Legislator Case Law & Legislation
701/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to failure to consider private expert report.

Case Number 701/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a traffic accident verdict rendered by the Single Court of Appeal in Thessaloniki. The appellants argued that the appellate court erred by failing to consider a privately commissioned expert report submitted to prove exclusive liability. The court ruled that the lower court had explicitly acknowledged and evaluated this document as part of its evidence assessment, rendering the appeal groundless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1 and 2, 576 para. 1-3 and 672 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellate court has duly considered and evaluated all evidence submitted by the parties, including private expert reports, without omitting any relevant document.

Keywords

AI generated
traffic accident liability private expert report appellate court error evidence evaluation civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1 and 2, 576 para. 1-3 and 672 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 item gamma of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 4 item e of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 701 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 701/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Σ., 2) Μ. Ρ. του Γ., συζ. Κ. Μ. και 3) Μ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-11-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Γ. του Γ. (K. G. του G.), 2) Γ. Γ. του Ζ. (G. G. του Z.), 3) Κ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., 4) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 5η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο, ενώ οι 1ος, 2ος, 3ος και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 4-5-2010 αγωγή της ήδη 5ης των αναιρεσιβλήτων, την από 10-1-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 23-8-2010 αγωγή της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27093/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1954/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 5η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 11-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 10-2-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1954/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της 5ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1-3 και 672 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτήν διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ.

και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 119/2014, 2202/2014, 1361/2013).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 1954/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αυτή προσδιορίστηκε για συζήτηση ενώπιον του Δ’ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, για την δικάσιμο της 19.2.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4.11.2016).

Κατ’ αυτήν παρέστησαν οι μεν αναιρεσείοντες, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, η δε πέμπτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Ε.Γ.Α.", εκπροσωπουμένη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Αγγελακόπουλο, ενώ οι λοιποί πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων K.

G. του G., G. G. του Z., Μ. Κ. του Σ. και Α. Κ. του Ι., αντίστοιχα, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά την νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου.

Δεν αποδεικνύεται δε ότι οι ως άνω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι έχουν κλητευθεί από τους επισπεύδοντες την συζήτηση αναιρεσείοντες ή από την παρισταμένη ως άνω ομόδικό τους τόσο για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, όσο και για την παρούσα, για να παραστούν κατά την συζήτηση της κρινόμενης αναιρέσεως.

Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην μείζονα σκέψη και δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτώς, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, ενώ ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β’ και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ’ αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 44/2003, ΑΠ 1702/2001).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).

Το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 681/2014).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Την 16-10-2009 και ώρα 00.10’ ο K.

G., ηλικίας 19 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, οδηγούσε το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ... IX επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SKODA, τύπου OCTAVIA, 1600 cc, ιδιοκτησίας του πατέρα του G. G., στην επαρχιακή οδό ... - Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη. Στο 1ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, στο ύψος του 1ου φωτεινού σηματοδότη στην Κοινότητα ..., η ανωτέρω οδός διασταυρώνεται καθέτως με την οδό ....

Η επαρχιακή οδός στο ανωτέρω σημείο είναι ευθεία και διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, η οποία διακόπτεται στο ύψος της διασταυρώσεως και έχουν πλάτος οδοστρώματος, το μεν ρεύμα προς Θεσσαλονίκη 8,10 μέτρα, το δε ρεύμα προς ... 3,50 μέτρα.

Στην διασταύρωση υπάρχουν διάβαση πεζών και φωτεινοί σηματοδότες, που ρυθμίζουν την κίνηση των οχημάτων και των πεζών. Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα. Κατά το χρόνο του ατυχήματος επικρατούσε σκότος και το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό λόγω βροχόπτωσης. Φθάνοντας στη διασταύρωση ο οδηγός διέκοψε την πορεία του στο αριστερό τμήμα του ρεύματος πορείας του, δίπλα στη διαχωριστική γραμμή, προ της διασταυρώσεως και της εκεί υπάρχουσας διαβάσεως πεζών, προτιθέμενος να στρίψει αριστερά, στην οδό ..., επειδή ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας του είχε την ένδειξη αναλάμποντος βέλους, πορτοκαλί χρώματος.

Στο αυτοκίνητο επέβαιναν η Α. Κ., 17 ετών, στη θέση του συνοδηγού και ο Κ. Μ., 21 ετών, στα πίσω καθίσματα. Το αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ". Κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, ο Μ. Μ., 22 ετών, φοιτητής, οδηγούσε το υπ’ αριθμό κυκλοφορίας ...

IX επιβατικό αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MITSUBISHI, τύπου Outlander, 2000 cc, συνιδιοκτησίας των γονέων του, Μ. Ρ. και Κ. Μ., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... ΑΕ", στην επαρχιακή οδό, με κατεύθυνση τον ....

Φθάνοντας στο 1ο χιλιόμετρο της αναφερομένης οδού, επειδή ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στην πορεία του, είχε την πράσινη ένδειξη, συνέχισε την πορεία του ευθεία στην επαρχιακή οδό, με μεγάλη ταχύτητα, οπωσδήποτε ανώτερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα. Λόγω όμως της μεγάλης ταχύτητας και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος, ο Μ.

Μ. έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επέπεσε δε στο εν στάσει ευρισκόμενο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ. Γ.. Ειδικότερα, το αυτοκίνητο του Μ. Μ. επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα του, στο εμπρόσθιο - εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του άλλου αυτοκινήτου. Από την σφοδρότητα της συγκρούσεως το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ.

Γ., παρασύρθηκε 4-5 μέτρα προς τα πίσω, στο ρεύμα πορείας του, ενώ το αυτοκίνητο του Μ. Μ., αφού εισήλθε στο αντίθετο, σε σχέση με την πορεία του, ρεύμα πορείας, περιστράφηκε γύρω από τον άξονά του και ακινητοποιήθηκε στο άκρο δεξιό του ρεύματος αυτού πορείας. Στο από 16-10-2009 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, το πιθανό σημείο του ατυχήματος σημειώνεται στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη, δίπλα στη διαχωριστική γραμμή, γεγονός αποδειχθέν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διότι, εκεί βρέθηκαν θραύσματα, γυαλιά κ.λπ.

και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των Κ. Γ. κ.λπ., ότι το αυτοκίνητο του Μ. Μ. εισήλθε στο δικό του ρεύμα πορείας, και όχι το αντίθετο, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκε ο Μ. Μ.. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι το αυτοκίνητο του Κ. Γ. κτυπήθηκε μετωπικά και ενώ αυτό βρισκόταν σε στάση, παράλληλα με τον άξονα της οδού.

Εάν το αυτοκίνητο του Κ. Γ. είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, κατά την επιχείρηση κλειστής αριστερής στροφής πριν τη διασταύρωση, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκαν οι αντίδικοί του, το αυτοκίνητό του θα είχε κτυπηθεί στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του. Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει τον οδηγό Μ.

Μ. αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος, διότι δεν οδηγούσε ως ο μέσος συνετός οδηγός υπό παρόμοιες συνθήκες (παράβαση άρθρων 20 παρ. 1, 16 παρ. 5 Κ.Ο.Κ.), δεδομένου ότι ο οδηγός Κ. Γ., λόγω της αιφνίδιας εισόδου του άλλου αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του δεν είχε δυνατότητα, τοπικά και χρονικά να ενεργήσει κάποιον αποφευκτικό ελιγμό".

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., αλλά και των άρθρων 16 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά που επέδειξε ο ανωτέρω οδηγός για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ελλείψεις, αντιφάσεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην επάρκεια των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Κατ’ ακολουθίαν, ο συναφής πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέος.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ’ αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.

Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ’ αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 861/2014).

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) του από 16.10.2009 πρόχειρου σχεδιαγράμματος του τόπου του ατυχήματος, με βάση το οποίο, ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο, αυτό, αποδίδοντας στο εν λόγω σχεδιάγραμμα περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει, δέχθηκε ότι "στο από 16.10.2009 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, το πιθανό σημείο του ατυχήματος σημειώνεται στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη, δίπλα στη διαχωριστική γραμμή, γεγονός αποδειχθέν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, διότι, εκεί βρέθηκαν θραύσματα, γυαλιά κ.λπ.", και ότι με τον τρόπο αυτό παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, αφού υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα και απέδωσε σ’ αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τους ίδιους και συγκεκριμένα ότι το οδηγούμενο από τον τρίτο από αυτούς όχημα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, κυρίως επί τη βάσει της παραδοχής της ότι το σχεδιάγραμμα προσδιορίζει το πιθανό σημείο συγκρούσεως στο αντίθετο (προς Θεσσαλονίκη) ρεύμα, ενώ το σχεδιάγραμμα δεν έχει τέτοιο περιεχόμενο, αφού δεν προσδιορίζει σημείο συγκρούσεως και το σημείο που εντοπίζει το σχεδιάγραμμα τα γυαλιά και τα θραύσματα είναι πάνω στην διαχωριστική γραμμή και 4-5 μέτρα πίσω από το σημείο που η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι είχε ακινητοποιηθεί το όχημα του Κ.

Γ., και β) και των προσκομισθεισών από αυτούς, μετ’ επικλήσεως, δύο φωτογραφιών του οχήματος του Κ. Γ., στις οποίες απεικονίζεται το ως άνω όχημα να έχει κτυπηθεί από αριστερά προς τα δεξιά, με εστραμμένους τους τροχούς του προς τα δεξιά, αποδίδοντας σε αυτές προφανώς διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που έχουν, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθ’ όσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του ως άνω σχεδιαγράμματος και φωτογραφιών, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και την ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που θεωρούν ορθή οι αναιρεσείοντες.

Επιπλέον, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι, χωρίς περαιτέρω να στηρίξει την κρίση του μόνο σ’ αυτά ή κυρίως σ’ αυτά.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι το Δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση είτε για έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα των διαδίκων.

Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και ιδιαίτερη αξιολόγηση, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 128/2013).

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη στο ότι δεν έλαβε υπόψη του την με αριθμό 10/2009 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε ο μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος - ναυπηγός Ν.

Σ., την οποία είχαν προσκομίσει νομίμως μετ’ επικλήσεως, προκειμένου να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως περί συνυπαιτιότητας στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος του οδηγού Κ. Γ.. Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες, προκειμένου να αποδείξουν τους ως άνω ισχυρισμούς τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο το έγγραφο που προαναφέρθηκε, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώνεται έλλειψη προσκομιδής αυτού.

Όπως όμως προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας, καθώς επίσης και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες".

Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της δεν προκύπτει καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και το παραπάνω νομίμως προσκομισθέν από τους ήδη αναιρεσείοντες, μετ’ επικλήσεως, αποδεικτικό μέσο, το οποίο περιλαμβάνεται στην κατηγορία των εγγράφων και δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να χρήζει ιδιαιτέρας μνείας.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παρισταμένης πέμπτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την από 10.2.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως … 2015 αίτηση για αναίρεση της 1954/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρισταμένης πέμπτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ