Legislator Case Law & Legislation
701/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding insufficient specific citation of documents in court submissions.

Case Number 701/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a Third Instance Court decision regarding a claim for breach of sale contracts. The appellants argued the lower court erred by considering specific sales contracts not explicitly cited in its submissions, while the respondent claimed the documents were sufficiently referenced by date and parties. The court ruled that the Third Instance Court's submissions contained only general references to documents, failing the legal requirement for specific citation of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(11b) of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the lower court's submissions fail to specifically cite the documents relied upon, requiring clear reference to specific parts of previous submissions rather than general mentions.

Keywords

AI generated
procedural admissibility specific citation requirement court submissions evidence citation appeal dismissal Code of Civil Procedure document reference

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11b) of the Code of Civil Procedure
Article 939 of the Civil Code
Article 943 of the Civil Code
Article 216 of the Code of Civil Procedure
Article 346 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 15/2012
OLAP 9/2000
OLAP 14/2005
OLAP 23/2008
OLAP 58/1978
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 701 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 701/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2) Ε. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3) Α. συζύγου Α. Μ., κατοίκου ... και 4) Α. ή Α. Κ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουρτζούδη. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία ".... ΟΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπαμπάτσικο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/693/24/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 70/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης και 148/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον φερόμενο ως παραβιασθέντα κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία είτε αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 943 Α.Κ. προκύπτει, ότι για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της αγωγής για διάρρηξη των προς καταδολίευση των δανειστών απαλλοτριώσεων ,απαιτείται στη σχετική αγωγή να περιλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και η αξία του περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι η διάρρηξη δεν είναι αναγκαίως ολική, αλλά επέρχεται μόνον κατά το μέρος που ζημιώνεται ο δανειστής (Ολ.ΑΠ15/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της από 17-9-2013 αγωγής της αναιρεσίβλητης, με την οποία εδίωκε την κατ'άρθρο 939 ΑΚ διάρρηξη των σ'αυτή περιγραφομένων δικαιοπραξιών, εκτίθεται η αξία καθενός περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε όπως και η συνολική αξία αυτών, σαφώς δε εκτιμάται, ότι η αξία αυτή αναφέρεται στην κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής τοιαύτη, ανεξαρτήτως του ότι ήταν ίδια με αυτή του χρόνου της απαλλοτρίωσης ενός εκάστου των μεταβιβασθέντων ακινήτων.

Επομένως, το Εφετείο, στο οποίο επαναφέρθηκε ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός ,που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε σχετικώς ότι, "στην αγωγή γίνεται μνεία της αξίας εκάστου μεταβιβασθέντος περιουσιακού στοιχείου κατά την ισούμενη, με την εμπορική, αντικειμενική αξία του, όπως η τελευταία προσδιορίσθηκε κατά το χρόνο κατάρτισης εκάστης δικαιοπραξίας, η ως άνω δε για έκαστο ακίνητο ξεχωριστά αναφερόμενη αξία κατά τον χρόνο εκείνο, ταυτίζεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με την αξία τους και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ως τούτο αναφέρεται εν κατακλείδι πριν το αιτητικό της αγωγής, όταν συμποσούνται οι επί μέρους αξίες των μεταβιβασθέντων ακινήτων στο συνολικό ποσό των 67.636,47 ευρώ, σημειουμένου ότι τυχόν υπέρτερη αξία των ακινήτων μπορεί να προκόψει από τις αποδείξεις", ορθά έκρινε ότι η αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθμ. (κατ'εκτίμηση) 1 ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 του Α.Κ. εξάλλου προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της αγωγής διαρρήξεως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας είναι 1)ύπαρξη απαιτήσεως (αξιώσεως) κατά του οφειλέτη γεννημένης κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, 2)απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη, 3)σκοπός βλάβης των δανειστών, 4)βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη τέτοια, ώστε η περιουσία που υπολείπεται να μην αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών και 5)γνώση του τρίτου, προς τον οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό τη βλάβη των δανειστών (Ολ.ΑΠ 15/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ολ.ΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ.861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος: "Με την υπ'αριθμ.62/1237/67/ 2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, που εκδόθηκε επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1237/67/2007 αγωγής της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) στρεφομένης κατά του πρώτου εναγομένου (ήδη πρώτου των αναιρεσειόντων), έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν η αγωγή και υποχρεώθηκε ο τελευταίος, να καταβάλει στην ενάγουσα συνολικό ποσό των 84.841,17 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, πλέον δικαστικών εξόδων ποσού 3.500 ευρώ, ....οφείλοντάς της για την ανωτέρω αιτία, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, το συνολικό ποσό των 106.922,38 ευρώ,....

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.62/1237/67/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, ήτοι σε χρόνο που η απαίτηση της ενάγουσας είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, και ακριβώς την επόμενη ημέρα από την απόρριψη της προσωρινής διαταγής για την αναστολή εκτέλεσης της κηρυχθείσας προσωρινώς εκτελεστής διάταξης, ήτοι την 1-10- 2008, με το υπ'αριθμ. ...4/1-10-2008 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου, Σ.

Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα την ίδια ημέρα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …...μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, στη δεύτερη εναγόμενη- θυγατέρα του (ήδη δεύτερη των αναιρεσειόντων), ένα οικόπεδο, εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης, 172,15 τ.μ. και μετά από νεότερη καταμέτρηση 172,13 τ.μ., που βρίσκεται εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος …..

του πρώην Δήμου … και ήδη … Νομού …....Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος με χαριστική αιτία προς τη δεύτερη εναγομένη ακινήτου προσδιορίσθηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο γονικής παροχής στο ποσό των 29.808,84 ευρώ.., η αγοραία αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 35.000 ευρώ,...Ακολούθως, μετά την έκδοση της υπ'αριθμ.477/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απερρίφθη η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ως αβάσιμη στην ουσία της, που δημοσιεύθηκε την 28-9-2010, βεβαιωθείσας πλέον με τελεσίδικη κρίση της απαίτησης της ενάγουσας κατά του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος με το υπ'αριθμ. ...10/25-10-2010 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Σ.

Φ.. που μεταγράφηκε νόμιμα την ίδια ημέρα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …...., μεταβίβασε στην τρίτη εναγόμενη - σύζυγο του, (ήδη τρίτη των αναιρεσειόντων) κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, ένα οικόπεδο, έκτασης 64 τ.μ., που βρίσκεται εντός του Δημοτικού Διαμερίσματος … του πρώην Δήμου ….και ήδη Δήμου ….Νομού …, ....

εντός του οποίου υπάρχει μία διώροφη οικοδομή,....Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος με χαριστική αιτία προς την τρίτη εναγομένη ακινήτου προσδιορίσθηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς στο ποσό των 24.585,68 ευρώ..., η αγοραία αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ, ....

Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος, μετά παρέλευση δεκαπενθημέρου περίπου, με το υπ'αριθμ. ...28/11-11-2010 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα την επομένη ημέρα (12-11-2010) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ….....μεταβίβασε στην τρίτη εναγόμενη - σύζυγο του, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, έκτασης 3.875τ.μ., κειμένου στην τοποθεσία "..." του αγροκτήματος …, με αριθμό τεμαχίου στα κτηματολόγια …69,....

Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος κατά το εξ' αδιαιρέτου ποσοστό, με χαριστική αιτία, προς την τρίτη εναγόμενη, αγροτικού ακινήτου, προσδιορίσθηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς στο ποσό των 581,25 ευρώ...., η αγοραία αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 900 ευρώ,....Ο πρώτος εναγόμενος, την ίδια ημέρα, με το υπ'αριθμ. ...29/11-11-2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου, Σ.

Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα την επομένη ημέρα (12-11-2010) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …...., μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, προς τον τέταρτο εναγόμενο, (ήδη τέταρτο των αναιρεσειόντων) σύζυγο της δεύτερης εναγόμενης - θυγατέρας του, κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή, ένα αγροτεμάχιο έκτασης 13.500 τ.μ.,κείμενο στην τοποθεσία "..." του πρώην Δήμου …....Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος, με επαχθή αιτία, προς τον τέταρτο εναγόμενο, αγροτικού ακινήτου, προσδιορίσθηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο στο ποσό των 7.290 ευρώ.....η αγοραία αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ,....Τέλος, ο πρώτος εναγόμενος, μετά παρέλευση πενθημέρου προέβη σε νέα εκποίηση περιουσιακού του στοιχείου και δη με το υπ'αριθμ. ...35/16-11- 2010 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου," Σ.

Φ., που μεταγράφηκε νόμιμα την επομένη ημέρα (17-11-2010) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ορεστιάδας.... μεταβίβασε, αιτία πωλήσεως, στον τέταρτο εναγόμενο, σύζυγο της δεύτερης εναγόμενης - θυγατέρας του, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, κείμενου στο Δημοτικό Διαμέρισμα ….του πρώην Δήμου ….και ήδη Δήμου … Νομού …., εμβαδού 478 τ.μ....μετά των επ' αυτού υφισταμένων κτισμάτων......Η αντικειμενική αξία του μεταβιβασθέντος κατά το εξ' αδιαιρέτου ποσοστό, με επαχθή αιτία, προς την τέταρτο εναγόμενο αστικού ακινήτου προσδιορίσθηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο στο ποσό των 5.370,60 ευρώ....., η αγοραία αξία του, κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής, ανέρχεται στο ποσό των 7.000 ευρώ,....Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις εν λόγω μεταβιβάσεις ακινήτων περιουσιακών του στοιχείων συνολικής αξίας 82.900 ευρώ, που υπολείπεται του ποσού της απαίτησης της ενάγουσας, γνωρίζοντας ότι είναι οφειλέτης της τελευταίας, δεδομένου ότι συμβατικά είχε αναδεχθεί το χρέος του υιού του προς αυτήν και η από αυτήν την αιτία προερχόμενη οφειλή του είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, βεβαιωθείσα με δικαστικές αποφάσεις, παρέμεινε δε η οφειλή του ανεξόφλητη κατά την κατάρτιση των επιδίκων δικαιοπραξιών, όπως άλλωστε παραμένει μέχρι και σήμερα, ως τούτο συνομολογεί και ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος).

Εξάλλου, αυτός προέβη στις εν λόγω τρεις χαριστικές δικαιοπραξίες προς τις δεύτερη και τρίτη των εναγομένων και στις δύο επαχθείς δικαιοπραξίες προς τον τέταρτο εναγόμενο, με αποκλειστικό σκοπό να αποστερήσει την ενάγουσα από την δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από τα περιουσιακά στοιχεία, που διέθετε.....Ομοίως και ο τέταρτος εναγόμενος, γαμβρός από θυγατέρα του πρώτου εναγομένου, γνώριζε την πρόθεση του πρώτου εναγομένου να βλάψει την ενάγουσα, καθόσον γνώριζε για την οφειλή του πεθερού του προς την ενάγουσα, αφού είχε πληροφορηθεί μέχρι την κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 μετεγκατάστασή του στις ….οπωσδήποτε από τη σύζυγο του-δεύτερη εναγομένη τις αντιδικίες και την δικαστική εκκρεμότητα της υπόθεσης μεταξύ των στενών συγγενών της και της ενάγουσας, λόγω του ότι η δεύτερη εναγομένη έγινε αποδέκτρια των διενέξεων για τις οικονομικές διαφορές, μεταξύ των μελών της πατρικής της οικογένειας και του πρωτοξαδέρφου της.....

Μετά δε την μετεγκατάστασή του στον ίδιο τόπο με την πατρική οικογένεια της συζύγου του-δεύτερης εναγόμενης, και τη δημοσίευση της απόφασης επί της έφεσης που είχε ασκήσει ο πρώτος εναγόμενος, ο τέταρτος εναγόμενος ασφαλώς και πληροφορήθηκε ότι τελεσιδίκως πλέον ο πεθερός του- πρώτος εναγομένος υποχρεώθηκε στην καταβολή της οφειλής του προς την ενάγουσα και μάλιστα προκειμένου να τον διευκολύνει να αποφύγει την ικανοποίησή της συνέπραξε στην κατάρτιση των πωλητηρίων συμβολαίων, ώστε να μεταβιβασθούν σ'αυτόν τα ακίνητα, χωρίς ασφαλώς η κτήση τους να δικαιολογείται από τους επικαλούμενους λόγους επένδυσης των χρημάτων του, που υπαγορεύθηκαν εξαιτίας της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας της χώρας, δεδομένου ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, οι κρατούσες οικονομικές συνθήκες αποτρέπουν την επένδυση χρημάτων στην αγορά ακινήτων.

Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος είχε την κατά προτεραιότητα οικονομική ευχέρεια να προβαίνει σε αγορές ακινήτων, αφού την ίδια χρονική περίοδο της καταρτίσεως των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, η σύζυγος του με την εγγύηση του ιδίου έλαβε καταναλωτικό δάνειο ποσού 10.000 ευρώ από την τράπεζα …....., επιπλέον δε είχε να αντιμετωπίσει, κατά την ίδια χρονική περίοδο, τις αυξημένες ιατρικές δαπάνες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας του ανηλίκου τέκνου τους.".

Ακολούθως, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την από 30-1-2015 έφεση του πρώτου αναίρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας) Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως, δεχόμενο την αγωγή διάρρηξης της αναιρεσίβλητης. Από τις παραδοχές δε αυτές, στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εδώ εφαρμοστέων και αναφερομένων στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, των οποίων έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή τους.

Οι αναίρεσείοντες, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησής τους ,επικαλούνται ανεπαρκή αιτιολογία σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της γνώσης του τέταρτου αυτών, διότι δεν εκθέτει συγκεκριμένες περιστάσεις, από τις οποίες να προκύπτει με σαφήνεια το γεγονός ότι αυτός γνώριζε την οφειλή του πρώτου προς την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον η επικαλούμενη ανεπάρκεια αναφέρεται στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος σχετικού αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εφόσον το πόρισμα του Εφετείου ότι ο τέταρτος των αναιρεσειόντων γνώριζε την πρόθεση του πρώτου να βλάψει την αναιρεσίβλητη, είναι σαφές.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος, εφόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται οι περιστάσεις από τις οποίες με ενάργεια προκύπτει η γνώση αυτού.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 270 § 2εδ.α & β, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύουν μετά τους ν. 2915/2001 και 3994/2011, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρ. 524§2 ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.

Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ.

Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, 14/2005 ,23/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσειοντες, με τον δεύτερο από το άρθρο 559αριθμ.11β ΚΠολΔ, λόγο της κρινόμενης αίτησης, μέμφονται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό τους ,ότι προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά το νόμο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα ….29/11-11-2010 και …35/16-11-2010 συμβόλαια αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Σ.

Φ., με τα οποία διενεργήθηκαν οι σχετικές αγοραπωλησίας μεταξύ του πρώτου και τετάρτου αυτών, των οποίων και απαγγέλθηκε η διάρρηξη, αφού αυτά δεν τα είχε επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του, με τις οποίες αναφέρθηκε κατά τρόπο γενικό στα προσκομισθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έγγραφα.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 10-5-2017 ενώπιον του Εφετείου προτάσεών της, η αναιρεσίβλητη, δεν επικαλείται μεν ενάριθμα / τα ανωτέρω συμβολαιογραφικά έγγραφα, αναφέρει όμως στοιχεία, όπως ημερομηνία σύναψης και μεταγραφής και ονόματα των συμβληθέντων (σελ.18 αυτών), που επαρκώς τα συγκεκριμενοποιούν και τα εξειδικεύουν και συνεπώς καθιστούν παραδεκτή την επίκλησή τους.

Πέραν αυτού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 12-5-2017 προτάσεων των αναίρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου και οι τελευταίοι, εμμέσως πλην σαφώς, επικαλούνται τα ίδια συμβολαιογραφικά έγγραφα (σελ.8 αυτών), με αποτέλεσμα να καταστούν κοινά, λαμβανόμενα υπόψη και για την απόδειξη της ένδικης αγωγής, κατ'άρθρο 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 58/1978).

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ). Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί ελλείψει σχετικού αιτήματος από την αναιρεσίβλητη (αρθρ.106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Νοεμβρίου 2017 αίτηση των Α., Ε., Α. Μ. και Α. ή Α. Κ. για αναίρεση της 148/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ