν 48.488,08 ευρώ και οι καθαρές 40.327,39 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.113,17 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης στη Νομαρχία Αθηνών και η διάθεση ανακλήθηκε με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή.

31. Ο Γ. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 64.309,79 ευρώ και οι καθαρές 50.943,82 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.020,07 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005 και η διάθεση ανακλήθηκε με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την ως άνω διάθεσή του.

32. Η Γ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 36.594,35 ευρώ και οι καθαρές 29.416,50 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.111,39 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου καθώς και στα ...-05, ....2005, ....2005 έγγραφα, ενώ με το ....2005 εγκρίθηκε η απόσπαση της (συνολικά 20 άτομα) στο Υπουργείο Υγείας.

33. Η Γ. Ι. του Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 60.200,67 ευρώ και οι καθαρές 48.512,19 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.228,14 ευρώ. Διατέθηκε με το ...-05 έγγραφο στην ΕΣΔΥ, με το ....2006 έγγραφο ανακλήθηκε η διάθεσή της, στη συνέχεια διατέθηκε στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ με το ....2006 έγγραφο, ανακλήθηκε η διάθεση αυτή με το ....2006 έγγραφο και διατέθηκε εκ νέου στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας με το ....2006 έγγραφο.

34. Η Γ. Π., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 56.724,15 ευρώ και οι καθαρές 46.352,54 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.053,89 ευρώ. Με το ...-05 έγγραφο διατέθηκε με την Ε. Α. στον Ευαγγελισμό. Όμως, δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της από 7/6/2005 που αναγγέλθηκε η πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ έως τις 22.8.2005, που έγινε η ως άνω διάθεση.

35. Ο Γ. Π. - Π., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 19/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 64.996,31 ευρώ και οι καθαρές 51.278,11 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 4.565,62 ευρώ. Του ανατέθηκαν καθήκοντα οδηγού στις 20/10/2005 με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο της Ο. Α., στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο γραφείο προμηθειών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με το ...-2005 έγγραφο της ίδιας.

36. Η Δ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, η σύμβαση της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 8/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 62.177,13 ευρώ και οι καθαρές 48.997,09 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.102,47 ευρώ. Με το ....05 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε στο Γραφείο Τύπου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από τις 16/8/2005.

37. Η Δ. Θ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 32.663,65 ευρώ και οι καθαρές 26.664,62 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.244,24 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο τοποθετήθηκε στο τμήμα διοικητικού συντονισμού. Στις 14/6/2005 υπέβαλε αίτηση (αρ. πρωτ.1606) προς τον Πρόεδρο να αποσπαστεί και υπάρχει σημείωση του Προέδρου επί της αιτήσεως με τη λέξη "εγκρίνεται". Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας και στο από 17.6.2005 υπηρεσιακό σημείωμα του Διευθυντή του γραφείου του Υπουργού (τοποθέτησή της στο γραφείο του Υπουργού), καθώς και στα ...-2005, ....2005 έγγραφα, ενώ με το ....2005 και ....2005 διατέθηκε στο Υπουργείο Υγείας (γραφείο Υπουργού). Επίσης, με την ....2006 απόφαση του Υπουργού Υγείας αποσπάστηκε, μαζί με την Ε.Π., από το γραφείο του πρώην Υπουργού Υγείας, όπου είχαν αποσπαστεί, στο γραφείο του Υφυπουργού Υγείας για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών.

38. Ο Δ. Γ., κτηνίατρος, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 91.183,12 ευρώ και οι καθαρές 64.350,55 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.875,57 ευρώ. Με το ....05 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε στο Τμήμα Επιδημιολογικής επιτήρησης. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την τοποθέτησή του.

39. Ο Ζ. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 36.632,00 ευρώ και οι καθαρές 29.172,87 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 3951,48 ευρώ. Με το ....05 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή του στο Υπουργείο Υγείας για ένα έτος κατόπιν της 6013/6.10.2005 αίτησης.

40. Η Θ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 35.205,18 ευρώ και οι καθαρές 28.279,46 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 3.635,76 ευρώ. Με το ....05 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή της στο Υπουργείο Υγείας για ένα έτος.

41. Η Θ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Η αναγγελία στον ΟΑΕΔ έγινε την 27/10/2005. Διατέθηκε στις 2/11/2005 με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο στο Κεντρικό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας (ΚΕΔΥ), εμφανίζεται για πρώτη φορά στις μισθοδοτική κατάσταση της Τράπεζας Πειραιώς το Δεκέμβριο για τις αποδοχές του Νοεμβρίου. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 62.685,57 ευρώ και οι καθαρές 49.926,48 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 4.957,49 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, επίδομα αδείας, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2005.

42. Η Ι. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Η αναγγελία στον ΟΑΕΔ έγινε στις 27/10/2005. Τοποθετήθηκε στο γραφείο προμηθειών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με το ....2005 έγγραφο της Ο. Α. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως 31.12.2008 ήταν 48.453,43 ευρώ και οι καθαρές 38.892,47 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 4.894,11 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, επίδομα αδείας, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2005.

43. Η Ι. Ι., ψυχολόγος, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 51.918,17 ευρώ και οι καθαρές 40.347,48 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.444,65 ευρώ. Φέρεται ότι διατέθηκε στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή. Η διάθεση, όμως, αυτή δεν υλοποιήθηκε, αφού επακολούθησε το ....2005 έγγραφο διάθεσης υπαλλήλων στο ΠΑΣΤΕΡ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται η υπάλληλος αυτή. Ελαβε εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών από 1/4/2006 έως 30/9/2006. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της από την αναγγελία της πρόσληψής της στον ΟΑΕΔ έως το χρόνο λήψης της άδειας.

44. Η Κ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως 30.6.2007 ήταν 31.291,40 ευρώ και οι καθαρές 25.410,64 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.121,41 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με το ....2005 έγγραφο. Ανακλήθηκε η διάθεσή της από το ΕΣΔΥ με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως τη διάθεσή της.

45. Η Κ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 56.240,46 ευρώ και οι καθαρές 46.026,10 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.121,41 ευρώ. Διατέθηκε στη ΜΕΛ 1ου νοσοκομείου ΙΚΑ Αθηνών με το οικ.4948/22.8.2005 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως τη διάθεσή της.

46. Η Κ. Ε.-Ι., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 77.135,87 ευρώ και οι καθαρές 62.329,61 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.196,30 ευρώ. Τοποθετήθηκε στην κεντρική γραμματεία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με το ....2005 έγγραφο.

47. Ο Κ. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 51.296,65 ευρώ και οι καθαρές 42.133,48 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.053,85 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με το ....2005 έγγραφο. Ανακλήθηκε η διάθεσή του στην ΕΣΔΥ με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή.

48. Ο Κ. Κ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005, με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 79.510,93 ευρώ και οι καθαρές 60.271,55 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές ευρώ. Φέρεται ότι διατέθηκε στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή. Η διάθεση, όμως, αυτή δεν υλοποιήθηκε, αφού επακολούθησε το ....2005 έγγραφο διάθεσης υπαλλήλων στο ΠΑΣΤΕΡ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ο υπάλληλος αυτός. Επομένως, η πρώτη του τοποθέτηση είναι με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου, ενώ με το ....2006 τοποθετήθηκε στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

49. Ο Κ. Ι., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2008 ήταν 54.832,56 ευρώ και οι καθαρές 43.775,40ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.337,73 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με το ...-2005 έγγραφο διάθεσης.

50. Η Κ. Μ.-Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 73.644,80 ευρώ και οι καθαρές 56.578,46 ευρώ. Έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 1.968,43 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005. Με το Οικ30/29.12.2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο τμήμα διοικητικού συντονισμού.

51. Η Κ. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 31.509,41 ευρώ και οι καθαρές 26.102,42 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,4 ευρώ. Δεν υπάρχει έγγραφο για την υπάλληλο αυτή. Μόνο σε κατάσταση των εργαζομένων του ΚΕΕΛΠΝΟ αναφέρεται ότι υπηρετεί στο Υπουργείο Υγείας, χωρίς να προκύπτει βάσει ποίων εγγράφων και από πότε.

52. Ο Κ. Χ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 38.675,41 ευρώ και οι καθαρές 30.634,33 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.360,01 ευρώ. Διατέθηκε στο Ινστιτούτο Παστέρ με το ...-2005 έγγραφο διάθεσης οκτώ ατόμων. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως τη διάθεσή του.

53. Η Κ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27-5-2005 Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 38.481,55 ευρώ και οι καθαρές 30.800,17 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.455,14 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α., τοποθετήθηκε στο Τμήμα Επιδημιολογικής Επιτήρησης από 6.10.2005. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την τοποθέτησή της.

54. Η Κ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 40.746,62 ευρώ και οι καθαρές 32.862,29 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.302,94 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε στην κεντρική γραμματεία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από 14.9.2005. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την άνω τοποθέτησή της.

55. Ο Κ. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 9/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 20/5/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 25.708,59 ευρώ και οι καθαρές 20.801,68 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.527,65 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-2005 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας για αποσπάσεις, καθώς και στο ....2005 έγγραφο. Στον υπηρεσιακό φάκελο του υπαλλήλου αυτού υπάρχει και το ....2005 έγγραφο με υπογραφή της Ο. Α., με το οποίο τοποθετείται αυτός στο γραφείο Προέδρου. Όμως, δεν αποδείχθηκε ο χρόνος απασχόλησής του στις διάφορες υπηρεσίες, στις οποίες μετακινείτο διαρκώς, όπως στον ΟΠΑΔ, όπου διατέθηκε σύμφωνα με το ....2005 έγγραφο της Ο. Α. προς τον Μ. Ρ., ενώ το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή εκδόθηκε με το ίδιο περιεχόμενο ως ορθή επανακοινοποίηση του ....2005 εγγράφου του Προέδρου, για απόσπαση 13 ατόμων στο Υπουργείο Υγείας, επειδή ο Πρόεδρος απουσίαζε στο εξωτερικό, για να μη συμπεριληφθεί σε αυτό ο Μ. Κ. Όμως, με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου διατέθηκαν από 16.8.2005 στο Υπουργείο Υγείας 13 άτομα από τους παρανόμως προσληφθέντες, μεταξύ των οποίων και ο Μ. Κ. (στο γραφείο Υπουργού).

56. Η Κ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 32.561,45 ευρώ και οι καθαρές 26.817,66 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005 και ανακλήθηκε η διάθεσή της με άλλα 8 άτομα με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή. Σύμφωνα με την κατάσταση υπαλλήλων που τιτλοφορείται "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ", διατέθηκε στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ χωρίς ημερομηνία διάθεσης.

57. Ο Κ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.12.2008 ήταν 21.601,87 ευρώ και οι καθαρές 17.629,50 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2118,82 ευρώ. Διατέθηκε στο τμήμα Ιατρικής Πανεπιστημίου Κρήτης με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως τη διάθεσή του.

58. Η Κ. Ο., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 51.119,03 ευρώ και οι καθαρές 42.293,49 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.109,47 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005, ανακλήθηκε η διάθεσή της με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου και τοποθετήθηκε στο γραφείο του Διευθυντή με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου.

59. Ο Κ. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 37.673,99 ευρώ και οι καθαρές 29.920,72 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.963,48 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου Υγείας και στα ...-05, ....2005 έγγραφα, ενώ με το ....2005 διατέθηκε στο Υπουργείο Υγείας και με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή του (συνολικά 20 άτομα) στο Υπουργείο. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την πραγματοποίηση της απόσπασής του.

60. Η Κ. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 37.266,91 ευρώ και οι καθαρές 29.934,28 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικά 2.376,95 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο τμήμα παρέμβασης σε χώρους παροχής υγείας και στη συνέχεια στο γραφείο Διευθυντή. Όμως, δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της από 17/6/2005 που αναγγέλθηκε η πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ έως 21.12.2005, που έγινε η ως άνω τοποθέτηση.

61. Ο Κ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 55.736,68 ευρώ και οι καθαρές 45.674,07 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005 και ανακλήθηκε η διάθεσή του με το ...-2006 έγγραφο του Διευθυντή. Στην κατάσταση υπαλλήλων που τιτλοφορείται "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ" αναφέρεται ότι διατέθηκε στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ χωρίς ημερομηνία διάθεσης.

62. Η Λ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 31.412,08 ευρώ και οι καθαρές 26.076,29 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.121,51 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο με το οποίο εγκρίθηκε η απόσπασή της (συνολικά 20 άτομα) στο ΥΥΚΑ. Για την υπάλληλο αυτή δεν βρέθηκε κανένα έγγραφο στον υπηρεσιακό της φάκελο. Στην κατάσταση υπαλλήλων που τιτλοφορείται "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ", αναφέρεται για τη συγκεκριμένη υπάλληλο ότι διατέθηκε στο Υπουργείο Υγείας -γραφείο τύπου από 16/8/2005.

63. Ο Λ. Ι., αδελφός της γραμματέως Δ.Σ. Λιάκουρα Ελένης, κατηγορουμένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως 30.6.2007 ήταν 40.978,33 ευρώ και οι καθαρές 32.428,42 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.325,24 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με το ....2005 έγγραφο. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως τη διάθεσή του.

64. Ο Λ. Η., διοικητικός, προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 57.147,50 ευρώ και οι καθαρές 46.538,39 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικά 1.963,48 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο του Διευθυντή τοποθετήθηκε στο συμβουλευτικό σταθμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από 20.7.2005.

65. Ο Μ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 61.236,10 ευρώ και οι καθαρές 46.699,80 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικά 1.953,98 ευρώ. Με το ...- 2005 έγγραφο της Ο. Α., τοποθετήθηκε στον Ξενώνα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από 19.9.2005, ενώ με το ....2007 έγγραφο του Διευθυντή τοποθετήθηκε στο γραφείο διεθνών σχέσεων και επικοινωνίας.

66. Η Μ. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 20/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 35.485,15 ευρώ και οι καθαρές 29.801,06 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.234,80 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-2005 έγγραφο διάθεσης οκτώ ατόμων στο Ινστιτούτο Παστέρ. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως τη διάθεσή της.

67. Η Μ. Ι., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Η αναγγελία στον ΟΑΕΔ έγινε την 26/8/2005. Διατέθηκε με το ....2005 έγγραφο στο Τζάνειο νοσοκομείο. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της .... Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 55.917,39 ευρώ και οι καθαρές 45.759,71 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.103,70 για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα άδειας του 2005. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως τη διάθεσή της.

68. Ο Μ. Ι., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 60.295,37 ευρώ και οι καθαρές 48.037,64ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο γραφείο εξοπλισμού και συντήρησης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την άνω τοποθέτησή του. Με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε με άλλα 5 άτομα στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ, με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου ανακλήθηκε η τοποθέτηση αυτή και με το ....2006 έγγραφο τοποθετήθηκε εκ νέου στο γραφείο εξοπλισμού και συντήρησης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

69. Η Μ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 56.240,36 ευρώ και οι καθαρές 45.984,97 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-2005 έγγραφο διάθεσης στην ΕΣΔΥ.

70. Ο Μ. Α. Τ. Ι., διοικητικός, προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 65.291,30 ευρώ και οι καθαρές 51.742,61 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.360,1 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με το ....2005 έγγραφο. Ανακλήθηκε η διάθεσή του στην ΕΣΔΥ με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή. Στην κατάσταση υπαλλήλων που τιτλοφορείται "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ" φαίνεται να διατέθηκε στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ χωρίς να προκύπτει ημερομηνία.

71. Ο Μ. Α. Τ. Χ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 64.530,67 ευρώ και οι καθαρές 51.211,53 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.431,61 ευρώ. Διατέθηκε στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως τη διάθεσή του.

72. Η Μ. Β. - Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 31.412,08 ευρώ και οι καθαρές 26.035,16 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-05 έγγραφο διάθεσης στην ΕΣΔΥ.

73. Ο Μ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 56.405,08 ευρώ και οι καθαρές 46.066,39 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.053,89 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε στο Γραφείο Εθελοντισμού από 19.9.2005.

74. Ο Μ. Π., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 27/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 31.401,66 ευρώ και οι καθαρές 25.879,43 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 3.635,76 ευρώ. Με το ....05 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή του στο Υπουργείο Υγείας για ένα έτος.

75. Η Μ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 35.836,65 ευρώ και οι καθαρές 30.248 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.963,48 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-2005 έγγραφο αποσπάσεων στο Υπουργείο Υγείας (στο γραφείο του Γενικού Γραμματέα).

76. Η Μ. Σ., βιολόγος, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.8.2007 ήταν 40.805,36 ευρώ και οι καθαρές 32.649,30 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.455,14 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε στο Γραφείο στρατηγικού σχεδιασμού. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την άνω τοποθέτησή της.

77. Η Μ. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 45.787,21 ευρώ και οι καθαρές 35.388,03 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.455,14 ευρώ. Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε στο Γραφείο Διοικητικού Συντονισμού. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την άνω τοποθέτησή της.

78. Η Μ. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 18/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 41.164,33 ευρώ και οι καθαρές 32.166,34 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.331,10 (για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005). Με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή της στο Υπουργείο Υγείας. Στον υπηρεσιακό της φάκελο δεν βρέθηκε κανένα έγγραφο, σύμφωνα με την κατάσταση που απέστειλε το ΚΕΕΛΠΝΟ στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατόπιν ερωτήματος του και δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω απόσπασή της.

79. Η Μ. Φ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Η αναγγελία στον ΟΑΕΔ έγινε την 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2008 ήταν 58.495,55 ευρώ και οι καθαρές 46.071,94 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.455,14 ευρώ (για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005). Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση της Τράπεζας Πειραιώς το Δεκέμβριο για τις αποδοχές του Νοεμβρίου. Διατέθηκε με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο στο Κεντρικό Εργαστήριο Δημόσιας Υγείας (ΚΕΔΥ) και ανακλήθηκε η διάθεση με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την άνω διάθεσή της.

80. Η Ν. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 72.354,33 ευρώ και οι καθαρές 55.863,96 ευρώ ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.103,45 (εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της ... για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005). Με το ...-2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την τοποθέτησή της αυτή.

81. Η Ν. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν ευρώ 59.413,83 ευρώ και οι καθαρές 49.493,17 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.113,17 ευρώ. Περιλαμβανόταν στο 5541/12.9.2005 έγγραφο διάθεσης ατόμων στην ΕΣΔΥ, αλλά με το 5541 δις/12.9.2005 αντί της Ν. διατέθηκε στο ΕΣΔΥ η Μ.. Με το 6083/4.10.05 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή της στο Υπουργείο Υγείας για ένα έτος. Μετά την ως άνω έγκριση του Προέδρου αποφασίστηκε η απόσπασή της στο ΥΥΚΑ με την ....2006 απόφαση του τότε Υπουργού ΥΥΚΑ Δημήτρη Αβραμόπουλου για την απόσπαση 16 παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ. Στον υπηρεσιακό της φάκελο υπάρχει μία βεβαίωση ότι εργάστηκε στο γραφείο του Γενικού Γραμματέα του ΥΥΚΑ από 4.10.2005 έως 28.2.2006. Έλαβε εκπαιδευτική άδεια με την 6559/17.10.2005 απόφαση.

82. Ο Ο. Π., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 31.227,45 ευρώ και οι καθαρές 25.922,12 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.963,48 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή του (συνολικά 20 άτομα) στο ΥΥΚΑ. Αποσπάστηκε στο ΥΥΚΑ με τη ....2006 απόφαση του τότε Υπουργού ΥΥΚΑ Δημήτρη Αβραμόπουλου για την απόσπαση 16 παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του ο υπάλληλος αυτός έως την ως άνω απόσπασή του.

83. Η Ο. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 53.440,93 ευρώ και οι καθαρές 43.934,95 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.103,45 (εμφανίζεται για πρώτη φορά στις μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της ... για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005). Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε στο γραφείο μετακινούμενων πληθυσμών. Στον υπηρεσιακό της φάκελο υπάρχει αναφορά ανάληψης καθηκόντων.

84. Η Ο. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 60.541,43 ευρώ και οι καθαρές 48.696,09 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2108,78 [εμφανίζεται για πρώτη φορά στις μισθοδοτικές καταστάσεις εξόφλησης του Αυγούστου της ... για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005]. Με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου διατέθηκε στον Ευαγγελισμό από 12.12.2005. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω διάθεσή της.

85. Η Ο. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 18/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 67.587,57 ευρώ και οι καθαρές 53.085,99 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.228,14 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-2005 έγγραφο του Προέδρου περί αποσπάσεων στο Υπουργείο Υγείας και στο ....05 έγγραφο διάθεσης στο ΥΥΚΑ. Σύμφωνα με το ....2006 έγγραφο της Ο. Α. ζήτησε την επιστροφή της στο ΚΕΕΛΠΝΟ και στη συνέχεια με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο τμήμα Παρέμβασης σε χώρους παροχής υγείας του ΚΕΕΛΠΝΟ. Με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου προς το Υπουργείο Υγείας ζητήθηκε η διακοπή της προηγηθείσης απόσπασής της στο Υπουργείο λόγω υπηρεσιακών αναγκών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Στη συνέχεια εμφανίστηκε εκ νέου στο Υπουργείο στις 8.5.2007 και ανέλαβε υπηρεσία (ΔΥ1α/ΓΠοικ57347/8.5 2007 πρωτόκολλο εμφάνισης και ανάληψης υπηρεσίας) και με την ....2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου τοποθετήθηκε στο γραφείο της ειδικής γραμματέως ψυχικής υγείας με ισχύ από 9.5.2007.

86. Ο Π. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 31.167,49 ευρώ και οι καθαρές 25.893,66 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.053,89 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή του (συνολικά 20 άτομα) στο ΥΥΚΑ. Αποσπάστηκε στο ΥΥΚΑ με τη ....2006 απόφαση του τότε Υπουργού Υγείας.

87. Η Π. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 67.152,19 ευρώ και οι καθαρές 52.656,01 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.455,14 [εμφανίζεται για πρώτη φορά στις μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της ... για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005]. Με το ...-2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο τμήμα εκπαίδευσης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω τοποθέτηση της.

88. Ο Π. Α., ιατρός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 1.080 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 115.651,03 ευρώ και οι καθαρές 79.660,91 ευρώ, ενώ του καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.656,89 ευρώ. Με το 32/29.12.2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο γραφείο στρατηγικού σχεδιασμού από 9.1.2006. Στην κατάσταση υπαλλήλων που τιτλοφορείται "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ" αναφέρεται χώρος εργασίας του το Υπουργείο Υγείας.

89. Ο Π. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 60.660,34 ευρώ και οι καθαρές 48.338,21 ευρώ, ενώ του καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.053,89 ευρώ [εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της ... για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005], Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε ως κλητήρας από 5/9/2005. Με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε με άλλα 5 άτομα στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ. Με το ....2007 έγγραφο του Διευθυντή τοποθετήθηκε στο πρωτόκολλο της γραμματείας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

90. Η Π. Μ. - Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 5/9/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 56.059,53 ευρώ και οι καθαρές 45.717,92 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 3.635,76 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005 και ανακλήθηκε η διάθεσή της με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή.

91. Ο Π. Ι., οδηγός- κλητήρας, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 61.961,64 ευρώ και οι καθαρές 47.841,78 ευρώ, ενώ του καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 1.973 ευρώ [εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της ... για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005]. Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. τοποθετήθηκε ως κλητήρας στη γραμματεία της κεντρικής διοίκησης από 5/9/2005. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την ως άνω τοποθέτησή του.

92. Ο Π. Κ. διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 61.636,64 ευρώ και οι καθαρές 49.621,65 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.106,51 ευρώ. Διατέθηκε στο 1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ Αθηνών από 9/1/2006 με το 36/29-12-2005 έγγραφο του Προέδρου. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την ως άνω διάθεσή του.

93. Η Π. Μ. - Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.12.2008 ήταν 31.412,02 ευρώ και οι καθαρές 26.058,44 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.087,70 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή της (συνολικά 20 άτομα) στο Υπουργείο Υγείας. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω απόσπασή της.

94. Η Π. Ζ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 20/5/2005, με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 37.621,02 ευρώ και οι καθαρές 30.045,88 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.228,14 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου για αποσπάσεις 13 ατόμων. Με το ....2005 διατέθηκε στο ΥΥΚΑ και με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή της (συνολικά 20 άτομα) στο Υπουργείο Υγείας.

95. Ο Π. Ι. - Χ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 38.138,09 ευρώ και οι καθαρές 30.087,02 ευρώ, ενώ του καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 4.208,26 ευρώ [εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της ... για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005], Με το ....05 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή του στο Υπουργείο Υγείας για ένα έτος. Μετά την ως άνω έγκριση του Προέδρου αποφασίστηκε η απόσπασή του στο ΥΥΚΑ με την ....2006 απόφαση του τότε Υπουργού Υγείας για την απόσπαση 16 παρανόμως προσληφθέντων υπαλλήλων του ΚΕΕΛΠΝΟ. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την αρχική απόσπασή του.

96. Η Π. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2008 ήταν 48.125,67 ευρώ και οι καθαρές 40.309,60 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.113,17 ευρώ. Διατέθηκε στο ΚΕΔΥ από 20/9/2005 με το ...-05 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω διάθεσή της.

97. Η Π. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.8.2008 ήταν 19.909,46 ευρώ και οι καθαρές 16.431,92 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο από 12/12/2005 με το ...-05 έγγραφο του Προέδρου. Στη συνέχεια με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή της στον ΥΠΑΔ Χανίων για 18 μήνες και με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου παρατάθηκε η απόσπαση για ένα έτος. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω διάθεση της.

98. Η Π. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 36.088,71 ευρώ και οι καθαρές 28.845,56 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 3.951,46 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή της στο ΥΥΚΑ.

99. Ο Π. Α., διοικητικός, προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 58.831,37 ευρώ και οι καθαρές 47.538,39 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005 και ανακλήθηκε η διάθεση του με το ...-2006 έγγραφο του διευθυντή.

100. Η Π. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 35.918,54 ευρώ και οι καθαρές 28.937,52 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.020,83 ευρώ. Με το 5875/29.9.2005 έγγραφο του Προέδρου, εγκρίθηκε η απόσπασή της στο ΥΥΚΑ.

101. Η Π. Μ., στατιστικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2008 ήταν 57.973,82 ευρώ και οι καθαρές 45.569,80 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.228,05 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο με αριθ. ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ο. Α. προς τον Μ. Ρ., με το οποίο τον ενημερώνει ότι η υπάλληλος αυτή εργάζεται στην ΕΚΑΡ-Ιατρική Σχολή Αθηνών. Διατέθηκε στην ΕΚΑΡ (Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Ρετροϊών) με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου. Με το ....2005 έγγραφο έλαβε εκπαιδευτική άδεια από 17 έως 21/10/2005. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της από 9/6/2005 που αναγγέλθηκε η πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ έως τις 2.9.2005.

102. Η Π. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 44.324,82 ευρώ και οι καθαρές 34.826,67 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2308,07 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου για αποσπάσεις 13 ατόμων. Με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο ΥΥΚΑ ενώ με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή της (συνολικά 20 άτομα) στο ΥΥΚΑ. Φέρεται ότι τοποθετήθηκε στο γραφείο Διευθυντή με το ....2005 έγγραφο της Ο. Α. Επίσης, με την ....2006 απόφαση του Υπουργού Υγείας αποσπάστηκε, μαζί με την Θ. Δ., από το γραφείο του πρώην Υπουργού Υγείας, όπου είχαν αποσπαστεί, στο γραφείο του Υφυπουργού Υγείας για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών.

103. Η Π. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 56.194,21 ευρώ και οι καθαρές 45.990,51 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.087,70 ευρώ. Διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο από τις 29.8.2005 με το ....2005 έγγραφο. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την ως άνω διάθεσή της.

104. Ο Π. Κ., διοικητικός, προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 70.936,19 ευρώ και οι καθαρές 54.320,39 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.020,83 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο της Ο..Α. τοποθετήθηκε στην κεντρική υπηρεσία από 20.7.2005, ως οδηγός. Στον υπηρεσιακό του φάκελο υπάρχει αποδεικτικό επίδοσης.

105. Η Π. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005, με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 75.955,85 ευρώ και οι καθαρές 58.961,39 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.437,87 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο τοποθετήθηκε στο γραφείο βιολογικών και τοξικών κινδύνων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

106. Η Π. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2008 ήταν 53.409,00 ευρώ και οι καθαρές 42.946,24 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.362,08 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο νοσοκομείο Συγγρός. Με το ....2005 έγγραφο αντικαταστάθηκε η Π. και στη θέση της διατέθηκε στο νοσοκομείο Συγγρός ο Ρ. Α. από 19.9.2005. Περιλαμβάνεται στο 5021 και στο ...-05 έγγραφο διάθεσης οκτώ ατόμων στο Ινστιτούτο Παστέρ.

107. Η Π. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 60.113,02 ευρώ και οι καθαρές 48.428,81 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.121,51 ευρώ. Διατέθηκε στην ΕΣΔΥ με το ....2005 έγγραφο. Ανακλήθηκε η διάθεσή της από την ΕΣΔΥ με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της έως την ως άνω διάθεσή της.

108. Η Ρ. Ε., ιατρός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 1.080 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 23/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 55.250,55 ευρώ, οι καθαρές αποδοχές της ήταν 39.244,60 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 3027,62 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο Γραφείο Νοσοκομειακών Λοιμώξεων από 5/9/2005. Όμως, δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της από 23/6/2005 που αναγγέλθηκε η πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ έως τις 5.9.2005, που έγινε η ως άνω τοποθέτηση.

109. Ο Ρ. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 31.227,45 ευρώ, οι καθαρές αποδοχές του ήταν 25.922,12 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.963,48 ευρώ. Στην κατάσταση υπαλλήλων που τιτλοφορείται "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ" αναφέρεται ότι διατέθηκε στο Υπουργείο Υγείας από 16/8/2005, δεν υπάρχουν, όμως, σχετικά έγγραφα.

110. Ο Ρ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2008 ήταν 47.216,15 ευρώ και οι καθαρές 38.830,84 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.035,95 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο νοσοκομείο Συγγρός στη θέση της Μ. Π. από 19.9.2005.

111. Η Ρ. Χ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 67.299,32 ευρώ και οι καθαρές 52.971,04 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.455,44 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο με αριθ. ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ο. Α. προς τον Μ.. Ρ., με το οποίο τον ενημερώνει ότι η υπάλληλος αυτή εργάζεται στην ΕΚΑΡ-Ιατρική Σχολή Αθηνών. Διατέθηκε στην ΕΚΑΡ με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου, στο οποίο αναφέρεται ότι έχουν διατεθεί 4 άτομα από 30.5.2005.

112. Η Σ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 36.777,78 ευρώ και οι καθαρές 29.456,95 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.118,79 ευρώ. Στην κατάσταση υπαλλήλων που τιτλοφορείται "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ" αναφέρεται ότι η εν λόγω υπάλληλος διατέθηκε στο Ελληνικό Κέντρο Διαπολιτισμικής Ψυχιατρικής Περίθαλψης με διάθεση από 28/9/2005, δεν υπάρχουν, όμως, σχετικά έγγραφα.

113. Ο Σ. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 29/7/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 79.334,09 ευρώ και οι καθαρές 59.422,64 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.121,51 ευρώ. Διατέθηκε στο ΚΕΔΥ με το ....2005 έγγραφο. Με το ....2007 έγγραφο του Διευθυντή εντάχθηκε, μετά τη λήψη του πτυχίου του ιατρού και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, στους ιατρούς του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (σχετική απόφαση Δ.Σ. της 19.12.2006).

114. Ο Σ. Θ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 63.256,23 ευρώ και οι καθαρές 50.387,30 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.121,51 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο Γραφείο Εθελοντισμού από 19.9.2005 με το 5419/12.9.2005 έγγραφο της Ο. Α.

115. Η Σ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 38.282,84 ευρώ και οι καθαρές 30.506,38 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 261,74 ευρώ. Τοποθετήθηκε στο Γραφείο Διευθυντή από 11.7.2005 με το ....2005 έγγραφο της Ο. Α.

116. Η Σ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Η αναγγελία στον ΟΑΕΔ έγινε στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 51.860,62 ευρώ και οι καθαρές 42.514,20 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.087,70 ευρώ. Με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο ΛΑΪΚΟ νοσοκομείο. Στη συνέχεια με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή τοποθετήθηκε στη γραμματεία του ΚΕΕΛΠΝΟ. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Σεπτεμβρίου της ... και της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2750,64 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, επίδομα αδείας και Αύγουστο του 2005.

117. Η Σ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Η αναγγελία στον ΟΑΕΔ έγινε την 5/9/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 70.533,05 ευρώ και οι καθαρές 54.597,08 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.750,64 ευρώ. Της έγινε ανάθεση καθηκόντων στο ΚΕΕΛΠΝΟ στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης την 8/9/2005 με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Σεπτεμβρίου της ... και της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.750,64 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, επίδομα αδείας και Αύγουστο του 2005.

118. Ο Σ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.9.2008 ήταν 54.994,14 ευρώ και οι καθαρές 44.988,19 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.053,89 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ...-2005 έγγραφο διάθεσης οκτώ ατόμων στο Ινστιτούτο Παστέρ. Στη συνέχεια με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου διατέθηκε στο νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ.

119. Η Σ. Χ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 10.8.2006 ήταν 18.769,51 ευρώ και οι καθαρές 15.747,75 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.109,45 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο νοσοκομείο Ιπποκράτειο μαζί με την Τ. Α. Σύμφωνα με το ....2005 έγγραφο του Ιπποκράτειου νοσοκομείου προς το ΚΕΕΛΠΝΟ, σε απάντηση του ....2005 εγγράφου για διάθεση δύο υπαλλήλων, της Χ. Σ. και Α. Τ., δηλώνει ότι υπάρχει αδυναμία τοποθέτησής τους.

Συνεπώς, η διάθεση αυτή δεν υλοποιήθηκε. Στη συνέχεια, η Χ. Σ. διατέθηκε με το ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005. Στο ....2006 έγγραφο του Διευθυντή προς το νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ αναφέρεται ότι η εν λόγω υπάλληλος, η οποία είχε διατεθεί στο νοσοκομείο από 26.6.2006, αποχώρησε οικειοθελώς στις 10.8.2006.

120. Η Σ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 56.491,07 ευρώ και οι καθαρές 46.131,34 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.103,45 [για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005]. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της ...]. Φέρεται ότι διατέθηκε στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή. Η διάθεση, όμως, αυτή δεν υλοποιήθηκε, αφού επακολούθησε το ....2005 έγγραφο διάθεσης υπαλλήλων στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται η υπάλληλος αυτή. Με το ...-2005 έγγραφο της Ο. Α. προς τον καθηγητή μικροβιολογίας Α. Α. ανακοινώνει τη διάθεση της υπαλλήλου για το εργαστήριο μικροβιολογίας.

121. Η Τ. Μ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 25/5/2005, με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 34.411,19 ευρώ και οι καθαρές 27.137,18 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.053,89 ευρώ [για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005], Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση εξόφλησης του Αυγούστου της .... Αποσπάστηκε στο Υπουργείο Υγείας.

122. Η Τ. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 37.572,19 ευρώ και οι καθαρές 30.771,41 ευρώ, ενώ της καταβλήθηκαν αναδρομικές αποδοχές ύψους 2.322,08 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο εγκρίθηκε η απόσπασή της (συνολικά 20 άτομα) στο ΥΥΚΑ.

123. Ο Τ. Δ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 37.353,11 ευρώ και οι καθαρές 29.622,03 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 4.089,01 ευρώ. Με το ....05 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή του στο ΥΥΚΑ για ένα έτος.

124. Η Τ. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 55.757,05 ευρώ και οι καθαρές 45.687,71 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.337,73 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005 και ανακλήθηκε η διάθεσή της με το ....2006 έγγραφο του Διευθυντή.

125. Η Τ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 66.721,28 ευρώ και οι καθαρές 53.162,95 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.973,28 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο νοσοκομείο Ιπποκράτειο με την Σ. Χ. Σύμφωνα με το ....2005 έγγραφο του Ιπποκράτειου νοσοκομείου προς το ΚΕΕΛΠΝΟ, σε απάντηση του ....2005 εγγράφου για διάθεση δύο υπαλλήλων, δηλώνεται ότι υπάρχει αδυναμία τοποθέτησής τους.

Συνεπώς, η διάθεση αυτή δεν υλοποιήθηκε. Με το 28/29.12.2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο γραφείο δημοσίων σχέσεων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

126. Η Τ. Κ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 36.568,48 ευρώ και οι καθαρές 29.598,13 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.343,79 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου διατέθηκε στην ΕΣΔΥ.

127. Ο Τ. Κ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 800 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 59.784,88 ευρώ και οι καθαρές 48.371,15 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.336,07 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο Γραφείο Πληροφορικής. Φέρεται ότι διατέθηκε στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ με το ....2005 έγγραφο του Διευθυντή. Η διάθεση, όμως, αυτή δεν υλοποιήθηκε, αφού επακολούθησε το ....2005 έγγραφο διάθεσης υπαλλήλων στο ΠΑΣΤΕΡ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται ο υπάλληλος αυτός. Επομένως, η πρώτη του τοποθέτηση είναι με το οικ ....2005 έγγραφο του Προέδρου. Περιλαμβάνεται στο με αριθ. ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ο. Α. προς τον Μ. Ρ., σύμφωνα με το οποίο ο υπάλληλος αυτός έχει διατεθεί στο Ινστιτούτο ΠΑΣΤΕΡ, όμως, η διάθεση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν υλοποιήθηκε, ούτε υπάρχει κανένα έγγραφο για το που βρισκόταν και που παρείχε τις υπηρεσίες του από τις 15/6/2005 που αναγγέλθηκε η πρόσληψή του στον ΟΑΕΔ έως τις 29.12.2005, που έγινε η ως άνω τοποθέτηση.

128. Ο Τ. Γ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 56.148,05 ευρώ και οι καθαρές 45.954,93 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.053,89 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. Θεσσαλονίκης από 9.1.2006 και στον υπηρεσιακό του φάκελο υπάρχει αποδεικτικό επίδοσης και αναφορά ανάληψης καθηκόντων.

129. Η Τ. Σ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 6/10/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.6.2007 ήταν 33.173,53 ευρώ και οι καθαρές 27.047,08 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 3.635,76 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο του Προέδρου εγκρίθηκε η απόσπασή της στο ΥΥΚΑ για ένα έτος.

130. Ο Φ. Ε., ιατρός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 1.080 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 15/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 16.11.2006 ήταν 37.485,42 ευρώ και οι καθαρές 25.331,61 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.416,08 ευρώ. Τοποθετήθηκε με το ....2005 έγγραφο της Ο. Α. στο τμήμα επιδημιολογικής επιτήρησης από 19.9.2005.

131. Η Φ. Χ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 20/10/2005. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση προκαταβολής του Νοεμβρίου της .... Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 62.191,81 ευρώ και οι καθαρές 52.238,42 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 5.187,81 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, επίδομα αδείας, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2005. Τοποθετήθηκε με το ....2005 έγγραφο της Ο. Α. στο τμήμα παρέμβασης και με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου τοποθετήθηκε στο τηλεφωνικό κέντρο.

132. Ο Φ. Χ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 10/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 30.6.2007 ήταν 32.677,72 ευρώ και οι καθαρές 26.897,77 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.963,48 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο του Υπουργείου για αποσπάσεις 13 ατόμων. Με την ....2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας αποσπάστηκε στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου.

133. Η Φ. - Ρ. Α., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση προκαταβολής τού Αυγούστου της .... Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 58.225,17 ευρώ και οι καθαρές 47.969,03 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.105,28 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα του 2005. Διατέθηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσ/κης - εργαστήριο μικροβιολογίας με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω διάθεσή της.

134. Ο Φ. Η., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 27/10/2005. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση της ... το Νοέμβριο του 2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως την 31.12.2008 ήταν 62.381,20 ευρώ και οι καθαρές 49.693,52 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 4.565,96 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο επίδομα αδείας, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2005. Τοποθετήθηκε ως κλητήρας με το υπ. αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο της Ο. Α. Στη συνέχεια, διατέθηκε στο Τζάνειο νοσοκομείο με το υπ' αριθμ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του Προέδρου.

135. Ο Φ. Ι., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 22/5/2005. Η σύμβασή του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση της ... τον Αύγουστο του 2005. Ο βασικός μισθός του κατά την ημερομηνία της πρόσληψής του ήταν 715 ευρώ. Οι ακαθάριστες αποδοχές του έως 30.6.2007 ήταν 31.574,62 ευρώ και οι καθαρές 26.122,03 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.035,95 ευρώ για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005. Διατέθηκε στο Τζάνειο νοσοκομείο από 9.1.2006 σύμφωνα με την "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ΜΕ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΚΑΤΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29/6/2001 ΕΚΔΟΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΕΕΛ". Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες του έως την ως άνω διάθεσή του.

136. Η Χ. Α., βιολόγος, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση της ... τον Αύγουστο του 2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 9.10.2007 ήταν 46.211,06 ευρώ και οι καθαρές 37.251,74 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.374,32 ευρώ [για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005]. Περιλαμβάνεται στο με αριθ. ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ο. Α. 21 στη σειρά, προς τον Μ. Ρ., με το οποίο τον ενημερώνει ότι έχει διατεθεί στο Εθνικό Κέντρο Αναφοράς Ρετροϊών της Ιατρικής Σχολής Αθηνών. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η συγκεκριμένη υπάλληλος από τις 9/6/2005 που αναγγέλθηκε η πρόσληψή της στον ΟΑΕΔ έως τις 2.9.2005.

137. Η Χ. Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 1.080 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση της ... τον Αύγουστο του 2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 58.202,30 ευρώ και οι καθαρές 47.234,12 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.087,70 ευρώ [για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005]. Διατέθηκε με το ....2005 έγγραφο στο Κοργιαλένειο Μπενάκειο Νοσοκομείο. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω διάθεσή της.

138. Η Χ. Π. Ε., βιολόγος, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 837 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 9/6/2005. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη μισθοδοτική κατάσταση της ... τον Αύγουστο του 2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 25.082,05 ευρώ και οι καθαρές 19.162,59 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 1.394,18 ευρώ [για τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και επίδομα αδείας του 2005]. Περιλαμβάνεται στο με αριθ. ....2005 ενημερωτικό έγγραφο της Ό. Α. προς το Μ.. Ρ., με το οποίο τον ενημερώνει για την υπηρεσιακή κατάσταση των αναφερόμενων σε αυτό τριάντα τριών υπαλλήλων και αναφέρεται ότι έλαβε εκπαιδευτική άδεια άνευ αποδοχών από 29.6.2005 έως 28.12.2005. Με το ....2007 έγγραφο του τότε Προέδρου Ι. Π. τοποθετήθηκε στο γραφείο ενημέρωσης λοιμωδών νόσων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από 16.4.2007. Με το ....2007 του Προέδρου ενημερώθηκε το γραφείο προσωπικού ότι με απόφαση Δ.Σ. της 29.5.2007 η ως άνω υπάλληλος έλαβε διετή άδεια άνευ αποδοχών.

139. Η Χ. Π. - Ε., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 23/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 26/8/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 31.12.2008 ήταν 63.394,89 ευρώ και οι καθαρές 50.379,44 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.103,45 ευρώ. Περιλαμβάνεται στο ....2005 έγγραφο διάθεσης 12 ατόμων στη Νομαρχία Αθηνών από 19/9/2005. Με το ....2006 έγγραφο του Προέδρου ανακλήθηκε από τη Νομαρχία και με το ....2006 έγγραφο της έγινε ανάθεση καθηκόντων στο τμήμα παρεμβάσεων σε χώρους παροχής υγείας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

140. Η Χ. Κ., διοικητικός, προσελήφθη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με ημερομηνία 24/5/2005 με βασικό μισθό 715 ευρώ. Η σύμβασή της μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου με ημερομηνία 27.5.2005. Αναγγέλθηκε στον ΟΑΕΔ στις 17/6/2005. Οι ακαθάριστες αποδοχές της έως την 30.8.2007 ήταν 33.931,50 ευρώ και οι καθαρές 28.158,15 ευρώ, ενώ έλαβε αναδρομικές αποδοχές 2.087,70 ευρώ. Με το ....2005 έγγραφο διατέθηκε στο Λαϊκό νοσοκομείο. Δεν προκύπτει πού παρείχε τις υπηρεσίες της η υπάλληλος αυτή έως την ως άνω τοποθέτηση της. Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει:

Α. Ο πρώτος κατηγορούμενος, Θ. Π., να κηρυχθεί ένοχος κατ' εξακολούθηση τέλεσης του κακουργήματος της απάτης (άρθ. 386 παρ.3β -1 του προϊσχύσαντος Π.Κ.), από κοινού και κατά μόνας, με επιμέρους πράξεις και συνολική ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., στο οποίο εργαζόταν ως Διευθυντής, υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 ευρώ, αποβλέποντας, όπως αποδείχθηκε, στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα με τις μερικότερες πράξεις του ενεργώντας με ενότητα δόλου (άρθ. 98παρ.2 Π.Κ.), όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως, πράξεις των οποίων η τέλεση εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό για την ουσιαστική ολοκλήρωση της παράνομης συμπεριφοράς του με σκοπό το όφελος των συγκατηγορουμένων του, τρίτου και τέταρτης, και με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του νομικού προσώπου, στο οποίο εργαζόταν ως Διευθυντής, απορριπτομένων των ισχυρισμών περί μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98 παρ.2 Π.Κ.

στην προκειμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, περί παραγραφής της επιμέρους πράξης με ζημία κατώτερη των 120.000 ευρώ, όπως ειδικότερα οι επιμέρους πράξεις αναλύθηκαν πιο πάνω και περιγράφονται στο διατακτικό, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α Π.Κ., που είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως. Ως προς την επιμέρους πράξη απάτης, που αφορά το επίδομα 1000 ευρώ μηνιαίως της Ο.

Α., κηρύσσεται ένοχος κατά πλειοψηφία, ενώ ως προς την πράξη της από κοινού απάτης σε σχέση με την εταιρία ... ΕΠΕ", κηρύσσεται ένοχος ομόφωνα, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

Β. Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Α..Χ., να κηρυχθεί ένοχος κατ'εξακολούθηση απιστίας (άρθ. 390 παρ.1 εδ. β του ισχύοντος Π.Κ.), με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' Π.Κ., που είχαν αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως, προκαλώντας εν γνώσει του με τις ενέργειές του, κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, βέβαιη ζημία υπερβαίνουσα συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., του οποίου ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ.

κατά την επίδικη περίοδο, και είχε την εξουσία, βάσει του νόμου, του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. αλλά και βάσει σχετικών αποφάσεων Δ.Σ., να αντιπροσωπεύει, να διαχειρίζεται την περιουσία του και να δεσμεύει το νομικό πρόσωπο, όπως οι επιμέρους πράξεις απιστίας αναλύθηκαν πιο πάνω και περιγράφονται στο διατακτικό.

Ο κατηγορούμενος ενήργησε αποβλέποντας, όπως αποδείχθηκε, στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα ζημίας με τις μερικότερες πράξεις του με ενότητα δόλου (άρθ. 98 παρ.2 Π.Κ.), όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως, πράξεις των οποίων η τέλεση εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό για την ουσιαστική ολοκλήρωση της παράνομης συμπεριφοράς του με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

απορριπτομένων των ισχυρισμών περί μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98παρ.2 Π.Κ. στην προκειμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, περί παραγραφής της επιμέρους πράξης 1β με ζημία 60.000 ευρώ. Γ. Ο τρίτος κατηγορούμενος, Ν. Ν., να κηρυχθεί ένοχος με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α Π.Κ., που αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως, του ότι με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα:

α) απάτη από κοινού με τους πρώτο και τέταρτη των συγκατηγορουμένων του με συνολικό όφελος της εταιρίας που εκπροσωπούσε και αντίστοιχη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και β) ηθική αυτουργία στην τελεσθείσα από τον δεύτερο κατηγορούμενο απιστία σε σχέση με την υπογραφή από τον τελευταίο του πρόσθετου συμφωνητικού με την εταιρία "...

ΕΠΕ", την οποία ο κατηγορούμενος εκπροσωπούσε, με συνολική βέβαιη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, όπως περιγράφονται οι πράξεις ανωτέρω και στο διατακτικό.

Δ. Η τέταρτη κατηγορουμένη, Ο. Α., να κηρυχθεί, κατά πλειοψηφία, ένοχη τέλεσης είτε ως αυτουργός είτε ως συμμέτοχος (άμεση συνεργός και ηθική αυτουργός) με περισσότερες πράξεις περισσότερα κατ' εξακολούθηση εγκλήματα (απάτη από κοινού με 1° και 3°, ηθική αυτουργία σε απάτη 1ου ηθική αυτουργία σε απιστία 2ου, άμεση συνέργεια σε απιστία 2ου) με επιμέρους πράξεις και συνολική ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 120.000 ευρώ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., στο οποίο εργαζόταν ως αναπληρώτρια διευθύντρια και τμηματάρχης διοικητικού συντονισμού, αποβλέποντας, όπως αποδείχθηκε, στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα με τις μερικότερες πράξεις της ενεργώντας με ενότητα δόλου (άρθ. 98 παρ.2 Π.Κ.), όπως κρίθηκε και πρωτοδίκως, πράξεις των οποίων η τέλεση εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό για την ουσιαστική ολοκλήρωση της παράνομης συμπεριφοράς της με σκοπό το όφελος το δικό της και τρίτων, μεταξύ των οποίων του συγκατηγορουμένου της, τρίτου κατηγορουμένου (ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "...

ΕΠΕ"), και με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του νομικού προσώπου, στο οποίο εργαζόταν, απορριπτομένων των ισχυρισμών περί μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98 παρ.2 Π.K. στην προκειμένη περίπτωση και, ως εκ τούτου, περί παραγραφής των μερικότερων πράξεων που δεν υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ, όπως ειδικότερα οι επιμέρους πράξεις αναλύθηκαν πιο πάνω και περιγράφονται στο διατακτικό, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε Π.Κ., που είχε αναγνωρισθεί και πρωτοδίκως.

Όσον αφορά την επιμέρους πράξη της ηθικής αυτουργίας στην απάτη, που τέλεσε ο πρώτος κατηγορούμενος σε σχέση με την χορήγηση του επιδόματος των 1000 ευρώ μηνιαίως στην κατηγορουμένη, ο πρώτος κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για ποσό 19.000 ευρώ ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από την πράξη του αυτή για διάστημα από Νοέμβριο 2004 έως και Ιούνιο 2006 (πλην Μαΐου 2005).

Συνεπώς, ομοίως και η κατηγορουμένη πρέπει να καταδικασθεί για την ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή για το ίδιο ποσό και για το ίδιο χρονικό διάστημα και όχι για ποσό 49.000 ευρώ, όπως καταδικάσθηκε πρωτοδίκως έως 31.12.2008 και να κηρυχθεί ομόφωνα αθώα κατά το υπόλοιπο ποσό των 30.000 ευρώ για διάστημα από Ιούλιο 2006 έως 31.12.2008. Αν και απoδείχθηκε ότι η τέταρτη κατηγορουμένη συνέχισε να λαμβάνει παρανόμως τα επιδόματα μέχρι το έτος 2010, η κατηγορία θα περιορισθεί στις πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε πρωτοδίκως.

Σημειώνεται ότι, οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι έφεσης του πρώτου κατηγορουμένου, που αφορούν την απόρριψη των ενστάσεων εξαίρεσης, που προβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου, που απέρριψε αιτήματα του κατηγορουμένου, αλυσιτελώς προβάλλονται, καθώς, από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3 και 4 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, μετά την παραδοχή τυπικά της έφεσης, με την οποία προσβλήθηκε στο σύνολο της η πρωτόδικη απόφαση, η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για κατ' ουσία συζήτηση στο πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στάδιο, με την έννοια ότι το Εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, κάθε πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης καλύπτεται με την έκδοση της επί της ουσίας απόφασης του Εφετείου, αφού μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης η πρωτόδικη απόφαση ατονεί και το Εφετείο επανεξετάζει την υπόθεση τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση (Α.Π. 792/2022, Α.Π. 309/2018, Α.Π. 1149/2017).

Επίσης, δεν συντρέχει περίπτωση διαβίβασης στον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατ' άρθρο 39 ΚΠΔ, για γεγονότα που ανέκυψαν κατά την εξέταση της υπόθεσης και μπορούν να χαρακτηριστούν εγκλήματα διωκόμενα αυτεπαγγέλτως, καθώς έχουν ήδη υποπέσει σε παραγραφή και τα σχετικά αιτήματα πρέπει να απορριφθούν. Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, με το ακόλουθο διατακτικό:

Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο Θ. Π. του ότι: Στην Αθήνα κατά το έτος 2005 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας μόνος του και με συγκατηγορουμένους του, έπεισε άλλους σε πράξη, με την εν γνώσει αθέμιτη απόκρυψη αληθινών περιστατικών, προκειμένου να αποκομίσουν τρίτοι παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ), ήδη ΕΟΔΥ, το οποίο είναι Ν.Π.Ι.Δ., εποπτευόμενο από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, επιχορηγούμενο από αυτό, με ζημία που υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 120.000 ευρώ. Την πράξη του αυτή τέλεσε, ενώ υπηρετούσε το άνω χρονικό διάστημα στο παραπάνω Ν.Π.Ι.Δ. με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και του είχαν ανατεθεί καθήκοντα Διευθυντή. Συγκεκριμένα:

Α. Κηρύσσει ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο Θ. Π. του ότι: Κατόπιν της από 11/1/2005 πρόσκλησης ενδιαφέροντος για υπηρεσίες φύλαξης των τριών κεντρικών κτιρίων του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.), διενεργήθηκε διαγωνισμός, κατά τον οποίο αναδείχθηκε μειοδότης η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", η οποία είχε υποβάλει την οικονομικότερη προσφορά, με αμοιβή, για τις ζητηθείσες υπηρεσίες, 12.400 ευρώ, χωρίς το ΦΠΑ. Το Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με την αρ. ....2005 απόφασή του, αποφάσισε την ανάθεση της φύλαξης των άνω κτιρίων του στη μειοδότρια εταιρία, αντί μηνιαίας αμοιβής, ποσού 12.400 ευρώ, χωρίς το ΦΠΑ και το σχετικό συμφωνητικό υπέγραψαν, στις 25.2.2005, ο πρώτος κατηγορούμενος, εκπροσωπώντας το ΚΕΕΛΠΝΟ και ο τρίτος κατηγορούμενος Ν.

Ν., εκπροσωπώντας την "... ΕΠΕ". Όμως, στη συνέχεια, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του Ο. Α., απέκρυψαν το συμφωνητικό αυτό, το οποίο παρέμεινε στο αρχείο της Νομικής Υπηρεσίας και, ο ίδιος, ενεργώντας από κοινού με το διαχειριστή και εκπρόσωπο της άνω εταιρίας, Ν. Ν., κατάρτισαν νέο ψευδές συμφωνητικό, με ποσό μηνιαίας αμοιβής 24.800 ευρώ, που υπέγραψαν αυτοί, υπό τις ως άνω ιδιότητές τους, το οποίο κοινοποίησε η Ο.

Α. στο Τμήμα Οικονομικής διαχείρισης με τα με αρ. πρωτ. ....2005 και ...-2005 έγγραφά της περί ορθής επανακοινοποίησης του ανωτέρω συμφωνητικού, με αποτέλεσμα η οικονομική υπηρεσία να πειστεί και να καταβάλει στην εταιρία ... ΕΠΕ το αυξημένο και πλασματικό ποσό της αμοιβής, που δεν είχε συμφωνηθεί ούτε αντιστοιχούσε σε παροχή πρόσθετων υπηρεσιών.

Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις πέτυχε ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας από κοινού με τους παραπάνω συγκατηγορούμενούς του, όπως οι πράξεις εκάστου εξ αυτών εξειδικεύονται ανωτέρω, με γνώση όλων περί αυτών και των ενεργειών εκάστου εξ αυτών, να αποκομίσει η άνω μειοδότρια εταιρία, χωρίς να παρέχει επιπλέον υπηρεσίες, παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα (12.400 Χ 12 μήνες) 148.800 ευρώ και με το Φ.Π.Α. 175.584 ευρώ.

Β. Κηρύσσει ένοχο, κατά πλειοψηφία, τον κατηγορούμενο Θ. Π. του ότι: Ο ως άνω κατηγορούμενος, με το διευκρινιστικό υπηρεσιακό του έγγραφο ....2005, προς το Γραφείο Μισθοδοσίας, παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, στο τμήμα αυτό, ότι οι αποδοχές της υπαλλήλου Ο. Α. περιλαμβάνουν, πλέον του μισθού της, δύο επιδόματα, συνολικού ποσού 2.200 ευρώ, με βάση την από Μαίου απόφαση του προέδρου και σχετική απόφαση του Δ.Σ., που είχε διαβιβαστεί ως ακριβές απόσπασμα στην οικονομική υπηρεσία με το ....2004 έγγραφο του, ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα η απόφαση του Δ.Σ.(5/11/2004) δεν περιελάμβανε επιδόματα και ότι το ακριβές απόσπασμα της ως άνω συνεδρίασης που επικαλείτο στο έγγραφο του, το οποίο περιελάμβανε επίδομα 1.000 ευρώ, ήταν ψευδές κατά περιεχόμενο.

Με τον τρόπο αυτό προκάλεσε στην οικονομική υπηρεσία πλάνη ότι υποχρεούται στην καταβολή δύο επιδομάτων (1.000 και 1.200 ευρώ), ενώ η τελευταία (οικονομική υπηρεσία), μετά την έκδοση της από Μαΐου 2005 απόφασης του προέδρου περί χορήγησης επιδόματος 1.200 ευρώ, είχε διακόψει την καταβολή του επιδόματος των 1.000 ευρώ και προέβη στην καταβολή ενός επιδόματος 1.200 ευρώ, θεωρώντας ότι μετά την έκδοση της απόφασης αυτής υποχρεούται να καταβάλει ένα επίδομα 1.200 ευρώ και όχι δύο (1.000 και 1.200 ευρώ).

Εξαιτίας της πλάνης της αυτής, η οικονομική υπηρεσία συνέχισε από τον Ιούνιο του 2005 την καταβολή στην άνω υπάλληλο, πλέον του επιδόματος που χορηγήθηκε με την απόφαση του προέδρου και το επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων, ποσού 1.000 ευρώ μικτά, καθώς και την καταβολή του επιδόματος αυτού αναδρομικά από το Νοέμβριο του 2004, με αποτέλεσμα να λάβει η Ο.

Α. επιπλέον, χωρίς νόμιμη αιτία, το συνολικό ποσό των 19.000 ευρώ από τον 11°/2004 έως και τον Ιούνιο του 2006 (1.000 Χ 19) με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΚΕΕΛΠΝΟ.

Κηρύσσει ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο Α. Χ. του ότι: Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του 2005 έως τέλη του 2005, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της απιστίας (άρθ. 390 παρ.1παρ.β Π.Κ.) "ενεργώντας μόνος του και με τη συνδρομή συγκατηγορουμένου του, με την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ. του ΝΠΙΔ ΚΕΕΛΠΝΟ, ήδη ΕΟΔΥ, κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, εν γνώσει του υπερέβη τα όρια της επιτρεπτής έννομης δράσης του, τα οποία όφειλε να τηρεί στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, και τους κανόνες που προσδιορίζει ο νόμος, ο εσωτερικός κανονισμός του ΚΕΕΛΠΝΟ και οι αποφάσεις των Δ.Σ., και ελάττωσε με πρόθεση την περιουσία του άνω Ν.Π., της οποίας η διαχείριση του ήταν εμπιστευμένη, προκειμένου να ωφεληθεί άλλος, με συνέπεια η προκληθείσα συνολική βέβαιη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και το αντίστοιχο όφελος να υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Ειδικότερα: 1-α. Το χρονικό διάστημα από 4.5.2005 έως τέλη του 2005, εκπροσωπώντας το άνω Ν.Π.Ι.Δ. ενεργώντας με τη συνδρομή άλλου, προσέλαβε απευθείας με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες υπέγραψε ο ίδιος, τους 140 υπαλλήλους που αναφέρονται στον κατωτέρω πίνακα, τις συμβάσεις των οποίων μετέτρεψε, με αντίστοιχα συμφωνητικά που υπέγραψε σε αορίστου χρόνου, οι προσλήψεις δε αυτές ήταν παράνομες διότι:

δεν υπήρξε απόφαση του Δ.Σ. για την πρόσληψη και τη μονιμοποίηση των 140 αυτών υπαλλήλων, οι αναγραφόμενες ημερομηνίες στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, από 4/5 έως 26/5/2005, αλλά και οι αναγραφόμενες ημερομηνίες στις συμβάσεις αορίστου χρόνου (για όλους 27.5.2005) ήταν ψευδείς (από τον αρ. 12 έως 140 του πίνακα), διότι οι υπάλληλοι αυτοί στην πραγματικότητα, κατ' εκείνες τις ημερομηνίες, δεν είχαν ακόμα προσληφθεί, για την πρόσληψη των ανωτέρω υπαλλήλων δεν υπήρχε Π.Υ.Σ., δεν είχε υποβληθεί εισήγηση του Διευθυντή ούτε υπήρχε αιτιολογημένη εισήγηση του Προέδρου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που καθόριζε τον αριθμό και τη διάρκεια των συμβάσεων, αν θεωρείτο ότι συνέτρεχε έκτακτη ανάγκη που δημιουργούσε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (άρθρο 44 §2 του Ν. 3204/2003) ούτε οι συμβάσεις αυτές υποβλήθηκαν για έγκριση στην ανωτέρω επιτροπή εντός μηνός από την κατάρτισή τους, το προσωπικό που προσλήφθηκε (140 άτομα), ήταν στην πλειοψηφία του διοικητικό και όχι επιστημονικό προσωπικό, εξειδικευμένων προσόντων, το οποίο και μόνο δικαιολογείται να προσληφθεί απευθείας, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που απειλείται η δημόσια υγεία, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 29§2 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, οι οποίοι δεν προσέφεραν υπηρεσίες στο άνω Ν.Π.Ι.Δ., αλλά διατέθηκαν ή αποσπάσθηκαν σε άλλες υπηρεσίες.

Τις παράνομες αυτές προσλήψεις και μονιμοποιήσεις, νομιμοποίησε με τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ. ....2005 και ....2005, τα οποία υπέγραψε ετεροχρονισμένα το άνω διάστημα έως τέλος Δεκεμβρίου 2005, προσθέτοντας, εν γνώσει του: α) στο τελευταίο θέμα του πρώτου εξ αυτών (....2005) ότι "προσλαμβάνουν απευθείας κατόπιν έγκρισης, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. ....2001, αποφάσεις της επιτροπής του αρ. .../1998 για χρονικό διάστημα ενός (1) έως τριών (3) μηνών ο καθένας, διοικητικό και επιστημονικό προσωπικό για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών σύμφωνα με το συνημμένο πίνακα....", χωρίς να επισυναφθεί ο πίνακας, ώστε να φαίνεται ότι προέβλεπε άμεση πρόσληψη ήδη γνωστών ατόμων - των 140 υπαλλήλων, ενώ στην πραγματικότητα το αληθές περιεχόμενο της απόφασης αυτής ήταν ότι πρόσληψη του προσωπικού, ο αριθμός και τα ονόματα του οποίου δεν ήταν γνωστός, θα γινόταν στο μέλλον, αφού λαμβανόταν η έγκριση της Επιτροπής της .../1998 για πρόσληψη προσωπικού και ακολουθούσαν οι λοιπές νόμιμες διαδικασίες του εσωτερικού Κανονισμού του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, οι δε αναφερόμενες εγκρίσεις της επιτροπής της §2 της .../1998, στην ως άνω απόφαση, αλλά και στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου των 140 υπαλλήλων, στην πραγματικότητα αφορούσαν προγενέστερες προσλήψεις προσωπικού και οι οποίες είχαν εξαντληθεί.

Με την ως άνω απόφαση (όπως αλλοιώθηκε το περιεχόμενο της) νομιμοποίησε, με απόφαση του Δ.Σ., εκ των υστέρων, τις ως άνω προσλήψεις των 140 αυτών υπαλλήλων, που ο ίδιος διενήργησε, εκπροσωπώντας το Ν.Π.Ι.Δ., σταδιακώς το άνω διάστημα από 4.5.2005 έως 27.10.2005. β) Στο 8° θέμα της ....2005 συνεδρίασης του Δ.Σ., κατά την οποία λήφθηκε απόφαση για τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας των ήδη υπηρετούντων υπαλλήλων στο άνω νομικό πρόσωπο από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, το πρακτικό της οποίας υπέγραψε, πολλούς μήνες μετά, το Δεκέμβριο του 2005, προστέθηκε σε αυτό κατάσταση υπαλλήλων με τίτλο "κατάσταση υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

ορισμένου χρόνου την 26.5.2005", χωρίς, όμως, στην άνω συνεδρίαση να έχει αναφερθεί αριθμός υπαλλήλων ούτε είχε προσκομισθεί η σχετική κατάσταση, στην οποία (κατάσταση) συμπεριλήφθηκαν, εν γνώσει του, και τα ονόματα των με αρ 12 έως 140 υπαλλήλων του πίνακα, οι οποίοι, στην πραγματικότητα, κατά την ημερομηνία της συνεδρίασης δεν είχαν προσληφθεί ούτε είχαν αρχίσει εργασία στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αλλά μεταγενέστερα, με συνέπεια να φαίνονται ως ήδη ενταγμένοι στο προσωπικό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και να έχουν δικαίωμα να μετατραπούν οι συμβάσεις εργασίας τους από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Με την απόφαση αυτή του Δ.Σ., όπως αλλοιώθηκε το περιεχόμενο της, νομιμοποίησε, την τροποποίηση των συμβάσεων εργασίας των άνω υπαλλήλων, από ορισμένου σε αορίστου χρόνου που είχε διενεργήσει αυτός, εκπροσωπώντας το Ν.Π.Ι.Δ., με αναγραφόμενες ημερομηνίες 27.5.2005,στην πραγματικότητα, όμως, σταδιακώς, το άνω διάστημα, από 4/5 έως 27.10.2005, όπως αναφέρεται ανωτέρω και στον ως κατωτέρω αναφερόμενο πίνακα.

Με την πράξη του αυτή προσλήφθηκαν οι κατωτέρω υπάλληλοι και κατέστησαν μόνιμοι υπάλληλοι, χωρίς την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων και έρευνα των τυπικών τους προσόντων, με συνέπεια να προκληθεί βέβαιη ζημία στην περιουσία του άνω Ν.Π.Ι.Δ. κατά το συνολικό ποσό των 5.703.242,79 ευρώ, που ισούται με τις καθαρές αποδοχές που έλαβαν όλοι οι ανωτέρω υπάλληλοι το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή τους έως την 31.12.2008 ή την προγενέστερη αποχώρησή τους, ενώ στους με αρ. 12 έως 140 καταβλήθηκαν και αναδρομικές αποδοχές, ποσού 301.093 ευρώ, χωρίς να εργασθούν στην πραγματικότητα, το οποίο προστίθεται στο ως άνω ποσό και η συνολική ζημία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 6.004.335,79 ευρώ.

Σημειώνεται ότι για την πράξη της απάτης που αφορά τα αναδρομικά ποσού 301.093 ευρώ δεν περιλαμβάνεται διάταξη, λόγω απορρόφησής της από την πράξη της απιστίας. Οι 140 υπάλληλοι, που προσελήφθησαν με τις ως άνω παράνομες ενέργειες του κατηγορουμένου είναι οι εξής: 1-β. Υπό την προαναφερθείσα ιδιότητα του (του προέδρου του Δ.Σ.

του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.), κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, καταχρώμενος την εμπιστευμένη σε αυτόν αντιπροσωπευτική και διαχειριστική εξουσία, τον Μάιο του 2005, με την από Μαΐου 2005 απόφασή του, που διαβιβάστηκε στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης με το με αρ. πρωτ. ....2005 έγγραφο του διευθυντή, χορήγησε αναδρομικώς από το Νοέμβριο του 2004 σε αυτή μηνιαίο επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων, ποσού 1.200 ευρώ μικτά, επικαλούμενος τις αποφάσεις του Δ.Σ. ....2002 και ....2002 περί χορήγησης επιδομάτων σε υπαλλήλους που κατέχουν θέσεις ευθύνης, ενώ γνώριζε ότι οι αποφάσεις αυτές του Δ.Σ.

εξαιρούσαν ρητώς τους ιατρούς από τη χορήγηση επιδομάτων αυξημένων αρμοδιοτήτων και, παρά την απόφαση του Δ.Σ. της ....2004, το περιεχόμενο της οποίας ο ίδιος γνώριζε, και με την οποία οριζόταν ότι οι αποδοχές της θα ανέρχονταν σ' αυτές του διευθυντή Ε.Σ.Υ., χωρίς πρόσθετα επιδόματα. Με την άνω απόφασή του προκάλεσε εν γνώσει του βέβαιη ζημία στην περιουσία του άνω Ν.Π.Ι.Δ.

κατά το συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ (1.200 Χ 50 μήνες).

1-γ. Ενεργώντας υπό την ιδιότητα του Προέδρου του Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. εν γνώσει και κατά κατάχρηση της εμπιστευμένης σε αυτόν αντιπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας, κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, προκάλεσε βέβαιη ζημία στην περιουσία του νομικού προσώπου με τη σύναψη ζημιογόνου σύμβασης, την οποία κατήρτισε, εν γνώσει του, με αντικανονικό, παράνομο τρόπο, κατά παράβαση των διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, των περί εξουσιοδοτήσεων αποφάσεων του Δ.Σ., των διατάξεων των άρθρων 2,7, 9, 37, π.δ. 346/1998 και 83 παρ.2 Ν. 2362/1995 και των κανόνων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και η οικονομική επιστήμη.

Ειδικότερα στις 8.7.2005, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά του, κατήρτισε, κατόπιν προτροπής του Ν. Ν., το από 8.7.2005 πρόσθετο συμφωνητικό με την εταιρία που ο τελευταίος εκπροσωπούσε, με την επωνυμία "... ΕΠΕ", με ισχύ μέχρι τη λήξη της αρχικής σύμβασης (4.3.2006), με αντικείμενο την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών φύλαξης έναντι αμοιβής της εταιρίας 20.200 ευρώ μηνιαίως, πλέον ΦΠΑ, χωρίς εισήγηση της υπηρεσίας για την αναγκαιότητα παροχής των υπηρεσιών αυτών, καθ' υπέρβαση της κατ' άρθρο 10 στ του ΕΚΛ του ΚΕΕΛΠΝΟ αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, κατά παράβαση των εξουσιοδοτήσεων, που του είχαν χορηγηθεί με τις αποφάσεις του Δ.Σ.

της 2/2/2005 και .../2005 για κατάρτιση νέων συμβάσεων, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού και χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για απευθείας σύναψη (άρθρα 2, 7, 9, 37 π.δ.346/1998, 83 παρ. 1,2 και 3 Ν. 2362/1995, ΑΥΟ 2/45564/0026/2001), χωρίς να ενημερώσει το Δ.Σ. πριν την υπογραφή του συμφωνητικού για το αντικείμενο των πρόσθετων υπηρεσιών, αλλά και για την τυχόν αναγκαιότητα που επέβαλε την μη τήρηση της διαδικασίας λήψης προσφορών, χωρίς ανάλυση του κόστους ανά προσφερόμενη εργασία και συγκεκριμένη τιμολόγηση των υπηρεσιών αυτών και χωρίς η σύμβαση να έχει σαφές περιεχόμενο ως προς τις υποχρεώσεις της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας και του τρόπου ελέγχου των παρεχόμενων υπηρεσιών και οι οποίες δεν παρεσχέθηκαν.

Με τον τρόπο αυτό ελάττωσε εν γνώσει του την περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και ωφελήθηκε η εταιρία του τρίτου κατηγορούμενου κατά συνολικό ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, 192.304 (20.200 Χ 7 μήνες=141.400 ευρώ συν ΦΠΑ) ευρώ, αποτέλεσμα που προέβλεψε και αποδέχθηκε.

Κηρύσσει ομόφωνα ένοχο τον κατηγορούμενο Ν. Ν. του ότι: Στην Αθήνα στους κατωτέρω χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι: 1. Στην Αθήνα, στις 25.2.2005, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, Θ. Π.. και Ο. Α. και με κοινό δόλο, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και την αθέμιτη αποσιώπηση γεγονότων, προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου ΚΕΕΛΠΝΟ, ήδη ΕΟΔΥ, η ζημία του οποίου και το αντίστοιχο όφελος του τρίτου υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ.

Ειδικότερα: Κατόπιν της από 11/1/2005 πρόσκλησης ενδιαφέροντος για υπηρεσίες φύλαξης των τριών κεντρικών κτιρίων του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.), διενεργήθηκε διαγωνισμός, κατά τον οποίο αναδείχθηκε μειοδότης η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος, η οποία είχε υποβάλει την οικονομικότερη προσφορά, με αντίτιμο για τις ζητηθείσες υπηρεσίες 12.400 ευρώ, χωρίς το ΦΠΑ.

Το Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με την αρ. ....2005 απόφασή του, αποφάσισε την ανάθεση της φύλαξης των άνω κτιρίων του στη μειοδότρια εταιρία, αντί της ως άνω μηνιαίας αμοιβής ποσού 12.400 ευρώ, χωρίς το ΦΠΑ και το σχετικό συμφωνητικό υπέγραψαν στις 25.2.2005 ο νομίμως εξουσιοδοτηθείς με την άνω απόφαση του Δ.Σ., Διευθυντής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Θ.

Π., εκπροσωπώντας το ΚΕΕΛΠΝΟ και ο ίδιος, εκπροσωπώντας την "... ΕΠΕ". Όμως, στη συνέχεια, ενεργώντας από κοινού οι συγκατηγορούμενοί του Θ. Π. και Ο. Α., απέκρυψαν το συμφωνητικό αυτό, το οποίο παρέμεινε στο αρχείο της Νομικής Υπηρεσίας και ο ίδιος, ενεργώντας από κοινού με το Διευθυντή του ΚΕΕΛΠΝΟ, κατάρτισαν δεύτερο ψευδές συμφωνητικό, με ποσό μηνιαίας αμοιβής 24.800 ευρώ, που υπέγραψαν αυτοί, την ίδια ημερομηνία, με τις ως άνω ιδιότητες τους, το οποίο κοινοποίησε η Ό.

Α. στο Τμήμα Οικονομικής διαχείρισης με τα έγγραφά της με αρ. πρωτ. ...-2005 και ...-2005 περί ορθής επανακοινοποίησης, με αποτέλεσμα η οικονομική υπηρεσία να πειστεί και να καταβάλει στην εταιρία "... ΕΠΕ" το αυξημένο και πλασματικό ποσό της αμοιβής, που δεν είχε συμφωνηθεί ούτε αντιστοιχούσε σε παροχή πρόσθετων υπηρεσιών.

Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις πέτυχε αυτός, από κοινού, ενεργώντας με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους του, όπως οι πράξεις εκάστου εξ αυτών εξειδικεύονται ανωτέρω, εν γνώσει όλων και με κοινή πρόθεση, να αποκομίσει η άνω μειοδότρια εταιρία, χωρίς να παρέχει επιπλέον υπηρεσίες, παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα 175.584 ευρώ (12.400 Χ 12 μήνες = 148.800 ευρώ + Φ.Π.Α.). 2.

Στις 8.7.2005 προκάλεσε με δόλο την απόφαση σε άλλον να τελέσει το έγκλημα της απιστίας, ήτοι στον Πρόεδρο - νόμιμο εκπρόσωπο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κατηγορούμενο Α. Χ., να ελαττώσει εν γνώσει του την περιουσία του άνω Ν.Π.Ι.Δ., που προέρχεται κυρίως από επιχορηγήσεις του Κρατικού Προϋπολογισμού (του Υπουργείου Υγείας και Π.Δ.Ε.), της οποίας η διαχείριση ήταν εμπιστευμένη, προκειμένου να ωφεληθεί η εταιρία που εκπροσωπούσε, το όφελος της οποίας και η αντίστοιχη βέβαιη ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα: Στις 8.7.2005, ο άνω Πρόεδρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, κατήρτισε, κατόπιν προτροπών και παραινέσεων του ως άνω κατηγορουμένου, πρόσθετο συμφωνητικό με την εταιρία του τελευταίου "... ΕΠΕ" μέχρι τη λήξη της αρχικής σύμβασης (4.3.2006), με αντικείμενο τη διάθεση 2 επιπλέον ατόμων από το προσωπικό της εταιρίας του, για έλεγχο και επιτήρηση του Κεντρικού Κτιρίου του άνω νομικού προσώπου και κάλυψη υψηλά ιστάμενων προσώπων έναντι επιπλέον μηνιαίας αμοιβής 20.200 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.

Το συμφωνητικό αυτό κατήρτισε εν γνώσει του ο Πρόεδρος με αντικανονικό, παράνομο τρόπο, κατά παράβαση των διατάξεων του ΕΚΛ, των περί εξουσιοδοτήσεων αποφάσεων του Δ.Σ., των διατάξεων των άρθρων 2, 7, 9, 37, π.δ. 346/1998 και 83 παρ.2 Ν. 2362/1995 και των κανόνων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και η οικονομική επιστήμη, κατά κατάχρηση της εμπιστευμένης σε αυτόν αντιπροσωπευτικής και διαχειριστικής εξουσίας.

Συγκεκριμένα, κατήρτισε το συμφωνητικό με τον κατηγορούμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της "... ΕΠΕ" χωρίς εισήγηση της υπηρεσίας για την αναγκαιότητα παροχής των υπηρεσιών αυτών, καθ' υπέρβαση της, κατ' άρθρο 10στ του ΕΚΛ του ΚΕΕΛΠΝΟ, αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, κατά παράβαση των εξουσιοδοτήσεων, που του είχαν χορηγηθεί με τις αποφάσεις του Δ.

Σ. της 2/2/2005 και .../2005 για κατάρτιση νέων συμβάσεων, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού και χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων για απευθείας σύναψη (άρθρα 2, 7, 9, 37 π.δ.346/1998, 83 παρ. 1, 2 και 3 Ν.2362/1995, ΑΥ02/45564/0026/2001), χωρίς να ενημερώσει το Δ.Σ. πριν την υπογραφή του συμφωνητικού για το αντικείμενο των πρόσθετων υπηρεσιών, αλλά και για την αναγκαιότητα που επέβαλε τη μη τήρηση της διαδικασίας λήψης προσφορών, χωρίς ανάλυση του κόστους ανά προσφερόμενη εργασία και συγκεκριμένη τιμολόγηση των υπηρεσιών αυτών και χωρίς η σύμβαση να έχει σαφές περιεχόμενο ως προς τις υποχρεώσεις της αντισυμβαλλόμενης εταιρίας και του τρόπου ελέγχου των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής του κατηγορουμένου Α. Χ., που τέλεσε κατόπιν προτροπών του ως άνω κατηγορουμένου, ήταν να προκληθεί βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (20.200 Χ 7 μήνες έως τη λήξη του κυρίως συμφωνητικού στις 4.3.2006= 141.400 ευρώ + Φ.Π.Α. 19%), η ζημία δε αυτή δεν ισοσταθμίστηκε από ισάξια αντιπαροχή, αφού η σύμβαση που κατήρτισε δεν εξυπηρετούσε πραγματικές ανάγκες του ΚΕΕΛΠΝΟ για φύλαξη και οι συμφωνηθείσες υπηρεσίες δεν παρασχέθηκαν.

Κηρύσσει ένοχη, κατά πλειοψηφία, την 4η κατηγορούμενη Ο. Α. του ότι: Στην Αθήνα στους κατωτέρω χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε, κατ' εξακολούθηση, περισσότερα εγκλήματα.

Ειδικότερα:

1. Στην Αθήνα, το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο τού 2005 έως τα μέσα του 2005, τέλεσε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος της απάτης (ως συναυτουργός και ηθική αυτουργός), ενώ υπηρετούσε στο παραπάνω Ν.Π.Ι.Δ. (ΚΕΕΛΠΝΟ), με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και από 24.3.2005 με σύμβαση αορίστου χρόνου. Ειδικότερα:

1-α. Ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με τους κατωτέρω συγκατηγορουμένους της έπεισε άλλους σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών και αθέμιτη αποσιώπηση γεγονότων. Συγκεκριμένα: Κατόπιν της από 11/1/2005 πρόσκλησης ενδιαφέροντος για υπηρεσίες φύλαξης των τριών κεντρικών κτιρίων του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.), διενεργήθηκε διαγωνισμός, κατά τον οποίο αναδείχθηκε μειοδότης η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

ΕΠΕ", η οποία είχε υποβάλει την οικονομικότερη προσφορά, με αμοιβή για τις ζητηθείσες υπηρεσίες, 12.400 ευρώ, χωρίς το ΦΠΑ. Το Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με την αρ. ....2005 απόφασή του, αποφάσισε την ανάθεση της φύλαξης των άνω κτιρίων του στη μειοδότρια εταιρία, αντί της ως άνω μηνιαίας αμοιβής, ποσού 12.400 ευρώ, χωρίς το ΦΠΑ και το σχετικό συμφωνητικό υπέγραψαν, στις 25.2.2005, ο νομίμως εξουσιοδοτηθείς με την άνω απόφαση του Δ.Σ., Διευθυντής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Θ.

Π., εκπροσωπώντας το ΚΕΕΛΠΝΟ και ο Ν. Ν., εκπροσωπώντας την "... ΕΠΕ". Όμως, στη συνέχεια, ενεργώντας αυτή, από κοινού με το συγκατηγορούμενό της Θ. Π., απέκρυψαν το συμφωνητικό αυτό, το οποίο παρέμεινε στο αρχείο της Νομικής Υπηρεσίας και ο Ν. Ν., ενεργώντας από κοινού με το Διευθυντή του ΚΕΕΛΠΝΟ, κατάρτισαν νέο ψευδές συμφωνητικό, με ποσό μηνιαίας αμοιβής 24.800 ευρώ, που υπέγραψαν οι Θ.

Π. και Ν. Ν., και στη συνέχεια το κοινοποίησε η ίδια, εν γνώσει των ανωτέρω, στο Τμήμα Οικονομικής διαχείρισης με τα έγγραφά της με αρ. πρωτ. ...-2005 και ...-2005 περί ορθής επανακοινοποίησης, με αποτέλεσμα η οικονομική υπηρεσία να πειστεί και να καταβάλει στην εταιρία ... ΕΠΕ το αυξημένο και πλασματικό ποσό της αμοιβής (24800 ευρώ), που δεν είχε συμφωνηθεί ούτε αντιστοιχούσε σε παροχή πρόσθετων υπηρεσιών.

Με τις άνω ψευδείς παραστάσεις πέτυχε αυτή, από κοινού, ενεργώντας με τους παραπάνω συγκατηγορουμένους της, όπως οι πράξεις εκάστου εξ αυτών εξειδικεύονται ανωτέρω, με γνώση όλων περί αυτών και κοινό δόλο, να αποκομίσει η άνω μειοδότρια εταιρία, χωρίς να παρέχει επιπλέον υπηρεσίες, παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα (12.400 Χ 12 μήνες =) 148.800 και με το Φ.Π.Α. 175.584 ευρώ. 1-β.

Το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 2005 έως Ιούνιο του 2005 προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να τελέσουν την πράξη της απάτης. Ειδικότερα: Με την απόφαση του Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ....2004 ορίστηκε υπεύθυνη του τμήματος διοικητικού συντονισμού και αναπληρώτρια διευθύντρια με μισθό διευθυντή ΕΣΥ, χωρίς πρόσθετα επιδόματα.

Τον Απρίλιο του 2005 έπεισε, αρχικώς, τη Γραμματέα του Δ.Σ., Ε. Λ., να εκδώσει αναληθές απόσπασμα του πρακτικού της με αρ. ....2004 συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (θέμα 3Α), στο οποίο εμφάνιζε, όσον αφορά τις καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές της, ότι αυτές θα προσαυξάνονταν κατά το ποσό των 1.000 ευρώ, ως επίδομα τμηματάρχη διοικητικού συντονισμού, γεγονός όμως που δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, καθώς η αληθινή βούληση του Δ.Σ.

ήταν να της καταβάλλονται αποδοχές Διευθύντριας Ε.Σ.Υ., χωρίς επιπλέον επιδόματα. Δυνάμει του ως άνω ψευδούς, κατά περιεχόμενο, ακριβούς αποσπάσματος πρακτικού της ως άνω συνεδρίασης, το οποίο διαβιβάστηκε με το με αρ. πρωτ. ....2004 διαβιβαστικό του πρώτου κατηγορουμένου στην οικονομική υπηρεσία τον Απρίλιο του 2005, η οικονομική υπηρεσία κατέβαλε τον Απρίλιο του 2005 στην υπάλληλο αυτή επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων ποσού 1.000 ευρώ.

Το Μάιο του 2005, μετά την έκδοση της απόφασης του προέδρου, με την οποία αυτός χορήγησε στην Ό. Α. επίδομα 1.200 ευρώ, η οικονομική υπηρεσία διέκοψε από το Μάϊο του 2005 την καταβολή του επιδόματος των 1.000 ευρώ, θεωρώντας, μετά την έκδοση της απόφασης του προέδρου, ότι δεν είχε υποχρέωση συνέχισης της καταβολής του.

Σε επίρρωση της άνω ψευδούς παράστασης, προκειμένου η οικονομική υπηρεσία να συνεχίσει την καταβολή του επιδόματος των 1.000 ευρώ, ώστε αυτή να λαμβάνει και τα δύο επιδόματα, και μάλιστα αναδρομικά από το Νοέμβριο του 2004, έπεισε το Διευθυντή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Θ. Π., να συντάξει το με αρ. πρωτ. ....2005 έγγραφό του, απευθυνόμενο προς το Γραφείο Μισθοδοσίας του ίδιου νομικού προσώπου, με το οποίο παρέστησε, εν γνώσει του ψευδώς, στο τμήμα αυτό, ότι οι αποδοχές της υπαλλήλου Ο.

Α. περιλαμβάνουν πλέον του μισθού της, δύο επιδόματα, συνολικού ποσού, 2.200 ευρώ, με βάση αφενός την από Μαΐου απόφαση του προέδρου, με το οποίο της χορηγήθηκε επίδομα 1.200 ευρώ και αφετέρου σχετική απόφαση του Δ.Σ., που είχε διαβιβαστεί ως ακριβές απόσπασμα πρακτικού στην οικονομική υπηρεσία με το ....2004 διαβιβαστικό, ενώ γνώριζε ότι στην πραγματικότητα η απόφαση του Δ.Σ.

δεν περιελάμβανε επιδόματα και ότι το ακριβές απόσπασμα που επικαλείτο στο έγγραφο του (....2004), στο οποίο περιελάμβανε επίδομα 1.000 ευρώ, ήταν ψευδές κατά περιεχόμενο. Με τον τρόπο αυτό προκάλεσε στην οικονομική υπηρεσία πλάνη, ως προς την υποχρέωση καταβολής του επιδόματος 1.000 ευρώ, εξαιτίας της οποίας η υπηρεσία πείστηκε και συνέχισε την καταβολή στην άνω υπάλληλο, πλέον του επιδόματος που χορηγήθηκε με την απόφαση του προέδρου, και του επιδόματος αυξημένων αρμοδιοτήτων, ποσού 1.000 ευρώ μικτά, του οποίου είχε σταματήσει την καταβολή, καθώς και την καταβολή του επιδόματος αυτού αναδρομικά από το Νοέμβριο του 2004, με αποτέλεσμα να λάβει αυτή επιπλέον, χωρίς νόμιμη αιτία, το συνολικό ποσό των 19.000 ευρώ από τον 11°/2004 έως και τον Ιούνιο του 2006 (1.000 Χ 19 μήνες), με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας του ΚΕΕΛΠΝΟ.

2. Το κατωτέρω χρονικό διάστημα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος (απιστίας) αφενός προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την πράξη της απιστίας σε βάρος του Ν.Π.Ι.Δ. ΚΕΕΛΠΝΟ, ήδη ΕΟΔΥ, το οποίο επιχορηγείτο από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας (Ελληνικό Δημόσιο), αφετέρου παρέσχε άμεση συνέργεια σε απιστία. Η συνολική δε ζημία σε βάρος της περιουσίας του άνω Ν.Π.Ι.Δ. υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Ειδικότερα:

2-α. Το Μάιο του 2005 έπεισε τον συγκατηγορούμενό της, Α. Χ., Πρόεδρο Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. να της χορηγήσει με την από Μαΐου του 2005 απόφασή του, αναδρομικώς από το Νοέμβριο του 2004, μηνιαίο επίδομα αυξημένων αρμοδιοτήτων, ποσού 1.200 ευρώ μικτά, επικαλούμενος τις γενικές αποφάσεις του Δ.Σ. ....2002 και ....2002 περί χορήγησης επιδομάτων σε υπαλλήλους του που κατέχουν θέσεις ευθύνης, ενώ γνώριζε ότι οι αποφάσεις αυτές του Δ.Σ. εξαιρούσαν ρητώς τους ιατρούς από τη χορήγηση επιδομάτων αυξημένων αρμοδιοτήτων και παρά τη ρητή μεταγενέστερη απόφαση του Δ.Σ. της ....2004, σύμφωνα με το αληθινό περιεχόμενο της οποίας, αφού περιγράφονταν ακριβώς τα καθήκοντά της, οριζόταν ότι οι αποδοχές της θα ανέρχονταν σε αυτές της Διευθύντριας του Ε.Σ.Υ., χωρίς πρόσθετα επιδόματα. Με τον τρόπο αυτό ο αυτουργός, Α. Χ., ενεργώντας κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, καταχρώμενος την εμπιστευμένη σε αυτόν αντιπροσωπευτική και διαχειριστική εξουσία, προκάλεσε βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με την προτροπή της κατηγορουμένης, κατά το συνολικό ποσό των 60.000 ευρώ (1.200 Χ 50 μήνες έως την 31.12.2008).

2-β. Το χρονικό διάστημα από 4.5.2005 έως 27.10.2005 παρέσχε άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης της κακουργηματικής απιστίας, που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός της, Πρόεδρος του ΚΕ.ΕΛ.ΠΝΟ. Α. Χ. Ειδικότερα, ο Α. Χ. το χρονικό διάστημα από 4.5.2005 έως τέλος Οκτωβρίου 2005, εκπροσωπώντας το άνω ΝΠΙΔ, κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης, προσέλαβε με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, υπογράφοντας τις σχετικές συμβάσεις, τους 140 υπαλλήλους που αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα, τις συμβάσεις, των οποίων μετέτρεψε με αντίστοιχα συμφωνητικά σε αορίστου χρόνου, χωρίς, όμως, να υπάρχει απόφαση του Δ.Σ.

για την πρόσληψη και τη μονιμοποίηση των 140 αυτών υπαλλήλων, οι αναγραφόμενες ημερομηνίες στις συμβάσεις ορισμένου χρόνου, από 4/5 έως 26/5/2005, αλλά και οι αναγραφόμενες ημερομηνίες στις συμβάσεις αορίστου χρόνου (για όλους 27.5.2005) ήταν ψευδείς (από τον αρ. 12 έως 140 του πίνακα), διότι οι υπάλληλοι αυτοί, στην πραγματικότητα, κατ' εκείνες τις ημερομηνίες, δεν είχαν ακόμα προσληφθεί, για την πρόσληψη των ανωτέρω υπαλλήλων δεν υπήρχε Π.Υ.Σ., δεν είχε υποβληθεί εισήγηση του Διευθυντή ούτε υπήρχε αιτιολογημένη εισήγηση του Προέδρου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που καθόριζε τον αριθμό και τη διάρκεια των συμβάσεων, αν θεωρείτο ότι συνέτρεχε έκτακτη ανάγκη που δημιουργούσε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (άρθρο 44 §2 του Ν. 3204/2003) ούτε οι συμβάσεις αυτές υποβλήθηκαν για έγκριση στην ανωτέρω επιτροπή εντός μηνός από την κατάρτισή τους.

Το προσωπικό που προσλήφθηκε (140 άτομα), ήταν στην πλειοψηφία του διοικητικό και όχι επιστημονικό προσωπικό, εξειδικευμένων προσόντων, το οποίο και μόνο δικαιολογείται να προσληφθεί απευθείας, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης που απειλείται η δημόσια υγεία, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 29§2 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας, οι δε προσληφθέντες δεν προσέφεραν υπηρεσίες στο άνω Ν.Π.Ι.Δ., αλλά διατέθηκαν ή αποσπάσθηκαν σε άλλες υπηρεσίες.

Συνεπεία αυτών υπέστη βέβαιη ζημία η περιουσία του άνω Ν.Π.Ι.Δ. κατά το συνολικό ποσό των 5.703.242,79 ευρώ, που ισούται με τις καθαρές αποδοχές που έλαβαν όλοι οι ανωτέρω υπάλληλοι το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή τους έως την 31.12.2008 ή την προγενέστερη αποχώρησή τους, ενώ στους με αρ. 12 έως 140 καταβλήθηκαν και αναδρομικές αποδοχές, συνολικού ποσού 301.093 ευρώ, χωρίς να εργασθούν στην πραγματικότητα, το οποίο προστίθεται στο ως άνω ποσό και η συνολική ζημία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 6.004.335,79 ευρώ.

Η ίδια, τελώντας εν γνώσει των ανωτέρω, ως αναπληρώτρια του Διευθυντή Θ. Π., συνέταξε όλες αυτές τις συμβάσεις ορισμένου και αορίστου χρόνου, παρακάμπτοντας το αρμόδιο Γραφείο προσωπικού, τις παρέδωσε στον συγκατηγορούμενό της Πρόεδρο, Α. Χ., προς υπογραφή και διαβίβασε αυτές στο Τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης μετά την υπογραφή τους από τον Α.

Χ., σύμφωνα με τις οδηγίες του, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό συνδρομή στον ανωτέρω κατά την διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης της απιστίας. Σημειώνεται ότι για την πράξη της συνδρομής σε απάτη που αφορά τα αναδρομικά ποσού 301.093 ευρώ δεν περιλαμβάνεται διάταξη, λόγω απορρόφησης της από την πράξη της απιστίας.

Γ. Επί της από 21-3-2024 αίτησης αναίρεσης του Θ. Π. του Χ. : 1. Με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 460 αυτού και το άρθρο δεύτερο του ως άνω νόμου, από 1-7-2019. Κατά τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 αυτού (νέου ΠΚ), για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της απάτης, που προβλέπεται στο άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ και του οποίου η ποινική δίωξη υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς ασκείτο αυτεπαγγέλτως από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ), απαιτείται πλέον έγκληση, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα, "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους".

Για το έγκυρο της προαναφερθείσας μεταβατικής διάταξης του άρθρου 464 ΠΚ αρκεί μια απλή δήλωση για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 490/2022, ΑΠ 657/2021). Περαιτέρω η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, έχει την έννοια της συμμετοχής στην ποινική δίκη και την επιδίωξη της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως και αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η αμέσως, ως άνω, διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ, ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης, η οποία μπορούσε να υπάρξει και πριν από την ισχύ του νέου ποινικού κώδικα και σε καμία περίπτωση την έγκληση, που αυτή είναι απαραίτητη για την ποινική δίωξη. (ΑΠ 47/2021).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο, όπως στην περίπτωση που καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση ή αίτηση (άρθρα 41 και 53 ΚΠΔ) ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι` αυτό κατά το νόμο όροι.

Στην πρώτη περίπτωση, που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (Ολ ΑΠ 3/2005, ΑΠ 1003/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων Θ.

Π. υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης, συνεπεία μη νόμιμης δήλωσης συνέχισης της δίκης, κατ' άρθρο 464 ΠΚ, η οποία έλαβε χώρα την 1η/10/2019 ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου από τον Ι. Μ., δικηγόρο, δυνάμει του ακριβούς αποσπάσματος πρακτικού της 15ης Συνεδρίασης του ΔΣ του ΕΟΔΥ της 23ης/9/2019 .

Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή με την ακόλουθη αιτιολογία : ''Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενιστάμενος για την παράσταση πολιτικής αγωγής και ήδη υποστήριξης της κατηγορίας, καταδικάσθηκε πρωτοδίκως, με συμμετοχή των τρίτου και τέταρτης των κατηγορουμένων, για απάτη κατ'εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος (άρθ. 386 παρ.2 Π.Κ.) εις βάρος του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΙΔΙΚΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ" (Κ.Ε.Ε.Λ.), που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ και ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ" (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.) και ήδη "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ" (Ε.Ο.Δ.Υ.), αρχικά ως ΝΠΔΔ με το ν. 4600/2019 και στη συνέχεια ως ΝΠΙΔ σύμφωνα με το ν. 4633/16.10.2019, ως καθολικού διαδόχου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες του ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου (άρθ. 14).

Για την αξιόποινη αυτή πράξη, κατ' εφαρμογή της νεότερης διάταξης του άρθρου 405 παρ.1 Π.Κ.-, ως ευμενέστερης για τον κατηγορούμενο, απαιτείται έγκληση, ενώ, στην περίπτωση που εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, όπως η παρούσα κατά τον χρόνο εκδίκασης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή έγκλησης για πράξεις, οι οποίες διώκονταν αυτεπαγγέλτως με τον προϊσχύσαντα Π.Κ., συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του νέου Π.Κ.

ότι επιθυμεί την πρόοδο τους (άρθ. 464 Π.Κ.). Το ως άνω δικαιούμενο προς υποβολή έγκλησης νομικό πρόσωπο προέβη νομότυπα σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την συνεδρίαση της 30.9.2016 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 44 ευρώ από καθένα κατηγορούμενο με επιφύλαξη, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά το χρόνο εκείνο ως προς τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το ΠΔ 358/1992 (άρθ. 4,5 και 7), το οποίο εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του ιδρυτικού νόμου 2071/1992 και σύμφωνα με το οποίο λειτουργεί το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., σε συνδυασμό με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του, το νομικό πρόσωπο διοικείται από εννεαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τριετή θητεία και με την ίδια απόφαση ο ίδιος Υπουργός ορίζει τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο, ο οποίος αντικαθιστά τον Πρόεδρο σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του.

Το ΔΣ αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας, των πόρων και των δαπανών του νομικού προσώπου, τη δραστηριότητά του και την εν γένει λήψη αποφάσεων και μέτρων, για την εκπλήρωση του σκοπού και του αντικειμένου του. Βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα πέντε (5) τουλάχιστον μέλη του, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος, και οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων.

Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων του Δ.Σ. τηρούνται πρακτικά και στο τέλος της συνεδρίασης υπογράφουν τα παριστάμενα μέλη του Δ.Σ. με μνεία των τυχόν μειοψηφιών. Η επικύρωση των πρακτικών γίνεται στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση. Ο Πρόεδρος συγκαλεί το ΔΣ, προεδρεύει αυτού και μεριμνά για την εφαρμογή των αποφάσεών του, εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο δικαστικώς και εξωδίκως ενώπιον κάθε αρχής και ιδιωτών, με απόφασή του δε μπορεί να εκχωρήσει μέρος των αρμοδιοτήτων του στον Αντιπρόεδρο ή στο Διευθυντή του νομικού προσώπου.

Κατά τη συνεδρίαση στις 30.9.2016 του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε, κατά τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εκ μέρους του παθόντος νομικού προσώπου, απόσπασμα πρακτικού της 23^ συνεδρίασης του ΔΣ της 15.9.2016, από το οποίο προκύπτει ότι στη συνεδρίαση αυτή συμμετείχαν οκτώ μέλη και το Δ.Σ.

αποφάσισε να υποβληθεί στο δικαστήριο δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. κατά των κατηγορουμένων για ηθική βλάβη, εξουσιοδότησε δε τον Πρόεδρο να δώσει εντολή σε εξειδικευμένο δικηγόρο - ποινικολόγο να εκπροσωπήσει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. στη δίκη, από κοινού με την δικηγόρο της νομικής υπηρεσίας του Χ.

Λ., υπογράφοντας τη σχετική εξουσιοδότηση. Επίσης, ανέθεσε στη δικηγόρο Χ. Λ. να παραστεί και να εκπροσωπήσει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και να δηλώσει για λογαριασμό του νομικού προσώπου παράσταση πολιτικής αγωγής. Ο Πρόεδρος του Δ.Σ., Θ. Ρ., στην από 28.9.2016 εξουσιοδότηση, την οποία υπογράφει ο ίδιος και βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από τη δικηγόρο του νομικού προσώπου, Α.

Ο., μετά την προηγηθείσα από 15.9.2016 απόφαση του Δ.Σ. και ως υποκατάστατος αυτού, αλλά και ως εκπροσωπών το νομικό πρόσωπο δικαστικώς και εξωδίκως ενώπιον κάθε αρχής και ιδιωτών, διόρισε ως πληρεξούσιο δικηγόρο του νομικού προσώπου το δικηγόρο Αθηνών Ι. -Α. Μ., τον οποίο εξουσιοδότησε, όπως ο τελευταίος και η δικηγόρος της νομικής υπηρεσίας, Χ.

Λ., εκπροσωπήσουν το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 30.9.2016, καθώς και σε κάθε μετ'αναβολή δικάσιμο, στην ποινική υπόθεση που αφορά τις αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται στο 1462/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, καθώς και να δηλώσουν, ο ίδιος δικηγόρος και η Χ.

Λ., στο όνομα και για λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ποσού 44 ευρώ με επιφύλαξη. Οι ως άνω δύο δικηγόροι, κατά τη δικάσιμο της 30.9.2016 δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., σύμφωνα με τα ανωτέρω, και κατέθεσαν το άνω απόσπασμα του πρακτικού Δ.Σ.

υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο και τη γραμματέα Δ.Σ. καθώς και την από 28.9.2016 εξουσιοδότηση.

Συνεπώς, οι ανωτέρω δικηγόροι νομίμως παρέστησαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής για το παθόν νομικό πρόσωπο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ήδη Ε.Ο.Δ.Υ, μετά από απόφαση του Δ.Σ. και με σχετική εξουσιοδότηση από τον Πρόεδρο (πάλι μετά από απόφαση του Δ.Σ.), έχοντας τη σχετική εξουσία προς τούτο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον ιδρυτικό νόμο και τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο.

Ο Πρόεδρος του Δ.Σ., ο οποίος εκπροσωπεί το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. δικαστικώς και εξωδίκως, ενήργησε σύμφωνα με την δοθείσα εξουσιοδότηση από το Δ.Σ., που είναι το όργανο που λαμβάνει τις αποφάσεις σύμφωνα με το νόμο, δεν απαιτείτο δε να υπογράφεται το απόσπασμα του πρακτικού από όλα τα μέλη του Δ.Σ., όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η υπεράσπιση του πρώτου κατηγορουμένου.

Κατά τη συνεδρίαση της 5.12.2016 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προσκομίσθηκε παραδεκτά, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, από τους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. το πλήρες μηχανογραφημένο πρακτικό της 23ης συνεδρίασης του Δ.Σ. της 15.9.2016 υπογεγραμμένο από όλα τα παρόντα μέλη καθώς και το πλήρες μηχανογραφημένο πρακτικό της 24ης συνεδρίασης του Δ.Σ.

της 2.11.2016 υπογεγραμμένο από όλα τα μέλη με βεβαίωση του γραμματέως του Δ.Σ. ότι είναι αντίγραφα από το αρχείο πρακτικών του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αλλά και στη συνεδρίαση της 24.1.2017 προσκομίσθηκαν τα πρωτότυπα αυτών, προς επίδειξη και αντιπαραβολή, προς αντίκρουση των αιτιάσεων των κατηγορουμένων σχετικά με τη νομιμοποίηση των ως άνω συνηγόρων πολιτικής αγωγής.

Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι το πλήρες μηχανογραφημένο πρακτικό του Δ.Σ. της 15.9.2016 δεν είχε συνταχθεί και υπογραφεί από τα μέλη του Δ.Σ. μέχρι την 14.10.2016, δεν ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της ληφθείσας απόφασης του Δ.Σ. ούτε στην εγκυρότητα του προσκομισθέντος αποσπάσματος αλλά και δεν αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας, όπως ισχυρίσθηκε επίσης αβάσιμα ο ίδιος κατηγορούμενος, αφού η απόφαση Δ.Σ.

ελήφθη νομότυπα στις 15.9.2016, σύμφωνα δε με τον Κανονισμό Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κατά τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. τηρούνται πρόχειρα πρακτικά, στα οποία αποτυπώνονται οι σχετικές αποφάσεις και υπογράφονται από τα παριστάμενα μέλη Δ.Σ. και η επικύρωση των πρακτικών γίνεται στην αμέσως επόμενη συνεδρίαση.

Τα πρόχειρα αυτά πρακτικά συνιστούν έγγραφα που αποδεικνύουν γεγονότα που έχουν έννομες συνέπειες και αποτελούν την αρχική μορφή της απόφασης του Δ.Σ. μέχρι την υπογραφή του μηχανογραφημένου πλήρους πρακτικού και την υπογραφή από τα μέλη του Δ.Σ. Το ίδιο συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση με την απόφαση της 15.9.2016, που υπεγράφη από τα μέλη που παρέστησαν, η δε επικύρωση των πλήρων μηχανογραφημένων πρακτικών μετά την 15.9.2016 δεν επιδρά στο κύρος της απόφασης που ελήφθη κατά την ημερομηνία αυτή.

Νομότυπα επίσης εκδόθηκε απόσπασμα του πρακτικού αυτού από τον Πρόεδρο και τον γραμματέα του Δ.Σ., που προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο, με βάση την απόφασή του, που ελήφθη στις 15.9.2016 (είναι δε σύνηθες στο δημόσιο τομέα να εκδίδονται ακριβή αποσπάσματα πριν από την επικύρωση των πλήρων πρακτικών- βλ. άρ6. 15παρ.8 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που όριζε κατά τον ίδιο χρόνο ότι "η υπογραφή του Προέδρου ή του αναπληρωτή του αρκεί για τη νόμιμη υπόσταση κάθε πράξης του συλλογικού οργάνου").

Οι ως άνω, άλλωστε, επιμέρους ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου, περί μη νομοτύπου της δηλώσεως παραστάσεως ως πολιτικώς ενάγοντος του παθόντος νομικού προσώπου κατά την έναρξη της διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν επαναφέρονται με την έφεσή του και τους προσθέτους λόγους αυτής. Απορριπτέος για τους ίδιους ως άνω λόγους είναι και ο λόγος έφεσης του δεύτερου κατηγορουμένου, σύμφωνα με τον οποίο κακώς δεν έγιναν δεκτές αντιρρήσεις κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., αν και ο κατηγορούμενος αυτός πρωτοδίκως υπέβαλε αντιρρήσεις μόνο κατά της παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου ως πολιτικώς ενάγοντος.

Κατόπιν αυτών, η νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 30.9.2016, για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, για την οποία κατηγορούνται οι πρώτος, τρίτος και τέταρτη των ήδη κατηγορουμένων με τις επιμέρους μορφές της αυτουργίας και της συμμετοχής σε αυτή για καθένα κατηγορούμενο και για την οποία δεν είχε υποβληθεί έγκληση, αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 464 Π.Κ., ότι το παθόν νομικό πρόσωπο επιθυμεί την πρόοδο της δίκης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η αναπλήρωση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ακόμα και την τυχόν ουσιαστική κάλυψη της ελλείψεως της δηλώσεως περί επιθυμίας προόδου της δίκης για τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας.

Σε κάθε περίπτωση, με το άρθρο 62 του ν. 4600/2019 το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.", το οποίο ιδρύθηκε με το άρθρο 26 του ν. 2071/1992, καταργήθηκε και στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας" (Ε.Ο.Δ.Υ.), που εποπτεύεται από τον Υπουργό Υγείας.

Στον νόμο αυτόν ορίστηκε, ειδικότερα, ότι οι εκκρεμείς δίκες ή δικαστικές υποθέσεις του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται, ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Δ.Υ. ως καθολικό διάδοχο του (άρθ. 62παρ.3 ν. 4600/2019). Με το άρθρο 52 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι το Δ.Σ. είναι ανώτατο όργανο της διοίκησης, αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν τον Οργανισμό στο πλαίσιο των σκοπών του, ο δε Πρόεδρος του Δ.Σ.

συγκαλεί το Δ.Σ. και προεδρεύει αυτού, εκπροσωπεί τον Οργανισμό δικαστικώς και εξωδίκως ενώπιον κάθε αρχής και ιδιωτών και σε περίπτωση απουσίας του αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο. Σύμφωνα με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 63 παρ.1, μέχρι τη συγκρότηση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Δ.Υ. οι αρμοδιότητές του ασκούνται από το Δ.Σ.

του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ενώ, σύμφωνα με την παρ.2, μέχρι τη δημοσίευση του οργανισμού, σύμφωνα με το άρθρο 61, εξακολουθεί να εφαρμόζεται ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που εγκρίθηκε με την ....2001 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. Ο Κανονισμός Λειτουργίας ορίζει όσα προαναφέρθηκαν ως προς τη λήψη αποφάσεων από το Δ.Σ., το οποίο είναι το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού προσώπου, καθώς και ως προς τις αρμοδιότητες του Προέδρου.

Με το άρθρο 50 του νόμου 4600/2019 ορίστηκε ότι ο Ε.Ο.Δ.Υ. διοικείται από επταμελές διοικητικό συμβούλιο, το οποίο διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας. Ότι το Δ.Σ. βρίσκεται σε απαρτία, όταν τα παρόντα μέλη του είναι περισσότερα από τα απόντα. Μεταξύ των παρόντων πρέπει υποχρεωτικά να είναι και ο Πρόεδρος ή Αντιπρόεδρος.

Ορίζεται, επίσης, ότι, αν κενωθούν θέσεις μελών και μέχρι να διοριστούν νέα μέλη, το Δ.Σ. εξακολουθεί να λειτουργεί νόμιμα για τρεις (3) μήνες, εφόσον παραμένουν τέσσερα (4) τουλάχιστον από τα ορισθέντα μέλη του συμπεριλαμβανομένων σε αυτά του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου. Κατά την 11η συνεδρίαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Δ.Υ.

της 18.7.2019, το πρακτικό της οποίας με τις υπογραφές του Αντιπροέδρου και της γραμματέως του Δ.Σ. προσκομίστηκε σε απόσπασμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη συνεδρίαση της 18.9.2019, το Δ.Σ., μετά τη διαπίστωση απαρτίας, παρουσία τεσσάρων μελών και του Αντιπροέδρου Α. Τ., λαμβάνοντας υπόψη την έγγραφη παραίτηση του Προέδρου του Δ.Σ., Θ.

Ρ. (στις 10.7.2019), την αναφερόμενη στο πρακτικό αποδοχή της παραίτησης από τον Υπουργό Υγείας (η οποία όμως οριστικοποιήθηκε μεταγενέστερα με την από 22.7.2019 έγγραφη αποδοχή από τον Υπουργό Υγείας που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 489/ΥΟΔΔ/30.7.2019) καθώς και τον ιδρυτικό νόμο του Ε.Ο.Δ.Υ. 4600/2019, αποφάσισε την ανάθεση καθηκόντων Προέδρου στον Αντιπρόεδρο Α.

Τ. ως νομίμου εκπροσώπου του Οργανισμού. Με βάση την απόφαση αυτή ο Αντιπρόεδρος Α. Τ., με την από 29.7.2019 έγγραφη δήλωση προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την οποία προσκόμισε ο συνήγορος πολιτικής αγωγής και μετά τον νέο Π.Κ. παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας, I. Μ., κατά τη συνεδρίαση της 17.9.2019, δήλωσε την επιθυμία του Ε.Ο.Δ.Υ.

για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας εις βάρος των κατηγορουμένων για την πράξη της απάτης σύμφωνα με το άρθρο 464 Π.Κ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφαση, απέρριψε ως μη νόμιμη την δήλωση αυτή, κρίνοντας ότι πρέπει να ληφθεί σχετική απόφαση από το Δ.Σ., και διέκοψε για την 1.10.2019, προκειμένου να προσκομιστεί νομότυπη δήλωση του Ε.Ο.Δ.Υ.

με σχετική απόφαση του Δ.Σ. Κατόπιν αυτών, το Δ.Σ. του Ε.Ο.Δ.Υ., που συγκάλεσε ο Αντιπρόεδρος Α. Τ., μετά την από 18.7.2019 απόφαση του Δ.Σ. να του αναθέσει καθήκοντα Προέδρου, κατά τη συνεδρίαση της 23.9.2019 έλαβε απόφαση εφαρμόζοντας το άρθρο 464 Π.Κ. για τη δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας κατά των κατηγορουμένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο δε συνήγορος του νομικού προσώπου, που ήδη παρίστατο για την υποστήριξη της κατηγορίας, Ι.

Μ., προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως εξουσιοδοτήθηκε με την ίδια απόφαση, ακριβές απόσπασμα του πρακτικού της 15ης/23.9.2019 συνεδρίασης του Δ.Σ. με βεβαίωση ακριβούς αντιγράφου από την υπεύθυνη της γραμματείας του Ε.Ο.Δ.Υ. Ε. Σ., το οποίο (ακριβές απόσπασμα) είναι υπογεγραμμένο από τον Αντιπρόεδρο και τη γραμματέα του Δ.Σ.

Από το απόσπασμα αυτό, που υποβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την 1.10.2019 αλλά και στη συνέχεια από το προσκομισθέν πλήρες αντίγραφο, προκύπτει ότι κατά τη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Ε.Ο.Δ.Υ. της 23.9.2019 συμμετείχαν στη συζήτηση και στη λήψη απόφασης, υφιστάμενης απαρτίας, ο Α. Β., αναπληρωματικό μέλος του παραιτηθέντος Προέδρου Θ.

Ρ., ο Α. Τ., Αντιπρόεδρος, η Μ. Κ., η Ο. Δ., η Α. Φ., η Μ. Μ. και ο Δ. Κ., μέλη του Δ.Σ. Ολοι οι ανωτέρω, από το σύνολο των εννέα μελών, είχαν διορισθεί μέλη του Δ.Σ. του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με την Α2β/ΓΠ οικ18864/13.3.2017 κοινή απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας. Όλα τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη είχαν υποβάλει τις παραιτήσεις τους οι οποίες, πλην εκείνης του Προέδρου, δεν είχαν γίνει αποδεκτές μέχρι 26.9.2019, οπότε έγιναν αποδεκτές με την υπ'αριθμ.

Γ4Β/Γ.Π.οικ68165/26.9.2019 απόφαση του Υπουργού Υγείας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 703/ΥΟΔΔ/27.9.2019. Επομένως, κατά το χρόνο της συνεδρίασης του Δ.Σ. (23.9.2019) και λήψης απόφασης σχετικά με τη δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας κατ' άρθρο 464 Π.Κ., πλήρες πρακτικό της οποίας προσκομίστηκε στη συνέχεια από την υπεράσπιση του πρώτου κατηγορουμένου, ο Ε.Ο.Δ.Υ.

διοικείτο νόμιμα από Δ.Σ. και η απόφαση ελήφθη νομότυπα με νόμιμη συγκρότηση του Δ.Σ. και με πλειοψηφία των παρισταμένων μελών (ο Α. Τ. ψήφισε λευκό), πέντε μελών (και αν δεν συνυπολογισθεί ο Α. Β., που αναπλήρωνε τον Πρόεδρο, η παρουσία του οποίου δεν επηρέασε την απαρτία των έξι εκ των εννέα μελών), αφού δεν είχε γίνει ακόμη αποδεκτή η παραίτηση των μελών Δ.Σ.

και ασκούσαν νόμιμα τα καθήκοντά τους, όπως, επίσης, νομότυπα εξουσιοδοτήθηκε ο ήδη παριστάμενος νόμιμα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την πολιτική αγωγή και στη συνέχεια για την υποστήριξη της κατηγορίας συνήγορος I. Μ. να προσκομίσει ακριβές απόσπασμα του πρακτικού που περιέχει την δήλωση του άρθρου 464 Π.Κ.

στο Δικαστήριο. Αλλωστε και ο νόμος 4600/2019, που ίσχυε κατά τον ίδιο χρόνο, σε κάθε περίπτωση συμπληρωματικά του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως προκύπτει από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 63, όριζε στο άρθρο 50, όπως προεκτέθηκε, ότι, αν κενωθούν θέσεις μελών και μέχρι να διοριστούν νέα μέλη, το Δ.Σ.

εξακολουθεί να λειτουργεί νόμιμα για τρεις (3) μήνες, εφόσον παραμένουν τέσσερα (4) τουλάχιστον από τα ορισθέντα μέλη του συμπεριλαμβανομένων σε αυτά του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου. Ίδια ρύθμιση προβλεπόταν κατά τον ίδιο χρόνο στο άρθ. 13παρ.5 του ν. 2690/1999 για τα συλλογικά όργανα του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

Συνεπώς, μετά την παραίτηση του Προέδρου Θ. Ρ. και την δημοσίευση της αποδοχής αυτής από τον Υπουργό στις 30.7.2019, τα μέλη του Δ.Σ. που απέμειναν ήταν οκτώ, μεταξύ των οποίων και ο Αντιπρόεδρος Α. Τ. και κατά τη συνεδρίαση της 23.9.2019 δεν είχε παρέλθει το τρίμηνο που όριζε ο ν. 4600/2019 ούτε είχαν γίνει αποδεκτές οι παραιτήσεις των λοιπών μελών του Δ.Σ.

Τα πρόχειρα πρακτικά υπεγράφησαν από τα παριστάμενα μέλη στις 23.9.2019, όταν ελήφθη η απόφαση, η δε επικύρωση των πλήρων πρακτικών έγινε μεταγενέστερα, ευχέρεια που προβλεπόταν από τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., όπως προαναφέρθηκε, χωρίς να καθίστανται αυτά ανυπόστατα. Το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., άλλωστε, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή του, αποτελεί οργανισμό δημόσιας υγείας και απαιτείται να λειτουργεί απρόσκοπτα μέσω των οργάνων που το διοικούν και το εκπροσωπούν και να λαμβάνει άμεσα αποφάσεις, σύμφωνα με τον σκοπό του ιδρυτικού του νόμου, επομένως, δεν είναι δυνατό να παραμένει, έστω και για ελάχιστο χρόνο, χωρίς διοίκηση και εκπροσώπηση, οι διατάξεις δε που ρυθμίζουν τη λειτουργία του πρέπει να αναγνωσθούν με αυτό το πνεύμα.

Για την εφαρμογή δε του άρθρου 464 Π,Κ. αρκεί απλή δήλωση του παθόντος ότι επιθυμεί τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, χωρίς να απαιτείται να περιλάβει σε αυτή και όλα τα περιστατικά που συνιστούν την τέλεση της αξιόποινης πράξης κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις, ούτε πρόκειται για υποβολή έγκλησης για να απαιτούνται ανάλογες διαδικασίες, όπως αβάσιμα υποστήριξε ο πρώτος κατηγορούμενος.

Η διάταξη του άρθρου 464 Π.Κ., εξάλλου, δεν παραπέμπει για την εφαρμογή της στο άρθρο 42 ΚΠΔ. Πέραν αυτού, ο συνήγορος πολιτικής αγωγής I..Μ. είχε ήδη νομότυπα την σχετική εξουσία από το Δ. Σ. να το εκπροσωπήσει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για παράσταση πολιτικής αγωγής από την έναρξη της διαδικασίας στις 30.9.2016, εξουσία που είχε λάβει, όπως προαναφέρθηκε, με απόφαση του Δ.Σ.

και με σχετική εξουσιοδότηση από τον εκπροσωπούντα κατά νόμο το νομικό πρόσωπο Πρόεδρο (πάλι μετά από απόφαση του Δ.Σ.) του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ΝΠΔΔ Ε.Ο.Δ.Υ. με το ν. 4600/2019, όπως προεκτέθηκε, και στη συνέχεια το ΝΠΙΔ Ε.Ο.Δ.Υ. (άρθ. 14παρ.3 ν. 4633/2019) με ίδια νομοθετική ρύθμιση ως προς τις εκκρεμείς διαδικασίες, επομένως και ως προς την εκπροσώπηση από τον άνω συνήγορο, του οποίου η εξουσία εκπροσώπησης δεν ανακλήθηκε, απορριπτομένων των ισχυρισμών περί λύσεως της σχέσης εντολής του μετά την κατάργηση του ΝΠΔΔ Ε.Ο.Δ.Υ.

και τη σύσταση νέου ΝΠΙΔ με το ν. 4633/2019, ισχυρισμών που υποβλήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο και περιέχονται στους πρόσθετους λόγους έφεσης. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, δεν ασκεί, επίσης, επιρροή στο νομότυπο της δήλωσης του άρθρου 464 Π.Κ. όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος πρωτοδίκως και επαναφέρει με τους πρόσθετους λόγους έφεσης (πέμπτο, έβδομο, όγδοο αλλά και με υπόμνημα - ένσταση στο παρόν Δικαστήριο), ότι η επικύρωση των μηχανογραφημένων πρακτικών έγινε από τα μέλη Δ.Σ.

όπως και το απόσπασμα του πρακτικού στις 30.9.2019, όταν είχαν ήδη γίνει αποδεκτές οι παραιτήσεις τους ούτε είναι αυτά ανυπόστατα. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού Λειτουργίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα και με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 63 του ν. 4600/2019, καθώς δεν είχε εκδοθεί κατά τον ίδιο χρόνο ο προβλεπόμενος στο άρθρο 61 οργανισμός του Ε.Ο.Δ.Υ., αλλά και χωρίς αντίθετη διάταξη από τον νόμο 4600/2019, τα μέλη Δ.Σ.

υπογράφουν τα πρακτικά που τηρούνται κατά τη συνεδρίαση, όπως και έγινε στις 23.9.2019, και η επικύρωση αυτών γίνεται στην επόμενη συνεδρίαση, χωρίς να υφίσταται ακυρότητα αν επικυρωθούν σε μεταγενέστερο χρόνο, αφού η επικύρωση δεν συνιστά συστατικό τύπο. Επίσης, δεν συντρέχει περίπτωση τέλεσης αξιόποινης πράξης πλαστογραφίας ή ψευδούς βεβαίωσης, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο ίδιος κατηγορούμενος, ο δε χρόνος επικύρωσης, έστω και αν αναφέρεται εσφαλμένα η 23.9.2019, δεν ασκεί επιρροή στην έννομη συνέπεια και στο κύρος της ληφθείσας απόφασης, με την οποία εκφράσθηκε νόμιμα η βούληση του νομικού προσώπου για συνέχιση της ποινικής διαδικασίας εις βάρος των κατηγορουμένων.

Επιπλέον, η απόφαση του Δ.Σ., που αφορά τη δήλωση του άρθρου 464 Π.Κ., δεν αποτελεί διοικητική πράξη ως μέσο άσκησης δημόσιας εξουσίας, παρά το χαρακτήρα του νομικού προσώπου κατά τον ίδιο χρόνο ως ΝΠΔΔ, αλλά πρόκειται για άσκηση δικαιώματος που δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις του διοικητικού δικαίου. Τα αντίθετα που επιχειρεί να υποστηρίξει η υπεράσπιση του πρώτου κατηγορουμένου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Δεν τυγχάνουν επίσης εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 174, 178, 180 Α.Κ., αφού δεν υφίσταται αντίθεση σε διάταξη νόμου ή παράβαση συνδεόμενη αιτιωδώς με τη λήψη της σχετικής απόφασης του Δ.Σ., που να οδηγεί σε ακυρότητα αυτής. Κατόπιν αυτών, ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, ότι πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη ελλείψει νομοτύπου δηλώσεως συνέχισης της ποινικής διαδικασίας εκ μέρους του Ε.Ο.Δ.Υ.

κατ'άρθρο 464 Π.Κ. αλλά και ο ισχυρισμός στους όγδοο και ένατο πρόσθετους λόγους έφεσης, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου λόγω της παράνομης παράστασης της πολιτικής αγωγής (υποστήριξης της κατηγορίας) πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ήδη δε νομίμως παρίσταται το παθόν νομικό πρόσωπο (Ε.Ο.Δ.Υ.) ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για την υποστήριξη της κατηγορίας''.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται υπέρβαση εξουσίας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, λόγω απαραδέκτου της ποινικής διαδικασίας ελλείψει νομοτύπου εγκλήσεως- δηλώσεως κατ' αρθ. 464 ΠΚ για την πράξη της απάτης, για την οποία και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, ενόψει του ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ι.

Μ., υπό την ιδιότητα του τρίτου-εντολοδόχου του ΔΣ του ΕΟΔΥ, προέβη κατά την δικάσιμο της 1.10.2019 σε δήλωση του άρθρου 464 ΠΚ, δυνάμει του από 23.9.2019 ακριβούς αποσπάσματος πρακτικού της 15ης συνεδρίασης του ΔΣ του ΕΟΔΥ της 23.9.2019, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη ελλείψει νομοτύπου δηλώσεως συνέχισης της ποινικής διαδικασίας εκ μέρους του ΕΟΔΥ, καθόσον α)παρέβλεψε ότι το δικαιούμενο να υποβάλει έγκληση ΚΕ.ΕΛ.Π.Ν.Ο είχε καταργηθεί κατά τον χρόνο δήλωσης (1.10.2019), ο δε καθολικός διάδοχος ΕΟΔΥ δεν ανήκει στα δικαιούμενα κατ' άρθ. 115 ΚΠΔ πρόσωπα, λαμβανομένου υπόψη ότι το δικαίωμα εγκλήσεως τυγχάνει ανεκχώρητο, αμεταβίβαστο και προσωποπαγές, β) δέχθηκε κατά κύριο λόγο τη μη ορθή άποψη ότι η παράσταση πολιτικής αγωγής/ υποστήριξης της κατηγορίας αρκεί τάχα και υποκαθιστά την δήλωση περί συνεχίσεως της ποινικής διαδικασίας και περαιτέρω δέχθηκε αβάσιμα ότι η δήλωση περί συνεχίσεως της ποινικής διαδικασίας αποτελεί μία απλή δήλωση και δεν εξομοιούται με τις διατυπώσεις της εγκλήσεως, γ) δεν απάντησε στην βάσιμη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η από 1.10.2019 δήλωση συνέχισης έλαβε χώρα από τρίτο- εντολοδόχο, ενώ το από 23.9.2019 απόσπασμα που φέρεται να τον εξουσιοδοτεί φέρει μόνο την υπογραφή του Αντιπροέδρου ΔΣ χωρίς τις υπογραφές των λοιπών μελών του ΔΣ και δεν φέρει καν γνήσιο υπογραφής των υπογραφόντων αυτό Τ.

και Δ., η βεβαίωση δε ότι το προσαρτηθέν πρακτικό αποτελεί ''Ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο πρακτικών του ΔΣ'' δεν καλύπτει τις ως άνω ελλείψεις, ούτε περιλαμβάνει καν υποτυπωδώς τα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα και συνιστούν την αξιόποινη πράξη της απάτης που του αποδίδεται, δεν εξειδικεύει τον τόπο, χρόνο και τις λοιπές περιστάσεις, αλλά ούτε και τον δράστη εκάστης πράξης και δ) παραβλέπει ότι σε κάθε περίπτωση η συμμετοχή του Βατόπουλου στην συνεδρίαση της 23.9.2019 ήταν παράνομη.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε πρωτοδίκως για απάτη κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος σε βάρος του ΝΠΙΔ με την επωνυμία ''ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΙΔΙΚΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ '' (ΚΕΕΛ), που στην συνέχεια μετονομάστηκε σε ''ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ και ΠΡΟΛΗΨΗΣ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ'' (ΚΕΕΛΠΝΟ) και ήδη ''ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ'' (ΕΟΔΥ), αρχικά ως ΝΠΔΔ με τον ν.4600/2019 και στη συνέχεια ως ΝΠΙΔ σύμφωνα με τον Ν. 4633/16.10.2019, ως καθολικού διαδόχου του ΚΕΕΛΠΝΟ, που συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες του ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου (αρθ. 14).

Το ως άνω δικαιούμενο προς υποβολή έγκλησης νομικό πρόσωπο προέβη νομότυπα σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την συνεδρίαση της 30.9.2016 για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 44 ΕΥΡΩ από καθένα κατηγορούμενο με επιφύλαξη. Η νομότυπη αυτή δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 30-9-2016 για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και για την οποία δεν είχε υποβληθεί έγκληση, αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ ότι το παθόν νομικό πρόσωπο επιθυμεί την πρόοδο της δίκης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και συνεπώς εν προκειμένω δεν απαιτείται η υποβολή δήλωσης του άρθρου 464 ΠΚ από τον καθολικό διάδοχο του ΚΕΕΛΠΝΟ, που νομίμως συνεχίζει την ένδικη εκκρεμή δίκη, ούτε συντρέχει λόγος απαραδέκτου της ποινικής διαδικασίας ελλείψει νομοτύπου εγκλήσεως- δηλώσεως κατ' αρθ. 464 ΠΚ για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, για την οποία και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, που αφορούν την ως εκ περισσού αιτιολογία της προσβαλλόμενης αναφορικά με την δήλωση του άρθρου 464 ΠΚ, στην οποία προέβη ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ι. Μ., υπό την ιδιότητα του τρίτου-εντολοδόχου του ΔΣ του ΕΟΔΥ, δικάσιμο της 1.10.2019, δυνάμει του από 23.9.2019 ακριβούς αποσπάσματος πρακτικού της 15ης συνεδρίασης του ΔΣ του ΕΟΔΥ της 23.9.2019, είναι αβάσιμες.

Και τούτο καθόσον : α) η δήλωση βούλησης του εγκαλούντος για την τιμωρία του δράστη δεν απαιτείται να είναι ρητή και πανηγυρική και σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 ΠΚ αρκεί μία απλή δήλωση για την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας και β) αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το ΔΣ του ΕΟΔΥ που συγκάλεσε ο Αντιπρόεδρος Α.

Τ., κατά την συνεδρίαση της 23.9.2019 έλαβε απόφαση εφαρμόζοντας το άρθρο 464 ΠΚ για την δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας κατά των κατηγορουμένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο δε συνήγορος του νομικού προσώπου προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ακριβές απόσπασμα του πρακτικού της 15Π 723.9.2019 συνεδρίασης του ΔΣ με βεβαίωση ακριβούς αντιγράφου από την υπεύθυνη της γραμματείας του ΕΟΔΥ Ε.

Σ., το οποίο (ακριβές απόσπασμα) είναι υπογεγραμμένο από τον Αντιπρόεδρο και την Γραμματέα του ΔΣ, ενώ επισημαίνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι κατά το χρόνο της συνεδρίασης του ΔΣ (23.9.2019) και λήψης απόφασης σχετικά με την δήλωση συνέχισης της ποινικής διαδικασίας κατ' άρθρο 464 ΠΚ, όπως προκύπτει από πλήρες πρακτικό που προσκομίστηκε από την υπεράσπιση του αναιρεσείοντα, ο ΕΟΔΥ διοικείτο νόμιμα από ΔΣ και η απόφαση ελήφθη νομότυπα με νόμιμη συγκρότηση του ΔΣ και με πλειοψηφία των παρισταμένων μελών (και αν δεν συνυπολογισθεί ο Α.

Β. που αναπλήρωνε τον Πρόεδρο, η παρουσία του οποίου δεν επηρέασε την απαρτία των έξι εκ των εννέα μελών).

Συνεπώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 - 1 του ισχύσαντος μέχρι την 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 386 παρ. 1 εδ. β` του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (που προβλέπει για την κακουργηματική μορφή της απάτης σωρευτικά με την ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη και χρηματική ποινή) και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, αν το περιουσιακό όφελος ή η προκληθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.

Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου.

Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα συμβεβηκότα του εξωτερικού κόσμου, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις.

Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς.

Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση"). Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος.

Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της απάτης πληρούται όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (ΑΠ 590/2024 971/2023, ΑΠ 892/2021).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετοχών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να απαιτείται η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 909/2024, ΑΠ 519/2024, ΑΠ 1503/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 131/2023).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 982/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 910/2022).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ.

α`, 27 παρ.1, 45, 98 του ΠΚ και 386 παρ. 3 περ. β`-1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα στοιχεία, που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ήτοι:

Α) Ως προς την επιμέρους πράξη της απάτης αναφορικά με την υπογραφή σύμβασης με την εταιρία ''... ΕΠΕ'': α) η παραπλανητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός, με την ιδιότητά του ως Διευθυντή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., εν γνώσει του και σε συνεργασία με τη συγκατηγορουμένη του Ο. Α., απέκρυψε το από 25-2-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με την εταιρία ''...

ΕΠΕ'', την οποία εκπροσωπούσε ο συγκατηγορούμενός του Ν. Ν. και η οποία είχε αναλάβει τη φύλαξη των κτιρίων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, αντί μηνιαίας αμοιβής 12.400 ευρώ, το οποίο (συμφωνητικό) παρέμεινε στο αρχείο της νομικής υπηρεσίας και ακολούθως εμφάνισε νέο συμφωνητικό, που υπέγραψε με τον Ν. Ν., στο οποίο αναφερόταν ψευδώς ότι η μηνιαία αμοιβή της εταιρίας ...

ΕΠΕ για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών ανέρχεται σε 24.800 ευρώ και το οποίο ακολούθως η Ο. Α. εν γνώσει του κοινοποίησε στο Τμήμα Οικονομικής Διαχείρισης με τα αριθ. πρωτ. 874/2005 και 874/δις/2005 έγγραφά της περί ορθής επανακοινοποίησης του ανωτέρω συμφωνητικού ενώ, στην πραγματικότητα, η ανωτέρω εταιρία είχε αναλάβει τη φύλαξη των κτιρίων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ κατόπιν διενέργειας διαγωνισμού, στον οποίο αναδείχθηκε μειοδότρια γιατί υπέβαλε την οικονομικότερη προσφορά που συνίσταται στη φύλαξη των κτιρίων αντί του μηνιαίου ποσού των 12.400 ευρώ, β) ότι, εξαιτίας των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων, παραπλανήθηκε η οικονομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, με αποτέλεσμα να πειστεί και να καταβάλει στην εταιρία ...

ΕΠΕ το ανωτέρω αυξημένο ποσό των 24.800 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ούτε είχε συμφωνηθεί, ούτε αντιστοιχούσε σε παροχή πρόσθετων υπηρεσιών, με συνέπεια να υποστεί βλάβη η περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ ύψους 148.800 ευρώ (12.400 Χ 12 μήνες) και με ΦΠΑ 175.584 ευρώ και γ) ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε κατά τα ανωτέρω με σκοπό να αποκομίσει η εταιρία ...

ΕΠΕ παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (175.584 ευρώ), πράγμα που επιτεύχθηκε. Ως προς τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες είναι αβάσιμες, επισημαίνονται τα ακόλουθα: 1) Τα παραπάνω στοιχεία δεν συνιστούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 390 ΠΚ, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, αλλά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης κατά συναυτουργία, πράξη για την οποία και καταδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο . 2)Αιτιολογείται επαρκώς η ύπαρξη περιουσιακής ζημίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

με τις παραδοχές ότι οι υπηρεσίες της εταιρίας ... ΕΠΕ παρασχέθηκαν και όφειλαν να παρασχεθούν με βάση την έγκυρη σύμβαση που προέβλεπε μηνιαία αμοιβή της τελευταίας ύψους 12.400 ευρώ, η οποία καταρτίστηκε μετά από έγκυρη δήλωση βουλήσεως της εταιρίας - προσφοράς για το ποσό που ζητούσε ως αμοιβή της, γνωρίζοντας συγκεκριμένα και με σαφήνεια τις υπηρεσίες που ζητούσε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ και όχι αντί του ποσού των 24.800 ευρώ μηνιαίως, ενόψει μάλιστα του ότι δεν παρασχέθηκαν επιπλέον υπηρεσίες ασφαλείας. 3) Αιτιολογείται πλήρως η κατά συναυτουργία τέλεση της πράξης και ο δόλος του αναιρεσείοντος με τις παραδοχές α) ότι οι ενέργειες και παραλείψεις της Ο.

Α. έγιναν με τη γνώση και τη συμμετοχή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Διευθυντή, ο οποίος είχε τη γενική ευθύνη της κατάρτισης, επιμέλειας και υπογραφής της σύμβασης φύλαξης, β) ότι η Ο. Α. δεν μπορούσε να ενεργήσει μόνη της, χωρίς την επίβλεψη και συνεργασία του αναιρεσείοντος, καθώς είχε πρόσφατα αναλάβει καθήκοντα και δεν γνώριζε όλες τις διαδικασίες, γ) ότι στην περίπτωση της σύμβασης με την ...

ΕΠΕ, δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία, αλλά εξαρχής υπογράφηκαν από τον αναιρεσείοντα δύο συμβάσεις με διαφορετικά ποσά, εκ των οποίων διαβιβάστηκε από την Ο. Α. στο τμήμα οικονομικής διαχείρισης αυτή που ανέφερε το αυξημένο ποσό των 24.800 ευρώ, με το οποίο πληρωνόταν η εταιρία ... ΕΠΕ, ενώ η δεύτερη που ανέφερε το ποσό των 12.400 ευρώ παρέμεινε στο γραφείο νομικών θεμάτων . 4) Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αιτιολογημένα τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι εν προκειμένω δεν υφίσταται περιουσιακή βλάβη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

λόγω ισάξιας παροχής υπηρεσιών ποσού 24.800 ευρώ από την εταιρία ... ΕΠΕ, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι α) δεν εκτελέστηκαν επιπλέον υπηρεσίες ασφαλείας και β) οι απασχοληθέντες στην εταιρία ... ΕΠΕ δεν είχαν όλοι άδεια φύλακα, ικανότητα και προσόντα απαραίτητα, στα οποία και απέβλεψε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, ώστε να τίθεται ζήτημα ισάξιας αντιπαροχής που ισοσταθμίζει την προκληθείσα ζημία .

Οι εμπεριεχόμενες, κατά τα λοιπά, διάσπαρτες αιτιάσεις, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, και αιτιάσεων περί ασαφών αιτιολογιών, που αφορούν στην επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και αποτελούν απλώς υπερασπιστικά επιχειρήματα και αμφισβήτηση των σε βάρος του παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, ειδικότερα δε οι προβαλλόμενες αντιθέσεις των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις επισημαινόμενες μαρτυρικές καταθέσεις, τις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Ο.

Α. και Α. Χ. και τα αναγνωσθέντα έγγραφα (ιδίως τους πίνακες ανάλυσης κόστους παρεχομένων υπηρεσιών), δεν συνιστούν λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Β. Ως προς την επιμέρους πράξη της απάτης αναφορικά με τα επιδόματα της Ο. Α. : α) η παραπλανητική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός, με την ιδιότητά του ως Διευθυντής του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στο Γραφείο Μισθοδοσίας του τελευταίου, με το διευκρινιστικό υπηρεσιακό του έγγραφο με αριθ. ...-2005, ότι η συγκατηγορουμένη του Ο.

Α. δικαιούται πλέον του μισθού της δύο επιδόματα, συνολικού ποσού 2.200 ευρώ (1.200 + 1.000), δυνάμει σχετικής απόφασης του ΔΣ, που είχε διαβιβαστεί στην οικονομική υπηρεσία ως ακριβές απόσπασμα με το υπ' αριθ. ...-2004 έγγραφο του αναιρεσείοντος, ενώ στην πραγματικότητα η σχετική απόφαση του ΔΣ δεν περιλάμβανε επιδόματα αλλά μόνο αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ για την Ο.

Α. και το ως άνω ακριβές απόσπασμα της συνεδρίασης του ΔΣ ήταν ψευδές κατά περιεχόμενο, β) ότι, εξαιτίας των ανωτέρω ψευδών παραστάσεων, παραπλανήθηκε η οικονομική υπηρεσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, με αποτέλεσμα να πειστεί και να καταβάλει στην Ο. Α. από τον Νοέμβριο του έτους 2004 μέχρι και τον Ιούνιο του 2.005, πλέον του επιδόματος των 1.200 ευρώ, που χορηγήθηκε στην τελευταία με απόφαση του Προέδρου του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., και το επίδομα των 1.000 ευρώ που δεν δικαιούνταν, γ) ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε κατά τα ανωτέρω με σκοπό να αποκομίσει η Ο.

Α. παράνομο περιουσιακό όφελος, με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., που ανέρχεται συνολικά σε 19.000 ευρώ (19 μήνες Χ 1000 ευρώ), πράγμα που επιτεύχθηκε. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα αιτιολογείται πλήρως η απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί πλαστότητας της υπογραφής του στο ως άνω υπ' αριθ. ...-2005 έγγραφό του και η γνώση αυτού περί καταβολής επιδόματος 1.000 ευρώ στην Ο.

Α., το οποίο αυτή δεν δικαιούνταν, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης α) ότι ο αναιρεσείων υπέγραφε τις μισθολογικές καταστάσεις χωρίς να εκφράσει καμία αντίρρηση για τις αποδοχές της Ο. Α. με επιδόματα ύψους 2.200 ευρώ και αναδρομικά από το μήνα Νοέμβριο 2004, αν και γνώριζε ότι το ΔΣ είχε λάβει απόφαση για την τελευταία ότι δικαιούται μόνο αποδοχές Διευθυντή ΕΣΥ, β) ότι η από 20-7-2013 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού γραφολόγου Δ.

Κ. καθίσταται επισφαλής ως προς την αποδεικτική της αξία καθόσον το γεγονός ότι η γραφολογική έρευνα έγινε επί φωτοαντιγράφου και όχι επί πρωτοτύπου εξασθενεί σημαντικά την εγκυρότητα των πορισμάτων του γραφολόγου καθώς δεν διακρίνονται ουσιώδεις λεπτομέρειες, αλλοιώνονται πολλά από τα χαρακτηριστικά της γραφής - υπογραφής, δεν διακρίνονται εύκολα οι μεταβολές της πίεσης, δυσχεραίνεται η εκτίμηση της ταχύτητας της γραφής, δεν αναπαράγονται οι αυλακώσεις και οι ιχνηλασίες και δεν διακρίνονται οι δισταγμοί και οι επανασυνδέσεις στη γραφή, γ) ότι ο αναιρεσείων υπέγραψε το υπ' αριθ. ...-2004 διαβιβαστικό έγγραφο, ενώ γνώριζε ότι έτσι διαβιβάζει το ψευδές κατά περιεχόμενο απόσπασμα του πρακτικού συνεδρίασης του ΔΣ στο οικονομικό τμήμα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και δ) αξιολόγησε πλήρως την απολογία της Ο. Χ.. η οποία στην απολογία της κατέθεσε '' Από τη στιγμή που φεύγει ο Χ. από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. είχα κάνει την αίτηση να σταματήσει το επίδομα και είχα τη διαβεβαίωση από το Διευθυντή ότι δεν θα μου κοπεί, γιατί το αξίζω το επίδομα, όλα έγιναν για να φύγει ο Χ....''. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που αφορούν τη διάσταση μεταξύ χειρόγραφων και πλήρων πρακτικών της επίμαχης συνεδρίασης του ΔΣ και την επιλεκτική αξιολόγηση επισημαινόμενων καταθέσεων είναι απαράδεκτες διότι με τις αιτιάσεις αυτές προβάλλεται ότι η εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι έγινε εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ήτοι με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί της ουσίας της υπόθεσης.

Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` του ΚΠΔ τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Θ. Π., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 3.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί η κατά το άρθρο 171 παρ.2 ίδιου Κώδικα έλλειψη ακρόασης του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή που υπό το καθεστώς του ισχύοντος από 01.07.2019 ΚΠΔ είναι απόλυτη (ενώ κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ ήταν σχετική), επέρχεται, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ο νόμος ρητά τους παρέχει και το Δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί στη σχετική αίτηση, ενώ όταν η απόρριψη της αίτησης δεν αιτιολογείται ειδικά, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ` του ΚΠΔ, ήτοι για έλλειψη της ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα. Αλλωστε η απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντ και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που πρέπει να παρατίθεται, εκτός από την κύρια επί της ενοχής απόφαση, τις οριστικές ή παρεμπίπτουσες αποφάσεις ή αυτές που η έκδοσή τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή, αυτούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171 παρ.2 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 333 παρ.2 εδ.

α και β ίδιου Κώδικα και κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής. Όσο δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ, (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύοντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων (άρθρο 7 παρ.24 του Ν. 4637/2019, ΦΕΚ Α' 180/18/11/2019) να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών (Ν. 4596/ 2019) της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία (Αιτιολογική έκθεση Ν. 4620/2019 - Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελ.52-56).

Τούτων παρέπεται ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, αλλά εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στα πλαίσια των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1821/2016).

Εξάλλου επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας υπάρχει όταν, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 369 παρ. 3 ΚΠΔ, με την απόφαση του δικαστηρίου προσδιορίζονται με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια, βάσει των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον αυτού, τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη ή όταν διορθώνονται ή συμπληρώνονται και βελτιώνονται κάποια ιστορικά στοιχεία, χωρίς να μεταβάλλεται ουσιωδώς η ταυτότητα της σχετικής πράξης ή όταν απλώς δίδεται ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός σ` αυτή από το δικάζον δικαστήριο, το οποίο οφείλει, κατά την άσκηση της εξουσίας του, να εξετάζει την πράξη υπό όλες τις μορφές που καλύπτει το δεδικασμένο της απόφασής του και να προβαίνει στον ορθό χαρακτηρισμό αυτής.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αποδίδεται στον κατηγορούμενο νέα και διαφορετική πράξη από εκείνη που έχει αποδοθεί σ αυτόν με την άσκηση της ποινικής δίωξης, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι παραβιάζεται, η διάταξη για άσκηση ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα (ΑΠ 402/2023 147/2020, ΑΠ 2000/2018). Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται απόλυτη ακυρότητα καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε σε αρνητικούς και καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, αξιολόγησε επιλεκτικά τα αποδεικτικά στοιχεία και ως προς την επιμέρους πράξη της απάτης που αφορά το επίδομα των 1.000 ευρώ, που έλαβε η Ό.

Α., ότι προσδιόρισε και συμπλήρωσε την κατηγορία της απάτης με το ότι ο αναιρεσείων διαβίβασε με το υπ' αριθ. 245δις/2004 έγγραφό του το αναληθές απόσπασμα του πρακτικού συνεδρίασης του ΔΣ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. που προέβλεπε ψευδώς το επίδομα των 1.000 ευρώ υπέρ της Ο. Α. ήτοι πραγματικά περιστατικά, για τα οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε απολογηθεί .

Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον α) το Δικαστήριο, με ιδιαίτερη επιμέλεια προέβη στην έρευνα, εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του και απάντησε σε όλους τους προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ισχυρισμούς, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι αρνητικοί ισχυρισμοί αυτού περί μη ύπαρξης δόλου και γνώση της υπογραφής της σύμβασης με διπλάσιο τίμημα με την εταιρία ''...'', περί μη πρόκλησης περιουσιακής βλάβης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

λόγω ισάξιας παροχής υπηρεσιών από την εταιρία ''...'' και περί μη διαβίβασης ψευδούς αποσπάσματος πρακτικών του ΔΣ με το υπ' αριθ. .../2005 έγγραφό του, τους οποίους απέρριψε ως αβάσιμους με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, όπως αναλυτικά εκτίθενται ανωτέρω και β) το ότι αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος είχε διαβιβάσει '' με το υπ' αριθ. ... / 2004 έγγραφό του το ψευδές απόσπασμα που προέβλεπε ψευδώς το επίδομα των 1000 ευρώ υπέρ της Ο.

Α.'' γεγονός που δεν αναφέρεται στο υπ' αριθ. 1462/ 2014 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, περίπτωση ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας, διότι εν προκειμένω το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσδιόρισε με περισσότερη ακρίβεια και σαφήνεια βάσει των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, τα στοιχεία που συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, συμπληρώνοντας κάποια ιστορικά στοιχεία χωρίς να μεταβάλλεται ουσιωδώς η ταυτότητα της σχετικής πράξης και χωρίς να αποδίδεται στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα διαφορετική πράξη από εκείνη που είχε αποδοθεί σε αυτόν με την άσκηση της ποινικής δίωξης, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων.

Συνακόλουθα ο θεμελιούμενος στη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ έβδομος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

4. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και επιπλέον αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή του οποίου το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, οφείλει να ερευνά και αυτεπαγγέλτως.

Η προβολή όμως, των αυτοτελών περί της συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση περιστατικών και δεν αρκεί απλώς η αναφορά της διατάξεως που το προβλέπει ή η επανάληψη της εκφράσεως του νόμου. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε, ούτε και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους.

Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 του κυρωθέντος με τον ν. 4610/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων και η αναφερόμενη στην ίδια διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ισχύοντος ΠΚ υπό στοιχείο ε`, η οποία συνίσταται στο ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.

Η σχετική διάταξη, που αφορά την ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, απαιτείται η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο διάστημα και δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς του δράστη, είτε κρατούμενου, είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, αλλά πρέπει να επικαλεστεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση της πράξεως από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του και όχι μόνο το συνήθως συμβαίνον σε κάθε μέσο κοινωνικό άνθρωπο (ΑΠ 466/2021, ΑΠ 253/2021, ΑΠ 527/2020).

Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος πραγματικά μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεώς του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά(ΑΠ 368/2022, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 874/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, μετά την απαγγελία της απόφασης επί της ενοχής αυτού, ζήτησε να αναγνωριστεί στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται στο άρθρο 84 παρ. 2 ε' ΠΚ, παρέδωσε δε και έγγραφο σημείωμα το οποίο μετά από παράθεση νομολογίας αναφέρει τα εξής:'' "..

Στην προκείμενη περίπτωση κατά το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τον χρόνο τέλεσης της αποδιδόμενης εις εμέ πράξης [χρονική περίοδος από 09/2004 έως 06/2005 και πλέον δεκαεπτά (18) έτη από την τέλεση της τελευταίας πράξης], κατά το οποίο διαβιώ ελεύθερος στην κοινωνία και ζω με σεμνότητα και ταπεινότητα σε γνωστή στις αρχές κατοικία στην Αργυρούπολη Αττικής, επί της οδού ....

Μέχρι το 2016 εργαζόμουν ως υπάλληλος αορίστου χρόνου, υπό τη θέση του Διευθυντή στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, ότε και προσέφερα τα βέλτιστα στον χώρο της δημόσιας υγείας, ως επιβεβαίωσαν όλοι οι ενώπιον Σας εξετασθέντες μάρτυρες- υπάλληλοι του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, αλλά και οι συγκατηγορούμενοί μου κκ. Χ. και Α., ενώ από το έτος 2016, ότε απολύθηκα από το ΚΕΕΛΠΝΟ εξαιτίας της παρούσας ποινικής εμπλοκής μου, εργάζομαι ως ιατρός μικροβιολόγος στην Αργυρούπολη Αττικής.

Σε όλη μου τη ζωή αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά στη φροντίδα του άρρωστου υιού μου, ο οποίος πάσχει από μυασθένεια Duchene κι είναι τετραπληγικός. χωρίς καμία κινητικότητα, φέρει εσωτερικό απινιδωτή και είναι συνδεδεμένος με αναπνευστήρα, ενώ υποβάλλεται καθημερινά σε φυσιοθεραπείες και πολύ συχνά σε ορθοπεδικές επεμβάσεις.

Την αφοσίωση μου στην φροντίδα του υιού μου επιβεβαίωσε επ'ακροατηρίω και η μάρτυρας υπεράσπισής μου, κα Ε. Κ., η οποία κατέθεσε ότι έχω αναλάβει εξ ολοκλήρου την καθημερινή φροντίδα του και την υποβοήθηση του στις καθημερινές βιοτικές ανάγκες του, καθώς δεν είναι σε θέση να βιοποριστεί (ούτε καν σιτιστεί) αυτοδύναμα.

Ταυτόχρονα, προσπαθώ να διαχειριστώ και την ιδιαιτέρως κλονισμένη υγεία μου, η οποία λόγω της παρούσας υποθέσεως λειτουργεί ως τροχοπέδη στην καθημερινότητα μου. Ως προκύπτει, δηλαδή, από τον ιατρικό φάκελο μου πάσχω από κακοήθη υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, καρδιοπάθεια, ενώ κατά το πρόσφατο παρελθόν υπέστην σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, η οποία μου έχει αφήσει ως απότοκο επιληπτικές κρίσεις.

Το έτος 2020 νοσηλεύτηκα επί εικοσαήμερου για covid στο Νοσοκομείο Σωτηρία, καθώς σοβαρές επιπλοκές (πνευμονία, με επίμονη πυρετική κίνηση) που έθεσαν σε κίνδυνο την ήδη κλονισμένη υγεία μου. Έκτοτε, και για μεγάλο χρονικό διάστημα, εμφάνισα. Long covit ενώ όταν απολογήθηκα ενώπιον Σας ήμουν οριακά τυφλός καθώς η υγεία των οφθαλμών μου τυγχάνει σοβαρά κλονισμένη (υπεβλήθην μετά.

την απολογία μου σε. αποκαταστατική χειρουργική επέμβαση στον δεξί οφθαλμό και εντός των επόμενων εβδομάδων θα χειρουργηθώ και στον αριστερό όπου η όρασή μου είναι περιορισμένη στο 4/10). Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι διαθέτω λευκό ποινικό μητρώο, υπήρξα ιδιαιτέρως συνεπής προς άπασες τις δικονομικές μου υποχρεώσεις, ανταποκρίθηκα άμεσα στις σχετικές κλήσεις τόσο των εισαγγελικοί όσο και των ανακριτικών αρχών, δεν είμαι φυγόποινος ή φυγόδικος.

Επίσης, θα πρέπει να συναξιολογηθεί το γεγονός ότι πολλές πτυχές της ένδικης υποθέσεως αναδείχθηκαν και αποσαφηνίστηκαν αποκλειστικά κατόπιν της από 20-03-2006 και με αριθ. πρωτ. ΟΙΚ 2616 Επιστολής /Καταγγελίας μου προς τον Γενικό Γραμματέα Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κ. Β. Ρ. με Θέμα: Αίτημα Διευθυντή ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για Εισαγγελική Παρέμβαση και με είκοσι δύο (22) συνημμένα έγγραφα, η οποία παρελήφθη με αριθ. πρωτ: ...-2006 (πρβλ. εντός της ποινικής δικογραφίας). Οι καταγγελίες μου αυτές διερευνήθηκαν αρμοδίως δυνάμει της από ...-2006 εντολής του κ. Υπουργού Υγείας και Αλληλεγγύης από το Σ. Ε. Υ. Υ. Π, η οποία οδήγησε 1) στην υπ' αρ.

πρ. .../2006 εντολή του Γενικού Επιθεωρητή του Σώματος Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας κ. Σ. 2) στην υπ' αρ. ....2006 έκθεση ελέγχου των κκ. Θ. Κ., Κ. Μ. και Θ. Μ., 3) στον σχηματισμό της παρούσας, υπό στοιχεία Α.Β.Μ. Α07/124 ποινικής δικογραφίας του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών κ. Λακαφώση, στην οποία μάλιστα συσχετίστηκε η υπό στοιχεία ΑΒΜ:

Β 2006/3714 από 06-07-2006 μηνυτήρια αναφορά μου κατά του τότε Προέδρου του Οργανισμού κ. Α. Χ. ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών. Εν όψει των ανωτέρω και επειδή έχει παρέλθει διάστημα 18 ετών από την τέλεση της τελευταίας μερικότερης πράξης για την οποία καταδικάστηκα, ευπροσώπως ζητώ την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

ε ΠΚ στο πρόσωπο μου''. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε κατά πλειοψηφία τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την αναλυτική παράθεση της σχετικής νομολογίας, κατά λέξη, τα εξής:'' ο πρώτος κατηγορούμενος, Θ. Π., ζήτησε να αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' Π.Κ.

Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αοριστίας του, καθώς δεν προσδιορίζεται με περιστατικά συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς βελτίωσή του ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών των πράξεών του, τις οποίες, άλλωστε, αρνείται, είναι, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, και αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση των πράξεων, από τα οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν.

Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την περίοδο τέλεσης των αδικημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε και η διαβίωσή του "ελεύθερος στην κοινωνία", όπως αναφέρει, το ότι ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και ότι παρείχε πάντα (και πριν από την τέλεση των αδικημάτων) τη δέουσα φροντίδα στον σοβαρά ασθενή υιό του, δεν αποτελούν περιστατικά θεμελίωσης της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Επίσης, το επικαλούμενο γεγονός της έκδοσης και αποστολής του ....2006 εγγράφου του προς τον Γενικό Γραμματέα Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με αίτημα για εισαγγελική παρέμβαση σε σχέση με τις παράνομες προσλήψεις και την αμοιβή της εταιρίας φύλαξης ... ΕΠΕ" δεν αποτελεί επίσης περιστατικό βάσιμης θεμελίωσης της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης.

Και τούτο διότι, αφενός δεν αποτελεί γεγονός που καταδεικνύει θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού, από την οποία να προκύπτει σαφής ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, αφού η συγκεκριμένη επιστολή είχε στόχο τον Πρόεδρο του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., Α.

Χ., και επιδίωξη εισαγγελικής έρευνας εις βάρος του, αποπροσανατολίζοντας από την δική του συμμετοχή σε παράνομες πράξεις, όπως εκτέθηκε και στο κυρίως σκεπτικό, αφετέρου ο ίδιος μέχρι και σήμερα αρνείται οποιαδήποτε συμμετοχή του στην τέλεση των άδικων πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος, επιδίωξε μάλιστα, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του να προκαλέσει σύγχυση στην ανακριτική έρευνα αμφισβητώντας την υπογραφή του σε κρίσιμα για τις κατηγορίες έγγραφα, τα οποία, όπως αποδείχθηκε και αναφέρεται στο κυρίως σκεπτικό της παρούσας, φέρουν τις γνήσιες υπογραφές του (βλ.

και το ....2005 έγγραφο, την έκδοση του ....2004 εγγράφου με ψευδή ημερομηνία και με συνημμένο νοθευμένο απόσπασμα πρακτικού Δ.Σ.). Επομένως, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, κατά την άποψη της πλειοψηφίας, και ο αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί''.

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας επαρκώς αιτιολογημένα απέρριψε τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (επισημαίνοντας αρχικά την αοριστία του), αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να υποδηλώνεται η βελτίωση αυτού, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών των πράξεων του, τις οποίες άλλωστε αρνείται.

Ειδικότερα ορθώς η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι τα θέματα υγείας που αντιμετωπίζει και η παροχή της δέουσας φροντίδας στο σοβαρά ασθενή υιό του, δεν αποτελούν περιστατικά θεμελίωσης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, ενώ περιγράφονται ως αρνητικά της προσωπικότητός του περιστατικά, η προσπάθεια να αποπροσανατολίσει την έρευνα από την δική του συμμετοχή σε παράνομες πράξεις και να στρέψει την εισαγγελική έρευνα σε βάρος του Προέδρου του ΚΕ.ΕΛ.Π.Ν.Ο., Α.

Χ., με την έκδοση και αποστολή του ....2006 εγγράφου του προς τον Γενικό Γραμματέα Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Τέλος δεν παραβιάζεται το δικαίωμα περί μη αυτενοχοποίησης του κατηγορουμένου όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, όταν επισημαίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως αρνητικό της προσωπικότητας του γεγονός το ότι, ο επικαλούμενος την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2ε ΠΚ κατηγορούμενος, μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος του και κατά την διάρκεια της ανάκρισης αμφισβήτησε την υπογραφή του σε κρίσιμα της κατηγορίας έγγραφα τα οποία όπως αναφέρονται στο κυρίως σκεπτικό της απόφασης, φέρουν τις υπογραφές του (το ....2005 έγγραφο, την έκδοση του ....2004 εγγράφου με ψευδή ημερομηνία και με συνημμένο νοθευμένο απόσπασμα πρακτικού Δ.Σ.).

Συνακόλουθα, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠοινΔ, όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόρριψης του προβληθέντος ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος, χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος.

Δ. Επί της από 21-3-2024 αίτησης αναίρεσης του Α. Χ. του Ε. : 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του νέου ΠΚ, η οποία ως επιεικέστερη εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση, "1. Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή [ήδη, μετά τον ν. 4855/2021, τιμωρείται με φυλάκιση και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή].

Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά των ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες.

Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη". Για την, κατά την ως άνω διάταξη, στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας, απαιτείται αντικειμενικώς: α) Πρόσωπο, που έχει την επιμέλεια ή διαχείριση της περιουσίας άλλου, η ιδιότητά του δε αυτή μπορεί να πηγάζει από δικαιοπραξία (λ.χ. σύμβαση εντολής, πληρεξουσιότητας, εργασίας) ή εκ του νόμου (όπως ο διαχειριστής νομικού προσώπου) και να υπάρχει στον δράστη κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης.

Η επιμέλεια ή διαχείριση μπορεί να αφορά σε όλη την περιουσία ή σε μέρος της ή και σε μία μόνο πράξη. β) Πράξη ή παράλειψη, επιφέρουσα ζημία στην περιουσία του άλλου, η πράξη δε πρέπει να εμφανίζεται ως εξωτερική και δικαιοπρακτική, που είναι κατά κανόνα οι δικαιοπραξίες, όπως πώληση, δωρεά κτλ, οι οιονεί δικαιοπραξίες, όπως όχληση, καταγγελία κτλ, οι διαδικαστικές πράξεις, όπως ομολογία αγωγής κτλ, χωρίς να αρκεί η ενέργεια υλικών πράξεων, αλλά πρέπει να υπάρχει δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων, με κίνδυνο και ευθύνη του διαχειριστή και η πράξη ή η παράλειψη να επιφέρει ζημία στην ξένη περιουσία, χωρίς όμως σκοπό ιδιοποίησης.

Αντιθέτως, δεν συνιστούν διαχειριστικές πράξεις εσωτερικές ενέργειες με υλικό ή και δικαιοπρακτικό χαρακτήρα (λ.χ. διαχειριστής διαγράφει αρχείο πελατών, λαμβάνει χωρίς δικαίωμα άτοκο δάνειο από το ταμείο της εταιρείας και μηνιαία αντιμισθία υψηλότερη από την εγκριθείσα κτλ). Σύμφωνα με την επικρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία θεωρία της κατάχρησης, η εγκληματική συμπεριφορά πραγματώνεται όταν ο διαχειριστής καταχράται την προς τρίτους αντιπροσωπευτική εξουσία του, ήτοι, εν γνώσει του υπερβαίνει τα όρια της επιτρεπτής έννομης δράσης του, τα οποία οφείλει να τηρεί στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας, παραβαίνοντας τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης.

Τους τελευταίους (κανόνες) προσδιορίζουν ο νόμος, η σύμβαση μεταξύ του κυρίου της περιουσίας και του διαχειριστή, οι στόχοι της διαχείρισης και οι διαμορφούμενοι στις συναλλαγές κανόνες επιμέλειας. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου, που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης η νομή, η σταθερή πελατεία, η με σταθερότητα περιβαλλόμενη προσδοκία κτήσης τέτοιων, γενικώς, οικονομικών αγαθών.

Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωσή της, που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με τη διάθεση απαίτησης ή δικαιώματος ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας, πριν από τη διάθεσή της και της αξίας της περιουσίας, που απομένει μετά τη διάθεσή της από τον δράστη.

Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, μπορεί να συνιστά και η συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί βέβαιη μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. Μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακής ζημίας απαιτείται αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος, κατά τη θεωρία του ισοδυνάμου των όρων.

Προσθέτως, μεταξύ της παράβασης των κανόνων επιμελούς διαχείρισης και της ζημίας απαιτείται και συνάφεια κινδύνου. Η ζημία, δηλαδή, θα πρέπει να είναι πραγμάτωση εκείνου ακριβώς του κινδύνου, που έθεσε ο δράστης, όταν εν γνώσει του παρέβη τους κανόνες της επιμελούς διαχείρισης. Αν, αντιθέτως, είναι πραγμάτωση άλλου κινδύνου, δεν στοιχειοθετείται απιστία, έστω και αν συντρέχουν όλα τα στοιχεία της.

Πρέπει, δηλαδή, η περιουσιακή ζημία να οφείλεται όχι απλώς στην συμπεριφορά του δράστη, αλλά στην παράβαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης. Υποκειμενικά, απαιτείται "υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση", ήτοι άμεσος δόλος, μη αρκούντος του ενδεχόμενου δόλου, συγκεκριμένα δε, γνώση του δράστη ότι η πράξη είναι επιζήμια για την περιουσία, που διαχειρίζεται ή επιμελείται και θέληση αυτού να επιφέρει τη ζημία αυτή, υπό την έννοια της επιδίωξης ή πρόβλεψης ως αναγκαίας και αποδοχής της πρόκλησης της ζημίας (ΑΠ 806/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 523/2022).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 982/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 910/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απιστίας κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Α.

Χ. και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις (νομικοί συλλογισμοί) με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 26 εδ.α`, 27, 98 παρ. 2 και 390 παρ.1β του ισχύοντος ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές ήτοι η ιδιότητα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ως Προέδρου του ΔΣ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., από 11-11-2004 έως το μήνα Αύγουστο 2006, η πρόκληση, από πρόθεση, βέβαιης ζημίας σε βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κατά παράβαση εξακολουθητικά των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης εκ μέρους του, η οποία συνίσταται α) στην παράνομη πρόσληψη εκατόν σαράντα (140) υπαλλήλων, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, τις οποίες ο ίδιος μετέτρεψε σε αορίστου χρόνου, β) στην χορήγηση παράνομα επιδόματος ποσού 1.200 ευρώ στην Ο.

Α., αν και γνώριζε ότι η τελευταία δεν δικαιούνταν τούτο και γ) στην παράνομη κατάρτιση πρόσθετου συμφωνητικού με την εταιρία ... ΕΠΕ, για παροχή μη αναγκαίων πρόσθετων υπηρεσιών φύλαξης των εγκαταστάσεων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., η ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. που συνίσταται αντίστοιχα στα ποσά 5.703.242,79, 60.000 και 192.304 ευρώ και η περιγραφή του τρόπου εξακολουθητικής παραβίασης των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης εκ μέρους αυτού.

Διασαφηνίζεται ρητά ότι η παραβίαση έγινε εν γνώσει του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ήτοι με δόλο άμεσο που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση επαγωγής της ζημίας. Μετά από τα προαναφερθέντα οι υποστηρίζουσες τα αντίθετα σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες. Ειδικότερα ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθόσον το Δικαστήριο δεν απάντησε σε αρνητικούς - καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του ως προς τις επιμέρους πράξεις της κακουργηματικής απιστίας, για την οποία και καταδικάστηκε.

Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει ειδική αιτιολογία στην απόφασή του για τους παραπάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη αυτών και ειδικότερα :

Α. Αναφορικά με την κατηγορία του προσθέτου συμφωνητικού φύλαξης με την εταιρία ... ΕΠΕ: Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει στους καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του ότι το εν λόγω πρόσθετο συμφωνητικό φύλαξης προέκυψε από έκτακτες ανάγκες και συγκεκριμένα λόγω βανδαλισμών σε κτήρια και αυτοκίνητα του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και απειλές κατά του προσωπικού του και έλαβε χώρα μετά από προφορική εισήγηση του συγκατηγορουμένου του και Διευθυντή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ο οποίος διαπραγματεύθηκε το κόστος της πρόσθετης αυτής συμφωνίας, η οποία εν τέλει εγκρίθηκε από το ΔΣ με την τροποποίηση του προϋπολογισμού στις 31-10-2005 και απολογιστικά από το ΔΣ στις 7-7-2006.

Το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απάντησε στους ανωτέρω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του α) ότι κατά την σύναψη του πρόσθετου συμφωνητικού, ο αναιρεσείων ενήργησε πέραν των εξουσιοδοτήσεων που του είχαν δοθεί από το ΔΣ, διότι δεν είχε τηρηθεί η απαραίτητη προϋπόθεση της πρόβλεψης στον προϋπολογισμό, δεν έγινε γραπτή εισήγηση της υπηρεσίας, εφόσον επρόκειτο να γίνει υπέρβαση του προϋπολογισμού, ενώ ήταν τελείως πρόσφατη η απόφαση του ΔΣ της 2.2.2005, στο οποίο συμμετείχε και ο ίδιος ο αναιρεσείων, για τη φύλαξη των κτιρίων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ από την ...

ΕΠΕ μετά από διαγωνισμό, όπου είχε συνυπολογιστεί η τοποθεσία που βρισκόταν το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και η επικινδυνότητα της περιοχής, ενώ αναφορικά με τις απειλές κατά της ζωής του διευθυντή, δεν αποδείχθηκαν ούτε υπήρξε έγγραφη ενημέρωση και σχετικό αίτημα του τελευταίου, β) η επίκληση έκτακτης ανάγκης λόγω της επίθεσης κατά του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

είναι επίσης προσχηματική αφού αυτή έλαβε χώρα το Μάρτιο 2005 και το πρόσθετο συμφωνητικό καταρτίστηκε τον Ιούλιο και συνεπώς δεν δικαιολογείται η μη λήψη προσφορών, γ)ο κατηγορούμενος συνεπώς υπέγραψε το πρόσθετο συμφωνητικό επιβαρύνοντας εν γνώσει του το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. με επιπλέον ποσό υπέρ της ... ΕΠΕ, χωρίς αντίστοιχη πρόβλεψη στον προϋπολογισμό, χωρίς ανάλυση κόστους ανά προσφερόμενη εργασία, και συγκεκριμένη τιμολόγηση των υπηρεσιών, χωρίς να ερευνήσει την δυνατότητα επωφελέστερης επιλογής, χωρίς να εξαντλήσει τα περιθώρια διαπραγμάτευσης, ενώ υπήρχε δυνατότητα κοστολόγησης, δ) ο ίδιος γνώριζε όλους τους περιορισμούς αυτούς και τους παρέκαμψε εν γνώσει του, προκειμένου να ωφεληθεί η εταιρία ...

ΕΠΕ εις βάρος της περιουσίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ε) ο ισχυρισμός της μετέπειτα έγκρισης της δαπάνης από το πρόσθετο συμφωνητικό με τον προϋπολογισμό και την απόφαση ΔΣ της 7.7.2006 ακόμα και αν ευσταθούσε, δεν αναιρεί την ευθύνη του κατηγορουμένου προέδρου, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο που ενήργησε δεν υπήρχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κατάρτιση της πρόσθετης σύμβασης, δεν είχε εξουσιοδότηση προς τούτο από το ΔΣ, η ζημία δε στον οργανισμό είχε ήδη επέλθει στις 7.7. 2006 με την πληρωμή μηνιαίως του επιπλέον ποσού, το δε διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να νομιμοποιεί εκ των υστέρων με απόφασή του, εν μέσω μάλιστα του ελέγχου από τους επιθεωρητές ΣΕΥΥΠ, μια παράνομη ενέργεια που είχε ήδη προκαλέσει ζημία στον οργανισμό που διοικεί και στ) δεν υπήρξε επίσης έγκριση της δαπάνης κατά την τροποποίηση του προϋπολογισμού στις 31.10.2005 ή με άλλη απόφαση ΔΣ του 2006, στην οποία να έχει γίνει αναφορά στο συγκεκριμένο πρόσθετο συμφωνητικό, αλλά λαμβάνονται αποφάσεις για μελλοντικές αναθέσεις στον Πρόεδρο σύναψης συμφωνητικών .

Αναφορικά με την κατηγορία του επιδόματος 1200 ευρώ που χορήγησε στην Ο. Α. : Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί τον καταλυτικό της κατηγορίας ισχυρισμό του ότι τον μήνα Μάιο 2005 εξέδωσε απόφαση με την οποία χορήγησε επίδομα των 1200 ευρώ στην Ο. Α., χωρίς να γνωρίζει ότι η τελευταία δεν δικαιούται το εν λόγω επίδομα, αλλά στηριζόμενος αποκλειστικά στο απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης του ΔΣ της 5ης-11-2004, στην οποία δεν ήταν παρών και ως εκ τούτου δεν γνώριζε τι είχε αποφασιστεί, το οποίο (πρακτικό) του επέδειξε η νομική σύμβουλος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., η οποία και συνέταξε τη σχετική απόφαση χορήγησης του επιδόματος .

Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες καθόσον η προσβαλόμενη απόφαση αιτιολογεί πλήρως την απόρριψη αυτού του ισχυρισμού αφού διαλαμβάνει α) ότι η μισθολογική πολιτική του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. είχε καθοριστεί με τις αποφάσεις του ΔΣ ...-2002 και ...-2002, β) ο αναιρεσείων για την έκδοση απόφασης χορήγησης του επίμαχου επιδόματος έλαβε υπόψη τις ως άνω αποφάσεις του ΔΣ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. (της 13.11.2002 και 27.11.2002) που αναφέρονταν στην απόφασή του, σχετικά με την χορήγηση επιδομάτων ευθύνης και αυξημένων αρμοδιοτήτων, γ) ότι η απόφαση αυτή ήταν παράνομη, διότι οι ανωτέρω αποφάσεις ΔΣ που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην απόφασή του, ρητά εξαιρούν τους ιατρούς από την χορήγηση επιδομάτων αυξημένων αρμοδιοτήτων, καθώς η υψηλότερη αμοιβή που μπορούσαν να λάβουν όσοι ιατροί ασκούσαν διοικητικά καθήκοντα ήταν αυτή του Διευθυντή ΕΣΥ, δ) την παρανομία αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, διότι ήταν παρών ως μέλος του ΔΣ, κατά τις ως άνω συνεδριάσεις του ΔΣ με Πρόεδρο τον Γ.

Σ. και ε) απολογούμενος πρωτοδίκως ανάφερε ότι είχε διαβάσει την απόφαση (άρα γνώριζε) ότι οι ιατροί εξαιρούνται από τα επιδόματα αυξημένων αρμοδιοτήτων και επικαλέστηκε το ότι ήθελε να ανταμείψει τους εργαζόμενους (εις βάρος όμως της περιουσίας του Οργανισμού). Όσον αφορά την κατηγορία των προσλήψεων 140 ατόμων :

Ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογεί τους καταλυτικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του ότι οι ανωτέρω προσλήψεις έγιναν εν αγνοία του, γεγονός που αντιλήφθηκε τον μήνα Νοέμβριο 2005 και ότι σε κάθε περίπτωση οι προσλήψεις αυτές, τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ήταν αναγκαίες προς εξυπηρέτηση της αναγκαιότητας επιδημιολογικής επιτήρησης της γρίπης που είχε εκδηλωθεί και της προετοιμασίας για πιθανή πανδημία και δεν προκάλεσαν ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

λόγω ισάξιας αντιπαροχής αφού οι φερόμενοι ως παράνομα προσληφθέντες εργάζονταν κανονικά από την ημερομηνία της πρόσληψής τους, δεν έλαβε χώρα καμία διοικητικού χαρακτήρα νομική ενέργεια για την ακύρωση των συγκεκριμένων προσλήψεων και οι προσληφθέντες εξελίχθηκαν υπηρεσιακώς κανονικά, κατέχοντας ήδη ανώτερες θέσεις στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Οι αιτιάσεις όμως αυτές είναι αβάσιμες καθόσον η προσβαλόμενη απόφαση αιτιολογεί την απόρριψη αυτών των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος με τις παραδοχές της α) ότι τα συγκεκριμένα άτομα που περιλαμβάνονται στις 140 προσλήψεις, οι οποίοι ήταν στην συντριπτική τους πλειοψηφία διοικητικοί και όχι επιστημονικό προσωπικό, δεν είχαν ιδιαίτερες γνώσεις και προσόντα, στα οποία σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για την αντιμετώπιση της πανδημίας της γρίπης έπρεπε να αποβλέψει και απέβλεψε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για να τους προσλάβει (βλ. και σχετικές παρατηρήσεις κατωτέρω επιθεωρητών ΣΕΥΠ στην από 18.7.2006 έκθεσή τους), ώστε να γίνει λόγος για ισάξια παροχή, της οποίας γίνεται επίκληση για αντίκρουση της κατηγορίας και εξ αυτής έλλειψη ζημίας του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., β) το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της πανδημίας γρίπης, το οποίο εκδόθηκε τον Οκτώβριο 2005, ενώ οι παράνομες προσλήψεις ξεκίνησαν από Μάιο 2005, κάνει λόγο για εργαστηριακή επιτήρηση, προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού και χορήγηση φαρμάκων για την θεραπεία, τα οποία απαιτούν εξειδικευμένο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και όχι απλώς διοικητικό προσωπικό με στέρηση σχετικών γνώσεων, έστω και στοιχειωδών προκειμένου να προσφέρουν την συνδρομή τους στην αντιμετώπιση της ασθένειας και γ) ότι επρόκειτο για πολιτικές τοποθετήσεις και εξυπηρετήσεις εκλογικής πελατείας με την πρόσληψη συγγενών των ήδη υπαλλήλων του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., ενώ ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ιδιόχειρα σημειώματα με στοιχεία των προσλαμβανομένων, που υπήρχαν αρχικά στους φακέλους, όπως κατέθεσαν και οι μάρτυρες υπάλληλοι στο γραφείο προσωπικού, προερχόμενα από πολιτικά στελέχη για τον διορισμό ''δικών τους '' ανθρώπων.

Εξάλλου οι σχετικές με την κατηγορία, λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ) είναι αβάσιμος.

2. Από την διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου).

Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς τον σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.

Οι μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ` ιδίαν μερικότερων πράξεων, επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1, είναι αυτοτελής έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν. Όμως, στο κατ` εξακολούθηση έγκλημα της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε. Σκοπός της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ` εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης, που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών.

Πρόκειται για ρύθμιση, που αφορά στη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου.

Στην περίπτωση αυτή, το κατ` εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ενιαίο έγκλημα, με συνέπεια οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλεια τους, ο δε χρόνος της παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας επιμέρους πράξης του δράστη (ΑΠ 590/2024, ΑΠ 660/2023, ΑΠ 1584/2022, ΑΠ 212/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας λόγω έλλειψης ακροάσεως του αναιρεσείοντος και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω μη απάντησης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στον αυτοτελή ισχυρισμό του περί εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής της επιμέρους πράξης της απιστίας, που αφορούσε το επίδομα των 1.200 ευρώ που χορήγησε ο αναιρεσείων στην Ό.

Α., συνολικού ποσού 60.000 ευρώ, η οποία (πράξη) αποτελεί πλημμέλημα αφού είναι κάτω του κακουργηματικού ορίου των 120.000 ευρώ, έχει φερόμενο χρόνο τελέσεως τον μήνα Μάϊο του 2005 και μέχρι την εκδίκαση της (έτος 2023) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ (8) ετών. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμος καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι στην τελευταία προσδιορίζεται σαφώς η κατ' εξακολούθηση τέλεση της κακουργηματικής πράξης της απιστίας σε βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

που τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τόσο στο διατακτικό της απόφασης, όσο και στο σκεπτικό αυτής με τις παραδοχές της ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε αποβλέποντας στο συνολικό αυτό αποτέλεσμα ζημίας με τις μερικότερες πράξεις του, με ενότητα δόλου (98 παρ.2 ΠΚ), πράξεις των οποίων η τέλεση εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό για την ουσιαστική ολοκλήρωση της παράνομης συμπεριφοράς του με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ΚΕ.

EΛ.Π.ΝΟ, απορριπτομένων των ισχυρισμών περί μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98παρ.2 ΠΚ και ως εκ τούτου περί παραγραφής της επιμέρους πράξης 1β με ζημία 60.000 ευρώ (σελ. 2135 της προσβαλλόμενης). Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας αφενός απάντησε, αφετέρου διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί παραγραφής της εν λόγω επιμέρους πράξης απιστίας, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, αφού με τις παραδοχές περί ενότητας δόλου και συντονισμένης παράνομης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, που κυρώθηκε με τον νόμο Ν.4619/2019 και ισχύει από 1.7.2019, με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου για αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.

Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του (παρ.2).

Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει :α) την ένταση του δόλου του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του (παρ. 3).

Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος (παρ. 4).

Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ` επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών (παρ. 5).

Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από το νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της (παρ. 6).

Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.4239/2014 ορίζεται ότι : "Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπ` όψιν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου. Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας.".

Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 του ν.4239/2014, "1.Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. 2.

Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις".

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, με ειδική σκέψη του για την επιβολή της επιβληθείσας απ` αυτό ποινής, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα της πράξης, το δόλο που επέδειξε, τον τρόπο με τον οποίο ενήργησε σε συνάρτηση με τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο αυτού, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσε την εκτέλεσή του, με στάθμιση όλων των στοιχείων που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του κατηγορουμένου και με συνεκτίμηση των συνεπειών της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγούμενη περί ενοχής απόφαση, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του γι` αυτά άλλη ειδικότερη αιτιολογία.

Αναφορικά με την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο τετραετή ποινή φυλακίσεως, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης, κατά το χρόνο εκδικάσεως, ποινής, λαμβάνοντας υπόψη και τις προβλέψεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, με τις ανωτέρω παραδοχές, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του Π.Κ., την οποίαν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Η μη αναφορά, ότι λήφθηκε υπόψη η τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, αφού η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Συγκεκριμένα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απαντώντας στο αίτημα του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και απέρριψε το σχετικό αίτημα αναγνώρισης αυτής της ελαφρυντικής περίστασης ως ουσιαστικά αβάσιμο, όπως θα εκτεθεί αναλυτικά κατωτέρω.

Συνεπώς, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας είχε αποφανθεί περί μη υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης στην προκειμένη περίπτωση, κανένα λόγο δεν είχε να επανέλθει ως προς το επικουρικά προβληθέν ίδιο αίτημα και κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής . Αλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος αλλά, κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 Ν.4239/2014), συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Ν.4239/2014, το ποινικό Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή (ΑΠ 1138/2022, ΑΠ 78/2021).

Επομένως, ο σχετικός πέμπτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., προς θεμελίωση του οποίου ο αναιρεσείων πρόβαλε, ότι η πληττόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, ουδεμία ρητή μνεία και ειδική αιτιολογία διαλαμβάνει, από την οποία να προκύπτει ότι έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε την υπέρβαση του εύλογου χρόνου της διαδικασίας, μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητά του (κατηγορουμένου), είναι αβάσιμος.

Ε. Επί της από 26-3-2024 αίτησης αναίρεσης του Ν. Ν. του Ι.: 1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 -1 του ΠΚ, όπως προαναφέρθηκε, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή και σε άλλον (τρίτον) παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, μπορεί δε να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση").

Τέλος, η περιουσιακή βλάβη, που, κατά τα προεκτεθέντα, υπάρχει σε περίπτωση μείωσης ή χειροτέρευσης της περιουσίας του παθόντος, πρέπει, ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της απάτης, να είναι άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της περιουσιακής διάθεσης, ήτοι της πράξης, παράλειψης ή ανοχής, στην οποία προέβη εκείνος που πλανήθηκε από την απατηλή συμπεριφορά του δράστη.

Πρέπει να υπάρχει, δηλαδή, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς και της πλάνης, που προκλήθηκε από αυτήν, καθώς και μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής βλάβης, η οποία πρέπει να είναι το άμεσο, αναγκαίο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της πλάνης και της λόγω αυτής πράξης, παράλειψης ή ανοχής του πλανηθέντος (ΑΠ 590/2024).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 806/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με τις παραδοχές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης που τέλεσε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του Θ.

Π.. και Ο. Α., για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α`, 27 παρ.1, 45 του ΠΚ και 386 παρ. 3 περ. β`-1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και ειδικότερα αυτής του άρθρου 386 ΠΚ, γιατί όπως διατείνεται, ουδεμία ζημία υπέστη το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. από την εκτέλεση της από 25.2.2005 σύμβασης φύλαξης καθόσον η φερόμενη ως βλάβη ισοσκελίζεται από ισάξια αντιπαροχή, η οποία περιήλθε στο εξαπατηθέν ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

από την πράξη την οποία αυτό παραπείστηκε να διαπράξει. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τις ορθές παραδοχές της προσβαλλόμενης α) οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από την εταιρία ... ΕΠΕ, της οποίας ο αναιρεσείων ήταν διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος, παρασχέθηκαν και όφειλαν να παρασχεθούν με βάση την έγκυρη σύμβαση των 12.400 ευρώ, που καταρτίστηκε μετά από έγκυρη δήλωση βουλήσεως - προσφοράς της ανωτέρω εταιρίας για το ποσό που ζητούσε ως αμοιβή της, γνωρίζοντας συγκεκριμένα και με σαφήνεια τις υπηρεσίες που ζητούσε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., β) δεν εκτελέστηκαν επιπλέον υπηρεσίες ασφαλείας και γ) οι απασχοληθέντες στην ...

ΕΠΕ, στα πλαίσια του συμφωνητικού, δεν είχαν όλοι νόμιμη άδεια φύλακα, ικανότητα και προσόντα απαραίτητα, στα οποία και απέβλεψε το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με συνέπεια εν προκειμένω να μην τίθεται ζήτημα ισάξιας αντιπαροχής που ισοσταθμίζει την προκληθείσα ζημία.

Περαιτέρω οι σχετικές με την κατηγορία, λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και ειδικότερα αναφορικά με την εκτίμηση στην προκειμένη περίπτωση της βλάβης - ζημίας, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν λόγο αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος όσον αφορά τις αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. β' ΚΠΔ (έλλειψη ακροάσεως), που επικαλείται ο αναιρεσείων, επειδή όπως διατείνεται, το Δικαστήριο απέρριψε όχι αιτιολογημένα αλλά σιγή το αίτημά του για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμες καθόσον το Δικαστήριο, απέρριψε το αίτημα αυτό, αιτιολογώντας πλήρως την απόφασή του (σελ. 1992 της προσβαλλόμενης απόφασης).

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

2. Με το άρθρο 46 παρ. 1α` του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α` 95/11.6.2019), ορίζεται για τον ηθικό αυτουργό, ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν: α) Πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε, αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε, δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού (ΑΠ 1345/2023, ΑΠ 1198/2023).

Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή.(ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1416/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον δεν διαλαμβάνει την ελάχιστη σκέψη ή συλλογισμό για το πως έπεισε τον φυσικό αυτουργό να τελέσει το έγκλημα της απιστίας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον με τις προαναφερθείσες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδικαστική κρίση της, αφού αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προαναφερθείσης αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων.

Ειδικότερα, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος Α. Χ., Πρόεδρος του ΔΣ του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., κατόπιν προτροπής του αναιρεσείοντος, νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ... EΠE, προκάλεσε εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, υπογράφοντας ως εκπρόσωπος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

το από 8.7.2005 πρόσθετο συμφωνητικό παροχής υπηρεσιών από την εταιρία ... ΕΠΕ, μαζί με τον αναιρεσείοντα Ν. Ν., ως εκπρόσωπο της εταιρίας, χωρίς τήρηση της διαδικασίας και συνδρομή των προϋποθέσεων απευθείας σύναψης και χωρίς να υπάρχει ανάγκη συμπληρωματικών υπηρεσιών, οι οποίες εν τέλει δεν παρασχέθηκαν, προκειμένου να ωφελήσει τον αναιρεσείοντα και την εταιρία που αυτός εκπροσωπούσε.

Επίσης στο διατακτικό της απόφασης (σελ.2176-2177) αναφέρεται ότι ''Αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής του Α. Χ. που τέλεσε κατόπιν προτροπών του άνω κατηγορουμένου (αναιρεσείοντα) ήταν να προκληθεί βέβαιη ζημία στην περιουσία του ΚΕΛΛΠΝΟ που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ....., η ζημία δε αυτή δεν ισοσταθμίστηκε από ισάξια αντιπαροχή, αφού η σύμβαση που κατάρτησε δεν εξυπηρετούσε πραγματικές ανάγκες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

για φύλαξη και οι συμφωνηθείσες υπηρεσίες δεν παρασχέθηκαν ''. Με τα παραπάνω αιτιολογείται πλήρως η συμμετοχική δράση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου (ηθική αυτουργία), στην απόφαση του φυσικού αυτουργού στην τέλεση του εγκλήματος της κακουργηματικής απιστίας που διέπραξε, με τις ως άνω παραδοχές ότι η πρόκληση και παραγωγή της αποφάσεως αυτής έλαβε χώρα με προτροπές του αναιρεσείοντος, χωρίς να είναι αναγκαίος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρις λεπτομερειών.

Περαιτέρω και στο πλαίσιο του ίδιου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι, η απόφαση πάσχει για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά τα οποία τελικώς δέχθηκε προκειμένου να καταλήξει στην περί την ενοχή του κρίση, προσιδιάζουν σε αυτά της απάτης και ουχί της απιστίας αφού το έγκλημα της απιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη πράξης διαχείρισης επιβλαβούς για τα συμφέροντα του ΚΕΛΛΠΝΟ, πλην όμως το Δικαστήριο αντιφατικά δέχθηκε ότι οι υπηρεσίες αυτές ουδέποτε παρασχέθηκαν.

Με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία σε απιστία, δεν παραθέτει περιστατικά που θεμελιώνουν την προβαλλόμενη αιτίαση και προσδιορίζουν την νομική πλημμέλεια που επικαλείται. Μόνο και μόνο με την αιτίαση '' το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο εδέχθη ότι οι υπηρεσίες αυτές ουδέποτε παρασχέθηκαν '' δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η προβαλλόμενη έλλειψη, ασάφεια ή αντίφαση αιτιολογίας ως προς το συγκεκριμένο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης η οποία είναι πλήρως αιτιολογημένη.

Κατόπιν όλων αυτών ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης (ως προς όλες τις αιτιάσεις) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΣΤ. Επί της από 22-3-2024 αίτησης αναίρεσης της Ο. Α. του Ε.: Από την διάταξη του άρθρου 98 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, οι οποίες προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και καθεμία από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου).

Από την ανωτέρω διάταξη, που έχει θεσπιστεί προς τον σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, στην οποία (συρροή) το δικαστήριο μπορεί αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.

Οι μερικότερες πράξεις, που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και η παραγραφή των κατ` ιδίαν μερικότερων πράξεων, επί του ανωτέρω εγκλήματος της παραγράφου 1, είναι αυτοτελής έναντι των άλλων και παύει η δίωξη μόνο ως προς τις πράξεις που παραγράφηκαν. Όμως, στο κατ` εξακολούθηση έγκλημα της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό.

Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε. Σκοπός της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ` εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης, που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών.

Πρόκειται για ρύθμιση, που αφορά στη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου. Στην περίπτωση αυτή, το κατ` εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ενιαίο έγκλημα, με συνέπεια οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλεια τους, ο δε χρόνος της παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας επιμέρους πράξης του δράστη (ΑΠ 590/2024, ΑΠ 660/2023, ΑΠ 1584/2022, ΑΠ 212/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καθώς, όπως διατείνεται, οι επιμέρους πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ήτοι της ηθικής αυτουργίας σε απάτη (που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός της Θ.

Π.) και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία (που τέλεσε ο συγκατηγορούμενός της Α. Χ.), οι οποίες τελέστηκαν από τον Απρίλιο του έτους 2005 έως τον Ιούνιο του έτους 2006 και τον Μάϊο του έτους 2005 αντίστοιχα, έχουν υποπέσει σε παραγραφή, διότι παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον των οκτώ ετών από το χρόνο τέλεσή τους έως την επίδοση της κλήσης για την εμφάνισή της στο ακροατήριο, που έλαβε χώρα στις 4-2-2016.

Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι στην τελευταία προσδιορίζεται σαφώς η κατ' εξακολούθηση τέλεση των κακουργηματικών πράξεων της απάτης και της απιστίας σε βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας, που τέλεσε η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη, τόσο στο διατακτικό της απόφασης, όσο και στο σκεπτικό αυτής, με τις παραδοχές της ότι η κατηγορουμένη ενήργησε αποβλέποντας στο συνολικό αποτέλεσμα ζημίας με τις μερικότερες πράξεις της, με ενότητα δόλου (98 παρ.2 ΠΚ), πράξεις των οποίων η τέλεση εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό για την ουσιαστική ολοκλήρωση της παράνομης συμπεριφοράς της με αντίστοιχη περιουσιακή ζημία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., για το λόγο δε αυτό και απέρριψε τους ισχυρισμούς της περί μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98παρ.2 ΠΚ και ως εκ τούτου περί παραγραφής των επιμέρους πράξεων που δεν υπερβαίνουν τις 120.000 ευρώ (σελ. 2136 της προσβαλλόμενης).

Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί παραγραφής των εν λόγω επιμέρους πράξεων απάτης και απιστίας (με τη μορφή της ηθικής αυτουργίας), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω νομική σκέψη, αφού με τις παραδοχές περί ενότητας δόλου και συντονισμένης παράνομης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας σε βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 2 του ΠΚ και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί . Ζ. Επί του κοινού λόγου των αιτήσεων αναιρέσεων των Θ.

Π. του Χ., Α. Χ. του Ε. και Ο. Α. του Ε., ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης της υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας κατ' άρθρο 84 παρ. 3 ΠΚ.

Κατά την προστεθείσα στο Νέο ΠΚ παρ. 3 στο άρθρο 84, αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, αποτελεί και η ελαφρυντική περίσταση της μη εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Νομοθετικός λόγος για τη θέσπιση της διάταξης αυτής είναι η ύπαρξη μακροχρόνιων καθυστερήσεων στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και γι` αυτό για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, πέραν της μη υπαιτιότητας του κατηγορουμένου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές καθυστερήσεις, που οφείλονται στην κακή λειτουργία των δικαστικών υπηρεσιών και στους εμπλεκόμενους δικαστές, δηλαδή λόγοι αναγόμενοι στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και όχι σε γεγονότα ανώτερης βίας.

Ο καθορισμός της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει βάσει ενός ακριβούς ανώτατου ορίου προσδιοριζόμενου κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης, όπως το διακύβευμα και η πολυπλοκότητα της διαφοράς ή ακόμη η συμπεριφορά των αρμόδιων αρχών και των διαδίκων, ο αριθμός των κατηγορουμένων, καθώς και η διάρκεια και η βαρύτητα των πράξεων που προσάπτονται στα πρόσωπα αυτά, καθόσον η πολυπλοκότητα της διαφοράς ή η παρελκυστική συμπεριφορά της υπεράσπισης μπορούν να δικαιολογήσουν κατ` αρχήν υπερβολικά μακρά διάρκεια (ΔΕΚ C-704/218.12.4/2020).

Η ως άνω ελαφρυντική περίπτωση, ως αυτοτελής ισχυρισμός, πρέπει να προταθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και σε περίπτωση αποδοχής του, να οδηγήσει στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, άλλως δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί του ισχυρισμού αυτού (αόριστου) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 464/2023, AΠ 1583/2022, ΑΠ 158/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι ανωτέρω αναιρεσείοντες, μετά την απαγγελία της απόφασης επί της ενοχής αυτού, υπέβαλαν παραδεκτά ο καθένας δια του συνηγόρου του τον αυτοτελή ισχυρισμό για την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης εκ του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ, περί μη εύλογης, δηλαδή, διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους και αναφέρθηκαν στο σημείωμα που έκαστος κατέθεσε, τα οποία καταχωρήθηκαν στα πρακτικά.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τα αιτήματα των αναιρεσειόντων για αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης με την εξής αιτιολογία :'' Στην κρινόμενη υπόθεση, οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από όλους τους κατηγορουμένους για μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα τους, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, καθώς δεν προσδιορίζονται τα ειδικότερα περιστατικά που θεμελιώνουν τη σχετική διάταξη, πέραν της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση των πράξεων.

Σε κάθε περίπτωση, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψαν τα εξής: Σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. πρωτ. ....2006 εμπιστευτικού εγγράφου του τότε Υπουργού Υγείας, Δ. Α., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. Οικ. ....2006 εντολή του Γενικού Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ, Μ. Σ., δυνάμει της οποίας διενεργήθηκε έλεγχος στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

από τους επιθεωρητές του διοικητικού - οικονομικού τομέα του ΣΕΥΥΠ, Θ. Κ., Κ. Μ. και Θ. Μ. και εκδόθηκε η υπ'αριθμ. πρωτ. ΕΜΠ ....2006 έκθεση ελέγχου. Ακολούθησε η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης από τις επιθεωρήτριες Μ. Μ. και Ε. Χ. κατόπιν εντολής του Γενικού Επιθεωρητή του ΣΕΥΥΠ, Μ. Σ., σε εκτέλεση της ΑΒΜ Α07/124/2006 εντολής του Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, με βάση την οποία εκδόθηκε και υποβλήθηκε η από 20.12.2007 έκθεση προκαταρκτικής εξέτασης και συμπληρωματικό πόρισμα από 30.6.2008 για μεταγενέστερες της επίδικης χρονικές περιόδους.

Ασκήθηκε ποινική δίωξη και ακολούθησε ανακριτική διαδικασία από ανακριτές του ν. 4022/2011 κατά 14 κατηγορουμένων αρχικά, καθώς συμπεριελήφθησαν στις κατηγορίες και τα μέλη των Δ.Σ. κατά την επίδικη περίοδο και την μεταγενέστερη αυτής, για τις αξιόποινες πράξεις: 1) της απιστίας στην υπηρεσία, τελεσθείσας κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα, με περιουσιακή ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 150.000 ευρώ, σε βάρος νομικού προσώπου του άρθρου 263Α ΠΚ (ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.) και Ελληνικού Δημοσίου, 2) της απάτης από κοινού και κατά μόνας, τελεσθείσας κατ' επάγγελμα και κατ' εξακολούθηση ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, συνολικού οφέλους και αντίστοιχης ζημίας υπερβαίνουσας το ποσό των 150.000 ευρώ, σε βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και του Ελληνικού Δημοσίου, 3) ψευδούς βεβαίωσης από κοινού, τελεσθείσας κατ'εξακολούθηση και επί σκοπώ προσπορισμού αθεμίτου οφέλους ή βλάβης σε βάρος Ν. Π. του άρθρου 263Α Π Κ, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ, 4) απάτης με ζημία-όφελος άνω των 30.000 ευρώ, από πρόσωπο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα, 5) άμεσης συνέργειας κατ' επάγγελμα στις παραπάνω υπό στοιχεία 1,2 και 3 πράξεις και 6) ηθικής αυτουργίας στις υπό στοιχ. 1, 2, 3 και 4 πράξεις.

Μετά την ολοκλήρωση της ανακριτικής διαδικασίας το 2013 με περιοριστικούς όρους για τους κατηγορούμενους, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1462/2014 παραπεμπτικό βούλευμα για τους ως άνω κατηγορουμένους και την Ε. Λ. και απαλλακτικό (και παύση οριστικά λόγω παραγραφής εν μέρει) για τους λοιπούς κατηγορούμενους, κατά του οποίου ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1344/2015 απόφαση του ΑΠ, η δε παραπομπή κατέστη αμετάκλητη και οι κλητεύσεις για το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έλαβαν χώρα το 2016.

Τα πλημμελήματα διαχωρίστηκαν και εκδικάστηκαν με κατηγορούμενους τον Α. Χ., την Ο. Α. και την Ε. Λ., εκδόθηκε δε η 3423/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη με την 262/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο 2016, όμως, πέραν του μεγάλου αριθμού μαρτύρων, που κλήθηκαν από τον Εισαγγελέα, απαιτήθηκε να κληθούν και νέοι μάρτυρες, χρειάσθηκε να διακοπεί η δίκη για πέντε μήνες λόγω σοβαρής ασθένειας της Προέδρου του Δικαστηρίου, με παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου ζητήθηκε η αποστολή εγγράφων από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

και από Τράπεζες για την πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης, χρειάσθηκε να αντιμετωπισθούν νομικά ζητήματα που προέκυψαν από τις νομοθετικές μεταβολές με την ισχύ του νέου Π. Κ., την κατάργηση του ν. 1608/1950, την μετατροπή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., το οποίο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής, από ΝΠΙΔ σε ΝΠΔΔ και πάλι σε ΝΠΙΔ, την αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας των κατηγοριών, ενώ υπήρξε καθυστέρηση στη διαδικασία και απαιτήθηκε περαιτέρω έρευνα λόγω της όψιμης αμφισβήτησης από τους κατηγορούμενους-στελέχη του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. - της γνησιότητας κρίσιμων εγγράφων που έφεραν την υπογραφή τους, αν και κατά τη διάρκεια της ανάκρισης δεν είχαν αμφισβητήσει τη γνησιότητα αυτών (βλ.

ιδίως την περίπτωση του ....2005 εγγράφου της Ο. Α.), όπως αναφέρθηκε και στο κυρίως σκεπτικό, αλλά και της παρελκυστικής τακτικής στην πρόοδο της διαδικασίας ορισμένων εκ των συνηγόρων υπεράσπισης. Ειδικότερα υποβάλλονταν αιτήματα επανεξέτασης αιτήματος ανάκλησης παρεμπίπτουσας απόφασης, απορριπτικής, που είχε μόλις εκδοθεί για το ίδιο αίτημα, χωρίς να προσκομιστούν νέα στοιχεία (από συνήγορο του πρώτου κατηγορουμένου), όπως το αίτημα αναβολής ελλείψει αμετακλήτου της παραπομπής μετά την άσκηση αναίρεσης από τον πρώτο κατηγορούμενο για επανεξέταση των μη κριθέντων λόγων αναίρεσης, η οποία ήταν εκκρεμής ενώπιον του Αρείου Πάγου και είχε οριστεί να εκδικαστεί στις 18.10.2016, αίτημα που απορρίφθηκε με την 3837α/2016 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, όπως απορρίφθηκε και το υποβληθέν αίτημα ανάκλησης της με την 3578/25.10.2016 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου.

Επίσης, μετά την έκδοση της παρεμπίπτουσας απόφασης 3560Α στη συνεδρίαση της 1.10.2019 από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποβλήθηκε αίτημα ανάκλησης την 13.11.2019, που απορρίφθηκε με την 4392/2019 παρεμπίπτουσα απόφαση. Ζητήθηκε, ακόμη, επανειλημμένως, κατά την έναρξη συνεδριάσεων, η διακοπή της δίκης επειδή οι συνήγοροι ορισμένων κατηγορουμένων, ιδίως του πρώτου, είχαν απασχόληση σε άλλες δίκες και το Δικαστήριο διέκοψε τη δίκη για το λόγο αυτό, ενώ ορισμένες από τις προκαθορισμένες από το Δικαστήριο συνεδριάσεις για επίσπευση της διαδικασίας δεν κατέστη δυνατό να πραγματοποιηθούν για τον ίδιο λόγο (συνεδριάσεις της 24.1.2017, 6.11.2017, 4.12.2017, 19.1.2018, 24.1.2018, 29.1.2018, 31.1.2018, 17.12.2018).

Μετά την άσκηση εφέσεων και τον προσδιορισμό εκδίκασης στις 5.2.2021 η υπόθεση αποσύρθηκε λόγω της αναστολής εργασιών των δικαστηρίων εξαιτίας λήψεως υγειονομικών μέτρων προστασίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας κορωνοϊού και σε εκτέλεση σχετικών νομοθετικών διατάξεων και η υπόθεση προσδιορίστηκε εκ νέου για την 4.10.2021, οπότε και ζητήθηκε αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ στο πρόσωπο των συνηγόρων του πρώτου και του δεύτερου των κατηγορουμένων, αίτημα που έγινε δεκτό και η υπόθεση αναβλήθηκε για 20.12.2021.

Κατά τη συνεδρίαση αυτή, μετά από διακοπή για 12.1.2022 και στη συνέχεια για 16.2.2022. η υπόθεση αναβλήθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, που ελήφθη κατά πλειοψηφία, μετά από αίτημα των συνηγόρων, λόγω τήρησης της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων περί μη παραστάσεως μετά την δεύτερη διακοπή, για τη δικάσιμο της 4.4.2022, όταν ξεκίνησε η εκδίκαση της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο.

Σημειώνεται ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και από το παρόν Δικαστήριο ζητήθηκε η αναβολή της δίκης λόγω ασθενείας συνηγόρου του πρώτου κατηγορουμένου και απασχόλησης συνηγόρων δεύτερου και τρίτου- κατηγορουμένων σε άλλα δικαστήρια, το Δικαστήριο διέκοψε για 30.5.2022, οπότε και πάλι ζητήθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης των δεύτερου και τέταρτης των κατηγορουμένων διακοπή λόγω απασχόλησής τους σε άλλα δικαστήρια και το Δικαστήριο διέκοψε για 10.6.2022.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι έγινε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας και ότι από μη συνυπαιτιότητα των κατηγορουμένων δεν δικάστηκαν σε εύλογο χρονικό διάστημα, αλλά. αντιθέτως, ότι η όποια καθυστέρηση οφείλεται, πέραν των όσων αναπτύχθηκαν, και σε συνυπαιτιότητα των ιδίων (......).Κατόπιν αυτών, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του αιτούμενου ελαφρυντικού, που πρέπει να απορριφθεί και ως ουσία αβάσιμο''.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού, την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα, το εν λόγω Δικαστήριο μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε ανέλεγκτα στις ουσιαστικές παραδοχές ότι δεν αποδείχτηκαν οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις για την χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού από τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 3 του Π.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αφού δέχτηκε:

α) την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, αφού ασκήθηκε ποινική δίωξη μετά τη διενέργεια ελέγχου στο ΚΕΛΠΝΟ από επιθεωρητές του διοικητικού - οικονομικού τομέα του ΣΕΥΥΠ, διενεργήθηκε προκαταρτική εξέταση, έλαβε χώρα συμπληρωματικό πόρισμα από 30-6-2007 για μεταγενέστερες της επίδικης χρονικές περιόδους και ακολούθησε ανακριτική διαδικασία από ανακριτές του Ν.4022/2011 κατά 14 αρχικά κατηγορουμένων για τις κακουργηματικές πράξεις της απάτης κατά συναυτουργία, απιστίας κατά συναυτουργίας και ψευδούς βεβαίωσης κατά συναυτουργία και της ηθικής αυτουργίας και συνέργειας στις πράξεις αυτές, σε βάρος του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ και του Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε το υπ' αριθ. 1462/2014 παραπεμπτικό βούλευμα, έγινε αμετάκλητη η παραπομπή των κατηγορουμένων και οι κλητεύσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε χώρα το έτος 2016, β)η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο άρχισε τον Σεπτέμβριο του 2016, κλήθηκαν και άλλοι μάρτυρες πλην αυτών που είχε καλέσει ο εισαγγελέας αρχικά, χρειάστηκε να διακοπεί η δίκη για πέντε μήνες λόγω ασθένειας του Προέδρου της σύνθεσης, ενώ με παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου ζητήθηκε η αποστολή εγγράφων από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ και από τράπεζες για την πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης, γ) χρειάστηκε να αντιμετωπισθούν νομικά ζητήματα που προέκυψαν από τις νομοθετικές μεταβολές με την ισχύ του νέου ΠΚ, την κατάργηση του ν.1608/1950, την μετατροπή του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, το οποίο δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής από ΝΠΙΔ σε ΝΠΔΔ και πάλι σε ΝΠΙΔ και απαιτήθηκε περαιτέρω έρευνα λόγω της όψιμης αμφισβήτησης από τους κατηγορουμένους της γνησιότητας κρίσιμων εγγράφων που έφεραν την υπογραφή τους, αν και κατά την διάρκεια της ανάκρισης δεν είχαν αμφισβητήσει την γνησιότητα αυτών, ιδίως αναφορικά με το 874δις/6-4-2005 έγγραφο της αναιρεσείουσας Ο.

Α., δ) επισημαίνονται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου οι παρελκυστικές τακτικές της υπεράσπισης των κατηγορουμένων, ότι δηλαδή υποβάλλονταν αιτήματα επανεξέτασης αιτήματος ανάκλησης παρεμπίπτουσας απόφασης απορριπτικής, που είχε μόλις εκδοθεί για το ίδιο αίτημα, χωρίς να προσκομιστούν νέα στοιχεία, όπως το αίτημα αναβολής ελλείψει αμετακλήτου της παραπομπής μετά την άσκηση της αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα Θ.

Π. για επανεξέταση των μη κριθέντων λόγων αναίρεσης, η οποία ήταν εκκρεμής ενώπιον του Αρείου Πάγου και είχε οριστεί να εκδικαστεί στις 18.10.2016, αίτημα που απορρίφθηκε με την 3837α/2016 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου, ε) ζητήθηκε επανειλημμένως κατά την έναρξη συνεδριάσεων η διακοπή της δίκης επειδή οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, ιδίως του αναιρεσείοντος Θ.

Π. είχαν απασχόληση σε άλλες δίκες και το δικαστήριο διέκοψε την δίκη για τον λόγο αυτό, ενώ προκαθορισμένες συνεδριάσεις από το δικαστήριο για επίσπευση της διαδικασίας (αναφέρονται 8 συνεδριάσεις κατά το χρονικό διάστημα από 24.1.2017 έως 17.12.2018) δεν πραγματοποιήθηκαν για τον ίδιο λόγο, στ) μετά τον προσδιορισμό εκδίκασης της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό στις 5.2.2021 η υπόθεση αποσύρθηκε λόγω της αναστολής εργασιών των δικαστηρίων εξαιτίας των μέτρων προστασίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας κορωνοϊού και προσδιορίστηκε εκ νέου για την 4.10.2021, οπότε ζητήθηκε αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ στο πρόσωπο των συνηγόρων των αναιρεσειόντων Θ.

Π. και Α. Χ., αίτημα που έγινε δεκτό και η υπόθεση αναβλήθηκε για 20.12.2021, κατά την συνεδρίαση δε αυτή και μετά από δύο διακοπές η υπόθεση αναβλήθηκε και πάλι λόγω τήρησης της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων περί μη παραστάσεως μετά την δεύτερη διακοπή, για την δικάσιμο της 4.4.2022, όταν ξεκίνησε η εκδίκαση της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ζ) επισημαίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ζητήθηκε και πάλι αναβολή λόγω ασθένειας συνηγόρου του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου.

Προκύπτει, κατά συνέπεια, ότι το Δικαστήριο δεν απέρριψε αναιτιολογήτως τον ανωτέρω προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, αλλά για την απόρριψή του διέλαβε την προαναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επισημαίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε ότι έγινε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, αλλά η όποια καθυστέρηση οφείλεται και σε συνυπαιτιότητα των αναιρεσειόντων (ΑΠ 735/2020).

Κατ` ακολουθία, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα ένατος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Θ. Π., τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του ʼ. Χ. και τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Ο. Α., περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' ΚΠοινΔ), ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού για αναγνώριση του προβλεπόμενου από τη διάταξη αυτή ελαφρυντικού, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολο τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 578 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις αιτήσεις α) από 21-3-2024 του Θ. Π. του Χ., β) από 21-3-2024 του Α. Χ. του Ε., γ) από 26-3-2024 του Ν. Ν. του Ι. και δ) από 22-3-2024 της Ο. Α. του Ε., για αναίρεση της με αριθμό 939, 1566, 1636, 1672α, 1674, 1868, 2148, 2167/2022, 1240/2023 απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ καθέναν των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε οκτακόσια ευρώ (800 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ