Legislator Case Law & Legislation
6/2022 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against bank judgment, finding procedural error regarding contributory negligence argument.

Case Number 6/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece joined two separate appeals against the same final judgment and partially allowed the appellant's request while dismissing the appellee's. The bank argued the client failed to report his lack of professional license, but the court found the appellate court erred by not considering this fact when rejecting the bank's claim of contributory negligence. Consequently, the court accepted the appellant's appeal on this specific ground, remanded the case for retrial, and ordered the bank to pay the client's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246, 573, 559 no. 8, 580 no. 3, 495 no. 3, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The court may join appeals against the same judgment to expedite proceedings, and a failure to consider material facts regarding contributory negligence constitutes a procedural error warranting the acceptance of the appeal on that specific ground.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure contributory negligence procedural error joining of appeals remittal for retrial legal costs allocation professional license

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 6 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 6/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Παπασπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Καραβέλα και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Καραβέλα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Παπασπυρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2012 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7089/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3649/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 19/3/2018 αίτησή του και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 17/12/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 19/3/2018 αιτήσεως και την απόρριψη της από 17/12/2018 αιτήσεως, η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 17/12/2018 αιτήσεως και την απόρριψη της από 19/3/2018 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9-3-2020) συζητήθηκαν οι ένδικες από 17-12-2018 και 19-3-2018 αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ' αριθ. 3649/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

ΙΙ. Με τις κρινόμενες από 17-12-2018 και από 19-3-2018 αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3649/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 13-1-2016 έφεση της εκκαλούσας - εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ.7089/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση για αποζημίωση λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής της εναγόμενης και είχε υποχρεώσει αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα ως αποζημίωση 62.686,50 ευρώ, εξαφάνισε αυτήν, κράτησε και δίκασε την αγωγή, ως προς την ίδια επικουρική της βάση και, αφού δέχθηκε την ένσταση που προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επικουρικά, από την εναγόμενη περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας του κατά 50%, δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση, το ποσό των 31.343,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558,564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Α) Επί της από 17-12-2018 αίτησης αναίρεσης :

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, "επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 382 του ΑΚ συνάγεται ότι στην αμφοτεροβαρή σύμβαση αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλομένους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο ο ίδιος έχει ευθύνη (άρθρα 330-334 ΑΚ) ο αντισυμβαλλόμενος που έχει ήδη εκπληρώσει τη δική του παροχή δικαιούται να απαιτήσει, κατ' επιλογή του, αποζημίωση, ήτοι το πλήρες διαφέρον για τη μη εκπλήρωση της παροχής.

Επομένως, για τη θεμελίωση της προς αποζημίωση αξίωσής του και για την κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ πληρότητα του δικογράφου της αγωγής ο ενάγων, αρκεί να επικαλείται την αμφοτεροβαρή σύμβαση, την αδυναμία του εναγόμενου αντισυμβαλλομένου του να εκπληρώσει την οφειλόμενη από αυτόν παροχή και την εκ τούτου ζημία.

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 12-7-2012 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος , όπως από την επισκόπηση και κατ' εκτίμηση του δικογράφου της προκύπτει, ισχυρίζεται, ότι είχε ανατεθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και στην εναγομένη, η διαχείριση των κρατικών ενισχύσεων Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων στο πλαίσιο των επιχειρησιακών προγραμμάτων του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης.

Ότι στις 24.10.2007, με την καθοδήγηση των υπαλλήλων της εναγόμενης τράπεζας, υπέβαλε στην εναγόμενη αίτηση συμμετοχής στο πρόγραμμα χρηματοδότησης επιχειρήσεων. Ότι στο έντυπο υποβολής επενδυτικής πρότασης, ο ενάγων ανέγραψε ότι είναι ιατρός δερματολόγος και καθ' υπόδειξη των υπαλλήλων της εναγομένης, στον κωδικό της κύριας δραστηριότητας του, δεν συμπλήρωσε τον κωδικό της κύριας δραστηριότητας του ιατρού αλλά τον κωδικό της δευτερεύουσας δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών αισθητικού, που είχε δηλώσει στην αρμόδια ΔΟΥ, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί, μεταξύ άλλων, η δαπάνη αγοράς δερματολογικών συσκευών και ιατρικών μηχανημάτων Laser.

Ότι η εναγομένη αξιολόγησε και ενέκρινε την επενδυτική του πρόταση και στις 15.4.2008 καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων η με ίδια ημερομηνία σύμβαση χρηματοδότησης της επενδυτικής πρότασης, στην οποία προβλεπόταν ότι η εναγόμενη θα κάλυπτε ποσοστό 55% του επιχορηγούμενου προϋπολογισμού της επένδυσης, ύψους κατ' ανώτατο όριο 150.000 ευρώ (του προϋπολογισμού).

Ότι σε εκτέλεση της σύμβαση αυτής ο ενάγων κατέβαλε τα επί μέρους ποσά που αναφέρονται στην αγωγή για την αγορά υλικών και για εργασίες αναγκαίες για την επένδυση, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 113.975,44 ευρώ και την 8.4.2009 έγινε έλεγχος της πραγματοποίησης των επενδύσεων από την εναγομένη. Ότι την 5-11-2009 η εναγομένη του γνωστοποίησε ότι δεν ήταν δυνατή η επιχορήγηση της επιχείρησής του, διότι δεν διέθετε άδεια άσκησης επαγγέλματος αισθητικού, γεγονός το οποίο γνώριζε η εναγομένη από την ημέρα υποβολής της αίτησης συμμετοχής του στο πρόγραμμα χρηματοδότησης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε: α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε εκτέλεση της σύμβασης να εκπληρώσει την παροχή της και να του καταβάλει το ποσοστό συμμετοχής της στην επένδυση, β) επικουρικά να του καταβάλει το ίδιο ποσό ως αποζημίωση, δηλαδή το συμφωνηθέν ποσοστό συμμετοχής της στην επένδυση ποσού 62.686,50 ευρώ, λόγω υπαίτιας αδυναμίας με τον νόμιμο τόκο από 25.4.2009, οπότε η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει την αντιπαροχή της, άλλως από 2.10.2009, οπότε την όχλησε, άλλως από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, γ) ακόμη επικουρικά να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει με βάση την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις το ίδιο ποσό άλλως το ποσό των 41.571,28 ευρώ και δ) ακόμη επικουρικότερα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ίδιο ποσό (62.686,50 ευρώ) με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας.

Με τον τέταρτο λόγο της ερευνώμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του αναιρεσίβλητου, δεδομένου ότι η ιστορική της βάση παρουσίαζε αοριστία ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέρριψε τον προβληθέντα στον πρώτο βαθμό και παραδεκτώς επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό της ότι η αγωγή ήταν αόριστη, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύονται οι επί μέρους εργασίες και τα συγκεκριμένα υλικά που αγοράστηκαν και δεν προσδιορίζεται το ποσοστό επιχορήγησης που θα ελάμβανε, καθώς και το κέρδος του από την επένδυση.

Όμως, με βάση το παραπάνω περιεχόμενό της, η ένδικη αγωγή έχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της και συγκεκριμένα είναι πλήρως ορισμένη, διότι εκτίθενται αναλυτικά και με σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια του άρθρου 216 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, είναι πλήρως ορισμένη για την στήριξη του αιτήματός της προς αποζημίωση του ενάγοντος λόγω υπαίτιας αδυναμίας παροχής της εναγόμενης τράπεζας (επικουρική βάση της αγωγής που δέχθηκε το Πρωτοδικείο και το Εφετείο) , αφού σ' αυτήν περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα η μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση, η υπαίτια αδυναμία εκτέλεσης της σύμβασης από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη και η ζημία του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσίβλητου ενώ δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα της αγωγής, τα όσα ανωτέρω αναφέρει η αναιρεσείουσα, καθόσον αυτά δεν ανάγονται στο νόμω βάσιμο, αλλά στο κατ` ουσίαν βάσιμο της αγωγής και θα προκύψουν από τις αποδείξεις.

Το Εφετείο, επομένως, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, κατά το ερευνώμενο μέρος αυτής, δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. IΙ. Κατά το άρθρο 1 του ν. 2860/2000 " Για την εφαρμογή τoυ παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) "Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης" (Κ.Π.Σ.): το έγγραφο που καταρτίζεται από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εφεξής Επιτροπή), σε συνεργασία με το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας, και εγκρίνεται από την Επιτροπή και στο οποίο περιλαμβάνεται η στρατηγική ανάπτυξης της χώρας, οι προτεραιότητες δράσης και οι ειδικοί στόχοι των διαρθρωτικών Ταμείων και του Κράτους και οι πηγές χρηματοδότησης.

β) Επιχειρησιακό Πρόγραμμα": το έγγραφο που υποβάλλεται από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και εγκρίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το οποίο περιέχει ένα συνεκτικό σύνολο αξόνων προτεραιότητας και αποσκοπεί στην εφαρμογή του Κ.Π.Σ. της χώρας ή κοινοτικής πρωτοβουλίας. γ) " 'Αξονας προτεραιότητας":

προτεραιότητα της στρατηγικής που έχει επιλεγεί στο Κ.Π.Σ. ή σε επιχειρησιακό πρόγραμμα, δ) "Μέτρο": το μέσο, με το οποίο πραγματώνεται ένας άξονας προτεραιότητας και το οποίο επιτρέπει τη χρηματοδότηση των πράξεων, ε) "Πράξη": κάθε έργο ή δράση που εκτελείται από τους τελικούς δικαιούχους στο πλαίσιο ενός επιχειρησιακού προγράμματος, στ) "Τελικοί δικαιούχοι":

οι φορείς και οι επιχειρήσεις του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα που έχουν την ευθύνη για την εκτέλεση των πράξεων. Στην περίπτωση καθεστώτων ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 87 της Συνθήκης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και στην περίπτωση χορήγησης ενισχύσεων από φορείς που έχουν ορισθεί από τις αρμόδιες αρχές, οι τελικοί δικαιούχοι είναι οι φορείς που χορηγούν τις ενισχύσεις, ζ) "Συμπλήρωμα προγραμματισμού":

το έγγραφο για την εφαρμογή της στρατηγικής και των αξόνων προτεραιότητας του επιχειρησιακού προγράμματος, το οποίο περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία σε επίπεδο μέτρων. η) "Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα" (Ο.Π.Σ.): το πληροφοριακό σύστημα που λειτουργεί στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, όπου καταχωρίζονται τα δεδομένα που αφορούν το Κ.Π.Σ., τις κοινοτικές πρωτοβουλίες, το Ταμείο Συνοχής, τις ιδιωτικές επενδύσεις και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ι) "Κανονισμός":

ο υπ' αριθ. 1260/99 Κανονισμός (Ε.Κ.) του Συμβουλίου της 21ης Ιουνίου 1999 "περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία" που έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. ια) "Συνολική επιχορήγηση": Το μέρος ενός επιχειρησιακού προγράμματος ή ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού ή προγράμματος κοινοτικής πρωτοβουλίας ή στήριξης της τεχνικής βοήθειας και των καινοτόμων ενεργειών που χρησιμοποιούνται κατά κανόνα για την ενίσχυση πρωτοβουλιών τοπικής ανάπτυξης, η υλοποίηση και η διαχείριση του οποίου μπορεί, κατά τον Κανονισμό, να ανατεθεί σε έναν ή περισσότερους ενδιάμεσους φορείς σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του παρόντος".

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 44 του Ν.2972/2001: "Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζονται στο πλαίσιο του Ν.2860/2000, ειδικότερα, θέματα που αφορούν τις προϋποθέσεις, τις διαδικασίες, τους όρους, τα όργανα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τη διαχείριση, παρακολούθηση, χρηματοδότηση, έλεγχο, εφαρμογή ή άλλη συναφή ενέργεια που συνδέεται με την εκτέλεση πράξεων, οι οποίες συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 35 του ν. 3016/2002, παρ.1. Για την εφαρμογή δράσεων κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο επιχειρησιακού προγράμματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 του Ν. 2360/2000 μπορεί να διατίθενται πιστώσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό με χρηματοδοτήσεις από κοινοτικούς ή και εθνικούς πόρους, να ορίζονται τα ποσά, τα ποσοστά και τα είδη των ενισχύσεων και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και των καθ' ύλην αρμόδιων Υπουργών, που στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ρυθμίζονται θέματα όπως: α) Οι υπαγόμενες κατηγορίες ενισχύσεων, β) Οι δικαιούχοι των ενισχύσεων, γ) Οι επιλέξιμες δαπάνες, δ) Το περιεχόμενο του φακέλου υποψηφιότητας και οι διαδικασίες προκήρυξης για την υπαγωγή στις ενισχύσεις, ε) Η διαδικασία ενημέρωσης των δικαιούχων και υποβολής του φακέλου υποψηφιότητας, στ) Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια υπαγωγής των ενισχύσεων, ζ) Η διαδικασία αξιολόγησης των δικαιούχων και του φακέλου υποψηφιότητας, η) Η διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου των υπαγόμενων ενισχύσεων, καθώς και η πιστοποίηση ενισχυόμενων επιχειρήσεων και των επιλέξιμων δαπανών, θ) Η σύσταση και λειτουργία επιτροπών αξιολόγησης και γνωμοδοτικών επιτροπών, καθώς και η χρησιμοποίηση εμπειρογνωμόνων από το όργανο που θα οριστεί στην απόφαση, ι) Τα αρμόδια όργανα και φορείς για την υποβολή και αξιολόγηση του φακέλου υποψηφιότητας, καθώς και για την έγκριση υπαγωγής, την παρακολούθηση και τον έλεγχο των ενισχύσεων, την πιστοποίηση των επιλέξιμων δαπανών και την παρακολούθηση της ολοκλήρωσης των ενισχύσεων, ια) Τα δικαιολογητικά βάσει των οποίων παρέχονται οι ενισχύσεις, ιβ) Οι εμπλεκόμενοι φορείς για τη χορήγηση των ενισχύσεων, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου αυτής.

Με όμοιες αποφάσεις, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εγκρίνονται οι εκάστοτε προκηρύξεις προς τους δικαιούχους των ενισχύσεων στις οποίες ορίζονται τα ποσά των προκηρύξεων, οι προθεσμίες και κάθε σχετικό θέμα. Παρ. 2. Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί να αναθέτει υπηρεσίες σύμφωνα με τα προεδρικά διατάγματα 346/1998 και 4/2002 για την υποστήριξη ή και εκτέλεση των διαδικασιών της παρ. 1 του παρόντος.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τις μεταβιβάσεις και εκκαθαρίσεις των ποσών προς τα νομικά πρόσωπα που ορίζονται, ως "τελικοί δικαιούχοι" σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2860/2000 για τις δράσεις των κρατικών ενισχύσεων της παραγράφου 1, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

Σε εκτέλεση των παραπάνω νόμων εξεδόθησαν : Α) η ΥΑ 14871/ΕΥΣ3047/2005 κατά το άρθρο 2 της οποίας "παρ. 1. Ως Τελικοί Δικαιούχοι, κατά την έννοια του α.1 του Ν. 2860/2000, όπως ισχύει, για τη χορήγηση των ενισχύσεων προς τις ΜΜΕ στο πλαίσιο Επιχειρησιακού Προγράμματος της Προγραμματικής Περιόδου 2000-2006 ορίζονται τα πιστωτικά ιδρύματα, η λειτουργία των οποίων διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 2076/1992, όπως ισχύει, όπως και τα συνεταιριστικά πιστωτικά ιδρύματα, η λειτουργία των οποίων διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 1167/86, του Ν. 2076/1992 και των σχετικών πράξεων του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία θα εκδηλώσουν σχετικό ενδιαφέρον και θα ορισθούν για το σκοπό αυτό με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο επόμενο άρθρο.

Οι υποχρεώσεις των Τελικών Δικαιούχων μέσα στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων εξειδικεύονται με την εκάστοτε απόφαση ένταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις της με α.π. 18527/ΓΔΑΠΠΠΔΕ 156/7.6.2001 Απόφασης του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας με θέμα "Τύπος και περιεχόμενο απόφασης ένταξης πράξης σε Επιχειρησιακό Πρόγραμμα του ΚΠΣ 20002006, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 2860/2000".

Ειδικά για την υλοποίηση των συγκεκριμένων δράσεων κρατικών ενισχύσεων παρέχονται από τους Τελικούς Δικαιούχους, βάσει της σύμβασης που υπογράφεται με το ΥΠΟΙΟ, σύμφωνα με το α. 3 παρ. 6 της παρούσας, εργασίες που αφορούν τα εξής: α) τη διαδικασία ενημέρωσης των δικαιούχων των ενισχύσεων και υποβολής- των προτάσεων τους, καθώς και παραλαβής των προτάσεων αυτών, β) τη διαδικασία αξιολόγησης των επενδυτικών προτάσεων των δυνητικών δικαιούχων των ενισχύσεων, γ) τη διαδικασία παρακολούθησης, ελέγχου και πιστοποίησης των υπαγόμενων επενδύσεων των ενισχυόμενων επιχειρήσεων και των επιλέξιμων δαπανών τους καθώς και παρακολούθησης, ελέγχου και πιστοποίησης της ολοκλήρωσης των επενδύσεων, δ) την καταβολή στους δικαιούχους των ενισχύσεων της επιχορήγησης που δικαιούνται σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που ορίζονται στην παρούσα κανονιστική απόφαση, ε) την ενημέρωση των αρμόδιων αρχών, παρ. 2.

Συγκροτείται επταμελής Διατραπεζική Δομή Υποστήριξης των τελικών δικαιούχων των δράσεων κρατικών ενισχύσεων ΜΜΕ στο πλαίσιο Επιχειρησιακών Προγραμμάτων της Προγραμματικής Περιόδου 2000-2006 (Διατραπεζική Επιτροπή Αξιολόγησης). Η ως άνω δομή θα αποτελείται από εκπροσώπους των Τελικών Δικαιούχων, με έργο την επιβεβαίωση της αξιολόγησης των επενδυτικών προτάσεων ανά πράξη, που έγινε από όλους τους τελικούς δικαιούχους, και τον καθορισμό των επενδύσεων που υπάγονται στις δράσεις σύμφωνα και με τον διατιθέμενο προϋπολογισμό ανά πράξη, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7 παρ. 2β.

Η Διατραπεζική Δομή Υποστήριξης γίνεται εννεαμελής όταν συνεδριάζει για την επιβεβαίωση της αξιολόγησης προέρχονται από Συνεταιριστικές Τράπεζες που έχουν οριστεί ως Τελικοί Δικαιούχοι", κατά δε το άρθρο 6 αυτής "Κριτήρια αξιολόγησης των επενδυτικών προτάσεων των δυνητικών δικαιούχων των ενισχύσεων "Κάθε επενδυτική πρόταση δυνητικού δικαιούχου ενίσχυσης αξιολογείται από τον Τελικό Δικαιούχο στον οποίο έχει υποβληθεί, με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης, ποσοτικοποιημένα στην πλειονότητα τους, ως ακολούθως:

Κριτήριο 1: Η επιχειρηματική ικανότητα του φορέα της επένδυσης για την υλοποίηση της επενδυτικής του πρότασης, η οποία συνεκτιμάται με βάση την φερεγγυότητα και την εμπειρία του φορέα επένδυσης, - Κριτήριο 2: Η δυνατότητα διάθεσης της ίδιας συμμετοχής, - Κριτήριο 3: Η βιωσιμότητα του φορέα της επένδυσης, σε σχέση με την κατηγορία των βιβλίων του ΚΒΣ που τηρεί η επιχείρηση, - Κριτήριο 4:

Η συμβολή στην αύξηση της απασχόλησης, με βάση τον αριθμό των νέων θέσεων απασχόλησης που ο φορέας της επένδυσης δεσμεύεται να δημιουργήσει, - Κριτήριο 5: Η αρτιότητα και ποιότητα της επενδυτικής πρότασης ή άλλο ποιοτικό κριτήριο, όπως αυτά ορίζονται και εξειδικεύονται στην προβλεπόμενη κάθε φορά προκήρυξη των δράσεων για τις ΜΜΕ.

Τα ως άνω κριτήρια 1 έως και 5 βαθμολογούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην εκάστοτε κοινή υπουργική απόφαση προκήρυξης" και Β) η 26774/ΕΥΣ3675 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, με την οποία εγκρίθηκε η προκήρυξη των δράσεων προς τους δυνητικούς δικαιούχους των ενισχύσεων για τις Μικρές και Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις στο πλαίσιο των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΚΠΣ 2000-2006 και της κοινοτικής Πρωτοβουλίας Interreg III σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α').

Σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής της υπουργικής απόφασης, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που υποβάλλει την επενδυτική πρόταση, είναι ο "δυνητικός δικαιούχος της ενίσχυσης" κατά την έννοια της προκήρυξης. Οι χρηματοδοτούμενες κατηγορίες των ενισχύσεων αφορούν στις επιλέξιμες ενέργειες που αναφέρονται στον Πίνακα 1 του παραρτήματος Β', ενώ επιλέξιμες δαπάνες θεωρούνται οι αναφερόμενες στον Πίνακα 2 του Παραρτήματος Β της προκήρυξης.

Εξάλλου, στο άρθρο 3 της ίδιας απόφασης, υπό τίτλο "Γενικές Προϋποθέσεις Συμμετοχής", ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι γενικές προϋποθέσεις συμμετοχής των δυνητικών δικαιούχων των ενισχύσεων είναι: ... να προσκομίσουν κατά την υποβολή της επενδυτικής τους πρότασης όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη νόμιμη λειτουργία τους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Παράρτημα Θ της παρούσας".

Εξάλλου, στο παράρτημα Θ της υπουργικής απόφασης, υπό τον τίτλο "ΤΥΠΙΚΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΒΟΛΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ", στο οποίο το προαναφερόμενο άρθρο παραπέμπει, υπό τον αριθμό 1, μνημονεύονται ως απαραίτητα δικαιολογητικά για τις ατομικές επιχειρήσεις, η βεβαίωση έναρξης επιτηδεύματος του επιχειρηματία και όλες οι μεταβολές μέχρι την ημερομηνία υποβολής της επενδυτικής πρότασης.

Επιπλέον, στο ίδιο παράρτημα (Θ') υπό τον αριθμό 11, ορίζονται ως απαραίτητα δικαιολογητικά για την υποβολή της πρότασης, η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης ή άλλα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τη νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης κατά την ημερομηνία υποβολής της επενδυτικής πρότασης ή απαλλακτικό εκδοθέν από την αρμόδια αρχή.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ίδιας απόφασης: "Οι δυνητικοί δικαιούχοι των ενισχύσεων είναι υφιστάμενες επιχειρήσεις που βρίσκονται εγκατεστημένες στην Ελληνική Επικράτεια, πληρούν τις γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 3 της παρούσας, ανήκουν στις κατηγορίες του Παραρτήματος ΣΤ της παρούσας και θα υλοποιήσουν επένδυση σε μία από τις γεωγραφικές ζώνες του άρθρου 1.

Ειδικότερα, δυνητικοί δικαιούχοι των ενισχύσεων είναι υφιστάμενες επιχειρήσεις που διαθέτουν επιλέξιμο κωδικό δραστηριότητας ΣΤΑΚΟΔ 2003 (Στατιστική Ταξινόμηση Κλάδων Οικονομικής Δραστηριότητας) στις 31.12.2006 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Παράρτημα ΣΤ της παρούσας και θα πραγματοποιήσουν επένδυση για κωδικό δραστηριότητας κατά ΣΤΑΚΟΔ 2003 επιλέξιμο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Παράρτημα ΣΤ της παρούσας στον οποίο δραστηριοποιούνταν πριν από την ημερομηνία υποβολής της επενδυτικής πρότασης".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 της απόφασης: "Η επενδυτική πρόταση υποβάλλεται με το "Έντυπο Υποβολής", το οποίο περιλαμβάνει υποχρεωτικά: (α) την Αίτηση, σύμφωνα με τον τύπο του Παραρτήματος I, (β) το Ερωτηματολόγιο, που αφορά τις προϋποθέσεις συμμετοχής καθώς και την περιγραφή της επενδυτικής (γ) τα τυπικά δικαιολογητικά συμμετοχής, που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Θ (δ) την καταγραφή των τυπικών δικαιολογητικών του σημείου (γ) του παρόντος άρθρου σε μορφή λίστας...1.

Τα δικαιολογητικά και στοιχεία που περιλαμβάνονται στην επενδυτική πρόταση, δεν μπορούν να αντικατασταθούν με Υπεύθυνη Δήλωση του ν. 1599/1986, με εξαίρεση όσων ορίζονται ρητώς στο Παράρτημα Η της παρούσας προκήρυξης. Μετά την υποβολή της πρότασης και μέχρι το πέρας της διαδικασίας αξιολόγησης της πρότασης από τον Τελικό Δικαιούχο, ο Τελικός Δικαιούχος στον οποίο έχει υποβληθεί η επενδυτική πρόταση, μπορεί, εφόσον τούτο κρίνει αναγκαίο, να θέσει προθεσμία μέχρι πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, προκειμένου να προσκομίσει ο δυνητικός δικαιούχος της ενίσχυσης τυχόν πρόσθετα στοιχεία ή πληροφορίες. 2.

Προκειμένου να είναι παραδεκτή η υποβολή μιας επενδυτικής πρότασης, πρέπει να πληρούνται όλες οι γενικές και ειδικές προϋποθέσεις συμμετοχής του δυνητικού δικαιούχου της ενίσχυσης και ειδικότερα: α) ο δυνητικός δικαιούχος της ενίσχυσης να εμπίπτει στις διατάξεις του Άρθρου 6 της παρούσας, β) ο δυνητικός δικαιούχος της ενίσχυσης να πληροί τις γενικές προϋποθέσεις συμμετοχής, σύμφωνα με το Άρθρο 3 της παρούσας, γ) η επενδυτική πρόταση να είναι συμβατή με τις κατηγορίες ενισχύσεων, σύμφωνα με το Άρθρο 2 της παρούσας, δ) το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της επένδυσης να είναι σύμφωνο με τα οριζόμενα στην παράγραφο 14 του Άρθρου 17 της παρούσας προκήρυξης, στ) ο προϋπολογισμός της επενδυτικής πρότασης να είναι σύμφωνος με το Άρθρο 4 της παρούσας. 3.

Σε περίπτωση υποβολής επενδυτικής πρότασης που δεν πληροί τις προϋποθέσεις των προηγουμένων παραγράφων ή δεν περιλαμβάνει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και στοιχεία σύμφωνα με το παρόν Άρθρο η επενδυτική πρόταση θεωρείται απαράδεκτη...Άρθρο 9. Όργανα αξιολόγησης της επενδυτικής πρότασης. Τα αρμόδια όργανα για την αξιολόγηση των επενδυτικών προτάσεων είναι: 1.

Ο Τελικός Δικαιούχος στον οποίο υποβλήθηκε η επενδυτική πρόταση από το δυνητικό δικαιούχο της ενίσχυσης. 2. Η Διατραπεζική Επιτροπή Αξιολόγησης,... 3. Η Επιτροπή Ενστάσεων.... Άρθρο 10 Διαδικασία αξιολόγησης επενδυτικής πρότασης 1. Οι επενδυτικές προτάσεις των δυνητικών δικαιούχων των ενισχύσεων αξιολογούνται και κατατάσσονται ενιαία στο επίπεδο της προκηρυσσόμενης δράσης εντός εκάστου των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων ή των Προγραμμάτων Κ.Π.

Interreg III. 2. Κατά το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης, ο Τελικός Δικαιούχος προβαίνει στις εξής ενέργειες: α) Αξιολογεί τις επενδυτικές προτάσεις των δυνητικών δικαιούχων των ενισχύσεων, σύμφωνα με τα κριτήρια και τον τρόπο αξιολόγησης που ορίζονται στην παρούσα προκήρυξη. Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης από τους Τελικούς Δικαιούχους γίνεται το αργότερο εντός είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών, από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής των επενδυτικών προτάσεων, όπως αυτή ορίζεται στο Άρθρο 7 της παρούσας και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 2 της υπ' αριθμ. 14871 Ε.Υ.Σ.3047/28.4.2005 κοινής υπουργικής απόφασης, όπως έχει τροποποιηθεί με την υπ' αριθμ. 35652/ΕΥΣ6814/8.9.2006 και ισχύει, β) Υποβάλλει στη Διατραπεζική Επιτροπή Αξιολόγησης τα ακόλουθα:

κατάσταση που περιλαμβάνει όλες τις παραδεκτές επενδυτικές προτάσεις που αξιολογήθηκαν, με φθίνουσα σειρά βαθμολόγησης, κατάσταση με τις μη παραδεκτές επενδυτικές προτάσεις, τυποποιημένα εισηγητικά σημειώματα. Η υποβολή των ανωτέρω καταστάσεων των επενδυτικών προτάσεων και των εισηγητικών σημειωμάτων στη Διατραπεζική Επιτροπή Αξιολόγησης, γίνεται το αργότερο εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών, από τη ημερομηνία ολοκλήρωσης της διαδικασίας αξιολόγησης των επενδυτικών προτάσεων από τους Τελικούς Δικαιούχους. 3.

Κατά το τελικό στάδιο αξιολόγησης και βαθμολόγησης των επενδυτικών προτάσεων, η Διατραπεζική Επιτροπή Αξιολόγησης, με βάση τα προαναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου στοιχεία (καταστάσεις, εισηγητικά σημειώματα), προβαίνει: α) στην επιβεβαίωση και, όπου απαιτηθεί, σε εκ νέου αξιολόγηση των επενδυτικών προτάσεων, β) στη σύνθεση μίας ενιαίας κατάστασης των θετικά αξιολογημένων προτάσεων κατά φθίνουσα σειρά βαθμολόγησης, λαμβάνοντας υπόψη τον διατιθέμενο προϋπολογισμό της δημόσιας επιχορήγησης, γ) στη σύνθεση μίας ενιαίας κατάστασης μη παραδεκτών επενδυτικών προτάσεων, ε) στη σύνταξη σχετικού πρακτικού επί των επενδυτικών προτάσεων, ανά προκηρυσσόμενη δράση χορήγησης ενισχύσεων, στ) στον καθορισμό των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται από κάθε προκηρυσσόμενη δράση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη το διαθέσιμο προϋπολογισμό.

Σε κάθε περίπτωση, υπάρχει εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση, για κάθε επενδυτική πρόταση που δεν ενισχύεται από το αντίστοιχο επιχειρησιακό πρόγραμμα. Ο καθορισμός των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται γίνεται με βάση τη σειρά κατάταξης τους στην κατάσταση των θετικά αξιολογημένων επενδυτικών προτάσεων και μέχρι την εξάντληση του αντίστοιχου ποσού της δημόσιας επιχορήγησης...

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 της ίδιας απόφασης, μετά την οριστικοποίηση από τους Τελικούς Δικαιούχους των επενδυτικών προτάσεων που δύνανται να χρηματοδοτηθούν, με βάση το απόσπασμα του πρακτικού από την Διατραπεζική Επιτροπή Αξιολόγησης και των αποφάσεων της Επιτροπής Ενστάσεων, ο κάθε τελικός δικαιούχος προβαίνει στην υπογραφή των σχετικών συμβάσεων με τους επενδυτές των οποίων οι προτάσεις εγκρίθηκαν προς χρηματοδότηση.

Οι συμβάσεις κοινοποιούνται στην εκάστοτε αρμόδια Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης, όπως και τυχόν μεταγενέστερες τροποποιήσεις αυτών. Σε περίπτωση που ο επενδυτής δεν προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης εντός της αναφερόμενης προθεσμίας στην παράγραφο 6 του Άρθρου 10 της παρούσας, χάνει το δικαίωμα υπογραφής της σύμβασης, εκτός αν υπάρχουν κατ' εξαίρεση, τεκμηριωμένοι λόγοι καθυστέρησης για την υπογραφή της σύμβασης, τους οποίους οφείλει να γνωρίσει εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας στον Τελικό Δικαιούχο. 2.

Ως ημερομηνία έναρξης πραγματοποίησης της επένδυσης, θεωρείται ο χρόνος υπογραφής της σύμβασης μεταξύ του Τελικού Δικαιούχου και του δικαιούχου για την παροχή της ενίσχυσης. Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις τα πιστωτικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, κατόπιν σύμβασης που υπέγραψαν με τον Υπουργό Οικονομικών και Οικονομικών, ορίστηκαν τελικοί δικαιούχοι για την υλοποίηση των κρατικών ενισχύσεων προς τους δικαιούχους των ενισχύσεων για τις Μικρές και Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις στο πλαίσιο των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Κ.Π.Σ. 2000-2006 και της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας Interreg III, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν. 3016/2002.

Στους τελικούς δικαιούχους ανατέθηκε η διαδικασία ενημέρωσης των δικαιούχων ενίσχυσης, η αξιολόγηση των επενδυτικών προτάσεων των δυνητικών δικαιούχων ενίσχυσης, η οριστικοποίηση των επενδυτικών προτάσεων που δύνανται να χρηματοδοτηθούν, η υπογραφή οριστικών συμβάσεων χρηματοδότησης μεταξύ τελικού δικαιούχου και δικαιούχου ενίσχυσης, ο έλεγχος και η πιστοποίηση ολοκλήρωσης της επένδυσης και η καταβολή στους δικαιούχους της ενίσχυσης της επιχορήγησης.

Περαιτέρω κατά την παρ. 16 του άρθρου 17 της ως άνω από 19-6-2007 ΚΥΑ με αριθμό 26774/ΕΥΣ3675 : "Κατά την πραγματοποίηση της επένδυσης, ο δικαιούχος της ενίσχυσης υποχρεούται στη λήψη όλων των κατά περίπτωση απαιτουμένων γενικών και ειδικών αδειών ή και δικαιολογητικών, που αφορούν την πραγματοποίηση της επένδυσης και τη νόμιμη λειτουργία της επιχείρησης ή και παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας.

Τα ανωτέρω έγγραφα, επιδεικνύονται στα αρμόδια όργανα παρακολούθησης, πιστοποίησης και ελέγχου σύμφωνα με το Άρθρο 12 της υπ` αριθμ. 14871/Ε.Υ.Σ.3047/28.4.2005 κοινής υπουργικής απόφασης, όπως έχει τροποποιηθεί με την υπ` αριθμ. 35652/ΕΥΣ6814/8.9.2006 και ισχύει. Η λήψη όλων των ανωτέρω αδειών ή και δικαιολογητικών, αποτελεί προϋπόθεση για την καταβολή της δημόσιας επιχορήγησης" , ενώ κατά την παρ. 19 αυτής " Η δημόσια επιχορήγηση καταβάλλεται από τον Τελικό Δικαιούχο μετά από έλεγχο και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ` αριθμ. 14871/Ε.Υ.Σ.3 047/28.4.20 05 κοινή υπουργική απόφαση, όπως έχει τροποποιηθεί με την υπ` αριθμ. 35652/ΕΥΣ6814/8.9.2006 και ισχύει και στην παρούσα προκήρυξη".

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 335 ΑΚ, αν κατά την εκπλήρωσή της η παροχή είναι ολικά ή μερικά αδύνατη για λόγους που είτε είναι γενικοί είτε αφορούν τον οφειλέτη, αυτός έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του δανειστή που επέρχεται από την αδυναμία. Επιπλέον, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 382 ΑΚ, αν η παροχή του ενός από τους συμβαλλόμενους είναι αδύνατη από γεγονός για το οποίο έχει αυτός ευθύνη, μπορεί ο άλλος είτε να επικαλεστεί τα δικαιώματα του άρθρου 380 είτε, πλην άλλων, να ζητήσει αποζημίωση, η οποία συνίσταται στο λεγόμενο θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως και περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 297 και 298 του ΑΚ, τόσο τη θετική ζημία, όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή το προσδοκώμενο με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, προκειμένου δε να χωρήσει η αποκατάσταση, αρκεί να διαπιστωθεί ότι επήλθε ζημία και ότι αυτή τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αθέτηση της σύμβασης.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν όμως δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Παράλληλα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "...Ο ενάγων ασκεί από το έτος 1996 το επάγγελμα του ιατρού αφροδισιολόγου-δερματολόγου, στην Κοζάνη.

Τον Ιούνιο του έτους 2007, ενδιαφερόμενος να επιδοτηθεί, για τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του ιατρείου του, προσήλθε στο επί της οδού ... υποκατάστημα της εναγομένης, προσκομίζοντας μαζί του την άδεια άσκησης ιατρικού επαγγέλματος, την βεβαίωση από την αρμόδια ΔΟΥ περί έναρξης επιτηδεύματος με τις μεταβολές της, στην οποία ως κύρια είχε δηλωθεί η δραστηριότητα άσκησης ιατρικού επαγγέλματος και ως δευτερεύουσα, οι υπηρεσίες αισθητικής και οι υπηρεσίες περιποίησης των νυχιών των χεριών και των ποδιών και τις φορολογικές του δηλώσεις των ετών 2005, 2006 και 2007.

Αφού ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης εξέτασε τα προσκομισθέντα έγγραφα του απάντησε ότι με βάση την κύρια δραστηριότητα του, ως ιατρού, δεν ήταν δυνατή η επιδότηση της επιχείρησης του, αλλά ήταν δυνατή η χρηματοδότηση της επιχείρησης του δυνάμει της δευτερεύουσας δραστηριότητας του, αυτής της παροχής υπηρεσιών αισθητικής.

Ο ενάγων, επειδή στο πλαίσιο των ιατρικών καθηκόντων εκτελούσε και επεμβάσεις αισθητικής, είχε δηλώσει στην αρμόδια εφορία και ως δευτερεύουσα απασχόληση αυτήν των υπηρεσιών αισθητικής. Στις 24.10.2007 ο ενάγων, στο ίδιο υποκατάστημα της εναγομένης, με την καθοδήγηση των αρμοδίων υπαλλήλων, υπέβαλε στην εναγόμενη την, με κωδικό ηλεκτρονικής υποβολής ..., αίτηση συμμετοχής του, ως δυνητικού δικαιούχου ενίσχυσης για Μικρές και Πολύ Μικρές Επιχειρήσεις στο πλαίσιο των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Κ.Π.Σ. 2000-2006 και της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας Interreg III, για να τύχει αξιολόγησης η επενδυτική του πρόταση, που έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 2275-13/24.10.2007.

Στην αίτηση αυτή, στη θέση "αντικείμενο δραστηριότητας" συμπληρώθηκε "Ιατρός Δερματολόγος" και στη θέση του κωδικού δραστηριότητας τέθηκε ο κωδικός 930.2 ("Δραστηριότητες κομμωτηρίων, κουρείων και ινστιτούτων καλλονής"). Ο ανωτέρω κωδικός δραστηριότητας (930.2), συγκαταλεγόταν στους επιλέξιμους κωδικούς δραστηριότητας που μπορούσαν να επιδοτηθούν, ενώ αντίθετα, ο κωδικός δραστηριότητας του ιατρού δερματολόγου δεν συγκαταλεγόταν στους επιλέξιμους κωδικούς.

Ο ενάγων με την έντυπη αίτηση συμμετοχής του ως δυνητικός δικαιούχος ενίσχυσης, κατέθεσε φάκελο με τα ακόλουθα δικαιολογητικά, α) την άδεια άσκησης του επαγγέλματος του ιατρού και β) την βεβαίωση έναρξης επιτηδεύματος με τις μεταβολές της από την αρμόδια ΔΟΥ, στην οποία ως κύρια είχε δηλωθεί η δραστηριότητα άσκησης ιατρικού επαγγέλματος και ως δευτερεύουσα, οι υπηρεσίες αισθητικών και υπηρεσίες περιποίησης των νυχιών των χεριών και των ποδιών.

Η ανωτέρω επενδυτική πρόταση του ενάγοντας, με το παραπάνω περιεχόμενο και δικαιολογητικά, εγκρίθηκε από την εναγόμενη, η οποία με την με αριθμό πρωτοκόλλου 428/2008 επιστολή της, ενημέρωσε τον ενάγοντα για το γεγονός αυτό και τον κάλεσε να υπογράψουν εντός προθεσμίας 30 ημερών από τη λήψη της επιστολής την προβλεπόμενη από την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση σχετική σύμβαση.

Στην συνέχεια, οι διάδικοι υπέγραψαν την από 15.4.2008 σύμβαση, στους όρους της οποίας (άρθρα, 3.1, 3.2, 4.2, 4.3 και 8.2) προβλέφθηκε ότι ως ημερομηνία έναρξης της επένδυσης ορίζεται ο χρόνος υπογραφής της σύμβασης, ο φορέας της επένδυσης πρέπει να ολοκληρώσει την επένδυση εντός 8 μηνών, ο επιχορηγούμενος προϋπολογισμός, δηλαδή το ύψος των δαπανών επί του οποίου παρέχεται η ενίσχυση, ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ, το ανώτατο ύψος της επιχορήγησης ανέρχεται σε 82.500 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 55% του συνολικού επιχορηγούμενου προϋπολογισμού της επένδυσης και διαμορφώνεται ανάλογα με τον τελικά διαμορφωμένο προϋπολογισμό κατά την ολοκλήρωση του έργου, το τελικό ύψος της επιχορηγούμενης δαπάνης οριστικοποιείται με την ολοκλήρωση της επένδυσης με βάση τις πραγματικές συνολικές δαπάνες στις επιλέξιμες ενέργειες και κατηγορίες δαπανών και η καταβολή της επιχορήγησης γίνεται από την εναγομένη στον επενδυτή το αργότερο μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την διενέργεια του ελέγχου κατόπιν σχετικού αιτήματος του επενδυτή και εφόσον έχει εκδοθεί η βεβαίωση ολοκλήρωσης μετά από έλεγχο που θα διενεργήσει η εναγομένη.

Ο ενάγων στο πλαίσιο της επενδυτικής πρότασης που εγκρίθηκε από την εναγομένη προέβη στις ακόλουθες επενδύσεις για τις οποίες δαπάνησε τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, 1) τα ποσά των 224,72 ευρώ, 149,94 ευρώ και 173,80 ευρώ, δηλαδή συνολικό το ποσό 548,46 ευρώ, σε εξόφληση του 2952/03.07.2008 δελτίου αποστολής-τιμολογίου πώλησης και των 3037/19.06.2008 και 2943/31.05.2008 δελτίων αποστολής - απόδειξης λιανικής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", για αγορά ειδών υγιεινής και πλακιδίων, 2) το ποσό των 399,99 ευρώ, σε εξόφληση του 338/05.06.2008 τιμολογίου πώλησης δελτίου αποστολής της εταιρείας "...", για αγορά ειδών υγιεινής, 3) το ποσό των 2.380 ευρώ, σε εξόφληση του 18/7.8.2008 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της Σ.

Γ., για ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και δημιουργία ψευδοροφών, 4) το ποσό των 322,40 ευρώ, σε εξόφληση του 3183/15.11.2008 δελτίου αποστολής-τιμολογίου πώλησης της επιχείρησης "...", για αγορά χρωμάτων, 5) το ποσό των 357 ευρώ, σε εξόφληση του 25/27.11.2008 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών του Μ. Ε., για εργασίες ελαιοχρωματισμού, 6) το ποσό των 297,50 ευρώ, σε εξόφληση του 32/11.12.2008 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών του Κ.

Ζ., για την τοποθέτηση ειδών υγιεινής, 7) το ποσό των 1.785 ευρώ, σε εξόφληση του 114/1.12.2008 τιμολογίου πώλησης του Γ. Τ., για αγορά 5 εσωτερικών θυρών, 8) το ποσό των 515,09 ευρώ, σε εξόφληση των 7806/1.12.2008, 7866/9.12.2008 και 7815/2.12.2008 δελτίων αποστολής-τιμολογίων πώλησης της ατομικής επιχείρησης "...", για γυψοσανίδες και σχετικά δομικά υλικά, 9) το ποσό των 252,28 ευρώ, σε εξόφληση του 209/3.12.2008 δελτίου αποστολής-τιμολογίου πώλησης του Τ.

Ι., για αγορά υδραυλικών και οικοδομικών υλικών, 10) το ποσό των 595 ευρώ, σε εξόφληση του 24/7.12.2008 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της Σ. Γ., για ηλεκτρολογική εγκατάσταση δικτύου υπολογιστών, 11) το ποσό των 367,31 ευρώ, σε εξόφληση του 359/9.12.2008 τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής της εταιρείας "...", για αγορά πλακακιών, νιπτήρα και επίπλου μπάνιου, 12) το ποσό των 1.319 ευρώ, σε εξόφληση του 45/9.12.2008 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της ατομικής επιχείρησης με την επωνυμία "...", για κατασκευή γυψοσανίδας και επένδυση τοίχου με τουβλάκι, 13) το ποσό των 961,36 ευρώ, σε εξόφληση του 1521/09.12.2008 δελτίου αποστολής-τιμολογίου πώλησης της εταιρείας "...", για αγορά υλικών στρώσης δαπέδου, 14) το ποσό των 595 ευρώ, σε εξόφληση του 2/10.12.2008 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της εταιρείας με την επωνυμία "....", για τοποθέτηση πατώματος και συνολικά ποσό 695,39 ευρώ (με ΦΠΑ 19%), 15) το ποσό των 101.150 ευρώ για αγορά ιατρικών μηχανημάτων, σε εξόφληση του 2445/8.12.2008 τιμολογίου πώλησης της εταιρείας με την επωνυμία "...", 16) το ποσό των 654,50 ευρώ, σε εξόφληση του 4017/26.11.2008 δελτίου αποστολής-τιμολογίου του Ε.

Σ., για αγορά διαγνωστικού φακού Circus, 17) το ποσό των 476 ευρώ, σε εξόφληση του 26841/11.10.2007 τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής της εταιρείας "…." για αγορά μιας λυχνίας Wood 300 Watt. Συνολικά ο ενάγων, στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης χρηματοδότησης, δαπάνησε το χρηματικό ποσό των 113.975,44 ευρώ, από το οποίο, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, η εναγόμενη είχε υποχρέωση να του καταβάλει ποσοστό 55%, που αντιστοιχεί στο χρηματικό ποσό των 62.686,50 ευρώ.

Στις 8.4.2009, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, πραγματοποιήθηκε στο ιατρείο του τελευταίου έλεγχος για την διαπίστωση της ολοκλήρωσης της επένδυσης και στις 5.11.2009, η εναγόμενη, με επιστολή της που απέστειλε στον ενάγοντα, του γνωστοποιούσε ότι η επιχείρηση του δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί διότι κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια λειτουργίας άσκησης του επαγγέλματος του αισθητικού, για την οποία είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα.

Όπως αποδείχθηκε ο ενάγων δεν διέθετε άδεια άσκησης του επαγγέλματος του αισθητικού και η επενδυτική πρόταση που υπέβαλε στην εναγομένη με αριθμό πρωτοκόλλου 2275-13/24.10.2007, δεν μπορούσε να ενταχθεί στο πρόγραμμα ενίσχυσης. Η εναγομένη όφειλε, κατά την υποβολή της αίτησης να έχει ερευνήσει αν ο ενάγων διέθετε την άδεια άσκησης του επαγγέλματος του αισθητικού.

Ρητά ορίζεται στο άρθρο 8 της ως άνω 26774/ΕΥΣ3675 Υπουργικής Απόφασης, ότι η επενδυτική πρόταση πρέπει να συνοδεύεται από τα τυπικά δικαιολογητικά συμμετοχής του Παραρτήματος Θ, μεταξύ των οποίων αναφέρεται, με τον αριθμό 11, η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, διαφορετικά απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.

Κατά την υποβολή της αίτησης συμμετοχής του ενάγοντος ως δυνητικού επενδυτή, αλλά και κατά την διαδικασία ελέγχου και έγκρισης της αίτησης αυτής, οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης, δεν επέδειξαν την επιμέλεια που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός και επιμελής υπάλληλος, με αποτέλεσμα να αρκεστούν στην βεβαίωση της αρμόδιας ΔΟΥ, ότι είχε δηλωθεί από τον ενάγοντα ως δευτερεύουσα δραστηριότητα η παροχή υπηρεσιών αισθητικής και να μην ελέγξουν, παντελώς, αν ο εναγών διέθετε άδεια άσκησης επαγγέλματος αισθητικού.

Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής των υπαλλήλων της εναγομένης ήταν να καταρτίσουν με τον ενάγοντα την από 15-4-2008 σύμβαση, η παροχή της οποίας ήταν αδύνατη κατά την κατάρτιση της, από υπαιτιότητα των προστηθέντων της εναγομένης και να ζημιωθεί ο ενάγων με το χρηματικό ποσό των 62.686,50 ευρώ. Συνυπαίτιος, όμως, και κατά ποσοστό 50% στην επέλευση της ζημίας είναι και ο ενάγων ο οποίος καίτοι του γνωστοποιήθηκε από τους υπαλλήλους της εναγομένης ότι με βάση την κύρια δραστηριότητα του, δηλαδή αυτήν του ιατρού δερματολόγου, δεν ήταν δυνατόν να χρηματοδοτηθεί, παρέλειψε από αμέλεια του να επισημάνει στους υπαλλήλους της εναγομένης ότι δεν διέθετε άδεια άσκησης επαγγέλματος αισθητικού.

Η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου είναι αντίθετη με την συμπεριφορά που θα επιδείκνυε κάθε μέσος και επιμελής συνετός συναλλασσόμενος, ο οποίος προτίθεται να χρηματοδοτηθεί στο πλαίσιο της δευτερεύουσας δραστηριότητας του. Η ζημία του ενάγοντος, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας του, ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 31.343,25 ευρώ (62.686,50 X 50% = 31.343,25).

Το χρηματικό αυτό ποσό πρέπει να το καταβάλει η ενάγουσα με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής. 'Οχληση του ενάγοντος για καταβολή της αποζημίωσης σε προγενέστερο χρονικό διάστημα δεν αποδείχθηκε. Να σημειωθεί ότι την 25.4.2009 η εναγομένη όφειλε, δυνάμει της σύμβασης να καταβάλει την χρηματοδότηση, ενώ η ένδικη αξίωση της ενάγοντος έχει ως βάση την αποζημίωση.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά την αξίωση του δεν αποδείχθηκε. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος κατ' ουσίαν, ο αντίστοιχος λόγος έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ως βάσιμη και κατ' ουσία και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δικάζοντας επί της από 12-7-2012 αγωγής, μετά παραδοχή της ένστασης συνυπαιτιότητας, που είχε προτείνει επικουρικά αυτή, δέχτηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία, υποχρεώνοντας την τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 31.343,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της 26774/ΕΥΣ3675 από 19-6-2007 ΚΥΑ και των άρθρων 335 και 382 του ΑΚ , αφού στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις , όπως αναλύθηκαν στην προαναφερθείσα νομική σκέψη και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού, ενώ παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις προϋποθέσεις εφαρμογής των προδιαληφθεισών διατάξεων.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, η επενδυτική πρόταση, κατ' άρθρο 8 της 26774/ΕΥΣ3675 από 19-6-2007 ΚΥΑ, πρέπει να συνοδεύεται από τα τυπικά δικαιολογητικά συμμετοχής του Παραρτήματος Θ, μεταξύ των οποίων αναφέρεται, με τον αριθμό 11, η άδεια λειτουργίας της επιχείρησης, για την οποία θα επιχειρηθεί η επένδυση, διαφορετικά απορρίπτεται η αίτηση ως απαράδεκτη.

Σύμφωνα με τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την υποβολή της αίτησης συμμετοχής του αναιρεσίβλητου ως δυνητικού επενδυτή, αλλά και κατά την διαδικασία ελέγχου και έγκρισης της αίτησης αυτής, οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας , δεν επέδειξαν την επιμέλεια που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός και επιμελής υπάλληλος, με αποτέλεσμα να αρκεστούν στην βεβαίωση της αρμόδιας ΔΟΥ, ότι είχε δηλωθεί από τον ενάγοντα ως δευτερεύουσα δραστηριότητα η παροχή υπηρεσιών αισθητικής και να μην ελέγξουν αν ο αναιρεσίβλητος διέθετε παράλληλα άδεια άσκησης επαγγέλματος αισθητικού, αφού δεν ήταν δυνατόν να χρηματοδοτηθεί με βάση την κύρια δραστηριότητά του, που ήταν αυτή του ιατρού δερματολόγου, με συνέπεια να εγκριθεί η αίτηση και να καταρτιστεί με τον αναιρεσίβλητο η από 15-4-2008 σύμβαση, η παροχή της οποίας ήταν αδύνατη κατά την κατάρτισή της, από υπαιτιότητα των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και να ζημιωθεί ο αναιρεσίβλητος με το χρηματικό ποσό, που δαπάνησε για την πραγματοποίηση της επένδυσης, αφού μετά τον έλεγχο για την διαπίστωση της ολοκλήρωσης της επένδυσης, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η χρηματοδότηση, γνωστοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο ότι δεν μπορεί να χρηματοδοτηθεί, γιατί δεν διέθετε άδεια λειτουργίας-άσκησης του επαγγέλματος του αισθητικού.

Κατόπιν τούτων, το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές, δεν παραβίασε τους προδιαληφθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφερονται στο σχετικό λόγο από τον αριθ.19 τα απαραίτητα για το ορισμένο αυτού στοιχεία, ήτοι δεν αναφέρεται που έγκειται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης.

Επομένως, οι πρώτος ως προς το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από τα άρθρα 559 αριθ. 1, 559, αριθ. 1και 19 και 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Τέλος, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο με αντιφατικές αιτιολογίες, έλαβε ως βάση υπολογισμού τις πραγματικές συνολικές δαπάνες του αναιρεσίβλητου για την πραγματοποίηση της επένδυσης, που ανέρχονταν στο ποσό των 113.975,44 ευρώ και υπολόγισε ποσοστό 55% επ' αυτού, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής της αναιρεσείουσας και, μετά ταύτα, όρισε το ποσό της αποζημίωσης στο ποσό των 62.686,50 ευρώ, ενώ ο συνολικός επιλέξιμος προϋπολογισμός ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 95.779,65 ευρώ και η αποζημίωση έπρεπε να υπολογιστεί με βάση το ποσό αυτό.

Με το λόγο αυτό, τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με το ύψος της αποκαταστατέας ζημίας του αναιρεσίβλητου (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και επομένως είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, κατά παραδοχή του αιτήματος του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, στη δικαστική δαπάνη του (άρθρα 176, 183,189 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Β) Επί της από 19-3-2018 αίτησης αναίρεσης: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι ουσιώδεις αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 300 εδ. α' ΑΚ "εάν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσόν αυτής". Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντος τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση.

Ο λόγος αυτός μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση, προβάλλεται υπό μορφή ένστασης από τον εναγόμενο για αποζημίωση, προϋποθέτει συνεπώς, υποχρέωση προς αποζημίωση, για ζημία ενδοσυμβατική, προσυμβατική ή εξωσυμβατική και για το ορισμένο αυτής (ένστασης) απαιτείται η αναφορά των θεμελιούντων το συντρέχον πταίσμα πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1115/1986, ΟλΑΠ 423/1985, ΑΠ 1242/2009, ΑΠ 131/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι συνετέλεσε στην επέλευση της ζημίας του αναιρεσείοντος και συνυπαιτιότητα αυτού κατά ποσοστό 50% και έτσι δέχτηκε εν μέρει την από 12-7-2012 αγωγή του για την καταβολή αποζημίωσης, λόγω υπαίτιας αδυναμίας της παροχής της αναιρεσείουσας προς αυτόν, αφού διέλαβε, μεταξύ άλλων, και τις ακόλουθες παραδοχές: "...Συνυπαίτιος, όμως, και κατά ποσοστό 50% στην επέλευση της ζημίας είναι και ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος καίτοι του γνωστοποιήθηκε από τους υπαλλήλους της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), ότι με βάση την κύρια δραστηριότητά του, δηλαδή αυτήν του ιατρού δερματολόγου, δεν ήταν δυνατόν να χρηματοδοτηθεί, παρέλειψε από αμέλειά του να επισημάνει στους υπαλλήλους της εναγομένης, ότι δεν διέθετε άδεια άσκησης επαγγέλματος αισθητικού.

Η συμπεριφορά αυτή του εναγομένου είναι αντίθετη με τη συμπεριφορά που θα επιδείκνυε κάθε μέσος και επιμελής συνετός συναλλασσόμενος, ο οποίος προτίθετάι να χρηματοδοτηθεί στο πλαίσιο της δευτερεύουσας δραστηριότητάς του. Η ζημία του ενάγοντος, κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του, ανέρχεται στο χρηματικό ποσό των 31.343,25 ευρώ (62.686,50Χ 50%=31.343,25)...".

Όπως, όμως, προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με ημερομηνία 6-10-2015 για να θεμελιώσει ένσταση περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος δεν περιέλαβε τα άνω περιστατικά και ιδίως ότι ο αναιρεσείων παρέλειψε από αμέλειά του να επισημάνει στους υπαλλήλους της εναγομένης, ότι δεν διέθετε άδεια άσκησης επαγγέλματος αισθητικού, καθόσον σ' αυτές ανέφερε "...επειδή και όλως επικουρικώς, και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε κριθεί από το δικαστήριο σας, ότι η Τράπεζα υπέχει ευθύνη, που αρνούμαστε, προβάλλουμε την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος, διότι ο αντίδικος ενημερώθηκε προφορικώς και εγγράφως από την Τράπεζα για τους όρους και προϋποθέσεις συμμετοχής στο πρόγραμμα, με το μνημονευόμενο στις προτάσεις μας τρόπο και ανέγνωσε ή τουλάχιστον όφειλε να αναγνώσει το κανονιστικό πλαίσιο και σύμβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση από το ιστορικό της υπόθεσης, αλλά και από τις έμμεσες ομολογίες του ενάγοντα συνάγεται κατά αδιαμφισβήτητο τρόπο, ότι η Τράπεζα ουδεμία ευθύνη (προσυμβατική, συμβατική, αδικοπρακτική) έχει για την οιαδήποτε τυχόν επελθούσα ζημία του ενάγοντος, την οποία (ζημία) αμφισβητούμε.

Επειδή ο ενάγων δεν μπορεί από την μία να συνομολογεί την εκ μέρους του εσφαλμένη συμπλήρωση και καταχώριση του ΚΑΔ ("τυπικό ελάττωμα της δήλωσής μου", όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στη σελ. 15 της αγωγής του) και εν συνεχεία, όταν πλέον διαπιστώνει το λάθος του, να προσπαθεί να χρεώσει στην Τράπεζα το δικό του λάθος.

Σε κάθε δε περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο σας, ότι υπέχουμε έστω και κατά λίγο κάποιου είδους ευθύνη, που αρνούμαστε, τότε αυτή η ευθύνη μας θα πρέπει να περιοριστεί σε ποσοστό πέντε τοις εκατό ( 5%) επί της υποτιθέμενης συνολικής ζημίας του, δεδομένου ότι ο ίδιος ο ενάγων είναι υπεύθυνος, κατά τα προεκτεθέντα, κατά ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%), στην όποια τυχόν επελθούσα ζημία του".

Από τα άνω αναφερόμενα στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή αρνήθηκε την υποχρέωσή της προς αποζημίωση. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη του, κατά την εξέταση του λόγου της έφεσής της, περί εσφαλμένης απόρριψης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της προβαλλόμενης ένστασής της περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην επέλευση της ζημίας του, και προς θεμελίωση της τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων παρέλειψε από αμέλειά του να επισημάνει στους υπαλλήλους της εναγομένης, ότι δεν διέθετε άδεια άσκησης επαγγέλματος αισθητικού, δηλαδή, πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση της πιο πάνω ένστασής της και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού στηρίζουν την ένσταση αυτή, η παραδοχή της οποίας οδήγησε στην εν μέρει παραδοχή της αγωγής του αναιρεσείοντος υπέπεσε στην πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός, ο μοναδικός λόγος της από 19-3-2018 αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η από 19-3-2018 αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη κατά το μέρος που δέχτηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στη ζημία του, που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ Στη συνέχεια/πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του, σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 189, 191 ΚΠολΔ).?

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 17-12-2018 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" και την από 19-3-2018 αίτηση αναίρεσης του Π. Τ. κατά της υπ' αριθ. 3649/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 17-12-2018 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. Δέχεται την από 19-3-2018 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την άνω απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ