Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding pension fund salary arrears and interest claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the National Public Entity regarding unpaid salary differences and interest claims against an individual. The lower courts had previously ruled that the delay in payment was not attributable to the employee due to established facts, thus barring the claim for interest. The court held that the appellate court correctly relied on these established facts and did not commit a legal error in dismissing the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 58(1), 58(2), 67, 69, 104, 113, 114, 138 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a direct violation of substantive law is inadmissible if the lower court correctly applied established facts to reject a claim for interest where the debtor is not at fault.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 701 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 701/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου, λόγω απορροφήσεως βάσει του άρθρου 12 της από 31-12-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, του καταργηθέντος κλάδου συντάξεως του "ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ (ΤΕΑΥΕΚ)" του πρώην "ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ (ΤΕΑΙΤ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Παπιλίδη, που προέβη στην ως άνω δήλωση. Της αναιρεσίβλητης: Α. Γ. του Δ., κατοίκου …, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1202/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-6-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 22-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές. Ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας αποτελεί κατ' άρθ. 68 ΚΠολΔ και η νομιμοποίηση των διαδίκων (καθώς και το έννομο συμφέρον) και κατά συνέπεια η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (Ολ.ΑΠ 25/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 58 §§ 1 και 2, 67, 69, 104, 113, 114 και 138 ν. 3655/2008 προκύπτει ότι: (1) Συστήθηκαν ΝΠΔΔ, τελούντα υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και με έδρα την Αθήνα, η έναρξη λειτουργίας των οποίων ορίσθηκε η 1η του έκτου μήνα μετά τον μήνα δημοσίευσης του νόμου (Απρίλιος του 2008), δηλ.
η 1-10-2008, με την επωνυμία (α) Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα (ΤΕΑΙΤ), δηλ. το αναιρεσείον, στο οποίο από την έναρξη λειτουργίας του εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, και ο Κλάδος Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (ΤΕΑΥΕΚ), ως Τομέας Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (ΤΕΑΥΕΚ) με πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια (β) Ταμείο Πρόνοιας Ιδιωτικού Τομέα (ΤΑΠΙΤ), στο οποίο από την έναρξη λειτουργίας του εντάχθηκε, μεταξύ άλλων, με πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, και ο Κλάδος Πρόνοιας του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (ΤΕΑΥΕΚ), ως Τομέας Πρόνοιας Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων (2) Από το προσωπικό που υπηρετούσε κατά τον χρόνο ένταξης στην Κεντρική Υπηρεσία του ΤΕΑΥΕΚ τα 3/4 αυτού, όλο το προσωπικό των περιφερειακών υπηρεσιών του Ταμείου και ένας δικηγόρος με έμμισθη εντολή μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και την οργανική θέση που κατέχουν στο ΤΕΑΙΤ (αναιρεσείον), ενώ το 1/4 του προσωπικού και ένας δικηγόρος με έμμισθη εντολή μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και την οργανική θέση που κατέχουν στο ΤΑΠΙΤ, ενώ το ΤΕΑΥΕΚ από την ένταξή του στα ως άνω ταμεία (ΤΕΑΙΤ, αναιρεσείον, και ΤΑΠΙΤ) καταργήθηκε (3) Τόσο το ΤΕΑΙΤ (αναιρεσείον) όσο και το ΤΑΠΙΤ διά των Τομέων τους αποτελούν καθολικό διάδοχο των εντασσομένων Ταμείων και Κλάδων και υπεισέρχονται αυτοδίκαια στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, οι δε εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων ταμείων και Κλάδων συνεχίζονται από τα ως άνω Ταμεία, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης και οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των αντιστοίχων Τομέων του ΤΕΑΙΤ και ΤΑΠΙΤ.
Ως εκ τούτου οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους των ως άνω Ταμείων για την συνέχιση, αφού δεν επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 3655/2008 επί δικών που έχουν αρχίσει με συμμετοχή του εντασσομένου Ταμείου νομιμοποιούνται ενεργητικά και παθητικά τα απορροφούντα Ταμεία, αφού το εντασσόμενο έχει παύσει να υπάρχει και επομένως δεν έχει ικανότητα να είναι διάδικος.
Επομένως, εφόσον το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη 1202/2012 απόφασή του έκρινε ότι το ήδη αναιρεσείον ν.π.δ.δ. "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Ιδιωτικού Τομέα" (ΤΕΑΙΤ, καθώς και το μη διάδικο στην αναιρετική δίκη "Ταμείο Προνοίας Ιδιωτικού Τομέα", ΤΑΠΙΤ) νομιμοποιείται παθητικά στην προκειμένη δίκη που άρχισε με την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του ν.π.δ.δ. "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων" (ΤΕΑΥΕΚ), ως καθολικός διάδοχος αυτού (ΤΕΑΥΕΚ), απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής του για τον λόγο ότι νέος εργοδότης της ενάγουσας είναι το ΤΑΠΙΤ, από το οποίο και προσελήφθη κατόπιν μεταφοράς της οργανικής της θέσης κατ' εφαρμογή της Φ. 20113/17046/3396/2008 απόφασης του Υπουργού Απασχόλησης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, μη συντρεχούσης εφαρμογής των διατάξεων των άρθ. 6 § 1 ν. 2112/1920, 3 § 2 του ΠΔ 572/1988, 2 § 1 και 4 § 1 του ΠΔ 178/2002, εφόσον (α) δεν πρόκειται για μεταβίβαση ιδιωτικής επιχείρησης ως οικονομικής ενότητας (με συνέπεια την μεταβίβαση και της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας στον διάδοχο) αλλά για κατάργηση Ταμείου (ΤΕΑΥΚ) και ένταξή του σε άλλο νεοσυσταθέν (ΤΕΑΙΤ, αναιρεσείον, κατ' ακρίβεια δε και στα δύο νεοσυσταθέντα ως άνω Ταμεία) με νόμο, κατά ρητή διάταξη του οποίου το αναιρεσείον κατέστη καθολικός διάδοχος αυτού ως προς όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα, συνεχίζοντας άνευ άλλου τις εκκρεμείς κατ' αυτού δίκες (β) αντικείμενο της ένδικης αγωγής (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είναι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης ενάγουσας κατά του (αρχικά εναγομένου) ΤΕΑΥΕΚ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2007, πριν δηλ.
την κατάργηση και απορρόφησή του, για τις οποίες, ως εκ της ως άνω καθολικής διαδοχής, ενέχεται (και) το αναιρεσείον. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης, αληθώς μόνο από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Στην συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο, ότι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε την 15-1-2002 από το τότε εναγόμενο ν.π.δ.δ. "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων" (ΤΕΑΥΕΚ) ως δικηγόρος παρ' Εφέταις με σχέση έμμισθης εντολής, αμειβομένη με πάγια περιοδική αμοιβή, ρυθμιζομένη από τις διατάξεις του άρθ. 92 Α του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, ν. 2470/1997 (μέχρι 31-12-2003) και του ν. 3205/2003, έκτοτε δε προσέφερε τις υπηρεσίες της, καταταγείσα στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο σε οργανική θέση που προβλεπόταν από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του εναγομένου, ότι με την 327/2003 απόφαση του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών η ενάγουσα προήχθη από 13-5-2003 σε δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω, την απόφαση δε αυτή κοινοποίησε στο εναγόμενο την 20-5-2003, ζητώντας ταυτόχρονα την κατάταξή της στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο, κατά την ισχύουσα τότε ΚΥΑ 2022210/ 2776/0002/1997, προκειμένου να της καταβάλλεται έκτοτε η αντίστοιχη πάγια αντιμισθία, το εναγόμενο, όμως, αρνήθηκε να την κατατάξει στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο και να της καταβάλλει την πάγια αντιμισθία που αντιστοιχεί σ' αυτό, με την αιτιολογία ότι οι ΚΥΑ 2022210/2776/0002/1997 και η νεότερη 2/2850/0022/2004 ορίζουν ότι οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ότι μετά απ' αυτό η ενάγουσα άσκησε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την από 24-12-2004 αγωγή της κατά του και εδώ εναγομένου Ταμείου, με την οποία ιστορώντας τα ίδια με την ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει, μεταξύ άλλων, το ποσό των 3.771,45 € ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών πάγιας αντιμισθίας, επ' αυτής δε εκδόθηκε η 67/2005 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου και σε δεύτερο βαθμό η 2680/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, πέραν των προαναφερθέντων για την αρχική πρόσληψη της ενάγουσας από το εναγόμενο Ταμείο και την κατάταξή της στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, ότι (α) προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας έπρεπε να εφαρμοσθεί και υπέρ της ενάγουσας η ευμενής διάταξη του άρθ. 92 Α που προβλέπει την κατάταξη των δικηγόρων στα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων ανάλογα με το δικαστήριο στο οποίο είναι διορισμένοι, ως εκ τούτου δε το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα το εκεί ποσό ως μισθολογικές διαφορές που αναλογούν στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο για το χρονικό διάστημα από 13-5-2003 μέχρι 31-12-2004 (β) σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθ. 340, 341, 342 και 345 ΑΚ και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά που να δικαιολογούν αμφιβολία του εναγομένου οφειλέτη περί την οφειλή των μισθολογικών διαφορών οι αποδοχές της ενάγουσας (πάγια αντιμισθία) ήταν καταβλητέες στην αρχή κάθε 15νθημέρου εκάστου μήνα (δήλη ημέρα), ώστε με την πάροδο του χρόνου αυτού το εναγόμενο να καταστεί υπερήμερο, οφείλοντας στην ενάγουσα έκτοτε το νόμιμο τόκο υπερημερίας για κάθε επιμέρους μισθολογική διαφορά (πάγια αντιμισθία), κρίθηκε δηλ.
με δύναμη δεδικασμένου η έννομη σχέση της έμμισθης εντολής μεταξύ της ενάγουσας και του αρχικού διαδίκου ν.π.δ.δ., καθώς και η ιστορική και νομική αιτία της οφειλής προς την ενάγουσα εκ μέρους του εναγομένου μισθολογικών διαφορών που αντιστοιχεί στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο, μετά την προαγωγή της σε δικηγόρο παρ' Αρείω Πάγω και μάλιστα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για κάθε επιμέρους μισθολογική διαφορά από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, ότι τα παραπάνω παράγουν δεδικασμένο στην μεταγενέστερη νέα αγωγή της ενάγουσας (ένδικη), με την οποία αξιώνει από το ίδιο εναγόμενο στην θέση του οποίου υπεισήλθε ήδη το αναιρεσείον ΤΕΑΙΤ (και το μη διάδικο στην αναιρετική δίκη ΤΑΠΙΤ) ως καθολικός διάδοχός του, έναντι του οποίου ισχύει το δεδικασμένο αυτό, που εξακολουθεί ν' αρνείται να της καταβάλει όμοιες διαφορές για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, αφού τα ως άνω κριθέντα ως αναγκαίες προϋποθέσεις (νομική και ιστορική αιτία) αποτελούν προδικαστικά ζητήματα για την θεμελίωση της μεταγενέστερης αξίωσης της ενάγουσας στην δίκη αυτήν, ότι αποδείχθηκε ειδικότερα ότι το τότε εναγόμενο και ήδη το αναιρεσείον (και το ΤΑΠΙΤ) ως καθολικός διάδοχός του οφείλουν να καταβάλουν στη ενάγουσα με την ιδιότητά της ως δικηγόρου στον Άρειο Πάγο τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών του 1ου μισθολογικού κλιμακίου, που θα έπρεπε να της καταβάλλονται, και αυτών του 8ου μισθολογικού κλιμακίου, που πράγματι της καταβάλλονταν, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2005 έως 31-12-2007, ανερχόμενες σε 10.892 €, και μάλιστα με το νόμιμο τόκο υπερημερίας για κάθε επιμέρους μισθολογική διαφορά από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, όπως κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, απορρίπτοντας ως απαράδεκτο ειδικότερα τον προβληθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό για μη περιέλευση κατ' άρθ. 342 ΑΚ του (αρχικά) εναγομένου σε υπερημερία, καθόσον, κατ' αυτόν, η καθυστέρηση καταβολής των ως άνω διαφορών οφειλόταν σε γεγονός, για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος (και του ΤΑΠΙΤ) κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης που αφορά μόνο την επιδίκαση του ως άνω συνολικού ποσού με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε επιμέρους διαφορά πάγιας αντιμισθίας έγινε απαιτητή (στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου), με την επίκληση λόγου αίροντος κατ' άρθ. 342 ΑΚ την υπερημερία του (τότε) εναγομένου (γεγονότος για το οποίο δεν είχε ευθύνη) και δη δικαιολογημένης αμφιβολίας και πλάνης ως προς την ύπαρξη της αξίωσης της αναιρεσίβλητης μέχρι την 17-1-2008, όταν εκδόθηκε η 104/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης του ΤΕΑΥΕΚ, αρχικά εναγομένου, κατά της ως άνω 2680/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του εναγομένου έχοντος την πεποίθηση ότι η ενάγουσα νόμιμα είχε καταταγεί στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, είναι απορριπτέος (α) κατά τα σκέλη του από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον οι ως άνω συναφείς παραδοχές του Εφετείου βασίζονται στο δεδικασμένο που δέχθηκε ότι υπάρχει από προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση (β) κατά το σκέλος του και κατ' εκτίμηση αυτού από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου (και όχι από τον αριθ. 6 αυτού, όπως εσφαλμένα φέρεται) για μη λήψη υπόψη του ως άνω ισχυρισμού, προταθέντος με λόγο έφεσης, ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, έλαβε υπόψη και απέρριψε ρητά ως απαράδεκτο, λόγω της ύπαρξης του ως άνω δεδικασμένου, τον ισχυρισμό αυτόν, για την κρίση του, όμως, αυτή, την ύπαρξη δηλ.
δεδικασμένου ως προς την περιέλευση του εναγομένου σε υπερημερία από τα ως άνω χρονικά σημεία και την υποχρέωση καταβολής έκτοτε τόκων, σε αμφότερες τις περιπτώσεις ουδεμία προσάπτεται πλημμέλεια. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2012 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ" (ΤΕΑΙΤ) για αναίρεση της 1202/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ