Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision regarding unequal treatment of public servants under Greek Constitution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn a second-instance administrative court decision. The appellant argued that the lower court violated constitutional equality principles by denying him a specific benefit available to other public servants. The court rejected this claim, ruling that the appellant's distinct legal status as a private-law employee without direct state salary provisions justified the differential treatment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) of the Constitution and Article 22(1b) of the Constitution; The court established that differential treatment between public servants based on their specific legal regime (public law vs. private law employment) and salary structure does not violate constitutional equality principles.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 701 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 701/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-1-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ", που εδρεύει στον Άγιο Δημήτριο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευθυμία Καδδά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2712/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4483/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-6-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 13-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 4-6-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4483/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998).
Οι εν λόγω διατάξεις του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων κ.λπ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974, 3 ν. 31/1968, 304 του κυρωθέντος με το Π.Δ. 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, και του άρθρου 276 παρ. 2 του Ν. 3463/2006, οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής και κατά τη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι οι οιασδήποτε φύσεως μισθολογικές αξιώσεις ή απολαβές ή αποζημιώσεις των με οποιαδήποτε έννομη σχέση υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου, έστω και να βασίζονται σε παρανομία των οργάνων αυτού ή στις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δηλαδή είτε πρόκειται για ευθεία αγωγή κατά του Δημοσίου, λόγω αρνήσεως ή καθυστερήσεως καταβολής των αποδοχών ή άλλων παροχών, για οποιοδήποτε λόγο κατά την έννοια που προσδίδουν τα όργανα αυτά στο νόμο, είτε πρόκειται για αγωγή αποζημιώσεως, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, εξαιτίας παραλείψεως οφειλόμενης ενέργειας των οργάνων του Δημοσίου, ως προϋποθέσεως για τη θεμελίωση των σχετικών αξιώσεων υπόκεινται σε διετή παραγραφή.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου βραχυχρόνια (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) από την παράγραφο 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 90, για όλες τις χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από το χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχουν θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από τις προαναφερθείσες αξιώσεις και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων προβαίνει το Δημόσιο στο σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτό υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων.
Έτσι, ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί τη θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου, κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.
Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ρηθείσες αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ΑΕΔ 1 και 2/2012, πρβλ ΑΕΔ 9/2009 ως προς την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε με αυτήν, (πριν ακόμη ερευνήσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λοιπών, μετά το έτος 2007 απαιτήσεων του ενάγοντος), ότι, οι ένδικες, από τη μη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, αξιώσεις του αναιρεσείοντος, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2006, έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη, από τις πιο πάνω διατάξεις, διετή παραγραφή και για το λόγο απέρριψε την αγωγή για το, ως άνω, διάστημα αυτό.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες, ορθώς εφάρμοσε, κρίνοντας ότι η θεσπιζόμενη με αυτήν διετής παραγραφή των κατά των ΟΤΑ αξιώσεων των υπαλλήλων τους από καθυστερούμενες αποδοχές κ.λπ. δεν αντίκειται στην καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε προσκρούσει στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, που κυρώθηκαν με το ΝΔ 53/1974.
Επομένως, ο δεύτερος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 2. Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποία, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται, εκτός άλλων, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' του ίδιου Συν/τος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Με την 16/1983 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος κρίθηκε ότι η άνω διάταξη περί ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία αναφέρεται μόνο σε εκείνους που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου και δεν αφορά στους παρέχοντες υπηρεσίες με σχέση δημοσίου δικαίου.
Την τελευταία περίπτωση (των υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου) καλύπτει η πρώτη από τις άνω συνταγματικές διατάξεις (άρθρ. 4 παρ. 1) που απηχεί την κρατούσα στο κοινοτικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 164 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ, γενική δικαιϊκή αρχή της ισόνομης ρύθμισης των ομοίων, η οποία έχει άμεση εφαρμογή και στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά και αυξημένη ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος και την ως άνω Συνθήκη, που κυρώθηκε με το ν. 945/1979.
Κατά την ερμηνεία της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως έγινε δεκτό ότι γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς ήτοι, όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή Ν.Π.Δ.Δ.
και η άλλη σε Ν.Π.Ι.Δ. ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά, η ως άνω αρχή της ισότητας δεν έχει εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τη μισθολογική κατάσταση μιας κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων (π.χ.
στη μια περίπτωση ο νόμος ή, κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονιστική διοικητική πράξη, ενώ στην άλλη το Διοικητικό Συμβούλιο νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ή ΣΣΕ), αφού η ρύθμιση του άνω θέματος από τον ένα παράγοντα, μη δυνάμενη να υπερβεί το πεδίο ισχύος της, δεν μπορεί να θεωρηθεί με την παράλειψη ρύθμισης του ίδιου θέματος της άλλης κατηγορίας ως παραβιάζουσα την ως άνω αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 903/2013, 15/2013, 1495/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2738/ 1999, (ο οποίος εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων), η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α, είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρυθμίσεως των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ, περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους...
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002 "Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή ύψους 88 ευρώ μηνιαίως, από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7- 2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Ελληνικού Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Στη συνέχεια με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/ 2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ.
Για να μη γίνει, όμως, χειρότερη η μισθολογική θέση των υπαλλήλων στους οποίους είχε χορηγηθεί η ειδική παροχή μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ν. 3205/ 2003 ορίσθηκε ότι, "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".
Η παροχή, όμως αυτή, ανεξαρτήτως αν οι δικαιούχοι πληρούσαν τους όρους του άρθρου 14 ν. 3012/2002 (εξομάλυνση διαφορών χαμηλόμισθων υπαλλήλων), χορηγήθηκε μόνο σε υπαλλήλους, που απασχολούνταν στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, υπό την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι αμείβονταν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου της Δημόσιας Διοίκησης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι o ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την από 4-7-2005 προηγούμενη αγωγή του, που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που κατάρτιζε με τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα - εφεσίβλητο Δήμο Αγίου Δημητρίου, δυνάμει των οποίων ο τελευταίος τον απασχολούσε ως ελαιοχρωματιστή από 5-9-2001 μέχρι 24-6-2005, συνιστούσαν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι η μη ανανέωση της σύμβασής του στις 24-6-2005 συνιστούσε άκυρη απόλυσή του, αφού δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.
Σχετικά εκδόθηκε η 207/2007 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία αναγνωρίστηκε, τελεσίδικα, ότι ο ενάγων από την ημερομηνία (5-9-2001), που προσλήφθηκε από τον εναγόμενο ως ελαιοχρωματιστής, συνδέεται με αυτόν με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καθώς και η ακυρότητα της εκ μέρους του τελευταίου καταγγελίας, στις 24-6-2005, της ανωτέρω σύμβασης εργασίας του.
Με την ίδια απόφαση υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες προς αυτόν από τον ενάγοντα υπηρεσίες, με την απειλή εναντίον του χρηματικής ποινής ποσού 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί με την εν λόγω διάταξη. Με την 269/ 08.07.2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου αποφασίσθηκε η σύσταση προσωποπαγούς θέσης ελαιοχρωματιστή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και πρόσληψη του ενάγοντος στη θέση αυτή, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 02.09.2009 (βλ.
απόσπασμα από το 18/2009 πρακτικό της Συνεδρίασης του Δημοτικού Συμβουλίου σε συνδυασμό με την 1.382/2009 απόφαση του Δημάρχου του εναγομένου). Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο, ότι ως προς το ύψος των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος (με βάση τις οποίες υπολογίσθηκαν οι λοιπές απαιτήσεις από μισθούς κ.λπ. του αναιρεσείοντος), εφαρμογή έχουν οι από 12.4.2006 και 2.4.2008 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. (διετούς ισχύος εκάστη), δηλαδή για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, με Π.Κ.
Υπ. Απασχ. 14/13-4-2006 και 13/18.4.2008 και όχι οι επικαλούμενες από τον τελευταίο, με την αγωγή, και σχετικό λόγο εφέσεώς του, διατάξεις των νόμων 2470/1997, 3016/2002, 3029/2002 και 3205/2003, αφού αυτές αφορούν μισθολογικές ρυθμίσεις των μονίμων και δοκίμων πολιτικών υπαλλήλων του Δημοσίου, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α., ούτε οι από 2006 και 2008 κλαδικές Σ.Σ.Ε.
για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου Προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε. Ο.Τ.Α.), οι οποίες δεν έχουν κηρυχθεί υποχρεωτικές, δεδομένου ότι δεν είναι μέλος σωματείου αυτής (κρίση που δεν προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση). Στη συνέχεια, ερευνώντας, το Εφετείο, τις απαιτήσεις του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, και της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι τις 31-5-2009 (ενώ για το προηγούμενο χρονικό διάστημα 2003 - 2006 απέρριψε τα αντίστοιχα κονδύλια, από την παροχή των 176 ευρώ ως παραγεγραμμένα κατ' εφαρμογή του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 που ισχύει για το Ελλ.
Δημόσιο, αλλά και για τους ΟΤΑ), δέχτηκε ότι ο ενάγων δεν δικαιούται το επίδομα των 176 ευρώ, διότι δεν υπαγόταν στο ίδιο εργασιακό και μισθολογικό καθεστώς, με τους λοιπούς απασχολούμενους, στον εναγόμενο Δήμο και συνακόλουθα δεν υπήρχε αξίωση αυτού, από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ειδικότερα, δεν παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1β αυτού, ούτε παραβιάστηκαν οι κατοχυρωμένες από το ευρωπαϊκό δίκαιο αρχές της χρηστής διοίκησης και της καλής πίστης. Τούτο διότι, οι παραπάνω ρυθμίσεις αφορούν κατηγορία υπαλλήλων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση δημοσίου δικαίου, η οποία έχει διάφορο νομικό - θεσμικό καθεστώς που διέπει την πρόσληψη, την αμοιβή, την υπηρεσιακή εξέλιξη, τη μονιμότητα ή μη και τη λύση της υπηρεσιακής σχέσης καθενός από τους μισθωτούς αυτούς, γεγονός που δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση από την κατηγορία των υπαλλήλων που παρέχουν την εργασία τους με σχέση ιδιωτικού δικαίου στην οποία ανήκει ο ενάγων.
Αλλά και αναφορικά με τους επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των προαναφερόμενων προσώπων, επίσης δεν παραβιάζονται οι ίδιες πιο πάνω Συνταγματικές αρχές, με τη μη επέκταση της χορήγησης της ίδιας ειδικής παροχής και στον αναιρεσείοντα, επειδή ανεξάρτητα από άλλους λόγους (διάφορο νομικό και εργασιακό καθεστώς), δεν αμείβεται ο ενάγων ευθέως, με τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 και μεταγενέστερα του Ν. 3205/2003, όπως οι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ μόνιμοι και με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, γεγονός που δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των δύο κατηγοριών υπαλλήλων και συνακόλουθα ο τελευταίος, αμειβόμενος με βάση τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
που αναφέρθηκαν, ανήκει σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των λοιπών υπαλλήλων, στους οποίους χορηγείται η επίδικη παροχή και συνεπώς, η μη χορήγηση της τελευταίας σ' αυτόν, δεν έχει βλαπτικές συνέπειες για την οικονομική του θέση. Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατ' ορθή νοηματική απόδοση, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 3.
Ως έγγραφα που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους θεμελιώνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά, μεταξύ των οποίων και οι αποφάσεις των δικαστηρίων που εκδόθηκαν επί αγωγής, που αφορά την ένδικη διαφορά.
Επομένως, ο 3ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της, με την έφεση υπ' αρ. 2712/2009 προσβαλλόμενης απόφασης, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ` αυτή, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι η ως άνω απόφαση αποτελεί διαδικαστικό και όχι αποδεικτικό έγγραφο.
Τέλος, η δικαστική δαπάνη, βαρύνει τον αναιρεσείοντα, ως ηττώμενο διάδικο, θα επιβληθεί όμως μειωμένη, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-6-2013 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αρ. 4483/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ