Supreme Court dismisses appeal on debt forgiveness contract interpretation, ruling lower court correctly applied civil code provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court erred in characterizing a private agreement as a debt forgiveness contract rather than a property transfer, violating civil code interpretation rules. The court held that the lower court correctly found no ambiguity in the parties' intent and thus did not need to apply specific interpretation statutes, making the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 454, 173, 200 of the Civil Code; When a debt forgiveness contract is clearly established without ambiguity, the court is not required to apply interpretation rules to determine its content, and an appeal based on alleged violation of such rules is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 6 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 6/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γούμενο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Χαράλαμπο Τριανταφυλλόπουλο και Νικόλαο Καλαμίτση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 863/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5307/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ...2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από ...2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 5307/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από ...2019 έφεσης του αναιρεσείοντος Α. Α. κατά της υπ' αριθ. 863/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως και κατ' ουσία βάσιμη η από ...2013 αγωγή του κατά της αναιρεσίβλητης Ε. Δ.. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την ...2023, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον αναιρεσείοντα, η οποία έλαβε χώρα την ...2023, όπως τούτο αναφέρεται από τον τελευταίο στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 731/2024). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι, η άφεση χρέους, η οποία είναι σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, με την οποία ο πρώτος παραιτείται από την ενοχική αξίωση που έχει κατά του δευτέρου, έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής.
Έτσι, ο δανειστής δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει το δικαίωμα που πηγάζει από αυτήν την ενοχή. Αν δε, παρόλα αυτά, το ασκήσει, αποκρούεται επιτυχώς με την από το άρθρο αυτό (454 ΑΚ) παρακωλυτική της άσκησης του δικαιώματος σχετική ένσταση. Η σύμβαση δε αυτή περί έφεσης χρέους καταρτίζεται και με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη, όπως συμβαίνει με κάθε απαλλοτρίωση περιουσίας και μάλιστα με κάθε παραίτηση από δικαίωμα και δεν είναι δυνατόν να τεκμαίρεται (ΑΠ 1204/2023, ΑΠ 1586/2023, AΠ 1458/2022, ΑΠ 1354/2019).
Η παραπάνω ένσταση αποτελεί καταχρηστική καταλυτική της αγωγής ένσταση, ήτοι ένσταση στηριζομένη σε απλά πραγματικά γεγονότα που προβάλλονται κατά του δικαιώματος, γιατί αυτό μετεγενέστερα καταλύθηκε, που συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής κατ' ουσίαν (ΑΠ 1586/2017, ΑΠ 1290/2002, πρβλ και ΑΠ 764/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 262 § 1 εδ.
α' ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και ορισμένο αίτημα (ΟλΑΠ 423/1985, ΟλΑΠ 472/1983). Από την ως άνω διάταξη προκύπτει σαφώς ότι τούτο περιορίζεται αποκλειστικά στις γνήσιες ενστάσεις και δεν αναφέρεται στις καταχρηστικές ενστάσεις. Έτσι, στις ενστάσεις αυτές, όπως είναι και η ένσταση άφεσης χρέους, το αίτημά της για απόρριψη της αγωγής, μπορεί να καλυφθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του εναγομένου για αποδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 125/2022, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 764/2015, ΑΠ 631/2021, ΑΠ 874/2021, ΑΠ 1062/2014, ΑΠ 1357/2010).
Σε κάθε περίπτωση, στις καταχρηστικές ενστάσεις, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν προκύπτουν από τη δικογραφία, το δικαστήριο της ουσίας, μπορεί να συναγάγει την έννομη συνέπεια και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1073/2021, ΑΠ 764/2015, ΑΠ 902/1994).
Β. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά, διότι και τα απαραδέκτως προταθέντα "πράγματα" εξομοιώνονται με μη προταθέντα (ΑΠ 846/2017) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 68/2022, ΑΠ 824/2022), νοούνται δε ως "πράγματα" οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 4/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 68/2022), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 824/2022, ΑΠ 1137/2022, ΑΠ 274/2021, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 1785/2013).
Γ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 § 2 KΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Ο αναιρεσείων, με την από ...2013 αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι με την αναιρεσίβλητη, πρώην σύζυγό του, συνέστησαν το έτος 1994 μία υπεράκτια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", με ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο 50% έκαστος εξ αυτών.
Ότι αποκλειστικός σκοπός της εν λόγω εταιρείας ήταν η αγορά ακινήτου στις ..., το οποίο πράγματι αυτή αγόρασε με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα και επί του οποίου οι διάδικοι κατά τα έτη 1995-1998 ανήγειραν με κοινές δαπάνες διώροφη πολυτελή κατοικία, συνολικής αξίας 2.850.000 ευρώ.
Ότι το ... του έτους 2003 διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωσή τους και η εναγόμενη με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε νόμιμα, προέβη στη μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου στην ίδια, αντί τιμήματος 452.104,24 ευρώ, χωρίς να καταβάλει το τίμημα στο ταμείο της πωλήτριας εταιρείας "..." και ακολούθως αυτή (εναγόμενη) προέβη σε περαιτέρω μεταβίβαση του ακινήτου στην υπεράκτια εταιρία συμφερόντων της "...".
Ότι με την ήδη αμετάκλητη 268/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιά κρίθηκε ότι η σύσταση της υπεράκτιας εταιρείας "..." ήταν άκυρη και ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε εξ αρχής στην κυριότητα της εναγομένης ως μοναδικής μετόχου της ανωτέρω εταιρείας. Ότι αυτός κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων το ποσό του 1.147.047,66 ευρώ για τις δαπάνες ανέγερσης της κοινής οικίας, έχοντας την πεποίθηση ότι είναι εταίρος κατά ποσοστό 50% της ως άνω υπεράκτιας εταιρείας.
Ότι η εναγομένη εξοικονόμησε το ως άνω ποσό, καθιστάμενη έτσι πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία και επομένως οφείλει να του αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε, αφού αυτός (ενάγων) διοικούσε τη συγκεκριμένη υπόθεσή της, σαν δική του, αγνοώντας ότι είναι ξένη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε ο ενάγων να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του αποδώσει το ανωτέρω ποσόν, με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 863/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεχόμενη ότι με το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης σχέσεων συζύγων λόγω διάσπασης έγγαμης συμβίωσης, που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, είχε συσταθεί σύμβαση άφεσης χρέους, κατ' άρθρο 454 ΑΚ και συνεπώς είχε αποσβεσθεί η ενοχική αξίωση του ενάγοντος, αφού με το παραπάνω συμφωνητικό αυτός είχε παραιτηθεί ρητά οποιασδήποτε αξίωσής του, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που προέρχονταν από τις δαπάνες που είχε καταβάλει εξ ιδίων για την ανέγερση του ακινήτου στις ....
Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από ...2019 έφεσή του και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5307/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού έκρινε τυπικά δεκτή την έφεση, απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν, δεχόμενη ως κατ' ουσία βάσιμη την ένσταση άφεσης χρέους, κατ' άρθρο 454 ΑΚ, όπως και πρωτοδίκως.
Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενος ότι: α) η αναιρεσίβλητη δεν προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση άφεσης χρέους, επειδή δεν υπέβαλε ειδικό αίτημα απόρριψης της ένδικης αγωγής, όπως όφειλε να πράξει και β) ότι αν και ο ίδιος με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του αιτήθηκε τη μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ως άνω ένστασης, η οποία δεν προτάθηκε παραδεκτά και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εσφαλμένα, κατά παράβαση και των άρθρων 106 και 262 § 1 του ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσίβλητη υπέβαλε παραδεκτά αίτημα απόρριψης της αγωγής λόγω άφεσης χρέους, επειδή αυτή αναφέρει σε διάφορα σημεία των προτάσεών της την εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραίτηση από τυχόν σχετικές αξιώσεις του, επικαλούμενη το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, δεχόμενο επιπρόσθετα, εσφαλμένα, ότι η ένσταση αυτή, ως καταχρηστική, μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπάγγελτα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον ζήτημα που τίθεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από το κείμενο των προτάσεων της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποδεικνύεται ότι παραδεκτά προτάθηκε από αυτή η κατ' άρθρο 454 ΑΚ ένσταση άφεσης χρέους, δεδομένου ότι σε πολλά και διαφορετικά σημεία των προτάσεών της, η εναγομένη αναφέρεται στην εκ μέρους του ενάγοντος παραίτηση από τυχόν σχετικές αξιώσεις του, επικαλούμενη το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο και αναλύει.
Άλλωστε, την ένσταση αυτή ως καταχρηστική το Δικαστήριο είχε εξουσία και καθήκον να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αφού είχαν προταθεί νομίμως τα πραγματικά γεγονότα που τη στηρίζουν". Με βάση τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης τόσον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσον και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την καταχρηστική ένσταση άφεσης χρέους, του άρθρου 454 ΑΚ, αναφέρονταν σε αυτές, ιδίως με την επίκληση του από ...2004 ιδιωτικού συμφωνητικού.
Συνεπώς, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις παραπάνω παραδοχές της, ήτοι ότι είχε προταθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 262 § 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση άφεσης χρέους, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης αίτημα παραδοχής της, το οποίο σε κάθε περίπτωση καλύπτεται με το αίτημα αυτών για απόρριψη της αγωγής και της έφεσης και επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης, που απέρριψε την αγωγή, όπως αναφέρεται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επίσης, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επάλληλη αιτιολογία της, δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση η ως άνω ένσταση άφεσης χρέους, ως καταχρηστική, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουν προκύπτουν από τη δικογραφία, όπως εν προκειμένω και το δικαστήριο της ουσίας, μπορεί να συναγάγει την έννομη συνέπεια και αυτεπαγγέλτως.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 7/2024, ΑΠ 13/2024, ΑΠ 40/2024, ΑΠ 41/2024).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδάφιο γ' του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν εκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια, όπως όφειλε, τα νομίμως και εμπροθέσμως προσκομισθέντα από αυτόν με επίκληση με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις από ...2009 προτάσεις της αναιρεσίβλητης και ιδίως την επ' αυτών από ...2009 προσθήκη - αντίκρουση, τις οποίες η τελευταία είχε καταθέσει στο πλαίσιο προηγούμενης αντιδικίας τους, η οποία είχε εκκινήσει δυνάμει της από ...2008 αγωγής που είχε ασκήσει ο ίδιος σε βάρος της, ζητώντας, αφενός να αναγνωριστεί η ακυρότητα του υπ' αριθ. ...2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Θ., καθώς και του υπ' αριθ. ...2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Γ. Κ. και αφετέρου να αναγνωριστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίμαχου ακινήτου και να του αποδοθεί το 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω οικοπέδου με όλα τα επ' αυτού κτίσματα και εγκαταστάσεις, άλλως να αναγνωριστεί ότι το επίμαχο ακίνητο ανήκε στην εταιρεία "..." και να αποδοθεί σε αυτή.
Ειδικότερα, αιτιάται ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι στην παραπάνω προσθήκη - αντίκρουση, πέντε έτη μετά τη σύναψη του από ...2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι συμφωνήθηκε άφεση χρέους αναφορικά με τις αξιώσεις του για τις δαπάνες που είχε διενεργήσει στο ακίνητο, η αναιρεσίβλητη αναφερόμενη στις ως άνω δαπάνες δεν ισχυρίσθηκε ότι συμφωνήθηκε και ως προς αυτές άφεση χρέους ή ότι παραιτήθηκε ο ίδιος από αυτές ή οποιαδήποτε άλλη ισοδύναμη νομικά έκφραση αλλά ότι δεν τις αναγνωρίζει επειδή ο αναιρεσείων δεν κατόρθωσε να τις αποδείξει.
Συγκεκριμένα αναφέρεται ο αναιρεσείων στο ακόλουθο κείμενο της ως άνω προσθήκης της αναιρεσίβλητης στο οποίο διαλμαβάνονται τα εξής: "...στο πλαίσιο συζητήσεων για την πώληση του ακινήτου η εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης και ο αναιρεσείων συζήτησαν για διάφορες δαπάνες που κατέβαλε ο τελευταίος κατά την ανοικοδόμηση και ότι η αναιρεσίβλητη ήταν πρόθυμη να επιστρέψει τις καταβληθείσες δαπάνες υπό την προϋπόθεση ότι θα της προσκομίζονταν αποδεικτικά έγγραφα περί του ύψους των δαπανών και κυρίως περί του προσώπου (νομικού ή φυσικού) που τις κατέβαλε...ότι η εκπρόσωπος του αναιρεσείοντος ουδέποτε της παρέδωσε αποδείξεις περί του προσώπου που τις κατέβαλε και περί του ύψους τους".
Κατά τον αναιρεσείοντα η δήλωση αυτή της αναιρεσίβλητης συνιστά εξώδικη ομολογία, η οποία δεν ελήφθη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Τα παραπάνω ενισχύονται και από την από ...2004 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, που συντάχθηκε και απεστάλη την ίδια ημέρα με το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης των σχέσεων των συζύγων λόγω διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους, η οποία (επιστολή), κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπήρξε αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων με αντικείμενο τη μεταβίβαση του ακινήτου και συνεπώς το ζήτημα των δαπανών εξέφευγε του περιεχομένου του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, από το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση συνήγαγε άφεση χρέους ως προς την επίδικη αξίωση του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης...και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να ληφθούν υπόψη προς άμεση απόδειξη και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...
αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι σύνηψαν στις ...1993 νόμιμο γάμο από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Ο γάμος τους λύθηκε το έτος 2008, ενώ από το ... του έτους 2003 τελούσαν σε διάσταση. Αμφότεροι οι διάδικοι είναι επιχειρηματίες και διαθέτουν μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου τους διατήρησαν την περιουσιακή και επιχειρηματική τους αυτοτέλεια, ασχολούμενος ο καθένας με τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες χωρίς τη συμμετοχή του άλλου σε αυτές.
Στα πλαίσια των χωριστών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους συνέστησε ο καθένας για λογαριασμό του διάφορες υπεράκτιες (off shore) εταιρίες. Μία από τις εταιρίες αυτές ήταν και η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." με έδρα τις ..., η οποία ιδρύθηκε το έτος 1994 με σκοπό την αγορά ακινήτου στις .... Πράγματι, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1994 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Ρ.-Λ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η ως άνω εταιρία αγόρασε από την Π. χήρα Γ. Κ., ένα ακίνητο στις ... και συγκεκριμένα έναν αγρό άρτιο και οικοδομήσιμο, κείμενο στη θέση "..." ή "..." (...), εκτάσεως 4.218,62 τμ με αναγραφόμενο τίμημα το ποσό των 33.750.000 δραχμών και πραγματικό τίμημα το ποσό των 260.000.000 δραχμών. Μετά την αγορά του εν λόγω ακινήτου κατασκευάστηκε επ' αυτού μία διώροφη πολυτελής οικοδομή, εμβαδού 204,04τμ με υπόγειο εμβαδού 173τμ καθώς κι ένα παρεκκλήσιο αφιερωμένο στους Αγίους Αποστόλους εμβαδού 10τμ, ενώ στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου κατασκευάστηκε μία κολυμβητική δεξαμενή εμβαδού 111,50τμ κι ένα γήπεδο αντισφαίρισης εμβαδού 570τμ.
Το ακίνητο αυτό αποτελούσε την εξοχική κατοικία των διαδίκων και το συνολικό κόστος κατασκευής ανήλθε στο ποσό των 360.000.000 δραχμών περίπου και ήδη 1.056.493,03 ευρώ. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. συζύγου Γ. Θ. το γένος Γ. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, η δικηγόρος Αθηνών Σ.
Λ. του Ι. ενεργώντας στο όνομα, για λογαριασμό και κατ' εντολή της υπεράκτιας εταιρίας με την επωνυμία "...", δυνάμει του από ...2003 ειδικού πληρεξουσίου της τελευταίας, μεταβίβασε λόγω πώλησης στην εναγομένη το επίδικο ακίνητο έναντι τιμήματος 452.104,24 ευρώ, ίσου δηλαδή με την αναγραφόμενη επί του ανωτέρω συμβολαίου αντικειμενική του αξία.
Τέλος, με το υπ' αριθμ. ...2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Αχαρνών Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, η εναγομένη μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως στην κυπριακή εταιρία "...", στο όνομα, για λογαριασμό και κατ' εντολή της οποίας ενεργούσε η δικηγόρος Αθηνών Ν. - Α. Ε. του Π., δυνάμει του από ...2004 ειδικού πληρεξουσίου το επίδικο ακίνητο έναντι τιμήματος 452.104,24 ευρώ, ίσου δηλαδή με την αναγραφόμενη επί του ανωτέρω συμβολαίου αντικειμενική του αξία.
Το ζήτημα της κυριότητας επί του ανωτέρω ακινήτου κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 268/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, ήδη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1526/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, ο ενάγων άσκησε εναντίον της εναγόμενης και της κυπριακής εταιρίας "...", την από ...2008 (ΓΑΚ/ΕΑΚ .../2008) αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε αφενός να αναγνωριστεί η ακυρότητα του υπ' αριθμ. ...2003 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
συζύγου Γ. Θ. καθώς και του υπ' αριθμ. ...2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του συμβολαιογράφου Αχαρνών Γ. Κ. και αφετέρου να αναγνωριστεί συγκύριος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και να του αποδοθεί το 1/2 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω οικοπέδου με όλα τα επί αυτού κτίσματα και εγκαταστάσεις, άλλως επικουρικά να αναγνωριστεί ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει κατά κυριότητα στην εταιρία "..." και να αποδοθεί σε αυτή.
Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1388/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο κήρυξε εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο για την εκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης και παρέπεμψε αυτή προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, το οποίο με την υπ' αριθμ. 6461/2011 απόφασή του απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 28/2/2012 έφεση του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 268/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε ότι ιδρύτρια και μοναδική μέτοχος της εταιρίας "..." ήταν η εναγόμενη, ότι η εν λόγω εταιρία ήταν άκυρη και ότι η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, που φέρεται ότι αποκτήθηκε από την ως άνω άκυρη εταιρία περιήλθε εξαρχής, από τη μεταγραφή δηλαδή του προαναφερόμενου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, σε αυτή.
Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αριθμ. 1526/2014 απόφασης του Αρείου Πάγου μετά την απόρριψη της ασκηθείσας εκ μέρους του εκκαλούντος από …2016 αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, ανέλαβε την επιστασία του έργου κατασκευής των προαναφερόμενων πολυτελών κτισμάτων, που ανεγέρθηκαν επί του επιδίκου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1996-1999 είτε απασχολώντας συνεργεία της τεχνικής - κατασκευαστικής εταιρίας συμφερόντων του είτε προσλαμβάνοντας ανεξάρτητους εργολάβους για την εκτέλεση επιμέρους εργασιών, το κόστος των οποίων ανήλθε στο ποσό του 1.056.493,03 ευρώ.
Ακολούθως το ... του έτους 2003 διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, ενώ ο γάμος τους λύθηκε αμετακλήτως το έτος 2010. Στο διάστημα αυτό υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης σχέσεων συζύγων λόγω διάσπασης έγγαμης συμβίωσης, στο οποίο οι συμβαλλόμενοι διάδικοι συμφώνησαν τα ακόλουθα: " I.
Κατόπιν κοινής συμφωνίας οι συμβαλλόμενοι που τέλεσαν θρησκευτικό γάμο στη ... το έτος 1993 χωρίς να αποκτήσουν παιδιά, διέκοψαν την έγγαμη συμβίωση τους από το ... 2003. Επιθυμούν λόγω της επελθούσας διάστασης να ρυθμίσουν τις εκ του γάμου προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις τους που προέκυψαν από αυτόν κατά τον ακόλουθο τρόπο.
II. Οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1441επ ΑΚ. 12. Οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι πριν από το γάμο τους αλλά και κατά τη διάρκεια του διετήρησαν την περιουσιακή και επιχειρηματική τους αυτοτέλεια ο καθένας ασχολούμενος με επιχειρηματικές δραστηριότητες του χωρίς τη συμμετοχή του ετέρου σ' αυτές.
Εκ του λόγου αυτού η συμβολή του κάθε ενός εκ των συμβαλλομένων στην περιουσία του άλλου είναι ανύπαρκτη και δεν δημιουργεί δικαίωμα απόδοσης εκ μέρους εκατέρου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου, που ενδεχομένως να προέκυψε κατά τη διάρκεια του γάμου, σε κάθε περίπτωση όμως παραιτούνται αμοιβαίως της σχετικής αξίωσης. 13.
Οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι παρά την αυτοτέλεια στις οικονομικές και περιουσιακές τους σχέσεις, στα πλαίσια της συζυγικής εμπίστευσης η εκ των συμβαλλομένων Ε. Δ. κατά παράκληση του συζύγου της Α. Α. συμμετείχε τυπικά και μόνο ως μέλος σε διοικητικά συμβούλια εταιρειών οικονομικών συμφερόντων του τελευταίου χωρίς να έχει ενεργό ανάμειξη στη διοίκηση των εταιρειών αυτών...".
Από το κείμενο του ανωτέρω συμφωνητικού διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων κι ως εκ τούτου δεν υπάρχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ.... Ειδικότερα, το εν λόγω συμφωνητικό είναι πλήρες, σαφές και ρυθμίζει τόσο τις προσωπικές όσο και τις περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων, που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων με σκοπό να εξασφαλιστεί με τον τρόπο αυτό χωρίς διενέξεις η περιουσιακή τους αυτοτέλεια και η επιχειρηματική τους αυτονομία και να αποκλεισθεί κάθε στο μέλλον ενδεχόμενη αξίωση του ενός σε βάρος του άλλου, από την οποία σε κάθε περίπτωση παραιτήθηκαν αμοιβαίως.
Με τον τρόπο αυτό οι διάδικοι ρύθμισαν το σύνολο των μεταξύ τους σχέσεων αναφερόμενοι τόσο σε προσωπικές όσο και σε επιχειρηματικές τους σχέσεις και δραστηριότητες και σε κάθε μεταξύ τους ενδεχόμενη αξίωση και δεν περιορίσθηκαν μόνο στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, αφού ο γάμος αναφέρεται μόνο ως χρονικός προσδιορισμός του διαστήματος, κατά τον οποίο δύναται να έχουν προκύψει οι όποιες ενδεχόμενες προσωπικές και επιχειρηματικές αξιώσεις του ενός έναντι του άλλου.
Ειδικότερα, τα συμβαλλόμενα μέρη τόνισαν με εμφατικό τρόπο την αυτοτελή οικονομική - επιχειρηματική τους υπόσταση και δραστηριότητα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ανυπαρξία συμβολής καθενός εκ των συμβαλλομένων στην περιουσία του άλλου και τη δημιουργία δικαιώματος απόδοσης του ενός κατά του άλλου, ενώ περαιτέρω συμφώνησαν ότι ακόμη κι αν ενδεχομένως υπήρξε κατά τη διάρκεια του γάμου οποιαδήποτε συμβολή που επέφερε την αύξηση της περιουσίας του έτερου μέρους, σε κάθε περίπτωση παραιτούνταν αμοιβαίως από τη σχετική αξίωση...Από τα ανωτέρω σαφώς αποδεικνύεται ότι αν και το εν λόγω από ...2004 συμφωνητικό, το οποίο κατά τα ανωτέρω ρύθμιζε όλες τις μεταξύ των διαδίκων προσωπικές κι επιχειρηματικές σχέσεις, υπογράφηκε δέκα περίπου μήνες μετά τη συντέλεση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στην κυριότητα της ενάγουσας, η οποία έγινε χωρίς τη συμμετοχή, συνυπογραφή ή συναίνεση του ενάγοντος κι επομένως αποτελούσε από μόνη της σφοδρή αμφισβήτηση των δικαιωμάτων, που κατά τους ισχυρισμούς του είχε την πεποίθηση ότι αντλούσε από την εταιρική του συμμετοχή, ο τελευταίος συνομολόγησε δια του ανωτέρω συμφωνητικού την ανυπαρξία οιασδήποτε συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, η οποία είχε ήδη συντελεστεί με την εν λόγω μεταβίβαση, ενώ δήλωσε ρητώς ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή κι αν υπήρξε, παραιτείται από οιαδήποτε τέτοια αξίωση χωρίς να διατυπώσει την παραμικρή επιφύλαξη για τυχόν αξιώσεις του για δαπάνες που είχε πραγματοποιήσει στο επίδικο ακίνητο ή για τις όποιες αξιώσεις θεωρούσε ότι απορρέουν από την εταιρική συμμετοχή του στην ....
Άλλωστε, αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ότι κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού είχε πλήρη πεποίθηση ότι διατηρούσε πλήρη αποζημιωτική αξίωση από την εναγομένη εκ της εταιρικής του συμμετοχής στην εξωχώρια εταιρία ... και θεωρούσε τις δαπάνες που πραγματοποίησε ως υποχρέωση του απορρέουσα από την εταιρική συμμετοχή του, δηλαδή έστω και πεπλανημένα πίστευε ότι διατηρούσε αξιώσεις κατά της εναγομένης καθιστούσε ακόμα πιο αναγκαία κι επιτακτική τη διατήρηση επιφύλαξης αναφορικά με τις αξιώσεις του αυτές, αφού μετά τη μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγομένη είχε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας άμεσο κίνδυνο να μην του αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο κατά το ποσοστό της εταιρικής του συμμετοχής, ήτοι 50%, δεδομένου, μάλιστα, ότι γνώριζε εξ υπαρχής ότι δεν είχε συμμετάσχει κατά ποσοστό 50% στο μετοχικό κεφάλαιο της υπεράκτιας εταιρίας ..., ούτε κατείχε τίτλο μετοχών, αλλά του είχε μόνο χορηγηθεί απεριόριστη πληρεξουσιότητα για επιχείρηση οιασδήποτε δικαιοπραξίας και γενικώς για την άσκηση οιασδήποτε πράξης στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω εταιρίας κυρίως λόγω της ιδιότητας του ως συζύγου της εναγομένης...
Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για τη ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων και ειδικότερα για το επίδικο ακίνητο. Εξάλλου, από το σύνολο της μεταξύ των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους αλληλογραφίας κατά το χρονικό διάστημα από …2004 έως …2004, προκύπτει ότι η πώληση του ακινήτου είχε συμφωνηθεί με τίμημα που αντιστοιχούσε στο σύνολο της αξίας του και όχι σε κάποιο μερίδιο, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για συνυπολογισμό δαπανών ή αξιώσεων του ενάγοντος.
Να σημειωθεί ότι στην από …2004 επιστολή του ενάγοντος προς την εναγομένη γίνεται λόγος για αγορά του μεριδίου της τελευταίας, απαντώντας όμως ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας την ίδια ημέρα στην ως άνω επιστολή επισημαίνει ότι η "η συμφωνηθείσα αξία αγοράς αφορά όλο το ακίνητο και όχι μερίδιο του..." ανταπαντώντας δε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος με την από …2004 επιστολή του, ουδόλως σχολιάζει την επισήμανση αυτή (βλ.
σκεπτικό της απόφασης 268/2013 ΕφΠειραιά). Ειδικότερα, αναφορικά με την από ...2004 επιστολή της προς τον ενάγοντα η εναγόμενη επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο έναντι του τιμήματος, που είχαν συμφωνήσει, υπό την προϋπόθεση η αγοραπωλησία να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την … 2004. Στην ως άνω επιστολή δεν αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο είχε εξαιρεθεί από το από ...2004 συμφωνητικό, ούτε ότι η πώληση αφορούσε το 50% του ακινήτου, ούτε ότι οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα δαπάνες είχαν συνυπολογιστεί στο συμφωνηθέν τίμημα ούτε βεβαίως ότι η ολοκλήρωση της πώλησης του επιδίκου αποτελούσε προϋπόθεση ισχύος του εν λόγω συμφωνητικού, καθώς στην περίπτωση αυτή, αφενός η πώληση θα προηγείτο της υπογραφής του συμφωνητικού και δεν θα είχε οριστεί για τις …2004, αφετέρου ο ενάγων θα είχε θέσει την εν λόγω αίρεση πώλησης ως όρο για την ισχύ του ιδιωτικού συμφωνητικού και σε κάθε περίπτωση θα είχε επιφυλαχθεί για τις αιτούμενες δαπάνες του και δεν θα προέβαινε σε δήλωση ανυπαρξίας περιουσιακής συμβολής στην περιουσία της εναγομένης και σε κάθε περίπτωση ανεπιφύλακτης παραίτησης από τις αξιώσεις του.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού είχε την πεποίθηση ότι το ακίνητο ανήκε κατά το ήμισυ στον ίδιο, θεωρώντας εσφαλμένα ότι ήταν συμμέτοχος στην εταιρία ..., αφού όπως προαναφέρθηκε, κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού το επίδικο είχε ήδη μεταβιβαστεί εν γνώσει του στην εναγομένη (αν και εξ υπαρχής ανήκε σε αυτή), ούτε συνάγεται διαφορετικό συμπέρασμα αφενός από την κατάθεση του μάρτυρα Λ.
Κ., ο οποίος μάλιστα κατέθεσε ότι η εταιρία συμφερόντων του ενάγοντος ... δεν χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή του έργου, διότι ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο δεν μπορούσε να εκδίδει παραστατικά για ξένο έργο και αφετέρου από την υπ' αριθμ. …/2016 ένορκη βεβαίωση της Ε. Α., στην οποία η τελευταία αναφέρεται στις δαπάνες της κατασκευής της οικίας, ενώ όσον αφορά στην κατάθεση της μάρτυρος Σ.
Λ., αυτή επιβεβαίωσε ότι το συμφωνηθέν τίμημα αφορούσε όλο το ακίνητο και όχι κάποιο μερίδιο αυτού. Τέλος αναφορικά με την από ...2004 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος προς την εναγομένη, στην οποία ο ενάγων αναφέρει για πρώτη φορά ότι το συμφωνηθέν τίμημα αντιστοιχεί στην αξία του μισού και όχι ολόκληρου του ακινήτου, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω δήλωση απεστάλη μετά την οριστική αποτυχία των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων για την πώληση του επιδίκου κι έρχεται σε αντίθεση με την ανταλλαγείσα μεταξύ τους αλληλογραφία, στην οποία πουθενά δεν αναφέρεται ότι το συμφωνηθέν τίμημα αντιστοιχεί στο ήμισυ του ακινήτου ή ότι έχουν συνυπολογιστεί σε αυτό οι αιτούμενες δαπάνες.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της υπό κρίση έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι η εκκαλουμένη εκτίμησε πλημμελώς το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και δη τις καταθέσεις των ανωτέρω και την από ...2004 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος προς την εναγομένη πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, από το κείμενο των προτάσεων της εναγόμενης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποδεικνύεται ότι παραδεκτά προτάθηκε από αυτή η κατ' άρθρο 454ΑΚ ένσταση άφεσης χρέους, δεδομένου ότι σε πολλά και διαφορετικά σημεία των προτάσεων της, η εναγομένη αναφέρεται στην εκ μέρους του ενάγοντος παραίτηση από τυχόν σχετικές αξιώσεις του, επικαλούμενη το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο και αναλύει.
Άλλωστε, την ένσταση αυτή ως καταχρηστική το Δικαστήριο είχε εξουσία και καθήκον να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αφού είχαν προταθεί νομίμως τα πραγματικά γεγονότα που τη στηρίζουν... Ακολούθως, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ' αριθμ. 268/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιά σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή, ουδόλως προκύπτει δεδικασμένο εκ της ανωτέρω απόφασης για τις αιτούμενες δαπάνες, καθώς ελλείπει η βασική προϋπόθεση περί ταυτότητας δικαιώματος και αντικειμένου των δικών, δεδομένου ότι το αίτημα στο προηγηθέν Δικαστήριο αφορούσε την αναγνώριση κυριότητας και δεν είχε οιαδήποτε σχέση με την υπό κρίση αξίωση δαπανών. ..Στην προκειμένη περίπτωση, η αναφορά στις ενδεχόμενες δαπάνες στο σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης έγινε μόνο για την αξιολόγηση του επιχειρήματος προς ενίσχυση του αιτήματος του ενάγοντος να αναγνωριστεί συγκύριος του επιδίκου και όχι επειδή κατέστη επίδικη η σχετική αξίωση του ενάγοντος κατά της εναγομένης για απόδοση των δαπανών αυτών.
Επομένως ο πέμπτος λόγος της έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι η εκκαλουμένη παραβίασε τη συζητητική αρχή (άρθρα 106, 262 ΚΠολΔ) και το άρθρο 454ΑΚ διότι έλαβε υπόψη της ένσταση που δεν προτάθηκε καθώς επίσης ότι διέλαβε αντιφατικές κρίσεις σχετικά με την ύπαρξη δεδικασμένου για την οφειλή άλλως σε κάθε περίπτωση παραβίασε το δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Με βάση τα παραπάνω αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό με τις παραδοχές της και το σύνολο των αιτιολογιών της καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και συγκεκριμένα ότι έχει αποσβεσθεί η ενοχική αξίωση του ενάγοντος για τις δαπάνες που κατέβαλε για την ανέγερση του ακινήτου στις ...
επειδή αυτός έχει ήδη παραιτηθεί ρητά με το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό από την ως άνω αξίωσή του, κατ' άρθρο 454 ΑΚ, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως ρητά αναφέρεται σε αυτή, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, μεταξύ δε αυτών και τα έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
Τούτο δε προκύπτει με βεβαιότητα α) από την εκτενή αναφορά στην απόφαση στην προηγηθείσα αντιδικία των διαδίκων (επί της οποίας εκδόθηκε η αμετάκλητη 268/2013 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς), η οποία είχε εκκινήσει δυνάμει της από ...2008 αγωγής του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, κατά την εκδίκαση της οποίας είχαν κατατεθεί οι από ...2009 προτάσεις της αναιρεσίβλητης και η επ' αυτών ...2009 προσθήκη - αντίκρουση αυτών, για την οποία όμως, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "η αναφορά στις ενδεχόμενες δαπάνες στο σκεπτικό της ανωτέρω απόφασης έγινε μόνο για την αξιολόγηση του επιχειρήματος προς ενίσχυση του αιτήματος του ενάγοντος να αναγνωριστεί συγκύριος του επιδίκου και όχι επειδή κατέστη επίδικη η σχετική αξίωση του ενάγοντος κατά της εναγόμενης για απόδοση των δαπανών αυτών", απορρίπτοντας τον πέμπτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονείτο ότι η εκκαλουμένη παραβίασε τη συζητητική αρχή (άρθρα 106, 262 ΚΠολΔ) και το άρθρο 454ΑΚ, διότι έλαβε υπόψη της ένσταση που δεν προτάθηκε και β) από τη ρητή αναφορά στην απόφαση της από ...2004 επιστολής της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, για την οποία, όμως, όπως ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, "αναφορικά με την από ...2004 επιστολή της προς τον ενάγοντα η εναγόμενη επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο έναντι του τιμήματος, που είχαν συμφωνήσει, υπό την προϋπόθεση η αγοραπωλησία να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την ... 2004.
Στην ως άνω επιστολή δεν αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο είχε εξαιρεθεί από το από ...2004 συμφωνητικό, ούτε ότι η πώληση αφορούσε το 50% του ακινήτου, ούτε ότι οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα δαπάνες είχαν συνυπολογιστεί στο συμφωνηθέν τίμημα ούτε βεβαίως ότι η ολοκλήρωση της πώλησης του επιδίκου αποτελούσε προϋπόθεση ισχύος του εν λόγω συμφωνητικού, καθώς στην περίπτωση αυτή, αφενός η πώληση θα προηγείτο της υπογραφής του συμφωνητικού και δεν θα είχε οριστεί για τις ...2004, αφετέρου ο ενάγων θα είχε θέσει την εν λόγω αίρεση πώλησης ως όρο για την ισχύ του ιδιωτικού συμφωνητικού και σε κάθε περίπτωση θα είχε επιφυλαχθεί για τις αιτούμενες δαπάνες του και δεν θα προέβαινε σε δήλωση ανυπαρξίας περιουσιακής συμβολής στην περιουσία της εναγομένης και σε κάθε περίπτωση ανεπιφύλακτης παραίτησης από τις αξιώσεις του...".
Η αιτίαση δε του αναιρεσείοντος ότι το ζήτημα των δαπανών εξέφευγε της σύναψης και του περιεχομένου του από ...2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η από ...2004 επιστολή της ενάγουσας υπήρξε αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων των διαδίκων με αντικείμενο τη μεταβίβαση του ακινήτου, ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους του προσέγγιση, που εκτιμά διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται, κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται στην εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων και δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 663/2001).
Συνεπώς, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, προσηκόντως εκτιμώμενη, για μη λήψη υπόψη της, εκ της από ...2009 προσθήκης - αντίκρουσης της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα, όπου ομολογείται ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων άφεση χρέους αναφορικά με τις δαπάνες που είχε διενεργήσει ο αναιρεσείων στο ακίνητο στις ..., συναγόμενης εξώδικης ομολογίας, είναι απαράδεκτη, ενώ η επικαλούμενη πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκε υπόψη το έγγραφο αυτό απορρίφθηκε με τον προηγούμενο (2ο) λόγο αναίρεσης ως αβάσιμη.
IV. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν οι ουσιαστικές παραδοχές αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 132/2021, ΑΠ 945/2019).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 132/2021, ΑΠ 578/2019, ΑΠ 945/2019, ΑΠ 413/1993).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως αβάσιμος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 43/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης σε αυτήν και συγκεκριμένα ότι αυτή διαλαμβάνει αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνομολόγησης της σύμβασης άφεσης χρέους μεταξύ των διαδίκων μερών, αναφορικά με τις επίδικες αξιώσεις.
Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι ενώ αρχικά η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει παραδοχή ότι το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήψε με την αναιρεσίβλητη αφορούσε το σύνολο των μεταξύ τους προσωπικών και επιχειρηματικών σχέσεων και κάθε ενδεχόμενη αξίωση, στη συνέχεια, σε ευθεία αντίθεση με τα ανωτέρω, δέχεται ότι αναφορικά με την από ...2004 επιστολή της προς τον ενάγοντα η αναιρεσίβλητη "επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο έναντι τιμήματος, που είχαν συμφωνήσει, υπό την προϋπόθεση η αγοραπωλησία να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την ... 2004", δέχθηκε δηλαδή, αντιφατικά, ότι το ζήτημα του ακινήτου συμπεριελήφθη σε ξεχωριστό έγγραφο, με αποτέλεσμα, στην προσβαλλόμενη απόφαση να συναντώνται δύο εκδοχές, ήτοι κατά την πρώτη εκδοχή, ότι όλα τα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων μερών, συμπεριλαμβανομένου και του επίμαχου ακινήτου, συμφωνήθηκαν και ρυθμίστηκαν με το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό και κατά τη δεύτερη εκδοχή, ότι το ζήτημα του ακινήτου δεν συμπεριλήφθηκε στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ώστε να τύχει αντικείμενο της σύμβασης άφεσης χρέους, αλλά σε ξεχωριστή επιστολή που του απηύθυνε η αναιρεσίβλητη την ίδια ημέρα με το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Άλλως, επικουρικώς ότι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ουσιώδες ζήτημα τυγχάνουν ανεπαρκείς, διότι αν και κατά τις παραδοχές της με το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ρυθμίστηκε το σύνολο των περιουσιακών σχέσεων των διαδίκων, δεν εξηγείται για ποιό λόγο η δήλωση της αναιρεσίβλητης περί μεταβίβασης του ακινήτου στον ίδιο δεν συμπεριλήφθηκε στο ίδιο συμφωνητικό αλλά σε ξεχωριστή επιστολή.
Ότι, στην πραγματικότητα οι ένδικες αξιώσεις του, περί δαπανών του εν λόγω ακινήτου, ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο του από ...2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, αποκλειομένης κατά τον τρόπο αυτό της πιθανότητας συνομολόγησης άφεσης χρέους ως προς τις δαπάνες αυτές. Όμως, οι παραπάνω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στον πραγματικό κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 454 ΑΚ, που εφάρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της εφαρμογής αυτού, τον οποίο δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, ότι α) οι διάδικοι με το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισαν το σύνολο των μεταξύ τους σχέσεων αναφερόμενοι τόσο σε προσωπικές όσο και σε επιχειρηματικές τους σχέσεις και δραστηριότητες και σε κάθε μεταξύ τους ενδεχόμενη αξίωση και δεν περιορίσθηκαν μόνο στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, β) τα συμβαλλόμενα μέρη τόνισαν με εμφατικό τρόπο την αυτοτελή οικονομική και επιχειρηματική τους υπόσταση και δραστηριότητα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την ανυπαρξία συμβολής καθενός εκ των συμβαλλομένων στην περιουσία του άλλου και τη δημιουργία δικαιώματος απόδοσης του ενός κατά του άλλου, γ) οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ακόμη κι αν ενδεχομένως υπήρξε κατά τη διάρκεια του γάμου οποιαδήποτε συμβολή που επέφερε την αύξηση της περιουσίας του έτερου μέρους, σε κάθε περίπτωση παραιτούνταν αμοιβαίως από τη σχετική αξίωση, δ) ο αναιρεσείων συνομολόγησε δια του εν λόγω συμφωνητικού την ανυπαρξία οιασδήποτε συμβολής του στην αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, η οποία είχε ήδη συντελεστεί με την εν λόγω μεταβίβαση, αφού υπογράφηκε δέκα μήνες μετά την μεταβίβαση του ακινήτου στην ίδια και δήλωσε ρητώς ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα δηλαδή κι αν υπήρξε, παραιτείται από οιαδήποτε τέτοια αξίωση χωρίς να διατυπώσει την παραμικρή επιφύλαξη για τυχόν αξιώσεις του για δαπάνες που είχε πραγματοποιήσει στο επίδικο ακίνητο ή για τις όποιες αξιώσεις θεωρούσε ότι απορρέουν από την εταιρική συμμετοχή του στην εταιρεία ..., ακόμη και αν γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι πεπλανημένα πίστευε ότι διατηρούσε τέτοιες αξιώσεις και ε) με την από ...2004 επιστολή της προς τον αναιρεσείοντα η αναιρεσίβλητη επιβεβαίωσε τη δέσμευσή της να του μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο έναντι του τιμήματος, που είχαν συμφωνήσει, υπό την προϋπόθεση η αγοραπωλησία να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την ... 2004, πλην όμως στην ως άνω επιστολή δεν αναφέρεται ότι το επίδικο ακίνητο είχε εξαιρεθεί από το από ...2004 συμφωνητικό, ούτε ότι η πώληση αφορούσε το 50% του ακινήτου, ούτε ότι οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα δαπάνες είχαν συνυπολογιστεί στο συμφωνηθέν τίμημα ούτε βεβαίως ότι η ολοκλήρωση της πώλησης του επιδίκου αποτελούσε προϋπόθεση ισχύος του εν λόγω συμφωνητικού, καθώς στην περίπτωση αυτή, αφενός η πώληση θα προηγείτο της υπογραφής του συμφωνητικού και δεν θα είχε οριστεί για τις ...2004, αφετέρου ο ενάγων θα είχε θέσει την εν λόγω αίρεση πώλησης ως όρο για την ισχύ του ιδιωτικού συμφωνητικού και σε κάθε περίπτωση θα είχε επιφυλαχθεί για τις αιτούμενες δαπάνες του και δεν θα προέβαινε σε δήλωση ανυπαρξίας περιουσιακής συμβολής στην περιουσία της εναγομένης και σε κάθε περίπτωση ανεπιφύλακτης παραίτησης από τις αξιώσεις του.
Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο με επαρκείς αιτιολογίες έκρινε επί του ζητήματος της σύμβασης άφεσης χρέους που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης εκτίθενται πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, και έχει νόμιμη βάση καθόσον από το αιτιολογικό της προκύπτει ότι περιέχει τα αναγκαία περιστατικά για την κρίση ότι συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 454 ΑΚ που εφαρμόστηκε, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο λόγος αυτός κατά τις μερικότερες αιτιάσεις του, δηλαδή 1) ότι δεν εξηγείται για ποιό λόγο η δήλωση της αναιρεσίβλητης περί μεταβίβασης του ακινήτου στον ίδιο δεν συμπεριλήφθηκε στο ίδιο συμφωνητικό αλλά σε ξεχωριστή επιστολή και 2) ότι οι ένδικες αξιώσεις του, περί δαπανών του εν λόγω ακινήτου, ουδέποτε αποτέλεσαν αντικείμενο του από ...2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά αποτέλεσαν ζήτημα διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων για την μεταβίβαση του ακινήτου, αποκλειομένης για τον λόγο αυτό της πιθανότητας συνομολόγησης άφεσης χρέους, είναι απορριπτέος, επίσης, ως αβάσιμος, διότι δεν δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων.
Επίσης, οι ως άνω αιτιάσεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες, και για το λόγο ότι το αποδεικτικό πόρισμα που ανωτέρω αναφέρθηκε διατυπώνεται σαφώς και οι άνω ελλείψεις, που περιέχονται στις αιτιάσεις αυτές, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 945/2019), καθόσον μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 481/2024, ΑΠ 153/2022).
Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται τέτοια μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι οι αιτιάσεις του λόγου αυτού είναι απορριπτέες και ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, γιατί ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του άνω λόγου αίτησης, πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
V. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της, ιδίως δε αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται και όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δήλωσης, δεν προσφεύγει σ' αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 73/2024, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 51/2020).
Όταν, όμως, η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 73/2024, ΑΠ 1721/2022, ΑΠ 66/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και δέχθηκε ρητά ότι το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι σαφές, στη συνέχεια, όπως προκύπτει έμμεσα, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία του ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού, για να καταλήξει στο εσφαλμένο νομικά συμπέρασμα ότι δήθεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων άφεση χρέους για τις επίδικες αξιώσεις του, προσέφυγε σε στοιχεία εκτός της σύμβασης και συγκεκριμένα α) στο γεγονός ότι το από ...2004 ιδιωτικό συμφωνητικό υπογράφηκε δέκα μήνες αφότου η αναιρεσίβλητη αμφισβήτησε εμπράκτως το δικαίωμα που θεωρούσε ο αναιρεσείων ότι είχε επί του επίδικου ακινήτου, μεταβιβάζοντάς το στον εαυτό της, β) στα διδάγματα της κοινής πείρας, εκ των οποίων συνήγαγε ότι εάν ήθελε να διατηρήσει τις αξιώσεις του ο αναιρεσείων θα το είχε ορίσει ρητά στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό και γ) στο περιεχόμενο της από ...2004 επιστολής, που του απηύθυνε η αναιρεσίβλητη, το οποίο η προσβαλλόμενη ερμηνεύει συνδυαστικά με το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό για να εξάγει και πάλι το ερμηνευτικό πόρισμα περί δήθεν σύναψης σύμβασης άφεσης χρέους.
Άλλως, ότι η απόφαση είναι αναιρετέα, διότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών διατάξεων δεχόμενη ότι ο αναιρεσείων συμφώνησε άφεση χρέους με την αναιρεσίβλητη για τις επίδικες αξιώσεις του, χωρίς να αναφέρει εάν αυτές οι αξιώσεις ελήφθησαν υπόψη κατά τις διαπραγματεύσεις για την μεταβίβαση του ακινήτου και συνυπολογίστηκαν για τον προσδιορισμό του τιμήματος μεταβίβασής του, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και υποπίπτοντας στον αναιρετικά ελεγχόμενο, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο.
Ωστόσο, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων, που περιέχεται στο προαναφερόμενο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, και συνακόλουθα δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αλλά αντιθέτως, εκτιμώντας το περιεχόμενο του συμφωνητικού αυτού, δέχθηκε σαφώς, όπως προαναφέρθηκε, ότι συνήφθη σύμβαση άφεσης χρέους.
Ειδικότερα, το Εφετείο, ενόψει των ως άνω παραδοχών του, δεν διαπίστωσε έστω και έμμεσα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς το σαφές περιεχόμενο του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, προκειμένου να αχθεί σε εφαρμογή των κανόνων δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την εξακρίβωση του περιεχομένου του και επί πλέον με την αναφορά του στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και η από ...2004 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα αλλά και στα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποίησε για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών (και όχι για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου) (ΑΠ 303/2024) απέρριψε κατ' ουσίαν τους υποβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, όπως αυτοί αναφέρονται και με το αναιρετήριο (ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο εξαιρέθηκε από το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό, επειδή αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης για τη μεταβίβασή του από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα) και επιχειρηματολόγησε υπέρ του νομικού χαρακτηρισμού της ως άνω σύμβασης ως σύμβασης άφεσης χρέους.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει ούτε και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους. Επομένως, ο τελευταίος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος.
VΙ. Κατ` ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 180, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2023 αίτηση του Α. Α. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5307/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ