Supreme Court dismisses appeal on employment contract status, ruling employer is the shipowner not the agent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim for employment status. The appellant argued he was employed by the defendant company, while the court found evidence showed he was hired by the shipowner, INTERBULK SHIPPING S.A., through the defendant as an agent. The court ruled that the employment contract legally binds the shipowner, not the defendant, and thus the appellant's claim for employment benefits against the defendant was unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; An employment contract exists when the worker is subject to the employer's control regarding place, manner, and time of work, and the employer pays wages, regardless of whether the employer is the direct party or acts through an agent, in which case the contract binds the principal directly.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 701 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 701/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Αθανάσιο Θέμελη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Η. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσούτσικο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : Ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Κ. ΥΙΟΙ Ο.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και επροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταύρο Ρόγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6 Δεκεμβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5105/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, 658/2003 η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Εφετείου Πειραιώς και 8/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6 Ιουνίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θέμελης, ανάγνωσε την από 8-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε ομοίως την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ. Ν. ΑΚ) προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης αμείβει τον εργαζόμενο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του, επιπλέον δε ο εργαζόμενος υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας, υποχρεούμενος να ακολουθεί τις δεσμευτικές γι' αυτόν οδηγίες του τελευταίου και υποκείμενος στον έλεγχο και την εποπτεία του.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 211 ΑΚ, σύμβαση με ορισμένο περιεχόμενο δεν παραλλάσσει ως προς την ταυτότητά της και τις έννομες συνέπειές της εκ του ότι οι συμβληθέντες ενήργησαν κατά τη σύναψη αυτής αυτοπροσώπως ή δια μέσου τρίτου προσώπου, το οποίο προέβη στην οικεία δήλωση βουλήσεως ως άμεσος αντιπρόσωπος κάποιου από αυτούς (συμβληθέντες), εφόσον στη δεύτερη περίπτωση ο δηλώσας είχε την προς αντιπροσώπευση εξουσία και περιορίστηκε μέσα στα όρια αυτής, η σύμβαση ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευθέντος, στο πρόσωπο του οποίου ευθέως παράγονται τα εξ αυτής δικαιώματα και οι υποχρεώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση, τα εξής: "Δεν αποδείχθηκε ότι με την από 1.12.1999 έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στον Πειραιά, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη, ως εργοδότρια στο δικό της όνομα, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως φύλακας του παροπλισμένου πλοίου "SEA-MENT III".
Αντιθέτως αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη κατήρτισε με τον ενάγοντα το από 1.12.1999 συμφωνητικό μισθώσεως εργασίας ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της εργοδότριας, κυρίας της πλωτής φορτηγίδας "SEAMENT III" εταιρείας "INTERBULK SHIPPING S.A.". Συνήγαγε δε ταύτα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφασή του, τόσον από το περιεχόμενο του περί καταρτίσεως της συμβάσεως εγγράφου, όσον και τα λοιπά μνημονευόμενα (κυρίως έγγραφα) αποδεικτικά μέσα.
Δέχθηκε, δε περαιτέρω, το Εφετείο ότι η μνεία της εναγομένης ως εργοδότριας στο ασφαλιστικό βιβλιάριο ενσήμων ΙΚΑ του αναιρεσείοντος, στις από 31.1.2000, 2001 και 20.3.2002 βεβαιώσεως αποδοχών, στην από 1.11.2001 αναγγελία της εναγομένης προς τον ΟΑΕΔ περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, στην 13.10.2000 κατάσταση προσωπικού της εναγομένης, ήταν αναγκαία εξαιτίας του ότι η πλοιοκτήτρια της υπό παναμαϊκή σημαία φορτηγίδας "SEAMENT III" (και εργοδότρια του ενάγοντος) παναμαϊκή εταιρεία "INTERBULK SHIPPING S.A." δεν έχει στην Ελλάδα ούτε εγκατάσταση, ούτε φορολογικό μητρώο, ούτε τη δυνατότητα συναλλαγής με τις Αρχές.
Ακολούθως το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία εζητείτο η επιδίκαση σε αυτόν διαφόρων αξιώσεών του, με βάση υφισταμένη μεταξύ αυτού και της αναιρεσιβλήτου, ως εργοδοτρίας του, συμβάσεως μισθώσεως εξηρτημένης εργασίας, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 361, 648, 652 και 653 ΑΚ, αφού κατά τις ανελέγκτως επί της ουσίας παραδοχές της ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, ενεργούσης όχι για λογαριασμό της, αλλά κατ' εντολή και για λογαριασμό της εταιρείας "INTERBULK SHIPPING S.A." πλοιοκτήτριας της πλωτής φορτηγίδας SEAMENT (ως φύλακας της οποίας προσλήφθηκε ο αναιρεσείων) ως έχουσα την εξουσία προς αντιπροσώπευση, όπως ειδικότερα διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, και συνεπώς η ένδικη σύμβαση ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά της αντιπροσωπευθείσας πλοιοκτήτριας εταιρείας, στο πρόσωπο της οποίας ευθέως παράγονται τα εξ αυτής δικαιώματα και οι υποχρεώσεις και όχι στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης ως αντιπροσώπου.
Διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για να δικαιολογήσει το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε.
Συνεπώς και οι δύο περί του αντιθέτου λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.6.2004 αίτηση του Η. Π. για αναίρεση της 8/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Απριλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ