Supreme Court allows appeal against dismissal of public official's salary claim due to equality principle violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the dismissal of a public official's salary claim, overturning the lower court's decision. The plaintiff argued that excluding him from a specific salary increase violated the constitutional principle of equality, as other categories of public servants received the benefit. The court ruled that the lower court erred by accepting the dismissal without verifying if the plaintiff met the statutory conditions for the special allowance, thereby establishing a legal inequality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 14 of Law 3016/2002; The court must examine the substantive basis of a claim if an appeal is allowed, and a failure to verify statutory conditions for a special allowance constitutes a violation of the principle of equality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 6 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 6/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Παναγιώτη Αθανασόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Περιφέρεια Πελοποννήσου", που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της καταργηθείσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ανδρεόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Δ. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κάνιαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκε η 481/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 23-3-2017 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκαν οι 174/2018 και 363/2019 αποφάσεις του δικαστηρίου τούτου, που κήρυξαν απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 14-11-2019 κλήση του καλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 23.3.2017 (Α.Κ. 1/28.3.2017 - Ειρηνοδικείο Κορίνθου) αίτηση αναιρέσεως , με την από 14.11.2019 κλήση του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Περιφέρεια Πελοποννήσου", μετά την έκδοση αρχικά της 174/2018 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 14-11-2017 και στη συνέχεια μετά την έκδοση της 363/2019 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία επίσης κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 11-12-2018, για το λόγο ότι στο προσκομιζόμενο υπ` αρ.93/2-5-2018 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Τριπόλεως Μάρθας Αθανασούλια - Κοκκίνη, δια του οποίου ο Πέτρος Τατούλης του Παναγιώτη Περιφερειάρχης Πελοποννήσου, χορηγεί στον δικηγόρο Δημήτριο Ανδρεόπουλο, που εκπροσώπησε το αναιρεσείον, πληρεξουσιότητα προς παράσταση ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και εγκρίνει την κατάθεση του δικογράφου αυτής και τις λοιπές προηγουμένως διενεργηθείσες διαδικαστικές πράξεις από τον εν λόγω δικηγόρο, δεν μνημονευόταν ότι ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου ενεργεί δυνάμει αποφάσεως της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος σύμφωνα με τις διατάξεις.των άρθρων 113 παρ. 1, 159 παρ. 1 περ.
δ` και 176 παρ. 1 περ. ι` και 2 εδ. α` Ν. 3852/2010, όπως η διάταξη του άρθρου 176 παρ. 1 περ. ι` έχει αντικατασταθεί δια της διατάξεως του άρθρου 54 Ν. 4447/2016. Ήδη κατά την παρούσα δικάσιμο το αναιρεσείον προσκομίζει απόσπασμα της πράξεως 38/2019 αριθμός απόφασης 320614-10-2019 της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος, με το οποίο εγκρίνεται η άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης και εξουσιοδοτείται ο Περιφερειάρχης του αναιρεσείοντος να χορηγήσει πληρεξουσιότητα στο Νομικό Σύμβουλο της Περιφέρειας Πελιοποννήσου Δημήτριο Ανδρεόπουλο να εκπροσωπήσει το αναιρεσείον κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, ενώ προσκομίζεται και το υπ` αρ. 906/1-11-2019 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Τρίπολης Βασιλικής - Ιωάννας Ανάγνου, με το οποίο ο Περιφερειάρχης του αναιρεσείοντος χορηγεί προς τον δικηγόρο Δημήτριο Ανδρεόπουλο την πληρεξουσιότητα για εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και εγκρίνει όλες τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις αυτού έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, για τις οποίες (προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις) κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, απορριπτομένων ως αβασίμων όσων αντιθέτων ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος - ενάγων με τις από 29-9-2020 προτάσεις του.
Η υπό κρίση, από 23.3.2017 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κορίνθου την 28-3-2017 (ΚΠολΔ 495 παρ.1), στρέφεται κατά της 481/2013 απόφασης του εν λόγω Ειρηνοδικείου, η οποία δημοσιεύθηκε την 8-5-2013 και επικυρωμένο αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφέρεια Πελοποννήσου (ως καθολικό διάδοχο του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κορινθίας") την 23-3-2017(βλ. … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Ν. Π.). Η αίτηση ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατά απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. την 8-5-2016 πριν την επίδοσή της, λόγω παρέλευσης άπρακτης της [τότε] τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας άσκησης έφεσης (ΚΠολΔ 518 παρ.2). Η κατάθεσή της αίτησης αναίρεσης έγινε την 28-3-2017, δηλαδή πριν από την εκπνοή της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (23-3-2017) για την άσκηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 564 παρ.1). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1, 577 παρ.3).
Με την ένδικη, από 2-3-2012(αρ. κατ.183/2012) αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δ. Φ. ισχυρίσθηκε ότι, συνδεόμενος με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κορινθίας", στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος από … ,σύμφωνα με το άρθρο 283 του Ν.3852/2010(Καλλικράτης) το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Δήμος "Περιφέρεια Πελοποννήσου", με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είχε προσφέρει τις υπηρεσίες του σε αυτό κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 29-2-2012, υπαγόμενες μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 ν. 3205/2003.
Με βάση αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως εργοδότης, να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 9.324 ευρώ ,ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή των 176 ευρώ , του άρθρου 14§2 ν. 3016/2002, μετά την αφαίρεση της συμψηφιστέας ειδικής παροχής των 50 ευρώ της παρ.5 του άρθρου 30 του Ν.2768/19999,που καταβάλλεται στους υπαλλήλους των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, δηλαδή ζητεί 126 ευρώ μηνιαίως (176-50ευρώ) για το παραπάνω χρονικό διάστημα, η οποία (παροχή), χορηγηθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτών έχουσα προσλάβει το χαρακτήρα "μιάς γενικής, μη εξαρτώμενης από ουσιαστικές εργασιακές ιδιαιτερότητες αμοιβή, δηλαδή αύξηση των τακτικών μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων αυτού, ως αντιτίμου της παρεχόμενης εργασίας τους, εντός του ίδιου χρόνου απασχόλησης, λειτουργούσα αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997" και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και προσαυξάνει τις αποδοχές τους, χωρίς άλλη προϋπόθεση και που, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγήθηκε και σε αυτόν, αν και συντρέχουν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις για την χορήγησή της, μη συμψηφιζομένη με την ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή που αυτός λαμβάνει με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.4 του ν.2592/1998 και τις εκδοθείσες ΚΥΑ, ως επιφορτιζόμενος με την εκτέλεση εκτός νομίμου ωραρίου του έργου της πρακτικής εξετάσεως ικανότητας οδηγήσεως των υποψηφίων οδηγών και υπό την προϋπόθεση της εκτέλεσης αυτού του έργου.
Την αξίωσή του στηρίζει κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτόν της αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, λόγω του ότι η χορήγηση της ένδικης, ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων (ΚΥΑ) σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), με αδικαιολόγητο αποκλεισμό του ιδίου, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης του ενάγοντος, που ανακύπτει, κατ` άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, λόγω της παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου να χορηγήσει την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και στον ενάγοντα.
Κατά το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την § 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1 § 2 εδ. θ` του Ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ` αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων, χωρίς η ιδιότητα του εναγομένου (Δημοσίου,ΟΤΑ, Ν.Π.Δ.Δ) να μεταβάλλει σε τίποτα τη σχέση αυτή, γιατί δεν υπάρχει υπερκείμενη εξουσία βούλησης του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ., αλλά ο συμβατικός δεσμός συναρτάται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ11/1992, ΑΠ1366/2018, ΑΠ2/2016, ΑΠ1341/2014, ΑΠ1635/2012, ΑΠ302/2011).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (ΚΠολΔ 562 παρ. 2 εδ.
γ', ΟλΑΠ 20/2008, 319/2018, ΑΠ1493/2017, ΑΠ2085/2017). Επί της αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 481/2013 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία το δικαστήριο, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από …, συνδέονταν από … μέχρι … με το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κορινθίας", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Δήμος "Περιφέρεια Πελοποννήσου", με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, ήτοι στις διατάξεις του ν. 3205/2003. Ότι δικαιούται όλες τις παροχές που προβλέπονται και χορηγούνται στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, καθώς και την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2012, ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, την οποία δικαιούνται με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Ότι κατά το χρονικό διάστημα από … έως … , το συνολικό ποσό της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, μετά την αφαίρεση του ποσού των 50ευρώ, που αφορά το επίδομα ειδικής απασχόλησης κατ` άρθρου 30 παρ.5 του Ν.2768/1999, που δικαιούται ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ανέρχεται σε 7056 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος πληροί την προϋπόθεση της υπαγωγής του στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και δικαιούται την ένδικη ειδική παροχή, διότι για τη χορήγησή της, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα νομολογιακά δεδομένα, τα οποία ακολούθησε, δεν απαιτείτο η συνδρομή καμίας άλλης προϋπόθεσης.
Κατόπιν αυτών, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, λόγω παραγραφής ως προς τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από … έως … , έκανε κατά τα λοιπά δεκτή την αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής (ενώ την είχε απορρίψει και ως προς την επικουρική βάση από αδικοπραξία ως μη νόμιμη) και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό των 7056 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επίσης με την προσβαλλόμενη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου έγινε δεκτό ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στις 23-6-2009 άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αγωγή με το ίδιο περιεχόμενο ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου και εκδόθηκε κατ` αντιμωλία των διαδίκων η υπ` αριθ. 1213/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου , η οποία απέρριψε την αγωγή του ως απαράδεκτη λόγω δικαιοδοσίας των πολιτικών Δικαστηρίων και στη συνέχεια άσκηση την υπό κρίση αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου.
Περαιτέρω η παραπάνω απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Κορίνθου δεν έχει προσβληθεί με ένδικα μέσα, ενώ δεν προκύπτει από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία ότι ο ενάγων αναιρεσίβλητος συνδέεται με το αναιρεσείον- εναγόμενο με σχέση δημοσίου δικαίου Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 3 του άρθρου 560 του Κ.ΠΟΛ.Δ., που παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά στο Άρειο Πάγο επειδή αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ) με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή το Ειρηνοδικείο Κορίνθου στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της υπόθεσης επειδή πρόκειται για διοικητική διαφορά είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ" εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.
ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ" αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ" εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών. (ΑΠ Ολομ. 16/2015, ΑΠ1185/2020,ΑΠ 979/2020.821/2019 ΑΠ 490/2019, ΑΠ 92/2018, ΑΠ ΑΠ 333/2018, ΑΠ 356/2016).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω το Ειρηνοδικείο Κορίνθου, δεχόμενο ότι ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 7056 ευρώ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003. Και τούτο διότι, πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά, κατά τα προαναφερθέντα (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφόσον δεν λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες ή μεγαλύτερες από το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω, αναγκαία κατά νόμο, προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στις αναιρεσίβλητες. Πέραν αυτού, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στον αναιρεσίβλητο, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ` υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 1185/2020, ΑΠ 273/2017).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή. Μετά την αναίρεση, ενόψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α`), να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς το αναιρεθέν μέρος και να απορριφθεί αντιστοίχως ως μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και κατά τα ιστορούμενα σε αυτή περιστατικά, δεν διαπιστώνεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας από τη μη χορήγηση της ένδικης, ειδικής παροχής στον ενάγοντα. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης (ΚΠολΔ 179 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 481/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και κατ` ουσία βάσιμη, ως προς την κυρία βάση της, την από 2-3-2012 και με αριθμό κατάθεσης 183/12-3-2012 αγωγή.
Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 2-3-2012 και με αριθμό κατάθεσης 183/12-3-2012 αγωγή, κατά το μέρος αυτό.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ