Legislator Case Law & Legislation
701/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against compensation ruling for national road widening, rejecting benefit presumption.

Case Number 701/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling that rejected the presumption of benefit for adjacent property owners. The State argued the appeal was admissible, but the court found the lower court correctly established that the properties were damaged rather than benefited by the road widening. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 of Law 653/1977 and Article 62 § 9 of Law 947/1977: The presumption of benefit for adjacent owners is rebuttable if evidence shows the properties were damaged or their value decreased due to the road widening.

Keywords

AI generated
national road widening presumption of benefit adjacent property owners compensation claim rebuttal of benefit

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 653/1977
28 § 1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου.
Article 62 § 9 of Law 947/1979
Article 14 § 1 of Law 1349/1983
Article 6 § 14 of Law 2052/1992
Article 18 § 4 of Law 2882/2001
Article 17 § 2 of the Constitution
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 895/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 701 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 701/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Π. Α. του Κ. και 4) Ε. Α. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δετσαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2007 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης.

Εκδόθηκε η 374/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-1-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 15-1-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Μαρίας Χυτήρογλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, εκ του αριθμού 19 άρθρ. 559 ΚΠολΔ και την απόρριψη του δεύτερου εκ του αριθμού 1 άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως της 374/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του άρθρ. 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρ. 62 § 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6 § 14 του ν. 2052/ 1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρ. 14 § 1 του ν. 1349/1983 και 6 § 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.

Παράλληλα κρίθηκε ότι η καθιέρωση του ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρ. 17 § 2 εδ. α’ του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξή της.

Κατ’ επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους (ΟλΑΠ 14/1991). Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παρ. 3 του άρθρ. 1 ν. 653/ 1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλειά του να είναι ανύπαρκτη ή σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.

Συνεπώς εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθός της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφέλειάς του ή το πραγματικό μέγεθός της από τη διάνοιξη εθνικής οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι’ αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του άρθρ. 1 εδ.

α’ του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοιά της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (πρβλ. ΕυρΔΔΑ ... της 15.11.1996). Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28 § 1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου.

Παρέπεται ως εκ τούτου ότι το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειάς του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειάς του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ. 1 του άρθρ. 1 ν. 653/ 1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρ. 33 § 1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή...(παρ. 3)... Η Επιτροπή... προβαίνει... στη σύνταξη έκθεσης σχετικά με την ωφέλεια ή μη του ακινήτου λόγω του έργου, αιτιολογώντας πλήρως τους λόγους και συνδέοντάς τους ιδία με τη δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο...

τη δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και την κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητά του (παρ. 4). Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης...(παρ. 6)...".

Εξ άλλου με το άρθρ. 37 εδ. α’ του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρ. 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του (Ολ.ΑΠ 11/2011).

Τέλος από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων των παρ. 1 και 4 του ως άνω άρθρου, προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού που προέβλεπε ο ν. 653/ 1977, ορίζονται ενδεικτικά και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο της απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η κατά τις ισχύουσες διατάξεις αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 955/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προς την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας των επίδικων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../5-12-2003 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1463/31-12-2003 τεύχος Δ’ , κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημοσίας ωφελείας και με δαπάνες αυτού, που θα αντιμετωπιστούν από τις πιστώσεις του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΣΑΕΠ ...9-10-2003, αρ.

έργου ...), καθώς και των παρόδιων ιδιοκτητών και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "..." υποτμήμα Αλεξανδρούπολης - ..., συνολικής εκτάσεως 98.819,88 τ.μ., η οποία βρίσκεται στο Ν. Έβρου και εικονίζεται με κλίμακα 1:2000 στο από Ιανουάριο 2003 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, που έχουν συντάξει οι ανάδοχοι μελετητές Π.

Τ., Γ. Ο., Π. Μ., Κ. Δ., Σ. Κ. και Χ. Α. και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της Δ/νσεως Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Σ. Σ. στις 30-1-2003 και με κλίμακα 1:500 στα από Δεκέμβριο 1994 κτηματολογικά διαγράμματα του ΥΠΕΧΩΔΕ, που έχουν συντάξει οι ανάδοχοι μελετητές ..., Ξ. Δ. -Κ. Ζ. - Δ. Τ., Β. Β. και Συνεργάτες Ε.Ε., Σ.

Λ., Σ. Ν., ... Ε.Π.Ε. και Ρ. Τ. και έχει θεωρήσει ο ως άνω Προϊστάμενος της Δ/νσης Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Σ. Σ. στις 8-1-2003, ακολούθως δε, διορθώθηκαν ο αρχικός κτηματολογικός πίνακας και τα αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../10-4-2006 απόφασης του Γενικού Διευθυντή της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Στην έκταση που απαλλοτριώνεται περιλαμβάνονται: 1) η υπ’ αριθμ. ... ιδιοκτησία, η οποία ανήκει στον πρώτο αιτούντα Ι. Π.. Από την ιδιοκτησία αυτή, εμβαδού 4.504 τ.μ., απαλλοτριώθηκε τμήμα εκτάσεως 950,20 τ.μ. και έκταση 898 τ.μ. θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη, λόγω της ωφελείας που θεωρείται ότι επήλθε στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 3.553,80 τ.μ., 2) η υπ’ αριθμ. ...

ιδιοκτησία, η οποία ανήκει στην δεύτερη αιτούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...". Από την ιδιοκτησία αυτή, εμβαδού 12.831 τ.μ. απαλλοτριώθηκε τμήμα εκτάσεως 1.211,70 τ.μ. και έκταση 1.187,30 τ.μ. θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη, λόγω της ωφελείας που θεωρείται ότι επήλθε στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 11.619,30 τ.μ.

και 3) η υπ’ αριθμ. ... ιδιοκτησία, η οποία ανήκει στον τρίτο αιτούντα Π. Α.. Από την ιδιοκτησία αυτή, εμβαδού 7.228 τ.μ. απαλλοτριώθηκε τμήμα εκτάσεως 773,70 τ.μ. και έκταση 705,70 τ.μ. θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη, λόγω της ωφελείας που θεωρείται ότι επήλθε στο εναπομένον τμήμα του ακινήτου εκτάσεως 6.454,30 τ.μ. Η απαλλοτριωτέα έκταση, στην οποία περιλαμβάνονται και οι άνω υπ’ αριθμ. ..., ...

και ... ιδιοκτησίες, βρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά εντός Γ.Π.Σ., είναι χαρακτηρισμένη ως ... ΠΡΟΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ και σ’ αυτήν υπάρχουν εγκαταστάσεις εκθέσεων διαφόρων εταιριών, καταστημάτων, αντιπροσωπειών και βιοτεχνικοί χώροι. Οι αιτούντες υπέβαλαν προς την αρμόδια κατά τα άνω επιτροπή αίτηση με την οποία ισχυρίζονται ότι ουδεμία ωφέλεια επέρχεται στις εναπομένουσες ιδιοκτησίες τους, εκτάσεως 3.553,80 τ.μ., 11.619,30 τ.μ.

και 6.454,30 τ.μ. αντίστοιχα, αλλά αντίθετα αυτές βλάπτονται καθόσον α) προ της απαλλοτριώσεως είχαν πρόσωπο και απευθείας πρόσβαση στην Εθνική Οδό Αλεξανδρούπολης -..., η οποία έχει χαρακτηριστεί ως οδός του δευτερεύοντος Εθνικού οδικού δικτύου, ενώ μετά την απαλλοτρίωση και την ολοκλήρωση του έργου δεν θα έχουν απευθείας πρόσωπο και πρόσβαση στην άνω οδό παρά μόνο σε παράπλευρη οδό, η οποία κατατάσσεται στο τριτεύον Εθνικό οδικό δίκτυο και β) μετά την απαλλοτρίωση μεγάλων τμημάτων των ακινήτων τους, μειώνεται το δικαίωμα δομήσεως αυτών.

Επί της αιτήσεως αυτής συντάχθηκε η από 9-11-2007 έκθεση της Επιτροπής του άρθρου 33 ν. 2971/2001 με την οποία αυτή ομόφωνα εισηγείται ότι υφίσταται (ισχύει το τεκμήριο ωφελείας) ωφέλεια από την απαλλοτρίωση διότι, α) όσον αφορά την ... ιδιοκτησία, το ακίνητο "παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο και αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην παράπλευρη οδό της Εθνικής Οδού" και β) όσον αφορά τις ...

και ... ιδιοκτησίες, έκαστο ακίνητο "παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα και αποκτά πρόσωπο και πρόσβαση στην παράπλευρη οδό της Εθνικής Οδού". Αντίθετα οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας για τις ιδιοκτησίες τους για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω υπό στοιχεία α’ και β’ .

Συναφής προς τους ισχυρισμούς των αιτούντων είναι και η από 10-1-2009 τεχνική έκθεση του Δ. Π., τοπογράφου μηχανικού, ο οποίος εξετάστηκε και ως μάρτυρας με επιμέλειά τους. Σύμφωνα με αυτήν τα ακίνητα, τα οποία προ της απαλλοτριώσεως, όπως και τα επίδικα, είχαν πρόσωπο και απευθείας πρόσβαση στην Εθνική Οδό Αλεξανδρούπολης - ..., η οποία έχει χαρακτηριστεί ως οδός του δευτερεύοντος Εθνικού οδικού δικτύου, μετά την απαλλοτρίωση και την ολοκλήρωση του έργου θα έχουν πρόσωπο και πρόσβαση επί παράπλευρων οδών, οι οποίες κατατάσσονται στο τριτεύον Εθνικό οδικό δίκτυο, δηλαδή υποβιβάζεται η κατηγορία της οδού επί της οποίας θα έχουν πρόσωπο και πρόσβαση.

Ταυτόχρονα δεν θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα της απευθείας πρόσβασης στην κύρια οδό (αρτηρία) και αντίστροφα. Τα κινούμενα οχήματα επί της κύριας οδού προ της απαλλοτριώσεως είχαν τη δυνατότητα για απευθείας πρόσβαση στις παρόδιες επιχειρήσεις μέσω εγκεκριμένων κυκλοφοριακών συνδέσμων, μετά την απαλλοτρίωση και την ολοκλήρωση του έργου δεν θα έχουν τη δυνατότητα για απευθείας πρόσβαση στις παρόδιες επιχειρήσεις, παρά μόνο μέσω των εγκεκριμένων παραπλεύρων οδών, στις οποίες η πρόσβαση θα επιτυγχάνεται με τη χρήση δύο κόμβων και διαμορφώσεων, που προβλέπονται, ο πρώτος στην αρχή του έργου (γέφυρα ..., χιλιομετρική θέση + 1500) και ο δεύτερος στο τέλος του (οικισμός ..., χιλιομετρική θέση +2575 περίπου), έτσι η έξοδος από την κύρια οδό και η χρησιμοποίηση των παραπλεύρων οδών για την επίσκεψη παρόδιων επιχειρήσεων θα αναγκάζει τους οδηγούς των οχημάτων που θα κινούνται σ’ αυτήν (κύρια οδό) να διανύουν επιπλέον απόσταση 1.000 έως 1.500 μέτρων, κατά μέσο όρο, αναλόγως της θέσεως της παρόδιας επιχειρήσεως, γεγονός το οποίο θα αποτελεί ιδιαίτερα ανασταλτικό παράγοντα, με συνέπεια το πελατολόγιο των παρόδιων επιχειρήσεων θα περιοριστεί μόνο σε αυτούς που κινούνται επί των παραπλεύρων οδών.

Το καθού Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι οι άνω ιδιοκτησίες ωφελούνται. Συναφής προς τους ισχυρισμούς του καθού Δημοσίου, όσον αφορά την, κατά τις απόψεις του, ωφέλεια των ιδιοκτησιών, είναι και η κατάθεση του μάρτυρά του Δ. Κ., πολιτικού μηχανικού, υπαλλήλου της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Έβρου κατά την οποία "Οι επιχειρήσεις θα έχουν πρόσωπο σε παράπλευρη οδό, δεν είναι δύσκολη η πρόσβασή τους σε αυτές, αντίθετα ευνοούνται, υπάρχουν κόμβοι για την εξυπηρέτησή των...

Η προσβασιμότητα πιστεύω βελτιώνεται, οι παράπλευροι οδοί κατά διαστήματα θα συνδέονται με την κύρια οδό με κόμβους, θα φωταγωγηθούν και θα κατασκευαστούν υδραυλικά έργα συλλογής και απορροής των ομβρίων". Από τα ανωτέρω εκτεθέντα, αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ένδικη απαλλοτρίωση ουδεμία στην πραγματικότητα επέφερε ωφέλεια στις εναπομείνασες ..., ...

και ... ιδιοκτησίες των αιτούντων και συγκεκριμένα δεν αυξήθηκε η αξία ή η εκμεταλλευσιμότητά τους, ούτε επηρεάστηκε θετικώς οποιοδήποτε προσδιοριστικό της αξίας των ακινήτων στοιχείο. Κατόπιν των ανωτέρω, συνάγεται ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο ωφελείας υπέρ των απαλλοτριωθέντων ιδιοκτησιών των αιτούντων, αφού από τα ως άνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι αυτές αντίθετα ζημιώθηκαν από την απαλλοτρίωση.

Επομένως, η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία και να καταδικασθεί το υπόχρεο καταβολής Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αιτούντων δικαιούχων αποζημιώσεως, ήτοι στα έξοδα αυτών και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους για την παράσταση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ύψους 220 ευρώ και στην αμοιβή αυτού για τη σύνταξη της αιτήσεως σε ποσοστό 3% επί της αποζημιώσεως (άρθρα 100 επ.

Κωδ. περί Δικηγόρων και 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001)...". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα εκθέτει κατά τρόπο σαφή και επαρκή τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας ωφέλειας των αναιρεσιβλήτων και περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, όπως τα στοιχεία αυτά καθορίζονται διευρυμένα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, όπως ο αποκλεισμός της δυνατότητας για οικονομική εκμετάλλευση των εναπομεινάντων ακινήτων λόγω μείωσης της κάλυψης και δόμησης αυτών, καθώς και ο αποκλεισμός της δυνατότητας για απευθείας πρόσβαση στην κύρια οδό (αρτηρία) και αντίστροφα.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεια και πρέπει ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν εφάρμοσε κατά τον καθορισμό της δικαστικής δαπάνης τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που προβλέπει μειωμένη δικαστική δαπάνη για το Δημόσιο. Ο λόγος αυτός που εκτιμάται ως αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τις δίκες των απαλλοτριώσεων (άρθρ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001), στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες για την άρση του τεκμηρίου της ωφέλειας και του καθορισμού αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα και εκείνα που εσφαλμένα αναφέρονται στον Κ.Π. ως αυτοαποζημιούμενα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος (ΑΠ 895/2010). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένη, όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-1-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 374/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ