Legislator Case Law & Legislation
700/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance liability ruling regarding driving without a valid license.

Case Number 700/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against a lower court decision holding an insurance company liable for damages caused by a driver without a valid license. The appellant argued that the lower court misinterpreted a repealed administrative circular regarding exemptions for drivers over 65, but the court noted this circular was abolished by Law 3557/2007. Consequently, the court ruled that the driver's lack of a renewed license rendered the exemption inapplicable and the insurance company liable regardless of the driver's knowledge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; Article 503(1) of the Code of Civil Procedure; Article 4 of Law 3557/2007; Article 95(1) of the Code of Traffic; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The repeal of a specific administrative circular by subsequent legislation invalidates its application to new cases, meaning insurance liability for driving without a valid license is determined strictly by current statutory requirements without regard to prior exemptions or the driver's subjective knowledge.

Keywords

AI generated
Insurance Liability Driving Without License Statutory Repeal Code of Civil Procedure Administrative Circular Appeal Dismissal Traffic Law

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Law 3557/2007
Article 95(1) of the Code of Traffic
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 5/2001
OLAP 9/1996

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 700 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 700/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...ΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 2-11-2016 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1615/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 12-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β’ , 309 εδ. α’ , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το Δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ.ΑΠ 5/2001 και 9/1996). Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β ΚΠολΔ.

Περαιτέρω η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης Δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β’ ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.ΑΠ 17/2013).

Υπό τα δεδομένα αυτά η νομοτύπως ασκηθείσα την 1.10.2014 από τον ερημοδικασθέντα εκκαλούντα ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 189/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος - ήδη αναιρεσείοντος, την έφεσή του κατά της 1615/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, αφού από το επικαλούμενο και νομίμως προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. .../30-4-2015 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ε.

Σ. προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας στον Δικηγόρο Αθηνών Σωτήριο Σδούκο να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις των πληρεξουσίων του που ενήργησαν ή θα ενεργήσουν στα πλαίσια των παρεχομένων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από τον ίδιο, εγκρίνοντας, έτσι, και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναίρεσης σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμα αυτού για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου.

Η έγκριση δε αυτή, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη, έκτοτε, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναίρεση. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά και πρέπει να εξετασθεί, περαιτέρω, ως προς το βάσιμο των λόγων αναίρεσης, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Από τη διάταξη του άρθρ. 524 § 3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι στην περίπτωση αυτή τυπική, αλλά γίνεται κατ’ ουσίαν, διότι αν και οι λόγοι της έφεσης στην πραγματικότητα δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο τους λόγους της έφεσης.

Επομένως στην περίπτωση αυτή της απόρριψης της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, μόνον, η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (άρθρ. 553 § 1 ΚΠολΔ), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.

Έτσι τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 268/2016). Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.ΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου κατά το άρθρο 95 παρ. 1 του ΚΟΚ οι άδειες οδήγησης των κατηγοριών Α, Β και των υποκατηγοριών Α1 και Β1 ισχύουν χρονικά μέχρι να συμπληρώσουν οι κάτοχοί τους το εξηκοστό πέμπτο (65ο) έτος της ηλικίας τους. Μετά την συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών οι άδειες οδήγησης ανανεώνονται κάθε τρία (3) χρόνια από την έκδοση ή την προηγούμενη ανανέωσή τους.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων με την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη απόφαση για παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη διά του νομίμου εκπροσώπου της προσχώρησε και κατήρτισε την επίδικη σύμβαση αλλά και ανανέωσε αυτήν εισπράττοντας τα αιτηθέντα ασφάλιστρα μολονότι πολύ καλά γνώριζε ότι η άδεια ικανότητας οδήγησης που διέθετε είχε λήξει, δημιούργησε δε σ’ αυτόν δίκαια και εύλογα την ισχυρή πεποίθηση και πίστη ότι δεν πρόκειται να διεκδικήσει το απορρέον εκ της διάταξης του άρθρου 25 παρ. 6 της Υπουργικής Απόφασης ...1978 δικαίωμά της για αναγωγική διεκδίκηση των όσων θα καλούνταν τυχόν να καταβάλει σε περίπτωση πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος.

Και ότι η άσκηση της από 12.1.2010 εναντίον του (παρεμπίπτουσας) αγωγής με την οποία ζήτησε να της καταβληθεί το ποσό των 12.180 ευρώ, το οποίο η ίδια κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο ως αποζημίωση για αποκατάσταση; των σωματικών βλαβών και υλικών ζημιών, που προκάλεσε ο (παρεμπιπτόντως) εναγόμενος οδηγώντας με άδεια που είχε λήξει, λόγω συμπληρώσεως του 65ου έτους της ηλικίας του, το με αριθμό κυκλ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία του, είναι καταχρηστική και εσφαλμένα η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 1615/2011 απόφασή του. Ο λόγος αυτός: α) τίθεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 6 της Υπουργικής Απόφασης ...1978 δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου τελέσεως του επίδικου αυτοκινητιστικού ατυχήματος, που είναι η 17.7.2009, αφού η συγκεκριμένη διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1γ του Ν. 3557/2007 (ΦΕΚ Α’ 100/14.5.2007) και με το άρθρο 4 του Ν. 3557/ 2007 εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες, που προκαλούνται από οδηγό ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου οχήματος, που οδηγεί και β) σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι ορθά το πρωτοβάθμιο, Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στην προκειμένη ασφαλιστική σύμβαση υπήρχε παραπομπή στο κείμενο του προαναφερθέντος Ν. 3557/2007, και συνεπώς εξαιρέθηκε από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση προσκλήσεως ζημιών όταν το αυτοκίνητο του ασφαλισμένου θα οδηγείται από πρόσωπο, που δεν έχει την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια οδηγήσεως.

Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προέκυψε ότι, η ενάγουσα, κατά το χρόνο συνάψεως της ανωτέρω συμβάσεως ασφαλίσεως του παραπάνω οχήματος με τον εναγόμενο γνώριζε ότι η άδεια ικανότητας οδηγού του εναγομένου είχε λήξει και ότι αυτός δεν είχε μεριμνήσει για την ανανέωσή της.

Εξάλλου, εξ ουδεμίας διατάξεως νόμου προβλέπεται υποχρέωσή της να ερευνά προηγουμένως, αν, για το κάθε όχημα που ασφαλίζει, υπάρχει άδεια ικανότητας οδηγού, έρευνα η οποία και αν γίνει δεν έχει νόημα, αφού, σύμφωνα με το νόμο, ασφαλίζεται όχι η ευθύνη συγκεκριμένου προσώπου, οπότε θα είχε αξία να έχει το πρόσωπο αυτό άδεια ικανότητας οδηγού και, επομένως, και η σχετική έρευνα της ασφαλιστικής εταιρίας, αλλά η ευθύνη από την κυκλοφορία του οχήματος, ανεξαρτήτως του ποιος το οδηγεί.

Με τον δεύτερο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του άρθρου 26 παρ. 6 Υ.Α. ...78 το οποίο αν ερμήνευε σύμφωνα και με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ έπρεπε να κάνει δεκτή την ένστασή του περί έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της τυπικής παραβάσεως της αποστερήσεως αδείας οδηγήσεως, λόγω ελλείψεως ανανεώσεώς της μετά την συμπλήρωση του 65ου έτους του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αδικοπρακτικού αποτελέσματος.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η προπαρατεθείσα Υ.Α. ...78 καταργήθηκε με τον Ν. 3557/2007 που ισχύει από 14.5. 2007. Οι εξαιρέσεις αυτές ισχύουν εκ του νόμου ανεξαρτήτως αν συμφωνήθηκαν από τα συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως υπό το νέο δίκαιο δεν εξετάζεται πλέον ούτε έχει αξία αν οι επιτρεπόμενες και μόνο από το νόμο εξαιρέσεις κατέστησαν ή όχι περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως όπως τούτο συνέβαινε υπό το παλαιό δίκαιο πριν από το Ν. 3557/2007, οπότε ο εναγόμενος λήπτης της ασφαλίσεως ή ασφαλισμένος αμφισβητούσε ότι η επικαλούμενη από τον ασφαλιστή εξαίρεση κατέστη περιεχόμενο της συμβάσεως ασφαλίσεως.

Με βάση δε και την γραμματική διατύπωση του άρθρου 4 του Ν. 3557/2007, ο αποκλεισμός του ασφαλιστή επέρχεται για τον λόγο ότι το ασφαλισμένο αυτοκίνητο οδηγούσε πρόσωπο, στερούμενο της απαιτούμενης κατά νόμο άδειας ικανότητας οδηγού και ότι ο νόμος στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτεί αναγκαίως τη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας αρκούμενος στο γεγονός ότι ο οδηγός δεν διαθέτει την προβλεπόμενη από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί άδεια ικανότητος οδηγού, η δε οδήγηση οχήματος από τον αναιρεσείοντα οδηγό με άδεια οδήγησης οχημάτων, που δεν είχε ισχύ (παρ. 1 του άρθρου 95 του ΚΟΚ) λόγω συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του, χωρίς να έχει γίνει ανανέωση αυτής, εξομοιώνεται με την οδήγηση οχήματος χωρίς την άδεια οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του αυτοκινήτου, που οδηγεί, αφού και η γενόμενη ανανέωση αυτής δεν έχει αναδρομική ενέργεια.

Επομένως δεν έχει νομική αξία ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος οδηγού ότι παρόλο που δεν είχε ανανεώσει την άδεια οδήγησης κατά τον χρόνο του ατυχήματος εν τούτοις γνώριζε να οδηγεί και πρέπει ν’ απορριφθεί, όπως και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος αναίρεσης, όπως προεκτέθηκε. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της εφεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.10.2014 αίτηση για αναίρεση της 189/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000,00) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ