Legislator Case Law & Legislation
700/2010 AI generated

Supreme Court allows partial annulment of appeal against family allowance decision due to non-compliance with statutory payment suspension law.

Case Number 700/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the High Court's decision accepting the public's claim for unpaid family allowances from 2001 to 2002. The court found the High Court violated Article 26 of Law 3205/2003, which mandated the cancellation of pending lawsuits regarding such arrears during that specific period. Consequently, the appeal was allowed only for the disputed time frame, and the case was remitted for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12 of Law 2298/1995; Article 26 of Law 3205/2003: When a specific law mandates the cancellation of pending lawsuits regarding statutory family allowance arrears for a defined period, a court accepting such a claim violates the law by failing to apply the cancellation provision, necessitating the annulment of the decision regarding that period.

Keywords

AI generated
family allowance arrears statutory cancellation pending lawsuit termination public administration law partial annulment remittal for retrial non-compliance with statute

Cited Legislation

AI generated
Article 12 of Law 2298/1995
Article 12 of Law 2470/1997
Article 26 of Law 3205/2003
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 700 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 700/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων - καλουσών: 1) ... και 2) ..... Δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4477/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-5-2005 αίτησή του και τον από 10-8-2006 πρόσθετο λόγο, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την 23η Ιανουαρίου 2007, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 8-5-2009 κλήση των αναιρεσιβλήτων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας διάβασε την από 10-1-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και του προσθέτου λόγου αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 4477/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, επισυνάπτεται η υπ' αριθ. 1445/2005 Γ' Γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.2298/1995, όπως ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της εν λόγω αιτήσεως.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 8, 11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 και άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.

Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στον νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α) για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.

Με το άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/1997, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με τον ν.1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και τον νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.

Εξάλλου η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από τον σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθ. 4 παρ. 1 του Σ.) Η εξίσωση, με βάση την αρχή αυτή, γίνεται προς τα άνω (ΑΕΔ 3/2001, Oλ.ΑΠ 6/2001).

Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας από αυτούς είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και, συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη ως αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στις 28-11-1988 και 2-4-1990 αντιστοίχως με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ως καθαρίστριες, απασχολούμενες έκτοτε με την ιδιότητα αυτή στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και ότι αν και ήταν έγγαμες, το αναιρεσείον δε χορήγησε σ' αυτές την ως άνω οικογενειακή παροχή κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-6-2002 για το λόγο ότι την ελάμβαναν οι σύζυγοί τους.

Με βάση δε τα περιστατικά αυτά έκρινε ακολούθως ότι οι δια των παραπάνω διατάξεων τιθέμενοι περιορισμοί στη χορήγηση της ένδικης οικογενειακής παροχής, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 εδ, β' του Συντάγματος Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και γι' αυτό ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 26 του ν. 3205 της 22/23-12-2003, "με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος και ο ακριβής χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, των εν ενεργεία υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου....., οι οποίες απορρέουν από τη μη σύγχρονη καταβολή και στους δύο συζύγους της οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και τέκνων του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέχρι 30-6-2002, είτε έχουν ασκήσει αγωγές είτε όχι.

Στην ανωτέρω ρύθμιση υπάγονται και οι περιπτώσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτές για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Για το ίδιο χρονικό διάστημα οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται.....".

Περαιτέρω δε με την υπ' αριθ. οικ. 2/3013/002/20-1-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ρυθμίστηκε η διαδικασία εξοφλήσεως των αμέσως πιο πάνω απαιτήσεων σε τρεις ετήσιες δόσεις. Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, που είχε δεχθεί στο σύνολό της την αγωγή.

Με το να αποφασίσει όμως έτσι και να δεχτεί ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναφορικά με τα επιδόματα γάμου και τέκνων που ενέπιπταν στην αμέσως πιο πάνω χρονική περίοδο (1-3-2001 μέχρι 30-6-2002) αντί να κηρύξει καταργημένη τη σχετική δίκη κατά το μέρος της που αφορούσε το εν λόγω χρονικό διάστημα, παραβίασε, δια της μη εφαρμογής αν και ήταν εφαρμοστέα, την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003, σε συνδυασμό αυτής με την υπ' αριθ.

οικ. 2/3013/002/20-1-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Επομένως ο μοναδικός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε ότι είναι βάσιμη η αγωγή και κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 30-6-2002 και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας καθενός από αυτούς (άρθρο 22 παρ. 2 στοιχ. β' ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4477/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ