Legislator Case Law & Legislation
701/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance sale due to lack of legal interest and insufficient reasoning.

Case Number 701/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the sale of an inherited property. The appellant argued that the other heirs lacked knowledge of the wills and that the lower court failed to provide sufficient reasoning for rejecting their claim. The court ruled that the appellant had no legal interest to challenge the sale since the decision did not adversely affect her, and the lower court's reasoning was deemed adequate.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68, 556, 558 of the Code of Civil Procedure; Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a co-litigant is inadmissible due to lack of legal interest unless mandatory co-litigation exists, and the appeal must be rejected if the lower court's reasoning is sufficient.

Keywords

AI generated
legal interest requirement inadmissible appeal co-litigation rules insufficient reasoning inheritance dispute property sale validity appellant standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 68, 556 and 558 of the Code of Civil Procedure
Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 24/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 701 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 701/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος), Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ......, 2. Ψ2, κατοίκου ......, 3. Ψ3, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανώλη, 4. Ψ4, κατοίκου ......, 5. Ψ5, κατοίκου ......, 6. Ψ6, κατοίκου ......, 7. Ψ7, κατοίκου ......, 8. Ψ8, κατοίκου ...... και 9. Ψ9, κατοίκου ...... . Οι 4ος, 5η, 6η, 7η, 8η και 9η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 24-3-1997 αγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, β) με την από 2-5-1997 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη έξι (4ου, 5ης, 6ης, 7ης, 8ης και 9ης) αναιρεσιβλήτων και γ) με την 10-10-1997 παρέμβαση της Χ, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10231/1998 μη οριστική, 7414/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1706/2004 μη οριστική, 8398/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αίτηση αναιρέσεως Α) οι Ψ4, Ψ5, Ψ6, Ψ7, Ψ8 και Ψ9 με την από 9-2-2005 αίτηση αναίρεσης τους και με τους από 8-4-2005 πρόσθετους λόγους και Β) η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 9-3-2005 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 64/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή (8398/2004) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε τη 1847/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 27-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του νικήσαντος διαδίκου ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, όχι δε και κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη, λόγω της έλλειψης έννομου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, η οποία βλάπτει τον αναιρεσείοντα (Ολ.ΑΠ 24/1997), εκτός αν συντρέχει αναγκαστική ομοδικία, οπότε πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ.ΑΠ 11/1992).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1, 80, 82, 83 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον υφιστάμενο όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης (Ολ.ΑΠ 28/2007, Ολ.ΑΠ 13/2006), η αναίρεση, όμως, απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή (ΑΠ 40/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προέκυψε από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγόντων και ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των εναγομένων και ήδη λοιπών αναιρεσιβλήτων, καθώς και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης των εναγομένων και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσας περί κατάχρησης του ένδικου δικαιώματος των αντιδίκων τους, είχε απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την κρινόμενη διεκδικητική ακινήτου αγωγή και, αφού απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την αμέσως πιο πάνω ένσταση, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επομένως, η προσθέτως παρεμβαίνουσα έχει έννομο συμφέρον, ως εκ του αντικειμένου της δίκης, να ασκήσει αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία, όμως, καθόσον στρέφεται κατά των τετάρτου έως και ένατης από τους αναιρεσιβλήτους, υπέρ των οποίων είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση στην εκκρεμή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκη, ύστερα από προσεπίκλησή της σε αναγκαστική παρέμβαση με τη σωρευόμενη σ' αυτή αγωγή αποζημίωσης, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται υπέρ των τετάρτου έως και ένατης από τους αναιρεσιβλήτους σε βάρος της αναιρεσείουσας, εφόσον οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι δεν υποβλήθηκαν σε καμιά δικαστική δαπάνη, λόγω της ερημοδικίας τους στην παρούσα δίκη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήθη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεου επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες νια τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. (Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ.

ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001, Ολ ΑΠ 19/1998, Ολ ΑΠ 17/1995, πάγ. ν.μ.λ.γ.). οι πράξεις, επίσης, του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ ΑΠ 62/1990).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 281 και 1710 ΑΚ προκύπτει, ότι η άσκηση του κληρονομικού από διαθήκη δικαιώματος στην κληρονομία του διαθέτη είναι καταχρηστική και απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Η ένσταση, τέλος, της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής (ή αναγνωριστικής κυριότητας) ακινήτου αγωγής (Ολ.ΑΠ 8/2001 ό.π.). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ,) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, αναφορικά με την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας κατά της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Η Α, γιαγιά των εναγόντων και ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων και μητέρα του Β, την 1-5-1964 συνέταξε στην Αθήνα την υπό την αυτή ημεροχρονολογία ιδιόγραφη διαθήκη της (πρώτη), με την οποία εγκαθιστούσε μοναδική κληρονόμο της όσον αφορά το επίδικο ακίνητο την εγγονή της, πρώτη ενάγουσα, Ψ1.

Τη διαθήκη αυτή η διαθέτιδα την είχε εμπιστευθεί στην νονά της ενάγουσας αυτής και θεία όλων των εναγόντων (εξαδέλφη του πατέρα τους) Γ, τότε δικηγόρο Αθηνών, η οποία, αφού την αναζητούσε επί μακρόν ανάμεσα στα έγγραφα της, πλην ανεπιτυχώς, την ανακάλυψε και την παρέδωσε στις 17-4-1997 στην πρώτη ενάγουσα, μαζί με σχετική και υπό ιδία ημεροχρονολογία (17-4-1997) επιστολή που απηύθυνε προς αυτήν που προσκομίζεται με επίκληση, με μέριμνα δε της ενάγουσας αυτής δημοσιεύθηκε την επόμενη ημέρα με τα υπ' αριθμ. 1729/18-4-1997 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή μετά την πώληση του επίδικου ακινήτου από τον Β, αλλά και μετά τη δημοσίευση τη δεύτερης κατά σειρά επίμαχης ως άνω από 31-12-1968 ιδιόγραφης διαθήκης και μετά την άσκηση της ένδικης από 24-3-1997 αγωγής.

Στην σχετική ως άνω επιστολή η παραπάνω Γ αναφέρει την από μακρόν αναζήτηση της διαθήκης που είχε στα χέρια της και την τυχαία ανεύρεσή της, καθώς και το λόγο που η διαθέτιδα εγκατέστησε ως κληρονόμο της μόνο την εγγονή της αυτή (πρώτη ενάγουσα), που όπως συνάγεται και από το περιεχόμενο της επιστολής με την οποία παραδίδεται και η διαθήκη, η παραπάνω γνωστοποιεί στην πρώτη ενάγουσα το πρώτον την ύπαρξη και το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής, η οποία (ενάγουσα) με τον τρόπο αυτό έλαβε γνώση αυτής και μόνο από το χρόνο αυτό και όχι σε προγενέστερο, όπως τέτοια γνώση δεν είχαν λάβει ούτε και οι λοιποί ενάγοντες ή ο πατέρας τους Β και ιδία πριν από τον επίδικο χρόνο της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας (29-3-1991).

Περαιτέρω, όσον αφορά την επίμαχη δεύτερη κατά σειρά από 31-12-1968 συνταχθείσα στη ...... της ...... ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία η παραπάνω Α εγκατάστησε κληρονόμους της όλους τους εγγονούς της (ενάγοντες και το μη διάδικο Δ), και με βάση την οποία ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, από κανένα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες γνώριζαν την ύπαρξη και το περιεχόμενο της πριν από την ως άνω πώληση (29-3-1991), αλλά αντίθετα, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι έλαβαν γνώση αυτής κατά τον Ιανουάριο του έτους 1997, όταν αυτή ανευρέθηκε τυχαία, αγνοώντας την ύπαρξή της και το περιεχόμενό της κατά τον προγενέστερο πριν από τον Ιανουάριο του 1997 χρόνο.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα, Ψ1, από το έτος 1990 διέμενε στην οικία που βρίσκεται στο ......, την οποία με διαθήκη του της άφησε ο παππούς της Ε, όχι όμως στην κυρίως οικία (βίλα "......"), αλλά σε οικίσκο στον κήπο που ο Β χρησιμοποιούσε γραφείο του, μολονότι διέθετε τα κλειδιά όλης της οικίας. Στο υπόγειο της κυρίως ως άνω οικίας, μετά τον θάνατο κατά την 27-8-1981 της διαθέτιδας Α, είχαν εναποτεθεί σε χάρτινα και ξύλινα κιβώτια διάφορα προσωπικά της βιβλία, έγγραφα και άλλα αντικείμενα, χωρίς κάποιος από τους συγγενείς της να ενδιαφερθεί για το περιεχόμενό τους.

Κατά τον Ιανουάριο του 1997 και ενώ αναζητούντο από τους ενδιαφερόμενους έγγραφα και αντικείμενα σχετικά με το συσταθέν ίδρυμα Ε και δη κατά τη συγκέντρωση αρχειακού υλικού του Ε για τη μεταφορά του σε νέο κτίριο, η Α, που με επιμέλεια των εναγόντων εξετάσθηκε ως μάρτυρας κατά το στάδιο της πρωτοβάθμιας δίκης και επανεξετάσθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και η οποία (μάρτυρας) μέχρι το έτος 1989 ήταν γραμματέας του Β και από το 1995 αποσπασμένη στο παραπάνω ίδρυμα Β και διατηρούσε και φιλικές σχέσεις με την πρώτη ενάγουσα Ψ1, κατόπιν εντολής της τελευταίας, προκειμένου να ερευνήσουν στο υπόγειο της οικίας, όπου ήταν εναποτεθείμένα και φυλάσσονταν τα προσωπικά έγγραφα και λοιπά αντικείμενα της Α, συζύγου του Ε, για να επιλέξουν έγγραφα και αντικείμενα που θα ήταν χρήσιμα για το παραπάνω ίδρυμα Ε, κατά τον παραπάνω έλεγχο η πρώτη, ΣΤ, μαζί με συνάδελφό της ανεύραν την επίμαχη διαθήκη.

Ειδικότερα, κατά τον έλεγχο, αν ευρέθηκε μέσα σε ατζέντα εντός φακέλου η επίμαχη διαθήκη (από 31-12-1968), με την ένδειξη στο εξωτερικό του φακέλου "η διαθήκη μου", με την οποία εγκαθιστούσε η Α ως κληρονόμους της τους παραπάνω εγγονούς και αμέσως η παραπάνω μάρτυρας παρέδωσε αυτήν στη Ψ1, η οποία βρισκόταν κατά τη στιγμή εκείνη στον προθάλαμο του υπογείου, Μετά την ανεύρεση της διαθήκης και της γνώσης του περιεχομένου της από τη Α, έλαβαν γνώση και οι λοιποί ενάγοντες, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, όπως και η πρώτη ενάγουσα, μέχρι την ανεύρεση της διαθήκης αυτής (Ιανουάριο 1997) ουδεμία γνώση είχαν.

Ως προς την έλλειψη της γνώσης τόσο της παραπάνω επίμαχης (από 31-12-1968) δεύτερης διαθήκης, όσο και της προαναφερόμενης (από 1-5-1964) πρώτης διαθήκης, σαφείς και πλέον πειστικές είναι οι καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων που εξετάσθηκαν τόσο στο στάδιο της πρωτοβάθμιας δίκης, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την επανεξέτασή τους κατά τη δικάσιμο της 16-9-2004 κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα 8398/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και δη της παραπάνω ΣΤ, και της Ζ, θείας των εναγόντων (από τον πατέρα τους), οι οποίες με πειστικότητα κατέθεσαν για τα ανωτέρω και από ιδία αντίληψη, και ιδία η πρώτη (ΣΤ) κατέθεσε με λεπτομέρεια ως προς το περιστατικό της ανεύρεσης της επίμαχης δεύτερης διαθήκης μαζί με την παραπάνω συνάδελφο της, περιγράφοντας μάλιστα και την αντίδραση της Ψ1 "έτρεμε, έκλαιγε", ενώ για την αυτή αντίδραση "με πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας", κατέθεσε και η δεύτερη μάρτυρας (Ζ).

Οι. καταθέσεις αυτές, που ενισχύονται και από τα όσα κατέθεσε ως διάδικος ο από τους ενάγοντες Ψ3, και σύμφωνα με την 1706/2004 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (ένας από κάθε πλευρά), κατά την παραπάνω δικάσιμο της 16-9-2004, δεν αναιρούνται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο, ούτε από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων και της προσθέτως υπέρ αυτών παρεμβαίνουσας, Η, συνεργάτη και φίλου του πρώτου εναγομένου, και Θ, δημοσιογράφου, εκ των οποίων ο πρώτος επανεξετάσθηκε και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο της 16-9-2004, ούτε από τα όσα κατέθεσε ως διάδικος ο πρώτος εναγόμενος, αφού τα όσα κατέθεσαν ως προς τη γνώση των εναγόντων τα στηρίζουν σε συμπεράσματα και προσωπικές κρίσεις.

Οι εναγόμενοι και ήδη τέταρτος έως και ένατη από τους αναιρεσιβλήτους και η υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλούνται βέβαια προς υποστήριξη της "γνώσης" των εναγόντων όσον αφορά την επίμαχη διαθήκη, αλλά και την προγενέστερη και μάλιστα ισχυριζόμενοι "γνώση" της πρώτης ενάγουσας Ψ1 από το έτος 1981, και πάντως από το έτος 1990 όλων, μεταξύ άλλων ιδία α) τις από 17-2-2000 έγγραφες προτάσεις της προαναφερόμενης Γ, (νονάς ως άνω της πρώτης ενάγουσας), που κατέθεσε αυτή στις 16-2-2000 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τις οποίες υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αθανάσιος Λιούμας, αλλά και η ίδια, ως εναγομένη, προς αντίκρουση της από 2-5-1997 αγωγής, που ασκήθηκε εναντίον της από τους ήδη εναγόμενους και αγοραστές του επίδικου ακινήτου, και μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία αυτοί, ζητούσαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει την αναφερόμενη στην αγωγή αποζημίωση συνολικού ποσού 329,011.028 δρχ.

για τη ζημιά που υπέστησαν από την αγορά του επιδίκου ακινήτου, λόγω της μη δημοσίευσης από αυτήν έγκαιρα της προγενέστερης και προαναφερόμενης από 1-5-1964 ιδιόγραφης διαθήκης της άνω διαθέτιδας Α, με την οποία εγκαθιστούσε μοναδική κληρονόμο της στο επίδικο ακίνητο την πρώτη ενάγουσα και την οποία είχε εμπιστευθεί προς φύλαξη στην παραπάνω ανεψιά της Γ β) την υπ'αριθμ. ......

ένορκη βεβαίωση της ίδιας ενώπιον της Συμ/φου Περιστερίου, Μαρίας Πιπιλή -Δακτυλίδη, που δόθηκε στα πλαίσια της ίδιας ως άνω δίκης, γ) δημοσιεύματα στον τύπο σχετικά με δηλώσεις της ίδιας που έλαβαν χώρα μετά τη δημοσίευση της πρώτης διαθήκης και την άσκηση της ένδικης αγωγής, κατά την 19-4-1997 και επέκεινα και δ) δημοσιεύματα στον τύπο, που έλαβαν χώρα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου του έτους 1990 περί ύπαρξης διαθήκης.

Όσον αφορά στα αναφερόμενα στις παραπάνω προτάσεις και την ένορκη βεβαίωση της Γ, η οποία να σημειωθεί απεβίωσε ήδη το 2002 σε ηλικία 85 ετών, όπου η τελευταία αναφέρει ότι "δεν δημοσίευσα την από 1-5-1964 ιδιόγραφη διαθήκη της θείας μου Α, της οποίας ήμουν θεματοφύλακας, γιατί η οριζόμενη σ' αυτήν κληρονόμος Ψ1, γνωρίζοντας και από τη γιαγιά της και από εμένα την ύπαρξη και το περιεχόμενο της, δεν είχε έννομο συμφέρον προς τούτο.

Όπως η ίδια μου είπε τότε (1981) σε σχετικό ερώτημά μου, είχε στα χέρια της τη νεότερη ιδιόγραφη διαθήκη της διαθέτιδας του έτους 1968 στην οποία ορίζονταν συγκληρονόμοι η ίδια και τα τρία αδέλφια της και ως εκ τούτου παρείλκε η δημοσίευση της προγενέστερης διαθήκης του έτους 1964", κρίνονται μη πειστικά, καθόσον αφορά τα αναφερόμενα στη γνώση της ύπαρξης των διαθηκών, αφού οι προτάσεις και η ένορκη βεβαίωση δόθηκαν, όπως προκύπτει με σαφήνεια από το παραπάνω περιεχόμενό τους, προς αντίκρουση της παραπάνω αγωγής και προς αναίρεση της προσωπικής της ευθύνης.

Εκτός τούτων, δεν δικαιολογείται η ένορκη βεβαίωση στα πλαίσια της δίκης εκείνης όπου ήταν εναγομένη και δη διάδικος. Επίσης, μη πειστικές κρίνονται οι αναφερόμενες στα φύλλα των ημερήσιων εφημερίδων, που εκδίδονται στην ......, "......" της 2-5-1997, "......" της 19-4-1997, "......" της 26-4-1997, δηλώσεις της παραπάνω Γ που φέρεται ότι "παραδέχθηκε ότι τα παιδιά του Β γνώριζαν την ύπαρξη της πρώτης διαθήκης", "Φαίνεται ότι τα παιδιά γνώριζαν", "τα παιδιά θα πρέπει να γνώριζαν την ύπαρξη της πρώτης διαθήκης", αφού δόθηκαν αμέσως μετά τη δημοσίευση της πρώτης αυτής διαθήκης και προς αναίρεση της ευθύνης της για την επί μακρόν χρόνο μετά από το θάνατο της διαθέτιδας μη δημοσίευση αυτής.

Εξάλλου, τα όσα παραπάνω (στις προτάσεις και την ένορκη βεβαίωση) αναφέρει η Γ καθόσον αφορά στη γνώση της πρώτης ενάγουσας της ύπαρξης της πρώτης από 1-5-1964 ιδιόγραφης διαθήκης, αναιρούνται από το ίδιο το περιεχόμενο της προαναφερόμενης από 17-4-1997 επιστολής της ίδιας προς την ενάγουσα αυτή (Ψ1), όπως το περιεχόμενο της επιστολής αυτής προεκτέθηκε, σημειουμένου ότι η επιστολή αυτή συντάχθηκε πριν από την έγερση της προαναφερόμενης από 2-5-1997 εναντίον της αγωγής των ήδη εναγομένων και δη πριν την μεταξύ τους αντιδικία, αλλά και πριν από τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα και τις δηλώσεις αυτής για τη γνώση όλων των εναγόντων.

Όσον αφορά στα δημοσιεύματα στον τύπο που έλαβαν χώρα το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου του 1990, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα : Πράγματι, κατά τον παραπάνω χρόνο, και δη πριν από την πώληση του επίδικου ακινήτου υπήρξαν δημοσιεύματα σε ημερήσιες εφημερίδες, που εκδίδονται στην Αθήνα και συγκεκριμένα στα φύλλα των εφημερίδων "......" της 13-6-1990, "......" της 3-6-1990, "......" της 14-6-1990, "......" της 14-6-1990, "......" της 13-6-1990, όπου αναφερόταν η ύπαρξη διαθήκης της Α με την οποία φερόταν ότι αφήνει το επίδικο ακίνητο στη πρώτη ενάγουσα Ψ1.

Μάλιστα δε στα από 13-6-1990 και 14-6-1990 δημοσιεύματα των παραπάνω εφημερίδων "......" και "......" αναφερόταν ως χρόνος σύνταξης της εν λόγω διαθήκης η 31-12-1968 και ως τόπος σύνταξης της "...... της ......", και επιπρόσθετα στην εφημερίδα "......" της 14-6-1990 ότι πρόκειται για "δακτυλογραφημένη" διαθήκη. Από τα παραπάνω όμως δημοσιεύματα, δεν μπορεί να εξαχθεί βέβαιη και ασφαλής κρίση του Δικαστηρίου περί της γνώσης των εναγόντων μέχρι τη δημοσίευση αυτών των δημοσιευμάτων ως προς την ύπαρξη διαθήκης, είτε αυτά αναφέρονται στην πρώτη διαθήκη, είτε στη δεύτερη και επίμαχη στην οποία προφανώς αναφέρονται.

Ούτε, μπορεί να θεωρηθεί, ούτε άλλωστε αποδεικνύεται, ότι τα όσα αναφέρουν οι συντάκτες τους έχουν ως πηγή γνώσης τους ενάγοντες ή την πρώτη τούτων ή κάποιο στενό συγγενικό πρόσωπο των παραπάνω ή ότι τα όσα ανέφεραν διέρρευσαν αναμφισβήτητα από το περιβάλλον της οικογένειας ......, και αφού οι ανωτέρω (ενάγοντες και ο μη διάδικος αδελφός τους) έλαβαν γνώση και των δύο διαθηκών κατά τους αναφερόμενους παραπάνω χρόνους (Ιανουάριο και Απρίλιο του 1997 αντίστοιχα).

Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με τα ανωτέρω δημοσιεύματα, και αμέσως από το χρόνο δημοσίευσης τούτων και επέκεινα, και μέχρι την κατάρτιση του επίδικου ...... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, οι ενάγοντες απέκτησαν ασφαλή και βέβαιη γνώση της ύπαρξης της επίμαχης δεύτερης διαθήκης ή της προγενέστερης πρώτης της γιαγιάς τους, ώστε, σε αντίθετη περίπτωση, η μη εναντίωσή τους στην από τον πατέρα τους πώληση και μεταβίβαση στους εναγόμενους του επίδικου ακινήτου και η μη αποκάλυψη της ύπαρξης των διαθηκών, αλλά και η μη δημοσίευσή τους μέχρι την πώληση να μπορεί να έχει δυσμενείς για αυτούς συνέπειες.

Μάλιστα, μετά τα παραπάνω δημοσιεύματα, και ενόψει του ότι ο Β, όπως προαναφέρθηκε, είχε προέλθει σε διαπραγματεύσεις με τους εναγόμενους και ιδιαίτερα τον πρώτο από αυτούς, για την πώληση του επίδικου ακινήτου, οι ενάγοντες, προκειμένου να προστατεύσουν και τα δικαιώματα του πατέρα τους Β, συναντήθηκαν με αυτόν στην οικία του, όπως κατηγορηματικά κατέθεσε κατά την εξέτασή της, ως διαδίκου, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (πρακτικά 8398/16-9-2004) και η σύζυγός του και ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα Χ.

Κατά τη γενόμενη δε συζήτηση διαβεβαίωσαν αλλήλους ότι δεν γνώριζε κανένας την ύπαρξη διαθήκης της Α που να εγκαθιστά μοναδική κληρονόμο, κατά τα δημοσιεύματα, τη Ψ1 ή την ίδια συγκληρονόμο μετά των αδελφών της στο επίδικο ακίνητο και θεώρησαν αστήρικτα τα δημοσιεύματα. Με βάση δε και τις εκατέρωθεν αυτές διαβεβαιώσεις, ο Β, πιστεύοντας καλόπιστα ότι ήταν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του Α, πώλησε ως άνω στις 29-3-1991 δι' αντιπροσώπου του (του Κ) το επίδικο ακίνητο στους εναγόμενους.

Άλλωστε, από τα προαναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι οι ενάγοντες και ο μη διάδικος αδελφός τους Δ, κατά το χρονικό διάστημα που διέρευσε από το θάνατο της διαθέτιδας γιαγιάς τους, Α (27-8-1981) μέχρι την πώληση στις 29-3-1991 στους εναγομένους του επίδικου ακινήτου, είχαν κάποιο ιδιαίτερο ή άλλο λόγο, ώστε αυτοί να μην προβούν στη δημοσίευση των παραπάνω διαθηκών, αν πράγματι γνώριζαν την ύπαρξή τους, της πρώτης από 1-5-1964 η ενάγουσα και ο αδελφός της Ψ2 και της δεύτερης από 31-12-1968 όλοι οι ενάγοντες και ο μη διάδικος αδελφός τους, Δ και ν' αποκρύψουν από τον πατέρα τους την ύπαρξη της επίμαχης (δεύτερης) ή της προηγούμενης (πρώτης) διαθήκης, ούτε επίσης αποδείχθηκε κάποια οικονομική ή άλλη εξάρτηση αυτών από τον πατέρα τους, η οποία ενδεχομένως θα τους απέτρεπε να εναντιωθούν στην πώληση του επιδίκου ακινήτου στους εναγομένους, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι.

Η επίκληση από τους εναγομένους προς θεμελίωση της ένστασής τους περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, ότι ο αδελφός των εναγόντων, Δ, μετά την υποβολή εναντίον του από τον πατέρα του της από 27-4-1990 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί νομής εγκατέλειψε το επίδικο ακίνητο δίχως αντιδικία, αποτελεί μια επί πλέον απόδειξη, η οποία συνηγορεί υπέρ της άγνοιας, τόσον του Δ, όσο και των εναγόμενων αδελφών του, της ύπαρξης, τόσο της επίμαχης όσο και της πρώτης διαθήκης, διότι, αν πράγματι ο Δ και οι ενάγοντες αδελφοί του γνώριζαν την ύπαρξη των διαθηκών αυτών η κάποιας απ' αυτές, είναι πρόδηλο ότι, ενόψει της αντιδικίας του Δ (εξ αφορμής της υποβολής εναντίον του της παραπάνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί νομής) με τον πατέρα του και των τεταμένων σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας των εξωσυζυγικών σχέσεων και αργότερα του γάμου του τελευταίου (πατέρα τους) με τη Χ, στην οικογένεια των ......

θα γνωστοποιούσαν στον πατέρα τους την ύπαρξη της επίμαχης διαθήκης, αλλά και της πρώτης, αν γνώριζαν την ύπαρξή τους και ότι ο Δ δεν θ' αποχωρούσε από το επίδικο. Περαιτέρω, η άγνοια των εναγόντων και του μη διαδίκου αδελφού τους Δ για ύπαρξη διαθήκης της Α αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι, η δημοσιογράφος Λ, που ήταν η πρώτη που έγραψε στον ημερήσιο τύπο "......" για ύπαρξη διαθήκης της Α, με την οποία η τελευταία εγκαθιστούσε τα εγγόνια της (δηλ.

τους ενάγοντες και το μη διάδικο αδελφό τους, Δ) κληρονόμους της, σε δημοσίευμά της στην ημερήσια εφημερίδα "......", στο φύλλο αυτού της 18-8-2003, του οποίου παραδεκτώς γίνεται επίκληση και προσκομιδή το πρώτον ενώπιον του Εφετείου κατά το άρθρο 529 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το εν λόγω δημοσίευμα είναι μεταγενέστερο της έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, διέλαβε, ότι οι πληροφορίες της για ύπαρξη διαθήκης της Α δεν προέρχονταν από το περιβάλλον του Β, ούτε και από το περιβάλλον της Ψ1, αλλά από κάποιον ονόματι Μ, ο οποίος την είχε επισκεφθεί δύο ή τρεις φορές στο γραφείο της "......" και της είχε εμπιστευθεί, ότι όσο ζούσε στη ......

γνώριζε καλά τη γιαγιά (δηλ. τη Α) και το περιεχόμενο της διαθήκης. Τέλος, η άγνοια των εναγόντων και του μη διαδίκου αδελφού της Δ, αναφορικά με την ύπαρξη διαθήκης της γιαγιάς τους, Α, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο σύζυγος της Ψ1, Ν, με αφορμή τα δημοσιεύματα της 3.6.1990 στον ......, της 13.6.1990 στην ...... ή και στις 14.6.1990 στον ......, επισκέφθηκε τον τότε Υπουργό Εξωτερικών ......

και ζήτησε απ' αυτόν να ερευνήσει, αν πράγματι υπήρχε διαθήκη της Α στο Ελληνικό Προξενείο, στη ...... της ......, όπου κατά τα δημοσιεύματα εφέρετο αυτή κατατεθειμένη. Επισημαίνεται μάλιστα, ότι σε κάθε περίπτωση, πρόσβαση στα ανωτέρω δημοσιεύματα του τύπου για ύπαρξη διαθήκης της Α, είχαν και οι ίδιοι οι εναγόμενοι, οι οποίοι αφού έλαβαν γνώση τούτων, τα θεώρησαν αβάσιμα, ενόψει και των διαβεβαιώσεων του Β, ο οποίος, όπως και οι ίδιοι παραδέχονται, δεν γνώριζε για την ύπαρξη διαθήκης.

Εξάλλου, ανεξάρτητα της μη γνώσης των παραπάνω διαθηκών από τους ενάγοντες, δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι μετά την αγορά του επίδικου ακινήτου προέβησαν σε αξιόλογες δαπάνες για τη βελτίωσή του, ύψους 25.000.000 - 27.000.000 δρχ., όπως επικαλούνται οι ίδιοι και ο μάρτυρας αυτών Η, ο οποίος μάλιστα κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου επανεξέτασή του κατά τη δικάσιμο της 16-9-2004 κατέθεσε ότι οι εναγόμενοι αγόρασαν το ακίνητο αυτό αντί 50.000.000 δρχ.

και δαπάνησαν για τη βελτίωσή του 27.000.000δρχ. χωρίς όμως αυτοί, έχοντες το σχετικό βάρος απόδειξης, να προσκομίσουν κάποιο έγγραφο (τιμολόγιο αγοράς υλικών, τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών κλπ), από το οποίο να προκύπτουν οι φερόμενες αξιόλογες δαπάνες βελτίωσης του ακινήτου μετά την αγορά, λαμβανομένου υπόψην ότι στον παραπάνω τίτλο των εναγόντων (5746/1991) η αντικειμενική και μόνο αξία του ακινήτου προσδιορίζεται σε 72.065.916 δρχ.

και είναι αδύνατο να πωλήθηκε σε μικρότερο τίμημα 50.000.000 δρχ. Όμως, και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι εναγόμενοι μετά την αγορά του επίδικου ακινήτου ενήργησαν επωφελείς επ' αυτού δαπάνες για την αξιοποίησή του, η πράξη τους αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά των εναγόντων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, οι τελευταίοι μέχρι την πώληση του ακινήτου δεν γνώριζαν την ύπαρξη της επίμαχης διαθήκης, αλλά ούτε και της προγενέστερης, των οποίων έλαβαν γνώση κατά τα ως άνω τον Ιανουάριο και Απρίλιο του 1997 αντίστοιχα, κατά δε τους κανόνες της καλής πίστης δεν μπορεί οι εναγόμενοι να αξιώσουν από τους ενάγοντες με βάση τα παραπάνω δημοσιεύματα, και χωρίς οι τελευταίοι να έχουν ασφαλή και βέβαιη γνώση της ύπαρξης των διαθηκών, να αποτρέψουν τον πατέρα τους από την πώληση του επίδικου ακινήτου, ενώ και οι ίδιοι (εναγόμενοι) με βάση τα ίδια δημοσιεύματα, των οποίων έλαβαν γνώση πριν από την πώληση και κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, δεν απέκρουσαν την αγορά του ακινήτου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν ενέχει κατάχρηση δικαιώματος η από μέρους των τριων πρώτων αναιρεσιβλήτων, με την ένδικη αγωγή τους, άσκηση του δικαιώματός τους προς διεκδίκηση του επίδικου ακινήτου. Ακολούθως, το Εφετείο έκρινε, ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος των εν λόγω αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη, μετά δε και την απόρριψη της επικουρικής ένστασης των λοιπών αναιρεσιβλήτων περί κτήσης ίδιας κυριότητάς τους στο διεκδικούμενο ακίνητο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχο του ποσοστού της νόμιμης μοίρας του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Β στην κληρονομία της μητέρας του Α ως δικονομικά απαράδεκτος, την απόρριψη της ένστασης των ίδιων αναιρεσιβλήτων περί επίσχεσης του πιο πάνω ακινήτου λόγω δαπανών με τη 10.231/1998 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά ενώπιόν του, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο της έκκλητης δίκης, καθώς και την απόρριψη των ενστάσεων των αναιρεσιβλήτων αυτών περί κτήσης ίδιας κυριότητάς τους στο επίδικο ακίνητο με την 8398/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Εφετείου, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς τα σχετικά απορριπτικά της κεφάλαια με την 64/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ενόψει και του ότι αποδείχθηκε η συγκυριότητα των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων στο παραπάνω ακίνητο, καθώς και η κατοχή του από τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης διεκδικητικής αγωγής, έκρινε περαιτέρω, ότι η τελευταία πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη, κατά παραδοχή δε ως βάσιμης κατ' ουσίαν της έφεσης των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω αγωγή, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κρίση του περί της απόρριψης της ένστασης κατάχρησης του ένδικου δικαιώματος των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, Ψ1, αποκλειστική κληρονόμος της γιαγιάς της Α, συζύγου του Ε, όσον αφορά το επίδικο ακίνητο, με βάση την από 1-5-1964 ιδιόγραφη διαθήκη αυτής και συγκληρονόμος με τους δεύτερο και τρίτο από τους αναιρεσιβλήτους, αδελφούς της, Ψ2 και Ψ3, καθώς και το μη διάδικο αδελφό της Δ, με βάση την από 31-12-1968 ιδιόγραφη διαθήκη της ίδιας, έλαβε γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου της πρώτης μεν διαθήκης στις 17-4-1997, της δεύτερης δε κατά μήνα Ιανουάριο 1997, με τους οριζόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση τρόπους, ότι η ίδια αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στους αδελφούς της την ύπαρξη και το περιεχόμενο των εν λόγω διαθηκών μετά την ανεύρεσή τους, από τις οποίες η πρώτη δημοσιεύθηκε νόμιμα, με μέριμνά της, την αμέσως επόμενη ημέρα της ανεύρεσής της, δηλαδή, στις 18-4-1997, μετά τη δημοσίευση της δεύτερης διαθήκης, καθώς και την άσκηση της ένδικης από 24-3-1997 διεκδικητικής αγωγής, ότι οι τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι, όπως και ο μη διάδικος αδελφός τους Δ μέχρι το χρόνο ανεύρεσης των προμνημονευόμενων διαθηκών (17-4-1987 και μήνα Ιανουάριο 1997) δεν γνώριζαν την ύπαρξη και το περιεχόμενο των διαθηκών αυτών, σε κάθε δε περίπτωση δεν γνώριζαν αυτοί την ύπαρξη και το περιεχόμενο των τελευταίων κατά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το θάνατο της διαθέτιδας γιαγιάς τους, Α, (27-8-1981) μέχρι την πώληση από μέρους του πατέρα τους Β, που πίστευε καλόπιστα ότι ήταν ο μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της μητέρας του - Α-, με αντιπρόσωπό του τον Κ, του επίδικου ακινήτου στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, στις 29-3-1991, ούτε, επίσης, οι ίδιοι είχαν κάποιο ιδιαίτερο ή άλλο λόγο, ώστε να μην προβούν στη δημοσίευση των διαθηκών "αν πράγματι γνώριζαν την ύπαρξή τους" και να αποκρύψουν από τον πατέρα τους την ύπαρξη της επίμαχης δεύτερης διαθήκης ή της προγενέστερης πρώτης, ούτε, τέλος, υπήρχε κάποια οικονομική ή άλλη εξάρτησή τους από τον πατέρα τους, η οποία ενδεχομένως θα τους απέτρεπε να εναντιωθούν στην πώληση του επίδικου ακινήτου στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, αντίθετα, μάλιστα το γεγονός ότι ο από τους συγκληρονόμους αδελφούς, μη διάδικος Δ, μετά την υποβολή σε βάρος του της από 27-4-1990 αίτησης του πατέρα του Βπερί λήψης ασφαλιστικών μέτρων περί νομής, εγκατέλειψε το επίδικο ακίνητο χωρίς αντιδικία, καθώς και το γεγονός των ήδη τεταμένων σχέσεων που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ του Β και της οικογένειάς του λόγω των εξωσυζυγικών σχέσεων και αργότερα του γάμου του με την αναιρεσείουσα, συνηγορούν υπέρ της άγνοιας όλων των συγκληρονόμων αδελφών της ύπαρξης και του περιεχομένου τόσο της επίμαχης (δεύτερης) όσο και της πρώτης διαθήκης.

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο ότι οι συντάκτες των σχετικών δημοσιευμάτων στον ημερήσιο τύπο της 13-6-1990 και 14-6-1990, αντίστοιχα, δηλαδή, χρόνου προγενέστερου της πώλησης του επίδικου ακινήτου- περί της ύπαρξης διαθήκης της Α, με τόπο σύνταξής της "...... της ......" χρόνο σύνταξής της την 31-12-1968 και εγκατάσταση στο επίδικο ακίνητο την πρώτη αναιρεσίβλητη δεν έχουν ως πηγή γνώσης τους τρείς πρώτους αναιρεσιβλήτους ή την πρώτη απ' αυτούς ή κάποιο στενό συγγενικό τους πρόσωπο ή ότι τα όσα ανέφεραν, διέρρευσαν αναμφισβήτητα από το περιβάλλον της οικογένειας ......, αφού, όπως δέχθηκε περαιτέρω: "οι ανωτέρω (ενάγοντες και ο μη διάδικος αδελφός τους) έλαβαν γνώση και των δύο διαθηκών κατά τους αναφερόμενους παραπάνω χρόνους (Ιανουάριο και Απρίλιο του 1997 αντίστοιχα)".

Με τα δεδομένα αυτά, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη γνώσης της ύπαρξης και του περιεχομένου των ιδιόγραφων διαθηκών της διαθέτιδας Α και, ειδικότερα, της δεύτερης απ' αυτές από μέρους των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά το πριν από την πώληση του επίδικου ακινήτου (στις 29-3-1991) χρονικό διάστημα και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των λοιπών αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος διεκδίκησης του επίδικου ακινήτου των αντιδίκων τους, έτσι δε, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Ιουλίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1847/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2009.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ