Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding creditor ranking and invalid security due to law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The lower court had accepted the appellants' objection under Article 979 of the Civil Procedure Code, which declared a third-party guarantee invalid due to statutory prohibition. The court ruled that the appellant's arguments regarding the abuse of right under Article 281 of the Civil Code were unfounded because the guarantee was void ab initio by law. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577, 576 of the Civil Procedure Code; When a security is void due to statutory prohibition, an objection based on the abuse of right under Article 281 of the Civil Code is inadmissible as the contract is void ab initio.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 701 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 701/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Ι., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Αρχανιωτάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 39) ..., κατοίκου Νοτίου Αφρικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 28 αναιρεσίβλητη Ε. Α. του Ι., απεβίωσε στις 26/6/2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Δράμας, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος αυτής Α. Σ. του Γ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/4/2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 28/4/2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10166/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/5/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 10-5-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 114/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 10-1-2018 έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της υπ' αριθμ. 10166/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την από 28-4-2016 ανακοπή του άρθρου 979 ΚΠολΔ κατά της καθ' ου, ήδη αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την ως άνω απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση και δέχθηκε την ως άνω ανακοπή και απέβαλε τον καθ' ου από τον συνταγέντα πίνακα κατάταξης δανειστών και κατέταξε κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσά τους ανακόπτοντες.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 2 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, ωσεί παρόντος του 18ου αναιρεσίβλητου, ο οποίος είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. την υπ' αριθμ. 583Δ/25-7-2019έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείοιυ Πειραιώς Ά.
Π. προς τον αντίκλητο δικηγόρο του) στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-9-2020, κατά την οποίαν η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο με επισημείωση επί του πινακίου (άρθρα 573 παρ. 1, 575 εδ. α, β ΚΠολΔ). Διότι κατά το άρθρο 575 εδ. α' ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υπόθεσης μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, κατά δε το εδ.
γ' του ίδιου άρθρου νέα αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο με αίτηση του εισηγητή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι είτε ότι ο απολιπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη αυτή παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Ωστόσο ο ως άνω 18ος απολιπόμενος κατά την μετ' αναβολή σημερινή δικάσιμο ως αναγκαίος ομόδικος των λοιπών παρισταμένων αναγκαίων ομοδίκων θα εκπροσωπηθεί απ' αυτούς κατ' άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, εν όψει του ότι οι ανακόπτοντες δανειστές κατά του πίνακα κατάταξης του ίδιου δανειστή που σκοπεύουν την αναγνώριση της ανυπαρξίας της απαίτησής του τελούν σε αναγκαία ομοδικία, διότι δεν νοείται λογικά η ύπαρξη αντίθετων αποφάσεων στη δίκη του κάθε ανακόπτοντος ως προς την ύπαρξη της καταταγείσας απαίτησης του καθ' ου (ΑΠ 21/2020, 189/2016).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως η συζήτηση της υποθέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η 28η αναιρεσίβλητη Α. Ε. του Ι. και Β., το γένος Πόγγα απεβίωσε στις 26/6/2018, όπως αποδεικνύεται από το υπό στοιχεία ... απόσπασμα . Η ως άνω αποβιώσασα άφησε την υπ' αριθμ. 759/25-2-215 δημόσια διαθήκη που συνέταξε η συμβολαιογράφος Αθηνών Ελένη Μαρκουλάκου, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 5030/8-10-2018 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με τη διαθήκη αυτή η αποβιώσασα εγκαθιστά μόνη εκ διαθήκης γενική κληρονόμο επί της περιουσίας της την Α. Σ. του Γ. και της Μ. η οποία δεν έχει αποποιηθεί την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία και η οποία με νόμιμη δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου της συνεχίζει την εκκρεμή δίκη, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 ΚΠολΔ και τους λόγους αυτής. Ως λόγος έφεσης ή και αντέφεσης, μπορεί να προβληθεί κάθε πλημμέλεια της απόφασης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρ. 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1014/2010, ΑΠ 1330/2002).
Το απαράδεκτο λόγου έφεσης δεν υπάγεται στην άνω διάταξη, αφού όταν αυτό συντρέχει, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι ως απαράδεκτη ΑΠ 248/2010). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ως απαράδεκτους τους λόγους έφεσης των αναιρεσιβλήτων λόγω αντιφατικότητας αυτών (εσφαλμένη διάγνωση αντικειμενικών και υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου της διαταγής πληρωμής, μη επικουρική διατύπωση της αποδεικτικής δύναμης κατ' άρθρο 312 ΚΠολΔ ως προς το ανεφάρμοστο αυτής).
Ο λόγος αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η ως άνω διάταξη αναφέρεται, όπως προαναφέρθηκε, στις ενώπιον του δικαστηρίου ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που καθιστούν άκυρα ή απαράδεκτα τα εισαγωγική της δίκης έγγραφα, όπως η έφεση (εκπρόθεσμη άσκηση, προσβλητό ή όχι με έφεση απόφασης, ποιοι δικαιούνται σε άσκηση έφεσης) και όσες ακυρότητες, απαράδεκτα ή εκπτώσεις δημιουργούντα κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία, ενώ το απαράδεκτο λόγου έφεσης δεν υπάγεται στην άνω διάταξη, αφού όταν αυτό συντρέχει, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι ως απαράδεκτη (ΑΠ 248/2010)..
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 792/2015).
Οι ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα εκτιθέμενα, έστω και αν καταλήγει σε διάφορο συμπέρασμα από τον διάδικο που προτείνει τα περιστατικά (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 2219/2019, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 45/2006, ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 1129/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής και της από 10-1-2008 έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 10166/2017 προαναφερθείσας οριστικής απόφασης προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες ζήτησαν την αποβολή του ανακόπτοντος από τον πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Σακκά, για τους εκεί αναφερόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και η ακυρότητα της καταταγείσας σ' αυτόν απαίτησής του για την οποίαν είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. ...
τελεσίδικη (άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ) διαταγή πληρωμής ποσού 1.290.478 ευρώ μετά των τόκων με οφειλέτρια τρίτη, μη διάδικο εδώ, ανώνυμη εταιρεία. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, δεχόμενο ότι η ως άνω απαίτηση έχει επιδικαστεί με την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη κατά της καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας, μη διαδίκου εδώ, και ότι συνακόλουθα η απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή αποδεικνύεται πλήρως εν όψει του ότι οι ανακόπτοντες δεν προσβάλλουν την διαταγή πληρωμής ως πλαστή της.
Με την ασκηθείσα έφεσή τους οι ανακόπτοντες προσέφυγαν κατά της ως άνω απόρριψης του πρώτου λόγου ανακοπής τους ως μη νομίμου, μεταβιβάζοντας την υπόθεση αυτή στο Εφετείο κατ' εφαρμογή του άρθρου 522 ΚΠολΔ επικαλούμενοι ότι εσφαλμένως απερρίφθη με την ως άνω αιτιολογία ο πρώτος λόγος της ανακοπής τους και μετά δε την παραδοχή του λόγου αυτού ως βασίμου, το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση και δικάζοντας επί της ένδικης ανακοπής δέχθηκε ότι αυτός είναι νόμιμος και κατ' ουσία βάσιμος και απέβαλε από τον πίνακα κατάταξης τον καταταγέντα καθ' ου η ανακοπή και στη θέση του εγκατέστησε τους ανακόπτοντες κατά τα αναφερόμενα εκεί ποσά.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων αποδίδει πλημμέλεια στην αναιρεσσιβαλλομένη απόφαση εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ως λόγο έφεσης, δίχως να προταθεί, τον κατωτέρω αναφερόμενο πρώτο λόγο της ανακοπής εκ της παραβίασης του άρθρου 23α παρ. 1α και 5 ν. 2190/1920 και συνεπώς της ανυπαρξίας της καταταγείσας απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σημειωτέον, επί πλέον, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουδόλως ασχολήθηκε με το ζήτημα της νομιμότητας ή μη της απαίτησης του καθ' ου σε σχέση με τον ως άνω λόγο της ανακοπής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933, 979 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ο λόγος ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης δανειστών, που ασκεί ο μη καταταγείς δανειστής προς τον σκοπό αποβολής άλλου καταταγέντος και αντίστοιχης κατάταξης αυτού, συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαίτησης του καθ' ου που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δοθέντος ότι ο καθ' ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων.
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή ο καθ' ου η ανακοπή οφείλει κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση να επικαλεσθεί κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει) την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαίτησής του για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της. Αν ο καθ' ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή.
Η αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης του καθ' ου η ανακοπή επιτρέπεται, ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση με έγγραφα, εφόσον η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους αναγγελθέντες δανειστές, ή με τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει στον καταταγέντα απαίτηση σε βάρος του καθ' ου η εκτέλεση ή αναγνωρίζει υπέρ αυτού προνόμιο, εφόσον οι μαχόμενοι κατά του κύρους του πίνακα δανειστές, ως τρίτοι έναντι του οφειλέτη, δεν δεσμεύονται ούτε ωφελούνται από το δεδικασμένο μεταξύ αυτού και άλλου δανειστή (ΑΠ 108/2018, ΑΠ 1907/2011, ΑΠ 1311/2009).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 312 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική απόφαση αποτελεί, έναντι πάντων, πλήρη απόδειξη για την κρίση που εξέφρασε σ' αυτήν το δικαστήριο αναφορικά με την ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης που αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης όχι όμως και για τη γνώμη που έχει αυτό εκφέρει για έννομη σχέση που συνιστά αποδεικτέο γεγονός άλλης δίκης, ως προς το οποίο δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη αλλά η αποδεικτική της δύναμη είναι η ίδια με των λοιπών δικαστικών τεκμηρίων και των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων (ΑΠ 650/2011, 128/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 12 του αρθ.559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται δε στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη.
Όταν όμως τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, κατά τον κανόνα που προβλέπει η διάταξη του άρθ. 340 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση και δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 109/2008). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 10-1-2018 έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες, επειδή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της από 28-4-2016 ανακοπής τους, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του περί ακυρότητας της απαίτησης του καθ' ου λόγω αντίθεσης προς τις διατάξεις του άρθρου 23α παρ.
Ια και 5 του Ν. 2190/1920, για την οποία κατατάχθηκε ο τελευταίος στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης προνομιακά και οριστικά, ως ενυπόθηκος δανειστής, για το ποσό των 1.407.965,81 ευρώ, με την ακόλουθη αιτιολογία: "... η απαίτηση του καθ' ου (η ανακοπή) έχει επιδικαστεί με την υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας υποχρεώθηκε η καθ' ης η εκτέλεση, εις ολόκληρον με την ΑΣΠΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ, να του καταβάλουν το ποσό των 1.289.812 ευρώ.
Η εν λόγω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στην καθ' ης η εκτέλεση για πρώτη φορά στις 23-6-2011 ... και εν συνεχεία για δεύτερη φορά στις 3-4-2014 ... Κατά της διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε ανακοπή ... και ως εκ τούτου απέκτησε κατ' άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ δύναμη δεδικασμένου έναντι της καθ' ης η εκτέλεση. Συνακόλουθα αποδεικνύεται πλήρως η απαίτηση του καθ' ου από την υπ αριθ. ...
διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία δεν προσβάλλουν ως πλαστή οι ανακόπτοντες, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη. Ούτε εξάλλου εκδόθηκε κατά συμπαιγνία του καθ' ου η ανακοπή και της καθ' ης η εκτέλεση...". Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ο πρώτος λόγος της από 28-4-2016 ανακοπής είναι νόμιμος κατά το πρώτο σκέλος του, στηριζόμενος στις διατάξεις του άρθρου 23α παρ.
Ια και 5 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών".
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε αυτόν ως μη νόμιμο με την ανωτέρω αιτιολογία, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη οριστική απόφαση ως προς τη σχετική απορριπτική της διάταξη, γενομένου δεκτού του πρώτου λόγου της από 10-1-2018 έφεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμου (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο κατά την ίδια έκτασή της, πρέπει να ερευνηθεί ο ανωτέρω λόγος ανακοπής ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα". Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον εκτίμησε ελεύθερα παραβιάσασα την πλήρη αποδεικτική της υπ' αριθμ. ...
τελεσίδικης διαταγής πληρωμής από την οποίαν απορρέει η καταταγείσα απαίτησή του από τριτεγγύηση συναλλαγματικής κατά της μη διαδίκου εδώ ανώνυμης εταιρείας και καθης η εκτέλεση με την επωνυμία "Πρόνοια Εμπορική Ανώνυμη Εμπορική εταιρεία Εξοπλισμού Γραφείων", ενώ για το εν λόγω ζήτημα προκύπτει πλήρης απόδειξη της ως άνω απαίτησης, κατά τα προαναφερθέντα.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και το Εφετείο με το να δεχθεί τα πιο πάνω και συνακόλουθα να κρίνει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση των ανακοπτόντων και να εξαφανίσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια του αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η διαληφθείσα στην εν λόγω τελεσίδικη διαταγή πληρωμής γνώμη αναφέρεται σε έννομη σχέση (σύμβαση τριτεγγύησης) και στην εξ αυτής απαίτηση και όχι το εάν υπάρχει ή όχι προνόμιο κατάταξής της κατ' άρθρο 975 ΚΠολΔ, που αποτελεί και το αντικείμενο της ένδικης ανακοπής κατά του συνταγέντος πίνακος κατάταξης και επομένως δεν έχει την οριζόμενη από το άρθρο 312 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη της πλήρους απόδειξης, αλλά αυτήν του άρθρου 340 ΚΠολΔ (ελεύθερη εκτίμηση), διαφορετικά οποιαδήποτε άλλη κρίση θα ισοδυναμούσε με δέσμευση από το δεδικασμένο της τελεσίδικης διαταγής πληρωμής σε βάρος τρίτων, κάτι που αντίκειται ευθέως στο άρθρο 20 παρ. 1 Σ.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, σύμφωνα με το (ήδη καταργηθέν από 1-1-2019 με το άρθρο 189 Ν. 4548/2018) άρθρο 23α παρ. 1α και 5 του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 Ν. 3604/2007 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (10-6-2011), "1.
α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων που εκάστοτε διέπουν τις συναλλαγές πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων με πρόσωπα τα οποία έχουν ειδική σχέση με αυτά, καθώς και του άρθρου 16α του παρόντος νόμου, δάνεια της εταιρείας προς τα πρόσωπα της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου απαγορεύονται και είναι απολύτως άκυρα.
Η απαγόρευση του προηγούμενου εδαφίου ισχύει και για την παροχή πιστώσεων προς τα πρόσωπα αυτά με οποιονδήποτε τρόπο ή την παροχή εγγυήσεων ή ασφαλειών υπέρ αυτών προς τρίτους. 5. Οι απαγορεύσεις των παραγράφων 1 και 2 ισχύουν για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί της εταιρείας, τους συζύγους και τους συγγενείς των προσώπων αυτών εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους ανωτέρω.
Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ασκεί έλεγχο επί της εταιρείας, εάν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε. Το καταστατικό μπορεί να επεκτείνει την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και σε άλλα πρόσωπα, όπως ιδίως στους γενικούς διευθυντές και διευθυντές της εταιρείας." Η έννοια της εγγύησης δεν πρέπει να ιδωθεί υπό τη στενή έννοια της εγγύησης κατά τα άρθρα 847επ.
ΑΚ, εν όψει του επιδιωκτέου σκοπού της ίδιας της διάταξης (ΟλΑΠ 19/2006, ΑΠ 1435/2005). Συνακόλουθα, η απαγόρευση της παραγράφου 1α του άρθρου 23α καταλαμβάνει και την τριτεγγύηση (δηλ. την προσθήκη ενός τρίτου υπόχρεου προσώπου για την εκπλήρωση της εκ της συν/κής υποχρέωσης) από ανώνυμη εταιρεία, έστω και μονοπρόσωπη (βλ.
και παρ. 7 του άρθρου 23 α, ν. 2190/1920 για τις λοιπές συμβάσεις της παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταξύ του μοναδικού μετόχου και της εταιρείας) υπέρ των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, ανεξάρτητα από το εάν αυτή θεωρηθεί ως προς τη νομική της φύση ως μονομερής δικαιοπραξία ή κατά την ορθότερη άποψη σύμβαση.
Συνεπώς, αν δοθεί επί συναλλαγματικής τριτεγγύηση από ανώνυμη εταιρεία υπέρ των προσώπων που εμπίπτουν στην ως άνω απαγόρευση, ανεξάρτητα αν ο τριτεγγυητής έχει εγγυηθεί για ίδιο ή αλλότριο χρέος, εν όψει του αναιτιώδους και της αυτοτέλειας της εκ της τριτεγγύησης ανάληψης ενοχής κατά το άρθρο 32 ν. 5325/1932 σε σχέση με την βασική αιτιώδη σχέση (ΑΠ 1397/2015), αυτή είναι αυτοδίκαια εκ του νόμου άκυρη, (και όχι διότι δεν ελλείπει η έγκριση από τη γενική συνέλευση της ανώνυμης εταιρείας που απαιτείται για τις άλλες συμβάσεις της με τα προαναφερθέντα πρόσωπα κατά την παρ. 2 του άρθρου 23 α ν. 2190/1920), η ακυρότητα δε αυτής προτείνεται από την εταιρεία, αλλά και από τρίτους που έχουν έννομο συμφέρον, και κατά του καλής πίστης κομιστή.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αυτή μετά την εξαφάνιση της ως άνω πρωτόβαθμης απόφασης, συνεπεία αποδοχής της έφεσης των ανακοπόντων δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 3867/9-3-2016 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Σακκά του Κυριάκου πλειστηριάστηκαν οι περιγραφόμενες σ' αυτήν οριζόντιες ιδιοκτησίες πολυώροφης οικοδομής κτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στην Αθήνα, στη θέση "ΙΛΙΣΙΑ" και στη συμβολή της ...
με την ..., οι οποίες ανήκαν στην κυριότητα της οφειλέτιδος ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.". Ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε με επίσπευση του (μη διαδίκου) δανειστή της ανωτέρω εταιρείας Γ. Μ. του Β.
και όλα τα πλειστηριασθέντα ακίνητα κατακυρώθηκαν στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Grivalia Ρroperties Ανώνυμη Εταιρεία Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία" και τον διακριτικό τίτλο "Grivalia Ρroperties ΑΕΕΑΠ" αντί του συνολικού ποσού των 11.250.000 ευρώ. Επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση του επισπεύδοντος και όλων των αναγγελθέντων δανειστών, η υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 3913/11-4-2016 πίνακα κατάταξης δανειστών, στον οποίο ο καθ' ου η από 28-4-2016 ανακοπή Γ.
Τ. του Ι. κατατάχθηκε προνομιακά και οριστικά, ως ενυπόθηκος δανειστής, για το ποσό των 1.407.965,81 ευρώ. Στον ως άνω πλειστηριασμό είχε αναγγελθεί ο τελευταίος με την από 15-3-2016 αναγγελία του, που επιδόθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού στις 23-3-2016. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω αναγγελία, ο Γ. Τ. είχε κατά της καθ' ης η εκτέλεση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ" ληξιπρόθεσμη ενυπόθηκη απαίτηση ποσού 1.290.478 ευρώ πλέον α) ποσού 301.252,99 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας από 24-6-2011 έως 27-3-2014 επί του αρχικού τοκοφόρου κεφαλαίου των 1.290.069 ευρώ, β) ποσού 68.603,93 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας από 28-3-2014 έως 13-12-2014 επί τοκοφόρου κεφαλαίου 1.290.478 ευρώ, γ) ποσού 94.204,90 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας από 14-12-2014 έως 14-12-2015 επί τοκοφόρου κεφαλαίου 1.290.478 ευρώ και δ) ποσού 23.691,91 ευρώ για δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας από 14-12-2015 έως 15-3-2016 επί τοκοφόρου κεφαλαίου 1.290.478 ευρώ.
Η ως άνω απαίτησή του απορρέει από την υπ' αριθ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, μετά από αίτησή του, σε βάρος των α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και β) "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ" και υποχρέωσε αυτές να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 1.270.000 ευρώ εντόκως από 15-6-2011 έως την εξόφληση, καθώς και το ποσό των 19.812 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση δύο συναλλαγματικές ποσού 1.250.000 ευρώ και 20.000 ευρώ αντίστοιχα, τις οποίες εξέδωσε ο Γ. Τ. στη Θεσσαλονίκη, στις 9-6-2011, πληρωτέες σε διαταγή του, με ημερομηνία λήξης αμφοτέρων την 14-6-2011. Τις εν λόγω συναλλαγματικές αποδέχθηκε στην Αθήνα, στις 10-6-2011, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" και τριτεγγυήθηκε αυθημερόν υπέρ της τελευταίας η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ".
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της αποδοχής και τριτεγγύησης των εν λόγω συναλλαγματικών, αμφότερες οι ανωτέρω εταιρείες λειτουργούσαν υπό τη μορφή της μονοπρόσωπης ανώνυμης εταιρείας, ήτοι το σύνολο των μετοχών εκάστης ανήκε σε ένα και μόνο πρόσωπο, ειδικότερα δε, της μεν αποδέκτριας στον Πρόεδρο αυτής Π.
Ψ. του Δ., της δε τριτεγγυήτριας στην Πρόεδρο αυτής Μ. Τ. του Α., συζ. Π. Ψ.. Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, η τριτεγγύηση που παρασχέθηκε από την εταιρεία "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ" υπέρ της εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 23α παρ.
Ια και 5 του Ν. 2190/1920, εφόσον δόθηκε σε νομικό πρόσωπο ελεγχόμενο από τον σύζυγο της Προέδρου του Δ.Σ. της τριτεγγυήτριας εταιρείας, και συνεπώς είναι άκυρη. Συνακόλουθα, άκυρη καθίσταται ως προς την εταιρεία "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ" και η εκδοθείσα με βάση την ως άνω τριτεγγύηση υπ' αριθ. ...
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και η εγγραφείσα επί των πλειστηριασθέντων ακινήτων υποθήκη υπέρ του Γ. Τ. με βάση την εν λόγω διαταγή πληρωμής. Στον ως άνω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν και οι ανακόπτοντες ως ακολούθως: α) Οι πρώτος έως και εικοστή ενάτη εξ αυτών με την από 22-3-2016 αναγγελία τους, που επιδόθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, στον επισπεύδοντα και στην καθ' ης η εκτέλεση στις 23-3-2016 (βλ.
υπ' αριθ. 7908, 7922 και 7936/23-3-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Σ.), για τα ακόλουθα ποσά: 279.812.01 ευρώ εις ολόκληρον οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τετάρτη, 41.116 ευρώ ο πέμπτος, 51.073,37 ευρώ ο έκτος, 80.898,67 ευρώ ο έβδομος, 41.116 ευρώ εις ολόκληρον οι όγδοος και ενάτη, 279.812,01 ευρώ ο δέκατος, 80.897,87 ευρώ ισομερώς οι ενδεκάτη και δωδέκατος, 41.116 ευρώ η δεκάτη τρίτη, 51.073,37 ευρώ η δεκάτη τετάρτη, 41.116 ευρώ εις ολόκληρον οι δέκατος πέμπτος και δεκάτη έκτη, 51.671,23 ευρώ η δεκάτη εβδόμη, 160.464.01 ευρώ ο δέκατος όγδοος, 41.116 ευρώ η δεκάτη ενάτη, 21.224,66 ευρώ η εικοστή, 21.224,66 ευρώ ο εικοστός πρώτος, 120.681,34 ευρώ η εικοστή δεύτερη, 80.898,67 ευρώ εις ολόκληρον οι εικοστός τρίτος και εικοστή τετάρτη, 41.116 ευρώ εις ολόκληρον οι εικοστή πέμπτη και εικοστή έκτη, 41.116 ευρώ ο εικοστός έβδομος, 51.073,37 ευρώ η εικοστή ογδόη και 80.582,77 ευρώ η εικοστή ενάτη.
β) Οι τριακοστός έως και τριακοστή ογδόη εξ αυτών με την από 22-3-2016 αναγγελία τους, που επιδόθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, στον επισπεύδοντα και στην καθ' ης η εκτέλεση στις 23-3-2016 (βλ. υπ' αριθ. 7907, 7921 και 7935/23-3-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Σ.), για τα ακόλουθα ποσά: 41.782,67 ευρώ ισομερώς οι τριακοστός και τριακοστή πρώτη, 41.782,67 ευρώ ισομερώς οι τριακοστός δεύτερος και τριακοστή τρίτη, 200.913,35 ευρώ ισομερώς οι τριακοστός τέταρτος, τριακοστή πέμπτη και τριακοστός έκτος, 200.913,35 ευρώ ο τριακοστός έβδομος και 41.782,67 ευρώ η τριακοστή ογδόη.
γ) Ο τριακοστός ένατος εξ αυτών με την από 22-3-2016 αναγγελία του, που επιδόθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, στον επισπεύδοντα και στην καθ' ης η εκτέλεση στις 23-3-2016 (βλ. υπ' αριθ. 7906, 7920 και 7934/23-3-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Φ. Σ.), για το ποσό των 324.261,35 ευρώ. Οι ανωτέρω υπό στοιχ.
α', β' και γ' αναγγελθείσες απαιτήσεις απορρέουν αντιστοίχως από τις υπ' αριθ. 12793/2015, 12789/2015 και 12788/2015 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς εξασφάλιση δε αυτών οι ως άνω δανειστές είχαν εγγράψει στις 20-2-2012 αντίστοιχες προσημειώσεις υποθήκης επί των πλειστηριασθέντων ακινήτων, δυνάμει της υπ' αριθ. 9608/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών".
Στη συνέχεια το Εφετείο δικάζον επί της ένδικης ανακοπής κατά του πίνακος κατάταξης δέχθηκε κατ' ουσία αυτήν και απέβαλλε τον καθ' ου η ανακοπή και κατέταξε στη θέση του συμμέτρως τους ανακόπτοντες με βάση τις προαναφερθείσες αναγγελθείσες απαιτήσεις τους. Με την εκτεθείσα κρίση του και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι η τριτεγγύηση επί συναλλαγματικής που παρασχέθηκε από την εταιρεία "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ" υπέρ της εταιρείας "ΑΣΠΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 23α παρ. 1α και 5 του Ν. 2190/1920, εφόσον δόθηκε σε μονοπρόσωπο νομικό πρόσωπο ελεγχόμενο από τον σύζυγο της Προέδρου του Δ.Σ (Π.
Ψ.) της τριτεγγυήτριας εταιρείας, και συνεπώς είναι άκυρη και όχι στη διάταξη της παρ. 2 του ως άνω άρθρου, έστω και αν έχει ήδη αναληφθεί απ' αυτήν άλλη υποχρέωση από την υποκείμενη αιτία, η οποία δεν αποτέλεσε καν αντικείμενο της δίκης επί της ένδικης ανακοπής, λόγω του αναιτιώδους της εκ της τριτεγγύησης ενοχής και συνακόλουθα ότι άκυρη καθίσταται ως προς την εταιρεία "ΠΡΟΝΟΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΓΡΑΦΕΙΩΝ" και η εκδοθείσα με βάση την ως άνω τριτεγγύηση υπ' αριθ. ...
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και η εγγραφείσα επί των πλειστηριασθέντων ακινήτων υποθήκη υπέρ του Γ. Τ. με βάση την εν λόγω διαταγή πληρωμής και ότι, επομένως, η ως άνω απαίτηση δεν υφίσταται ούτε έχει προνόμιο για την κατάταξή της στον εσφαλμένως συνταγέντα προαναφερόμενο πίνακα κατάταξης, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος και πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος του επικουρικώς προτεινόμενοι λόγοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως ορθώς εκτιμώνται από το Δικαστήριο αυτό, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του ο πέμπτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια εκ του αρ. 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προταθέντες ισχυρισμούς που αναφέρονται στην υποκείμενη έννομη σχέση για την οποίαν εκδόθηκε η ως άνω συναλλαγματική και η τριτεγγύηση πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση καθότι αυτή δεν αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα του αντικειμένου της δίκης επί της ανακοπής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης δανειστών στην αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία κάθε δικογράφου, που αναφέρονται στα άρθρ. 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, και τους λόγους της ανακοπής που αποτελούν την ιστορική της βάση (ΑΠ 1491/2003).
Οι λόγοι αυτοί μπορεί να αφορούν είτε (α) την ύπαρξη της ίδιας της απαίτησης του ανακόπτοντος δανειστή ή του προνομίου της, στην περίπτωση που αυτή δεν κατατάχθηκε καθόλου ή ως προνομιακή στον προσβαλλόμενο πίνακα, οπότε ο ανακόπτων υποχρεούται να εκθέσει στην ανακοπή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την απαίτησή του ή το προνόμιό της, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση από το δικαστήριο της νομιμότητας του λόγου της ανακοπής του και η άμυνα του καθ' ου, δεν επιτρέπεται δε η συμπλήρωση των απαιτούμενων για τη θεμελίωση της απαίτησής του περιστατικών με τις προτάσεις του ή με άλλα έγγραφα και μάλιστα με το περιεχόμενο της αναγγελίας και των εγγράφων που κατατίθενται μέσα στην ίδια με την επίδοση αυτής προθεσμία και αποδεικνύουν την απαίτηση, (β) είτε σε προβολή ενστάσεων του ανακόπτοντος κατά της απαίτησης του καθ' ου, που κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα, (γ) είτε σε απλή αμφισβήτηση ή άρνηση από τον ανακόπτοντα της καταταχθείσας απαίτησης του καθ' ου ή του προνομίου της, οπότε ο τελευταίος υποχρεούται να επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και να αποδείξει τα παραγωγικά της απαίτησής του ή του προνομίου της πραγματικά περιστατικά, αρκεί δε στην περίπτωση αυτή μόνη η άρνηση της απαίτησης του καθ' ου από τον ανακόπτοντα για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της ανακοπής του, αφού ο καθ' ου βαρύνεται πλέον αυτός να αποδείξει την ύπαρξη, το μέγεθος και τον τυχόν προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησής του (ΑΠ 1353/2015, 1501/2006).
Όμως ακόμη και όταν ο λόγος της ανακοπής δεν αφορά την απαίτηση του ανακόπτοντος ή του προνομίου της υποχρεούται αυτός να προσδιορίσει με την ανακοπή του την απαίτησή του κατά το είδος, το ποσό και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, αφού η ύπαρξη απαίτησής του είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαία για να δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του και κατ' επέκταση η ενεργητική νομιμοποίησή του για την άσκηση της ανακοπής (ΑΠ 440/2004, 849/2009, 1949/2009, 1281/2011).
Περαιτέρω η εξειδίκευση της απαίτησης του ανακόπτοντος ήδη με το δικόγραφο της ανακοπής του είναι αναγκαία και όταν στηρίζει την απαίτησή του σε έγγραφα με αποδεικτική δύναμη έναντι του καθ' ου η εκτέλεση ή στο δεδικασμένο απόφασης, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών, καθώς και το δεδικασμένο απόφασης που εκδόθηκε μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ' ου η εκτέλεση, δεν δεσμεύουν τρίτους, όπως είναι οι λοιποί δανειστές που αναγγέλθηκαν (ΑΠ 387/2001, 1501/2006, 270/2012).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης ανακοπής (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ), οι ανακόπτοντες με την από 28-4-2016 ανακοπή τους επικαλέστηκαν τις απαιτήσεις κατά τα αναγραφόμενα εκεί ποσά για καθένα απ' αυτούς και την αιτία προέλευσής τους, την αναφορά των με βάση αυτές εκδοθεισών διαταγών πληρωμής κατά της καθ' ης η εκτέλεση ως άνω ανώνυμης εταιρείας καθώς και πλήρη εξειδίκευση των απαιτήσεών τους που αναγγέλθηκαν στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο του πλειστηριασμού, ενώ επί πλέον ορισμένος ήταν και ο τρίτος προβαλλόμενος λόγος της ένδικης ανακοπής με τον οποίον αμφισβητούσαν την καταταγείσα απαίτηση του καθ' ου η ανακοπή, κατά τα προαναφεθέντα, και ζήτησαν την αποβολή αυτού και την κατάταξή τους στη θέση του.
Συνεπώς, το Εφετείο που μετά την εξαφάνιση της ως άνω πρωτόβαθμης απόφασης, κατά τα προαναφερθέντα, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την ένδικη ανακοπή δεχόμενο, σιωπηρά, ότι αυτή περιέχει όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία και ότι εξειδικεύονται με πληρότητα και σαφήνεια όλα εκείνα τα στοιχεία των απαιτήσεών τους και του εντεύθεν εννόμου συμφέροντός τους προς άσκηση της ένδικης ανακοπής. και συνακόλουθα ότι αυτή είναι παραδεκτή, απορρίψασα σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον έκτο λόγο από τον αναιρεσείοντα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Τέλος, ο προαναφερθείς με τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 2/1989) ή εάν τον έλαβε υπόψη του και τον απέρριψε (έστω και εσφαλμένα) και σιωπηρά με την παραδοχή των αντιθέτων (ΟλΑΠ 12/1991, ΟλΑΠ 11/1996, 684/2019).
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος αν υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό του σκοπό του δικαιώματος. Όμως, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, όταν ο σχετικός ισχυρισμός προβάλλεται κατά της ακυρότητας της σύμβασης, η οποία επήλθε λόγω παράβασης με τις του νόμου γιατί η άκυρη σύμβαση δεν καθίσταται έγκυρη, έστω και αν η πρόταση της ακυρότητας είναι καταχρηστική (ΑΠ 417/2016 ad hoc, 2029/2013, 188/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον έβδομο λόγο της αναίρεσής του ότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της προσβαλλομένης πρωτόβαθμης απόφασης και δικάζον την ανακοπή των ανακοπτόντων δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα με τις προτάσεις του ως ένσταση ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ με τα εκεί επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και προς απόκρουση του τρίτου ως άνω δεκτού γενομένου λόγου ανακοπής με τον οποίον κρίθηκε ότι η είναι άκυρη ως εκ του νόμου απαγορευόμενη λόγω παραβίασης του άρθρου 23α παρ. 1 α ν. 2190/1920 δοθείσα από την καθ' ης η εκτέλεση τριτεγγύηση επί της συναλλαγματικής βάσει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής από τον καθ' ου η ανακοπή.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί τον ως άνω λόγο της ανακοπής ως νόμιμο και κατ' ουσία βάσιμο απέρριψε σιωπηρά την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη λόγω του ότι αυτή δεν μπορεί να προταθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της εκ του νόμου απορρέουσας ακυρότητας της ως άνω τριτεγγύησης.
Κατ' ακολουθίαν, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρα 106, 176, 183, 191 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
Παράβολο ερημοδικίας για τον απολιπόμενο και εκπρωσοπηθέντα αναγκαίο ομόδικο 18ο αναιρεσίβλητο δεν ορίζεται, διότι δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας κατά των αποφάσεων του Αρείου Πάγου (άρθρο 576 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ωσεί παρόντος του 18ου αναιρεσσίβλητου και αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων.
Απορρίπτει την από 10-5-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 114/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ