Legislator Case Law & Legislation
700/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to insufficient and contradictory reasoning regarding annual leave pay.

Case Number 700/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Athens regarding a labor dispute over annual leave pay. The appellant argued the lower court failed to properly apply statutory provisions on leave entitlements and compensation. The Court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory regarding the specific days of leave and corresponding payments, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 648, 649, 653 of the Civil Procedure Code; Article 1 of Law 3302/2004; Article 5 of Presidential Decree 539/1945; A violation of substantive law occurs when a rule is not applied despite conditions, is applied incorrectly, or lacks sufficient and non-contradictory reasoning to establish the legal consequence.

Keywords

AI generated
labor law annual leave pay insufficient reasoning contradictory findings appeal admissibility remand for retrial statutory entitlements

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Civil Procedure Code
Articles 648, 649, 653 of the Civil Code
Article 1 of Law 3302/2004
Καθίσταται δε σαφές ότι σε καμμία περίπτωση δεν θεμελιώνει δικαίωμα του εργαζομένου να ζητήσει την επιβολή της προβλεπομένης από το άρθρο 5 § 1 του α ν 539/45 αστικής ποινής.
Article 5 of Presidential Decree 539/1945

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 4/2005
Supreme Court Case 673/2014
Supreme Court Case 266/2014
Supreme Court Case 1/1999
Supreme Court Case 861/1984
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 700 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 700/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 2 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Ξ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παπανικολάου και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντίνα Κονιδάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1701/2010 μη οριστική και 1366/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 873/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα, ανέγνωσε την από 20-4-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι αναίρεσης της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολΑΠ 7/2006, ολΑΠ 4/2005).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ προκύπτει, ότι ως μισθός νοείται κάθε παροχή που δίδεται από τους εργοδότες στους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, δηλαδή κάθε αμοιβή σε χρήμα και σε είδος (λχ. τροφή, κατοικία κλπ), η οποία καταβάλλεται τακτικά και μόνιμα, είτε βάσει της εργασιακής σχέσης ή της συλλογικής σύμβασης ή του νόμου, είτε βάσει της κρατούσας συνήθειας όταν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία (ΑΠ 673/2014, ΑΠ 266/2014).

Περαιτέρω νόμιμος μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που προβλέπεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική ή υπουργική απόφαση κλπ και αποτελεί τα κατώτατα όρια αποδοχών που υποχρεούται ο εργοδότης να καταβάλει στους εργαζόμενους, αποτελείται δε ο νόμιμος μισθός από το βασικό μισθό και τα διάφορα επιδόματα, τα οποία επίσης προβλέπονται από σ.σ.ε. ή δ α. ή υπουργική απόφαση. Ως συμβατικός μισθός χαρακτηρίζεται αυτός που έχει καθορισθεί από τη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου στην ατομική σύμβαση εργασίας γραπτώς ή προφορικώς ο συμβατικός δε μισθός είναι πάντοτε μεγαλύτερος από το νόμιμο, δεδομένου ότι το αντίθετο απαγορεύεται από το νόμο (680 ΑΚ και 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990).

Ακολούθως, η αμοιβή της υπερεργασίας υπολογίζεται βάσει των καταβαλλομένων αποδοχών κατά την ημέρα της απασχόλησης και όχι βάσει των νομίμων, σαν επαύξηση δε του μισθού θεωρούνται, πλην των οικειοθελών παροχών που δίδονται από τον εργοδότη στους εργαζόμενους καθόλο το διάστημα της εργασιακής σχέσης συνεχώς, τακτικά και ανεπιφύλακτα και η αξία της υποχρεωτικά χορηγούμενης τροφής, καθώς και η παροχή κατοικίας στους μισθωτούς, τακτικά και αδιαλείπτως σαν συμβατικό αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους, παροχές οι οποίες συνυπολογίζονται για την εξεύρεση του ωρομισθίου της υπερεργασίας (ΑΠ 805/2006).

Σύμφωνα με την από 12-04-2006 ΣΣΕ και ΔΑ 31/2008 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών εκσκαπτικών, ανυψωτικών κ.λ.π. μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων όλης της Χώρας" διετούς διάρκειας η κάθε μια, γιατί κηρύχθηκαν υποχρεωτικές αντίστοιχα από 04-05-2006 και 31-07-2008 με τις ΥΑ 11819/28-6-2006 και ΥΑ 10317/800/4-3- 2009 και στο κεφάλαιο Γ’ υπό τον τίτλο επιδόματα και ειδικότερα στο υποκεφάλαιο 10 αυτού στην πρώτη και στο άρθρο 3 με το τίτλο Επιδόματα και υποκεφάλαιο 11 στη δεύτερη, ορίζεται: "Επίδομα Ενοικίου: Στους υπαγόμενους στην παρούσα χειριστές και βοηθούς, που διαμένουν λόγω της εργασίας τους, μακριά από τον τόπο της μονίμου κατοικίας τους, εφόσον δεν διαθέτουν στον τόπο εργασίας τους δική τους ή προκειμένου περί εγγάμων δική τους ή της συζύγου τους κατοικία, παρέχεται από τους εργοδότες κατάλληλο κατάλυμα διαμονής στον τόπο εργασίας τους. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν παρέχεται το παραπάνω κατάλυμα, χορηγείται επίδομα ενοικίου 260 ευρώ για το έτος 2006, 270 ευρώ για το έτος 2007 και 275 ευρώ για το έτος 2008,, ανεξάρτητα από το ποσό που καταβάλλει ο μισθωτός για ενοίκιο. Για να καταβληθεί το επίδομα αυτό πρέπει να επιδεικνύεται στον εργοδότη το σχετικό μισθωτήριο συμβόλαιο ή ελλείψει συμβολαίου σχετικές αποδείξεις του ιδιοκτήτη περί καταβολής ενοικίου".

Με τις ίδιες πιο πάνω ΣΣΕ και ΔΑ και στο Κεφάλαιο "Διάφορες παροχές και λοιπές διατάξεις" και υποκεφάλαιο 5 ορίζεται : 5. Γάλα : Οι εργοδότες υποχρεούνται στη χορήγηση σε όλους τους μισθωτούς της παρούσας δωρεάν κάθε εργάσιμη ημέρα, μιας φιάλης γάλακτος 640 γραμμαρίων ή του αντιτίμου αυτής σε ευρώ, ανεξάρτητα από τον αριθμό των απασχολούμενων στο Εργοτάξιο χειριστών και βοηθών.

Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα ουσιώδη: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη την 1-9-2006 προσελήφθη ο εκκαλών από την εφεσίβλητη τεχνική εταιρεία, που ασχολείται με την εκτέλεση κατασκευαστικών έργων και έργων οδοποιίας, προκειμένου να εργαστεί ως χειριστής μπουλντόζας στο έργο κατασκευής του φράγματος στην ...

την κατασκευή του οποίου είχε αναλάβει η εφεσίβλητη εταιρεία. Υπό την ιδιότητά του αυτή απασχολήθηκε έως την 31-10-2008 οπότε απολύθηκε επί καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως. Οι όροι αμοιβής και εργασίας του ενάγοντα διέποντο και καθορίζοντο από τις διαδοχικά ισχύουσες κάθε φορά εθνικές κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών εκσκαπτικών μηχανημάτων εκτελέσεως τεχνικών έργων ειδικότερα την Ε.Κ.Σ.Σ.Ε της 12-4-2006 (πρ.

κατάθεσης ...5-2006). Κατά το χρόνο της προσλήψεώς του ο εκκαλών είχε προϋπηρεσία 16 ετών και ήτο έγγαμος, τα προσόντα του αυτά αναγνώρισε η εναγόμενη και με βάση αυτά υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές του. Ακολούθως προκύπτει ότι ο εκκαλών καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς του στην εναγομένη εργαζόταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί 9 ώρες κατά μέσο όρο ημερησίως και συνολικά 45 ώρες εβδομαδιαίως και έτσι πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας την εβδομάδα (δηλαδή από την 41η έως την 45η ώρα) και 20 ώρες κατά μέσο όρο το μήνα, ενώ αντίθετα δεν πραγματοποιούσε υπερωριακή εργασία και συνεπώς δεν δικαιούται κανένα ποσό για αμοιβή υπερωριακής εργασίας.

Επίσης ο ενάγων απασχολείτο επί τρία Σάββατα κάθε μήνα επί 8 ώρες κάθε φορά, χωρίς να του χορηγείται άλλη ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως, την αμοιβή του για την εργασία του κατά τις ημέρες αυτές την δικαιούται σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Σε ότι αφορά τις Κυριακές δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολείτο κατά την ημέρα αυτή.

Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που απασχολείτο στην εναγομένη η τελευταία είχε μισθώσει κατοικία στην Χίο το μίσθωμα της οποίας κατέβαλε η ίδια, δεδομένου ότι αυτός ήτο μόνιμος κάτοικος Αθήνας και δεν διέθετε κατοικία στη Χίο, όπου ήταν ο τόπος εργασίας του. Με το άρθρο 3 παρ.2 της πιο πάνω Σ.Σ.Ε ορίσθηκε ότι "Στους εργαζομένους στην παρούσα που διαμένουν λόγω της εργασίας τους μακριά από τον τόπο της μονίμου κατοικίας τους, εφόσον δεν διαθέτουν στο τόπο της εργασίας τους δική τους κατοικία, παρέχεται από τους εργοδότες κατάλληλο κατάλυμα διαμονής στον τόπο εργασίας τους.

Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν παρέχεται το παραπάνω κατάλυμα χορηγείται από 1-1-2008 επίδομα ενοικίου 275 ΕΥΡΩ ανεξάρτητα από το ποσό που καταβάλλει ο μισθωτός για ενοίκιο. Πρόκειται δηλαδή περί εργοδοτικής παροχής που ονομάζεται μεν επίδομα, αλλά επειδή αποβλέπει στην εξυπηρέτηση λειτουργικών εργοδοτικών αναγκών, δεν αποτελεί αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας και δεν αποτελεί επίδομα σύμφωνα με την έννοια του νόμου διότι δεν ενσωματώνεται στον τακτικό μισθό και δεν υπόκειται σε ασφαλιστικές εισφορές (βλ.

ειδικώτερα Ατομικές εργασιακές σχέσεις Στ. Βλαστού παρ. 690 επ. Ο λ ΑΠ 962/82 ΔΕΝ 38 σ. 999). Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο μισθός του ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31-12-2007 ήτο 1.034,30 ευρώ + 517,15 ευρώ (ποσοστό 50% λόγω προϋπηρεσίας πέντε τριετιών) + 103,43 ΕΥΡΩ (επίδομα γάμου) + 155,15 ευρώ (επίδομα ειδ. συνθηκών) + 72,40 ευρώ (επίδομα υπευθυν.

και βαρέων μηχανημάτων με ιπποδύναμη από 101 έως 200 ίππους) = 1.882,43 ΕΥΡΩ. Για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2008 έως 31-10-2008 ο μισθός του ήτο 1.096,34 ευρώ + 548,17 ευρώ (επ. προϋπηρεσίας) + 109,63 (επιδ. γάμου) + 164,45 (επιδ. ειδ. συνθηκών) + 76,74 ευρώ (επιδ. υπευθ.) = 1.995,33 ευρώ. Ο εκκαλών για το χρονικό διάστημα από 1-9- 2006 έως 28-2-2007 εισέπραττε μηνιαίως 1.805 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-3-2007 έως 31-7-2008 1.850 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-8-2008 έως 31-10-2008 2.055 ΕΥΡΩ.

Συνεπώς για το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 έως 31- 12-2007 του οφείλει για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το συνολικό ποσό των 259,44 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-7-2008 το ποσό των 1.017,31 ευρώ (145,33 Χ 7 μήνες). Συνολικά δε για την αιτία αυτή του οφείλει 1.276,75 ευρώ. Επίσης για μια φιάλη γάλακτος που η εναγομένη όφειλε να χορηγεί στον εργαζόμενο ενάγοντα την ημέρα του οφείλει το ποσό των 22 ευρώ μηνιαίως από 1-9-2006 έως 31-12-2007 και το ποσό των 23 ΕΥΡΩ από 1-1-2008 έως 31-10-2008. Συνολικά δε του οφείλει 582 ΕΥΡΩ. Συμφωνία των διαδίκων για καταβολή επιδόματος απόδοσης δεν πρόεκυψε ούτε άλλωστε προβλέπεται από τις σχετικές Σ.Σ.Ε. Παρά ταύτα η εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-9-2006 έως 31-12-2006 το ποσό των 294 ΕΥΡΩ το μήνα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-7-2008 το ποσόν των 330 ΕΥΡΩ το μήνα και για το χρονικό διάστημα από 1-8-2008 έως 31-10-2008 το ποσό των 125 ευρώ. Τα παραπάνω ποσά που κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα δεν ήταν σταθερά αλλά αυξομειούμενα κατά τρόπο που επιλέγετο από την εναγομένη, είχαν δε την έννοια της οικειοθελούς παροχής και όχι των τακτικών αποδοχών, από τις μισθολογικές καταστάσεις δε, προκύπτει ότι τα εν λόγω ποσά κατατάσσοντο στις πρόσθετες αμοιβές.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δεν συνυπολόγισε τα ποσά αυτά στον μισθό του ενάγοντα για τον προσδιορισμό του ωρομισθίου ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις δεδομένου ότι επρόκειτο για πρόσθετες παροχές της εναγομένης προς τον εργαζόμενο οι οποίες δεν προσαυξάνουν κατά την έννοια του νόμου το μισθό, διότι δεν αποτελούν μισθό.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων - εκκαλών παρείχε στην εναγομένη υπερεργασία περίπου 20 ωρών το μήνα. Ειδικότερα προκύπτει ότι τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2006 απασχολήθηκε 20 ώρες κάθε μήνα, 15 ώρες τον μήνα από Δεκέμβριο του 2006 έως και Δεκέμβριο του 2007. Από Ιανουάριο 2008 έως και Αύγουστο 2008 απασχολήθηκε 20 ώρες κάθε μήνα, 11 ώρες το μήνα Σεπτέμβριο του 2008 και 20 ώρες το μήνα Οκτώβριο του 2008.

Με βάση τον προαναφερθέντα μισθό που εισέπραττε ο εκκαλών η αμοιβή του για κάθε ώρα υπερεργασίας προσδιορίζεται ως ακολούθως: Για το διάστημα από 1-9-2006 έως 28-2-2007 στο ποσό των 13,53 ευρώ (1.805 Χ 6/25 = 433,20 : 40 ώρες = 10,83 Χ 25%). Για το διάστημα από 1-3- 2007 έως 31-7-2008 στο ποσό των 13,87 ευρώ (1.850 Χ 6/25 = 444 : 40 = 11,10 Χ 25%). Για το διάστημα από 1-8-2008 έως 31-10-2008 στο ποσό των 15,41 ευρώ (2.055 Χ 6/25 = 493,20 : 40 ώρες = 12,33 Χ 25%).

Συνολικά δε για παρασχεθείσα υπερεργασία δικαιούτο 5.166,31 ΕΥΡΩ. Έλαβε από την εναγομένη για την παρασχεθείσα υπερεργασία 270,75 ευρώ για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2006, 203,06 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο 2006, 270,75 ευρώ για κάθε ένα των μηνών Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2007, 277,50 ευρώ για κάθε ένα από τους μήνες Μάρτιο έως και Νοέμβριο 2007, 208,17 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο του 2007, 277,50 ευρώ για καθένα από τους μήνες από Ιανουάριο έως και Ιούλιο 2008, 308,25 ευρώ για το μήνα Αύγουστο του 2008, 169,54 ευρώ για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2008 και 308,25 ευρώ για τον μήνα Οκτώβριο του 2008.

Συνολικά δε έλαβε για την παρασχεθείσα υπερεργασία 6.990,96 ευρώ, ήτοι ποσό μεγαλύτερο αυτού που δικαιούτο και συνεπώς δεν δικαιούται άλλα χρήματα εκ της αιτίας αυτής. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που υπολόγισε τα ποσά που δικαιούτο ο ενάγων κατά τον ίδιο τρόπο ορθά εφάρμοσε το νόμο και συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθεί ο αντίθετα υποστηρίζων λόγος έφεσης.

Περαιτέρω προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της απασχολήσεως του στην επιχείρηση της εφεσίβλητης ο εκκαλών έλαβε κανονική άδεια 8 ημερών το έτος 2006 (προσελήφθη 1-9-2006), 29 ημερών το έτος 2007 και 18 ημερών έως την 31-10-2008 οπότε απολύθηκε επομένως δεν τίθεται θέμα αποδοχών αδείας και αποζημιώσεως για μη ληφθείσα άδεια, όπως άλλωστε ορθά έκρινε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και για το λόγο αυτό τυγχάνει απορριπτέος ο σχετικός λόγος εφέσεως.

Πρέπει να σημειωθεί δε ότι το σύστημα της ομαδικής χορηγήσεως των αδειών των εργαζομένων μίας επιχειρήσεως κατά το χρόνο της θερινής, συνήθως διακοπής των εργασιών της, είναι μία πρακτική των τελευταίων ετών, που επιτρέπεται, είτε βάσει συμφωνίας του εργοδότη με τους εργαζομένους του, είτε και μονομερώς, βάσει του διευθυντικού δικαιώματος του πρώτου, σύμφωνα με τις γενικές αρχές των διατάξεων για την κανονική άδεια και εκείνες της καλής πίστεως.

Έτσι η τυχόν άρνηση ορισμένων εργαζομένων να λάβουν την άδεια τους κατά το χρονικό διάστημα που χορηγείται η προγραμματισμένη ομαδική άδεια προσκρούει στις αρχές της καλής πίστεως. Καθίσταται δε σαφές ότι σε καμμία περίπτωση δεν θεμελιώνει δικαίωμα του εργαζομένου να ζητήσει την επιβολή της προβλεπομένης από το άρθρο 5 § 1 του α ν 539/45 αστικής ποινής.

Όσον αφορά το επίδομα αδείας που υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας επί των συνήθων αποδοχών (άρθρο 3 του α.ν 539/45) για τον υπολογισμό του προστίθενται στον βασικό μισθό όλα τα επιδόματα, οι πρόσθετες αποδοχές, οι προσαυξήσεις και γενικώς όλες οι εις χρήμα εργοδοτικές παροχές, καθώς επίσης και εις είδος χρηματικές παροχές αφού αποτιμηθούν σε χρήμα (ΑΠ 588/1993, ΑΠ 540/85 Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ).

Επομένως στο μισθό του ενάγοντος που ήτο 1.882 ΕΥΡΩ πρέπει να προστεθούν το ποσό των 270 ευρώ για επίδομα ενοικίου + 22 ευρώ η φιάλη γάλακτος + 270 ευρώ η αμοιβή υπερεργασίας 20 ωρών μηνιαίως + 277 ευρώ η οικειοθελής παροχή = 2.721,43 ευρώ : 2 = 1.360,71 ευρώ το επίδομα αδείας για το έτος 2007, 890 ΕΥΡΩ η αναλογία του επιδόματος αδείας για το έτος 2006 που απασχολήθηκε 4 μήνες και στο ποσόν των 1.417,66 ευρώ για το έτος 2008 (1.995,33 + 270 + 23 + 270 + 277).

Συνολικά δε για την αιτία αυτή δικαιούται ο ενάγων το ποσό των 3.668,37 ΕΥΡΩ. Έλαβε ο τελευταίος από την εναγομένη ως επίδομα αδείας το ποσό των 1.090 ΕΥΡΩ για το έτος 2007 και το ποσό των 1.090 ΕΥΡΩ για το έτος 2008 και απομένει υπόλοιπο 1.488,37 ΕΥΡΩ. Ήτοι 270,71 ευρώ για το έτος 2007 και 327,66 για το έτος 2008 καθώς και το ποσό των 890 ευρώ για το έτος 2006.

Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που για την αιτία αυτή έκρινε ότι δικαιούται το ποσό των 54 ΕΥΡΩ έσφαλλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως ...".

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και τους πρόσθετους λόγους αυτής δεν προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα -στις προεκτεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, τις οποίες παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Τούτο δε διότι για τον καθορισμό της δικαιούμενης από αυτόν αμοιβής λόγω παρασχεθείσης υπερεργασίας υπολόγισε το ωρομίσθιο του επί του καταβαλλόμενου μισθού του καθ’ όλο το επίδικο διάστημα, ακόμη δε και για το διάστημα από 1-5-2007 έως 31-7-2008 κατά το οποίο ο νόμιμος μισθός του ήταν ανώτερος του καταβαλλόμενου, ενώ παράλληλα δεν συνυπολόγισε για την εξεύρεση του ωρομισθίου του της κατά τα άνω παρασχεθείσης υπερεργασίας και το επίδομα ενοικίου καθώς και το αντίτιμο της φιάλης του γάλακτος, κατά τα προεκτεθέντα.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται βάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).

Παράβαση της ανωτέρω διάταξης πάντως συνιστά η εξέταση ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η έρευνα κεφαλαίου έξω από τα όρια της έφεσης και αντέφεσης (ολ.ΑΠ 22/2005). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο σκέλος αυτής προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενος κατά την επιτρεπτή νοηματική της απόδοση, ότι:

Το Εφετείο δέχθηκε ότι πραγματοποίησε λιγότερες ώρες υπερεργασίας εν σχέσει με τον αριθμό των ωρών υπερεργασίας που δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση από τον ενάγοντα - εκκαλούντα ή την εναγομένη ως προς το κεφάλαιο αυτό κατά το οποίο η υπόθεση δεν μεταβιβάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Με το ως άνω περιεχόμενο, η εν λόγω αιτίαση, εμπίπτει στην προεκτεθείσα έννοια των "πραγμάτων", και συνακόλουθα ο αναιρετικός αυτός λόγος κατά το ως άνω μέρος με το οποίο αποδίδεται βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτήν προκύπτει δέχθηκε ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων "έλαβε άδεια 8 ημερών το έτος 2006, 29 ημερών το έτος 2007 και 18 ημερών το έτος 2008 ... επομένως δεν τίθεται θέμα αποδοχών αδείας ...". Με τις κρίσεις της όμως αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά το ζήτημα των δικαιούμενων κατ’ έτος ημερών ετήσιας άδειας και των αντίστοιχων δικαιούμενων αποδοχών αδείας δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δεν έχει νόμιμη βάση γιατί εκθέτει κατά τρόπο αόριστο, ελλιπή και αντιφατικό τα πραγματικά περιστατικά που έπρεπε κατά νόμο να εκτεθούν ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί εάν εφαρμόσθηκαν σωστά οι διατάξεις των άρθρων 1 του Ν. 3302/2004 που αντικατέστησε την παρ. 2 του άρθρου 2 του ΑΝ 539/1945, 5 παρ. 2 της από 18-5-98 ΕΓΣΣΕ.

Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκθέτει τον δικαιούμενο κατ’ έτος αριθμό ημερών αδείας, τον χρόνο χορήγησης της κατά τα άνω αδείας καθώς και τα ποσά που ο ενάγων εδικαιούτο και αυτά που του κατεβλήθησαν, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί εάν όντως η εναγομένη έχει εξοφλήσει πλήρως την οφειλή της αυτή, τούτο δε σε συνδυασμό με τις αντιφατικές ως προς το ανωτέρω αίτημα του ενάγοντος παραδοχές της ότι ο τελευταίος εργαζόταν συνεχώς καθ’ όλο το επίδικο διάστημα επί 9 ώρες ημερησίως και επί 3 Σάββατα μηνιαίως.

Κατόπιν αυτών ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης και ως προς τα τρία σκέλη αυτού είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 873/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ