Legislator Case Law & Legislation
701/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor contract modification, upholding employer's right to organize business.

Case Number 701/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the union's appeal against a labor court decision regarding a modification of employment terms. The union argued the employer failed to consider specific board meeting minutes and violated procedural rules. The court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence, including the disputed documents, and upheld the employer's statutory right to organize the business.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 652, 656, 349-351 of the Civil Code; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: The employer possesses the right to organize the business and define work conditions, provided no material or moral harm is caused to the employee through abuse of rights or violation of good faith.

Keywords

AI generated
employer organizational right labor contract modification good faith principle evidence evaluation labor dispute appeal board meeting minutes statutory authority

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 652, 656 and 349-351 of the Civil Code
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 701 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 701/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ, ΒΙΟΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ (ΚΕΚ/ΓΣΕΒΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σεραφείμ Πολυχρόνη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αγιοστρατίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 703/2008 του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 5066/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 18-2-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της.

Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι` αυτήν κριτήρια. Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ.

κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής.

Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους, που αποκλείει την εφαρμογή της, ιδίως δε όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Τέλος, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα που είναι αστική μη κερδοσκοπική εταιρία και συνεστήθη στις 21-6-1995 από τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδας και τις Ομοσπονδίες Νομού Ηρακλείου, Αχαϊας και Θεσσαλονίκης με σκοπό, μεταξύ άλλων, την οργάνωση, υλοποίηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης και την διαχείριση πόρων για το σκοπό αυτό, προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο με την από 31-12-1995 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Διευθυντής του υπό ίδρυση Κέντρου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) με αντικείμενο εργασίας τη δημιουργία υποδομής του Κ.Ε.Κ.

και τη διεύθυνση των διοικητικών του υπηρεσιών. Με νεώτερη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε στις 19-4-1997 μεταξύ των διαδίκων, η οποία αποτελεί συνέχεια της από 1-12-1995, έχουσα αναδρομική από 1-1-1997 ισχύ, τα καθήκοντα εργασίας του αναιρεσιβλήτου ως Διευθυντή εξειδικεύτηκαν και καθορίστηκαν ως ακολούθως:

να προϊσταται του προσωπικού και να επιλύει ή να εισηγείται λύσεις στο Δ.Σ. για τα προβλήματα που το απασχολούν, να διευθύνει τις διοικητικές υπηρεσίες, να επιδεικνύει κάθε επιμέλεια για τη σωστή λειτουργία του Κ.Ε.Κ. και να τηρεί τις προδιαγραφές που τάσσει η εταιρία και οι αρμόδιες διοικητικές και φορολογικές αρχές, να υλοποιεί τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και του Δ.Σ.

και να συμμετέχει στο συντονισμό, αξιολόγηση και υποβολή προτάσεων εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ο αναιρεσίβλητος ο οποίος είναι οικονομολόγος πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ και στο παρελθόν είχε διατελέσει μεταξύ άλλων, σύμβουλος και αντιπρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών, μέλος της Ελληνικής Αντιπροσωπίας της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής στις Βρυξέλλες και μέλος της οργανωτικής επιτροπής της διεθνούς εκθέσεως Θεσσαλονίκης, από της προσλήψεως του προσέφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα που του ανετέθηκαν με συνέπεια και ευσυνειδησία με απώτερο σκοπό τη δημιουργία των υποδομών για τη συγκρότηση και λειτουργία του Κ.Ε.Κ..

Ενώ, όμως μέχρι και το έτος 2000 ασκούσε τα ανωτέρω καθήκοντα με επιμέλεια έχοντας την οικονομική και διοικητική διεύθυνση καθώς και την εποπτεία των εκπαιδευτικών προγραμμάτων της αναιρεσείουσας και υλοποιώντας τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού της Συμβουλίου, η τελευταία κατά τη συνεδρίαση της 2-7-2000 με την 1299/2000 απόφαση της αποφάσισε να τον απαλλάξει από τα καθήκοντα του έργου της έδρας και των παραρτημάτων και να του αναθέσει υπό την εποπτεία του Δ.Σ.

το έργο της προετοιμασίας και της υποβολής των σχετικών αιτήσεων για την πιστοποίηση όλων των δομών του Κ.Ε.Κ. καθώς και την ευθύνη για τα γενικότερα θέματα που αφορούν τη συντήρηση και βελτίωση των κτιριακών δομών της εταιρίας. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί πλημμελούς εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου εκτελέσεως των καθηκόντων του, τον οποίο προβάλει ως δικαιολογητικό λόγο για την αφαίρεση του συνόλου των διευθυντικών του αρμοδιοτήτων τροποποιώντας μονομερώς και κατά τρόπο βλαπτικό για τον αναιρεσίβλητο τους όρους της συμβάσεως εργασίας του, δεν αποδείχτηκε, καθόσον στις προσκομιζόμενες αποφάσεις του Δ.Σ.

της αναιρεσείουσας που προηγήθηκαν της τελικής αποφάσεως αυτής για την απαλλαγή του αναιρεσιβλήτου εκ των συμβατικών του καθηκόντων δεν αναφέρονται οι λόγοι πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων του, της ακαταλληλότητας και μειωμένης αποδοτικότητας του, αλλά ούτε προσδιορίζονται από το Δ.Σ. ποίες είναι οι δυσμενείς συνέπειες που επήλθαν στην εύρυθμη λειτουργία και οργάνωση της αναιρεσείουσας από την αντισυμβατική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες του αναιρεσιβλήτου για τη συνέχιση της μονομερούς βλαπτικής γι' αυτόν μεταβολής των όρων εργασίας του και τις από 18-7-2002, 21-10-2002, 6-5-2004, 11-6-2004 επιστολές του απευθυνόμενες προς το Δ.Σ. της αναιρεσείουσας αιτούμενος την τήρηση των όρων της συμβάσεως του και την αναπροσαρμογή της αμοιβής του, η αναιρεσείουσα συνέχισε να αρνείται την ικανοποίηση των ανωτέρω αιτημάτων του.

Για το λόγο αυτό ο αναιρεσίβλητος στις 28-6-2004 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας καταγγέλλοντας τη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και ζητώντας τη μεσολάβηση της για την ικανοποίηση των νομίμων αιτημάτων του. Η αναιρεσείουσα, η οποία έλαβε γνώση της προσφυγής του αναιρεσιβλήτου στην Επιθεώρηση Εργασίας αυθημερόν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας στις 30-6-2004.

Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς που έλαβε χώρα στις 14-7-2004, ήτοι μετά την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας πρότεινε την διατήρηση της εργασιακής σχέσεως του αναιρεσιβλήτου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τη συνταξιοδότηση του με αποδοχές προσαυξημένες κατά 150 ευρώ μηνιαίως.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε ότι η απόλυση του αναιρεσιβλήτου υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης, επειδή αυτός προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας ζητώντας τη μεσολάβηση της για την επαναφορά των αρχικών όρων εργασίας του, τους οποίους μετέβαλε μονομερώς η αναιρεσείουσα. Έτσι η απόλυση του αναιρεσιβλήτου εφόσον υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια είναι άκυρη ως καταχρηστική διότι υπερέβη τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος με αποτέλεσμα η αναιρεσείουσα να έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας περί την αποδοχή της εργασίας του αναιρεσιβλήτου παρά το ότι πρότεινε στον αναιρεσίβλητο τη διατήρηση της εργασιακής του σύμβασης με την υπογραφή συμβάσεως ορισμένου χρόνου μέχρι τη συνταξιοδότηση του εφόσον δεν δεσμεύθηκε ότι θα του εξασφαλίσει τους ίδιους αρχικά συμφωνημένους όρους.

Συνεπώς η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο από το χρόνο της άκυρης απόλυσης του το σύνολο των αποδοχών που αυτός θα ελάμβανε αν δεν μεσολαβούσε η απόλυση του. Μετά ταύτα, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης η οποία είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τόσο ως προς τους συμφωνηθέντες όρους της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, όσο και ως προς τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων αυτών, καθώς και ως προς την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος από την αναιρεσείουσα της καταγγελίας συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, και ως εκ τούτου οι, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν διέγνωσε, ούτε αμέσως ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων ως προς τους συμφωνηθέντες όρους της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, ούτε προέβη σε κάποια ερμηνεία.

Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης από τον αριθ. 1 και 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, για εσφαλμένη εφαρμογή από το Εφετείο των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τις οποίες παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα στηριζόμενα στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο διέγνωσε κενό ή αμφιβολία στις πιο πάνω δηλώσεις βούλησης των διαδίκων, και ότι ερμήνευσε τις δηλώσεις αυτές χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των ως άνω διατάξεων.

Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, δεν έλαβε υπόψη τα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά της από 23-6-2004 συνεδρίασης του Δ.Σ.

της εταιρίας, καθώς και το συνημμένο σε αυτά επίσημο απόσπασμα των πρακτικών που περιέχει το σύνολο των αποφάσεων που λήφθηκαν κατά τη συγκεκριμένη συνεδρίαση του Δ.Σ. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα ως άνω έγγραφα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-4-2009 αίτηση της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "Κέντρο Επαγγελματικής Κατάρτισης Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΚΕΚΕ/ΓΣΕΒΕΕ)", για αναίρεση της 703/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 5066/2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ