Legislator Case Law & Legislation
700/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of legal interest when defendant's appeal was rejected in part.

Case Number 700/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision rejecting the defendant's appeal. The appellant argued against the partial rejection of their claim, but the court found no legal interest in appealing since the defendant had not filed a counter-appeal. The court ruled that the appellant cannot challenge the dismissal of the defendant's appeal unless they prove specific prejudicial reasons affecting the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 126(1)(d), 127(1), 129(1), 139(1)(d) of the Code of Civil Procedure; An appellant lacks legal interest to appeal a second-instance decision rejecting the respondent's appeal unless they demonstrate prejudicial reasons affecting the final judgment.

Keywords

AI generated
legal interest in appeal partial rejection of claim counter-appeal requirement prejudicial reasons Code of Civil Procedure final judgment effect dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 126(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 127(1) of the Code of Civil Procedure
Article 129(1) of the Code of Civil Procedure
Article 139(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 128(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 700 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 700/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "NUNTIUS Α.Ε", που μετονομάστηκε σε "ALEXANDER & STERLING Α.Ε", εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Πάνος Ρουσιάς.

Της αναιρεσιβλήτου : ......, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Τσούτσουβας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.09.1994 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου , που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8157/1995 προδικαστική, 2320/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9294/2001, 9295/2001, 4554/2003 και 4555/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων 4555/2003 και 9294/2001 ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 02.02.2004 αίτησή της και τους από 01.11.2005 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 963/2006 απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια, με την από 22.05.2006 αίτηση αναιρέσεως και τους από 24.09.2007 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής η αναιρεσείουσα ζητά την αναίρεση των 4554/2003 και 9295/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 08.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126 παρ.1 στοιχ. δ' 127 παρ.1, 129 παρ.1 και 139 παρ.1 στοιχ. δ' του ΚΠολΔ συνάγεται, εκτός άλλων, ότι σε περίπτωση επίδοσης εγγράφου σε νομικό πρόσωπο πρέπει το έγγραφο αυτό να παραδίδεται σ' εκείνον που είναι εκπρόσωπός του κατά το νόμο ή το καταστατικό, ότι αν αυτός δεν βρεθεί στο κατά το άρθρο 124 παρ.2 κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, το έγγραφο παραδίδεται στα χέρια κάποιου από τα πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη του ως άνω άρθρου 129 παρ.1, του οποίου (προσώπου) η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο πρέπει και αρκεί να αναγράφεται στη σχετική έκθεση επίδοσης, και ότι εκείνος που ενεργεί την επίδοση δεν είναι υποχρεωμένος να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των εν λόγω, αρμόδιων για την παραλαβή του εγγράφου προσώπου, αφού η διάταξη του προαναφερομένου άρθρου 129 παρ.1 δεν απαιτεί τούτο, όπως, αντιθέτως, το επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 128 παρ.1 του ίδιου ΚΠολΔ, όταν πρόκειται για επίδοση σε κατοικία, στην οποία δεν βρίσκεται ο παραλήπτης του επιδιδόμενου εγγράφου..

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας την από 20-3-2002 ανακοπή ερημοδικίας της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 9295/2001 οριστικής αποφάσεως του ίδιου εφετείου, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 15-5-2001 έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 2320/2001 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 4554/2003 απόφασή του ότι αντίγραφο της έφεσης αυτής της αναιρεσιβλήτου με κλήση για συζήτησή της κατά τη δικάσιμο της 22-11-2001, επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις ....

και για την επίδοση αυτή συντάχθηκε από το δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......, που την ενήργησε, η υπ' αριθμ. ...... έκθεσή του, στην οποία ανέγραφε, εκτός των άλλων, ότι "...και αφού δεν βρήκα το νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας (NUNTIUS Α.Ε.) στα επί της οδού 3ης Σεπτεμβρίου 134 στην Αθήνα ευρισκόμενα γραφεία της, αλλά την υπάλληλο και αρμόδια για την παραλαβή δικογράφων, όπως μου δήλωσε, ονομαζόμενη ......, επέδωσα σ' αυτήν το παραπάνω δικόγραφο.".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η προαναφερόμενη επίδοση ήταν νομότυπη και έγκυρη, δεχόμενο, περαιτέρω, ότι δεν απαιτείται στην εν λόγω έκθεση, για το νομότυπο της σύνταξής της και το έγκυρο της επίδοσης, να αναγραφεί το ονοματεπώνυμο των λοιπών, αντί του νόμιμου εκπροσώπου της προς ην η επίδοση εταιρείας, προσώπων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 129 παρ.1 του ΚΠολΔ, "αφού, ανεξαρτήτως του ότι δεν απαιτείται η τήρηση οποιασδήποτε σειράς, μεταξύ αυτών, ουδείς άλλος πλην της παραλαβούσας βρισκόταν στα γραφεία κατά το χρόνο της επίδοσης".

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της, παρά το νόμο, μη κήρυξης ακυρότητας.

Συνεπώς, ο πρώτος και δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος

ΙΙ. Επειδή από τα άρθρα 68 και 556§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως της αναιρέσεως και των κατ' ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνεπείας.

Από την ίδια δε ως άνω διάταξη του άρθρου 556 παρ.2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 578 του ιδίου κώδικος, προκύπτει ότι και ο διάδικος που νίκησε μπορεί να ασκήσει αναίρεση αν έχει έννομο συμφέρον, όπως προς ανατροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου, προκύπτοντος από τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο κατά την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εξάλλου, από τα άρθρα 522, 534 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει , ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, εκτός εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν.

Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που δεν προβάλλονται με λόγο εφέσεως από το διάδικο δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, η εξουσία του οποίου οριοθετείται αποκλειστικά από τους λόγους εφέσεως, κύριους ή πρόσθετους, οι οποίοι προτείνονται από τον εκκαλούντα. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι ο εναγόμενος εφεσίβλητος, εφόσον δεν άσκησε αντίθετη έφεση ή αντέφεση, δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως του Εφετείου, με την οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, αιτιώμενος την μη απόρριψη της αγωγής του τελευταίου από το Εφετείο στο σύνολό της, δηλαδή και κατά το μη εκκληθέν μέρος της αγωγικής απαιτήσεως, ως προς το οποίο η αγωγή έγινε πρωτοδίκως δεκτή, εκτός και αν ο αναιρεσείων επικαλείται βλαπτικές αιτιολογίες, που επέχουν θέση διατακτικού, παράγουσες δυσμενές γι' αυτόν δεδικασμένο.

Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από την μη απόρριψη της αγωγής του αναιρεσιβλήτου εξ' ολοκλήρου από το Εφετείο, γιατί τούτο οφείλεται στην προδιαληφθείσα δικονομική αρχή της μη χειροτέρευσεως της θέσεως του εκκαλούντος και του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως και όχι σε σφάλμα του Εφετείου που δεν είχε την δικονομική δυνατότητα να απορρίψει την αγωγή και κατά το μη εκκληθέν μέρος, ακόμη και αν την έκρινε ως μη νόμιμη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 9295/1993 απόφαση του Εφετείου, με την οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση της αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 2320/2001 πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της με αίτημα την αναγνώριση της απαιτήσεώς της κατά της αναιρεσειούσης εναγομένης προς καταβολή των στην αγωγή αυτή αναφερομένων ποσών ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ και 65 του Ν.2121/1993 "πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα".

Η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ενδίκου αναιρέσεως πλημμέλειες στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης, παράγουσες δυσμενές γι' αυτή δεδικασμένο, ούτε ζητεί την αναίρεσή της ως προς τις αιτιολογίες, επικαλούμενη βλάβη που προκλήθηκε σε αυτή από την μη απόρριψη της αγωγής της αναιρεσιβλήτου από το Εφετείο στο σύνολό της.

Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, όπως συμπληρώνεται με τους προσθέτους λόγους, κατά το μέρος που με αυτή πλήσσεται η υπ' αριθμ.9293/1993 απόφαση του Εφετείου, είναι προεχόντως, απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2006 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθμ. 4554/2003 και 9295/2001 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ