Legislator Case Law & Legislation
701/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding invalid service and auction irregularities.

Case Number 701/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a forced auction. The appellant argued that service of process was invalid and the auction violated specific legal provisions, but the Court found these grounds procedurally inadmissible or too vague. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 933, 934, 999 §4, 159-161 of the Code of Civil Procedure; Articles 559 §1, 19 of the Code of Civil Procedure: Procedural defects in service of process must be raised via timely objection, and vague or unsupported grounds for appeal are inadmissible.

Keywords

AI generated
forced auction procedure service of process validity procedural objection requirements inadmissible appeal grounds legal costs allocation corporate dissolution Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 933 of the Code of Civil Procedure
Article 934 of the Code of Civil Procedure
Article 999 §4 of the Code of Civil Procedure
Articles 159-161 of the Code of Civil Procedure
Article 559 §1, item 19 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 701 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ανακοπή κατά πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας λόγω ακυρότητας επιδόσεων σε Δ.Σ. αναιρεσείουσας–ανακόπτουσας, του οποίου Δ.Σ. είχε λήξει η θητεία. Το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν ήταν ανυπόστατη η με θυροκόλληση επίδοση, αλλά άκυρη, η ακυρότητά της όμως έπρεπε κατόπιν εμπρόθεσμης προσφυγής στο Δικαστήριο να απαγγελθεί από αυτό (με επίκληση και βλάβης). Άρθρα 933, 934, 999§4, 159-161 Κ.Πολ.Δ. Ορθώς έκρινε το Εφετείο. Λόγοι αναίρεσης από άρθρο 559 παρ.1, 19 απαράδεκτοι, αρ.8-10 αόριστοι.

Αριθμός 701/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΨΥΓΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΗΤΗΡΙΑ ΒΟΛΟΥ Ανώνυμη Εμπορική, Βιομηχανική, Εισαγωγική και Εξαγωγική Εταιρεία", η οποία έχει έδρα στην Αθήνα και τώρα τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της Ι. Π. και Σ. Α., ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ξένο.

Της αναιρεσίβλητης: Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία έχει έδρα στην Αθήνα, ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία είχε έδρα στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Νοεμβρίου 1998 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4472/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4582/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 4.5.2009 αίτησή της και των από 17.12.2010 προσθέτων λόγων αναιρέσεως.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 12 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των από 17.12.2010 προσθέτων λόγων της.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 934 του Κ.Πολ.Δ., η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή: α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα (παρ. 1).

Αν πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως είναι η σύνταξη εκθέσεως κατασχέσεως και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι καθιερώνεται, με ποινή απαραδέκτου, η κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, χάριν της ταχείας άρσης της αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος των πράξεων αυτών και της ασφάλειας των συναλλαγών, όταν δε ο λόγος ανακοπής αναφέρεται σε δικονομικά ελαττώματα των πράξεων της προδικασίας του πλειστηριασμού, τότε δικονομική ακυρότητα προκαλείται, εάν συντρέχει και δικονομική βλάβη του ανακόπτοντος (άρθρο 159 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 999 παρ.4 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ο πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την τήρηση, πλην άλλων, και των διατυπώσεων που ορίζονται στην παράγραφο 3 εδάφιο πρώτο του αυτού άρθρου, μεταξύ των οποίων και η επίδοση του προγράμματος πλειστηριασμού στον οφειλέτη, στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι μόνον η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επίδοσης του προγράμματος στα ως άνω πρόσωπα συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού, όχι όμως και η ακυρότητα της επίδοσης, αφού και η άκυρη επίδοση του προγράμματος παράγει τις συνέπειές της, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 έως 161 ΚΠολΔ, μέχρι την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ύστερα από σχετική ανακοπή.

Στην περίπτωση αυτή η ακύρωση εξομοιώνεται αναδρομικά σε υπαρχής άκυρη επίδοση και μπορεί να προσβληθεί ο πλειστηριασμός κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης παραγράφου 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔ. Αν παρέλθει, άπρακτη η προβλεπόμενη από το άρθρο 934 παρ.1 στοιχ. β' προθεσμία για προσβολή της άκυρης επίδοσης του προγράμματος, η οποία προθεσμία διαρκεί μέχρι την ημέρα που διενεργείται ο πλειστηριασμός, χωρίς η τελευταία να συμπεριλαμβάνεται στην εν λόγω προθεσμία, η ακυρότητα αυτή θεραπεύεται και καθίσταται απρόσβλητη, η δε εκπρόθεσμη ανακοπή απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον το εκπρόθεσμο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας .Από δε τις διατάξεις των άρθρων 152-156 και 158 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο διάδικος, ο οποίος εξαιτίας ανώτερης βίας δε μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο διαμείβεται κατά τη σχετική δίκη ή και με αυτοτελές δικόγραφο, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσεως του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία .Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", προκύπτει ότι με τον προβλεπόμενο από αυτή αναιρετικό λόγο γίνεται σαφής διαστολή των αναιρετικών πλημμελειών της παρά το νόμο κηρύξεως ή μη κηρύξεως ακυρότητας από την κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, αμφότερες όμως αποτελούν συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Κ. Πολ.Δικ, και εκείνων που καθιερώνουν δικονομικά απαράδεκτα προκύπτει, ότι οι από τις πρώτες προβλεπόμενες δικονομικές ακυρότητες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις που απαγγέλονται για την παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο διαδικαστικών πράξεων, ενώ τα δικονομικά απαράδεκτα, συνεπαγόμενα το νομικώς ανεπίτρεπτο διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας, ανεξαρτήτως του κύρους, της νομιμότητας ή βασιμότητας αυτής, ανάγονται στην εσωτερική διάρθρωση και πορεία της διαδικασίας και αποσκοπούν στην εξασφάλιση της ομαλής εξελίξεώς της, σε τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η από τους διαδίκους υπεράσπιση των σε δίκη καταχθέντων δικαιωμάτων και η ορθή γενικώς απονομή της δικαιοσύνης, χάριν της οποίας καθιερώνονται τα ένδικα μέσα (Ολ.Α.Π. 1331/1985).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 26.11.1998 ανακοπής της αναιρεσείουσας και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής της κατά της επισπευδόμενης από την αναιρεσίβλητη διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας της, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση του κατά την 8.3.1995 διενεργηθέντος πλειστηριασμού, ισχυριζόμενη ότι από τις 19.2.1994 μέχρι τις 25.10.1996 εστερείτο νόμιμης εκπροσώπησης, λόγω λήξης της θητείας του διοικητικού συμβουλίου της και οι επιδόσεις του προγράμματος πλειστηριασμού, για τις οποίες συντάχθηκαν οι 6328β/15.2.1995 και 4712/15.2.1995 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Βόλου ...

και του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., δια θυροκολλήσεως των επιδοθέντων εγγράφων, ελλείψει εντεταλμένων, για την παραλαβή τούτων, προσώπων, ήταν άκυρες και δεν επέφεραν έννομα αποτελέσματα, καθιστώντας γι' αυτό άκυρο και τον πλειστηριασμό. Το Εφετείο, δικάζοντας επί εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της 4472/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που είχε δεχθεί ως βάσιμο το λόγο αυτό της ανακοπής και ακύρωσε τον πλειστηριασμό), έκρινε ότι η δια θυροκολλήσεως επίδοση του προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού προς την εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία, η οποία εστερείτο διοικητικού συμβουλίου λόγω λήξης της θητείας του και μη έγκαιρου διορισμού νέων μελών του, δεν ήταν ανυπόστατη, ώστε να μην επιφέρει έννομες συνέπειες (όπως αντιθέτως είχε δεχθεί το Πρωτοδικείο), αλλά παρήγε έννομα αποτελέσματα μέχρι την τυχόν ακύρωσή της από το δικαστήριο, κατόπιν εμπρόθεσμης προβολής από την αναιρεσείουσα δικονομικής ακυρότητας με επίκληση βλάβης ή, επί απώλειας της προθεσμίας από λόγο ανώτερης βίας ή άλλου ανυπέρβλητου αιτίου, κατόπιν ευδοκιμήσεως αιτήματός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής διότι η προαναφερόμενη ακυρότητα δεν είχε προταθεί εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, αφού η αναιρεσείουσα, για τις προβαλλόμενες ακυρότητες των επιδόσεων του προγράμματος πλειστηριασμού δεν άσκησε ανακοπή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 εδ.

β' του Κ.Πολ.Δικ., ούτε επιδίωξε μετά την απώλεια της προθεσμίας αυτής, εφόσον τη συνδύαζε με λόγο ανώτερης βίας ή άλλων ανυπέρβλητων αιτίων, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 153 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, πρώτος από το αναιρετήριο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω απορριπτέος, προεχόντως ως αλυσιτελής είναι και ο δεύτερος από το αναιρετήριο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, ως προς την απορριπτική του αυτού (πρώτου) λόγου της ανακοπής της αναιρεσείουσας διάταξη, πλημμέλεια συνδεόμενη με τη δεύτερη επικουρική αιτιολογία της, περί λήψης υπόψη μη νομίμως προταθέντος από την αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα ισχυρισμού της για καταχρηστική προβολή της ακυρότητας των ως άνω πράξεων εκτελέσεως με την ανακοπή της αναιρεσείουσας - εφεσίβλητης, εφόσον η μη πληττόμενη με βάσιμο λόγο αναιρέσεως ως άνω πρώτη αιτιολογία, για το απαράδεκτο του προβληθέντος με την ανακοπή λόγου ακυρότητας των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 502 παρ, 2 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολομ.Α.Π. 32/1596).

Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τους προβλεπόμενους από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναιρέσεως, για να είναι ορισμένοι, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται:

α) ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν, γ) επί ευθείας παραβιάσεως το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί εκ πλαγίου δε παραβιάσεως εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας μνεία μόνον της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή σε τί συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται νια αντιφατικές αιτιολογίες, ποιά είναι τα αντικρουόμενα στοιχεία.

Η παράβαση των κανόνων δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας δεν ελέγχεται με τους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. Στην υπόψη περίπτωση με τους υπό στοιχεία Ι, ΙΙ, κατά το οικείο μέρος τους, ΙΙΙ και IV από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.

πρόσθετους λόγους αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις: 1) ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 124 παρ. 1, 2 και 129 του Κ.Πολ.Δικ. με το να δεχθεί ότι συντελέσθηκε νομίμως η επίδοση των υπ' αρ. ... και .../13.1.1995 προγραμμάτων αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Βόλου Σ.

Ψαρογιώργου, με θυροκόλληση, χωρίς να ερευνήσει τον τόπο κατοικίας του εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, προς την οποία γινόταν η επίδοση. 2) Ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τρόπου κατακύρωσης του πλειστηριασθέντος ακινήτου με ενιαία προσφορά 400.000 ευρώ (ήμισυ εκτιμηθείσης αξίας πλειστηριασθέντος ακινήτου), ενώ στο πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού ορίσθηκε ξεχωριστά η αξία του γηπέδου των κτιριακών εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων, των μεταφορικών μέσων και των εγκαταστάσεων. 3) Ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ με το να απορρίψει αναιτιολόγητα το λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, με αξία πλειστηριαζομένων που είχε προσδιορισθεί το έτος 1990 σε 800.000.000 δραχμές, ενώ η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, διογκωμένη με ανατοκισμούς, ανερχόταν, κατά τον διενεργηθέντα στις 8.3.1995 πλειστηριασμό σε 1.036.682.734 δραχμές και έγινε η κατακύρωση στην τιμή πρώτης προσφοράς των 400.001.000 δραχμών, η δε απαίτηση δεν ήταν εκκαθαρισμένη, ενόψει υπαγωγής της μεταξύ των διαδίκων δανειακής σύμβασης (από την οποία προέκυψε η οφειλή της αναιρεσείουσας) στις ρυθμίσεις των άρθρων 30 παρ. 1 ν. 2789/2000, 47 παρ. 1 ν. 2873/2000, 42 παρ. 2 ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3259/2004.

Κατά συνέπεια, εφόσον οι φερόμενοι στις ανωτέρω υπ' αριθ. 1 και 2 αιτιάσεις ως παραβιασθέντες κανόνες δικαίου είναι δικονομικοί, αφού ρυθμίζουν την τηρητέα διαδικασία του πλειστηριασμού, το κύρος των επιδόσεων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως και τις προϋποθέσεις ενιαίου πλειστηριασμού ακινήτων που αποτελούν οικονομικό σύνολο (άρθρο 1001 Α του ΚΠολΔικ), ενώ στην τελευταία (αριθ. 3) περίπτωση δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που συνδέεται με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, λόγω διόγκωσης της απαίτησής της με ανατοκισμούς, οι οποίοι φέρονται ότι συντελέσθηκαν ειδικότερα κατά παράβαση των ειδικών ρυθμίσεων των άρθρων 30 παρ. 1 ν. 2789/2000, 47 παρ.1 ν. 2873/2000 42 παρ. 2 ν. 2912/2001 και 39 του ν. 3259/2004, προτάθηκε με την ανακοπή της αναιρεσείουσας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔικ), ούτε προσδιορίζεται σε ποιο ύψος θα έπρεπε να είχαν διαμορφωθεί, με την εφαρμογή των προαναφερόμενων ειδικών ρυθμίσεων, οι οφειλόμενοι τόκοι (και συνολικά, με το κεφάλαιο, το οφειλόμενο ποσό), οι ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔικ πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.

Περαιτέρω υπό την επίκληση των ως άνω περιστατικών, οι υπό στοιχ. I, II εκ του άρθρου 559 αρ. 8 και 10 του ΚΠολΔικ προβαλλόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται πώς συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες με αυτούς αναιρετικές πλημμέλειες.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2009 αίτηση με τους από 17-12-2010 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 4582/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ