Legislator Case Law & Legislation
6/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds concern substantive law, not procedural rules under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 6/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal two first-instance judgments, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court violated substantive law and failed to consider specific technical evidence, but the court determined these issues fall outside the scope of permissible appeal grounds. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appeal bond was collected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 554, 524, 559, 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds cited do not fall within the specific categories of appealable errors defined in Article 560, particularly when they concern substantive law violations rather than procedural defects.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility substantive law violation procedural error technical evidence costs allocation inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 553 paragraph 1 item a of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 524 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item B' d' of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 6 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 6/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου - Εισηγητή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Ζ. του Α. και Κ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σπυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γεωργιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-8-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4935/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16214/2015 οριστική, 1072/2018 μη οριστική και 6487/2019 οριστική, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων: 16214/2015 και 6487/2019, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-6-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Όσο η δίκη επί της ως άνω ανακοπής εκκρεμεί, δεν μπορεί (πολύ περισσότερο μετά την κατάργηση του άρθρου 506 του ΚΠολΔ, με το άρθρο 3 παρ. 15 του νόμου 2207/1994) να γίνει λόγος, για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης έστω κι αν στο στάδιο αυτό επιδοθεί η απόφαση αυτή, αφού δεν είναι τότε ακόμη δεκτική αναίρεσης.

Συνεπώς η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή, και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης. Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι, κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 του ΚΠολΔ, για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση.

Η ανάγκη της επίδοσης συνάγεται και από την ουσιαστική (εσωτερική) συνάφεια των αποφάσεων αυτών, ένεκα της οποίας, αλλά και για λόγους οικονομίας της δίκης, ο νομοθέτης προέβλεψε, με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 554 του ΚΠολΔ, τη σύγχρονη άσκηση και συνεκδίκαση της συγχωρούμενης κατ' αυτών αίτησης αναίρεσης.

Επιπλέον, με την επίδοση αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ' αυτής. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από την τελική φράση του άρθρου 554 του ΚΠολΔ "εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής", διότι η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην περίπτωση που παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής κατά της ερήμην απόφασης και ο διάδικος ασκεί κατ' αυτής εκπροθέσμως ανακοπή. (Ολ.

Α.Π. 11/1998, ΑΠ 617/2019). Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως παραδεκτά στρέφεται κατά των υπ' αριθμ. 16214/2015 και 26487/2019 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασαν, αντίστοιχα, την έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αντιμωλία των διαδίκων την ανακοπή ερημοδικίας κατά της πρώτης τούτων, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι έλαβε χώρα επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής ως άνω υπ' αριθμ. 6487/2019 απόφασης στον αναιρεσείοντα την 13-6-2019 και η αναίρεση κατατέθηκε εμπρόθεσμα (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ), στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου την 28-6-2019, η δε επίδοση, στις 17-12-2015, στον αναιρεσείοντα της ανωτέρω υπ' αριθμ. 16214/2015 απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, είναι άνευ εννόμου επιρροής, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η επίδοση της ερήμην αυτής αποφάσεως σχετίζεται μόνο με την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως της ανακοπής ερημοδικίας (η οποία και πραγματικά ασκήθηκε) και όχι της προθεσμίας της αναιρέσεως, η οποία αρχίζει, και ως προς αυτήν (την υπ' αριθμ. 16214/2015 απόφαση) από την επίδοση της απορριπτικής της ανακοπής της ερημοδικίας αποφάσεως.

Σε κάθε περίπτωση, έγινε, στις 25-6-2019 (για δεύτερη φορά) επίδοση στον αναιρεσείοντα της ανωτέρω υπ' αριθμ. 16214/2015 απόφασης, και η αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα την 28-6-2019.

Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση που ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 554, 556, 558, 564, παρ.1, 566§1 Κ.Πολ.Δ) για την οποία καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

ΙΙ. Λόγοι αναίρεσης:

Α)επί της υπ' αριθμ.6487/2019 απόφασης:

1.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997).

Δεν είναι "πράγματα", όμως, με την πιο πάνω έννοια η άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της, έχει ως ακολούθως:

Ο ενάγων (αναιρεσείων) με την με αριθμ. Κατάθ. 14816/8-8-2013 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης ισχυρίσθηκε ότι είναι νομέας των αναφερόμενων στην αγωγή αγροτεμαχίων και ότι ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), κάτοχος όμορου αγροτεμαχίου, τον Απρίλιο του 2013, κατέλαβε τμήμα των αγροτεμαχίων του ενάγοντα και τμήμα του κοινοχρήστου κοινοτικού αγροτικού δρόμου και έτσι τον απέβαλε από την νομή των επιδίκων τμημάτων (αγροτεμαχίων) και προσεβλήθη το δικαίωμα προσωπικότητάς του στην ελεύθερη χρήση του κοινοτικού δρόμου.

Ζήτησε δε, πλέον των άλλων, να αναγνωρισθεί νομέας και κάτοχος των επίδικων ακινήτων (αγροτεμαχίων) και να του αποδώσει τη νομή τους και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποκαταστήσει τμήμα του κοινοτικού δρόμου, ώστε να είναι απρόσκοπτη η διέλευσή του από αυτόν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 4935/2014 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, και πλέον των άλλων, αναγνώρισε τον ενάγοντα νομέα και κάτοχο των επίδικων αγροτεμαχίων υποχρέωσε τον εναγόμενο να παραδώσει τη νομή τους στον ενάγοντα, να αποκαταστήσει το επίδικο τμήμα του αγροτικού κοινοτικού δρόμου και να επιτρέπει τη διέλευση του ενάγοντος από αυτό.

Κατά της ως άνω απόφασης ο εναγόμενος άσκησε εμπρόθεσμα έφεση, και το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας ως Εφετείο, ερήμην του εφεσιβλήτου - ενάγοντος, με την 16214/2015 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή.

Ο ενάγων άσκησε κατά της απόφασης αυτής αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, επικαλούμενος ότι η ερημοδικία του οφείλεται στον αναφερόμενο στην ανακοπή λόγο (βλάβη του αυτοκινήτου της πληρεξούσιας δικηγόρου του ενάγοντος) που αποτέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εκπροσώπησή του στο δικαστήριο, που συνιστά ανωτέρα βία.

Επ' αυτής εκδόθηκε η 6487/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, και περιλαμβάνει τις ακόλουθες παραδοχές: "Ο ανακόπτων με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης ανακοπής του, υποστηρίζει ότι η ερημοδικία του κατά τη δικάσιμο της 12-10-2015, οπότε συζητήθηκε ερήμην του, η ως άνω έφεση του καθ'ου η ανακοπή - εκκαλούντος κατά της υπ' αριθμ .4935/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η ανακοπτομένη υπ' αριθμ. 16214/2015 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 4935/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και απέρριψε την αγωγή του, οφείλεται σε ανώτερη βία.

Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι την υποστήριξη της υποθέσεως είχε αναθέσει στη δικηγόρο Σερρών Σ. Π., στην οποία είχε παραδώσει και το αντίγραφο της εφέσεως με κλήση για παράσταση κατά τη δικάσιμο της 12- 10-2015, ότι την ημέρα της δικασίμου η πληρεξούσια δικηγόρος του ξεκίνησε περί ώρα 07.30' από την Νιγρίτα με το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της, εργοστασίου κατασκευής PEUGOT τύπου 206, προκειμένου να μεταβεί στη Θεσσαλονίκη και να παραστεί κατά τη συζήτηση της εφέσεως, ότι κατά τη διαδρομή περί ώρα 08.10' και αφού διήνυσε τη μισή περίπου απόσταση, λόγω αιφνίδιας διαρροής του νερού που ψύχει τον κινητήρα από το κολάρο του ψυγείου νερού της μηχανής του αυτοκινήτου, διεκόπη η πορεία του αυτοκινήτου, το οποίο ακινητοποιήθηκε μερικά χιλιόμετρα πριν φθάσει στην …, ότι επειδή δεν είχε γνώση ούτε και τα τεχνικά μέσα και ανταλλακτικά, ούτε και το χρόνο να προβεί στην αντιμετώπιση του αιφνίδιου αυτού προβλήματος, φοβούμενη ότι υπήρχε κίνδυνος από την καθυστέρηση να εκφωνηθεί η υπόθεση ερήμην του, επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του ανακοίνωσε το πρόβλημα της και του ζήτησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με κάποιο δικηγόρο Θεσσαλονίκης προκειμένου αυτός να παραστεί στο ακροατήριο και να ζητήσει να κρατηθεί η υπόθεση και να συζητηθεί αργότερα και εκτός σειράς πινακίου έτσι ώστε να προλάβει να παραστεί καθώς είχε ετοιμάσει προτάσεις, ότι ευθύς ο ίδιος κάλεσε τόσο στο κινητό του τηλέφωνο όσο και στο σταθερό το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Δ.

Τ., ο οποίος είχε πρωτοδίκως χειριστεί την υπόθεση, ωστόσο δεν απάντησε στις επανειλημμένες κλήσεις του και για το λόγο αυτό δεν κατάφερε να τον ειδοποιήσει, δεν έλαβε γνώση της απρόσμενης κατάστασης και δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί η υπόθεση, ότι εν τέλει και επειδή η δικηγόρος του δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με άλλον δικηγόρο Θεσσαλονίκης, μετέβη στη Θεσσαλονίκη με τη βοήθεια διερχόμενου οδηγού, ο οποίος προφέρθηκε και επισκεύασε προχείρως το κολάρο καθώς διέθετε την απαραίτητη γνώση και συγκράτησε το κολάρο στη θέση του με ένα μεταλλικό έλασμα που ευρίσκετο στο όχημά του, ότι αποτέλεσμα της καθυστέρησης αυτής ήταν να φτάσει στο ακροατήριο λίγο μετά τις 09.50' ενώ είχε ήδη εκφωνηθεί η υπόθεση με αποτέλεσμα να μην παρασταθεί και να δικασθεί ερήμην και ότι, πλην του ως άνω γεγονότος, ο ίδιος απουσίαζε στην πόλη των Αθηνών για πολύ σοβαρούς λόγους υγείας.

Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ορισμένο και νόμιμο λόγο ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, πλην όμως από κανένα σχετικό αποδεικτικό μέσο δεν πιθανολογήθηκε η βασιμότητα του. Ειδικότερα, όσον αφορά την επικληθείσα βλάβη του αυτοκινήτου της πληρεξούσιας δικηγόρου του ανακόπτοντος, δεν προσκομίζεται βεβαίωση από εταιρία οδικής βοήθειας, η οποία κλήθηκε από τη δικηγόρο αυτή προκειμένου να αντιμετωπισθεί η βλάβη τη συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου ούτε από συνεργείο αυτοκινήτων περί ύπαρξης της αναφερομένης βλάβης και επισκευής της την ίδια ή τις αμέσως επόμενες ημέρες, όπως θα ήταν εύλογο να συμβεί για το ως άνω επικληθέν πρόβλημα, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του ανακόπτοντος, εμπόδισε τη μετακίνηση της πληρεξούσιας του δικηγόρου και την παράστασή της ενώπιον του Δικαστηρίου.

Μάλιστα, ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, δεν κατέστη δυνατή η άμεση τηλεφωνική επικοινωνία της πληρεξούσιας του δικηγόρου με τον αντίδικο δικηγόρο και η σχετική ενημέρωση του προκειμένου να κρατηθεί η υπόθεση και να συζητηθεί αργότερα. Η κρίση αυτή περί της μη βασιμότητας του λόγου της ανακοπής ερημοδικίας δεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, Ε.

Χ., που εξετάσθηκε επιμέλεια του ανακόπτοντος ενώπιον του Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα υπ' αριθμ. 1072/2018 πρακτικά συνεδριάσεώς του, καθώς αυτή δεν έχει ιδία αντίληψη περί της βλάβης του αυτοκινήτου της πληρεξούσιας δικηγόρου του ανακόπτοντος, αφού πληροφορήθηκε αυτήν το μεσημέρι της ημέρας εκείνης, από τον ανακόπτοντα, ο οποίος για λόγο που δεν διευκρινίσθηκε, δεδομένου ότι ο εν λόγω δικηγόρος Θεσσαλονίκης είχε χειριστεί τη υπόθεση σε πρώτο βαθμό και επανειλημμένως εκπροσωπήσει τον ανακόπτοντα, την κάλεσε αρχικά το πρωί "και έψαχνε να βρει μήπως ο κ Τ.

έχει κάποιο άλλο τηλέφωνο από αυτό που έχει ο ίδιος". Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η πληρεξούσια δικηγόρος του ανακόπτοντος είχε τη δυνατότητα να αποφύγει τη μετάβαση της στο χώρο του Δικαστηρίου αυτού, κατά την ως άνω ημέρα, εάν είχε μεριμνήσει να υποβάλει, προηγουμένως, δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για τη συζήτηση της εφέσεως χωρίς την παρουσία του.

Έτσι, δεν υφίσταται ανώτερη βία, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δηλαδή δεν πιθανολογήθηκε ότι η επικληθείσα βλάβη του αυτοκινήτου της πληρεξούσιας δικηγόρου του ανακόπτοντος απετέλεσε ανυπέρβλητο κώλυμα για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο αυτό κατά τη συζήτηση της ως άνω εφέσεως στις 12-10-2015." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ανακοπή ερημοδικίας του αναιρεσείοντος κατά της 16214/2015 απόφασής του, που είχε εκδοθεί ερήμην του κατά την πρώτη συζήτηση της από 6-10-2014 έφεσης του αναιρεσιβλήτου και στρεφόταν κατά της 4935/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (26487/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο), την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (αληθώς από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ), ότι το Εφετείο, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος για το μοναδικό λόγο της ανακοπής ερημοδικίας:

α)δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, που πρότεινε με τις προτάσεις του και συνίστανται ότι η βλάβη του οχήματος της πληρεξούσιας του δικηγόρου ήταν πολύ ελαφριάς μορφής, ότι έγινε μετά το συμβάν έλεγχος σε συνεργείο που πραγματοποιεί τα σέρβις του οχήματος και αντικαταστάθηκε το κολλάρο του ψυγείου, χωρίς να διαπιστωθεί άλλη βλάβη, και ότι δεν κατέβαλε για την επισκευή κάποιο ποσό, ούτε εκδόθηκε κάποιο φορολογικό παραστατικό.

β)έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν ότι, δηλαδή, η πληρεξούσια δικηγόρος του θα μπορούσε να τον εκπροσωπήσει στο δικαστήριο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 ΚΠολΔ. Τα ανωτέρω δεν μπορούν να ιδρύσουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι δεν θεμελιώνουν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά αποτελούν επιχειρήματα για την υποστήριξη της βασιμότητας του μοναδικού λόγου της ανακοπής ερημοδικίας ότι, δηλαδή, συνέτρεξε νόμιμος λόγος που συνιστά ανωτέρα βία για τη μη εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου στο δικαστήριο.

Ως εκ τούτου, ο λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, υπό την επίκληση, δε, της ανωτέρω πλημμέλειας πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Β)επί της υπ' αριθμ. 16214/2015 απόφασης:

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος, αυτός δεν ιδρύεται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή, κανόνες, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1277/2017, ΑΠ 1687/2013). Έτσι, δικονομικού δικαίου κανόνας είναι και εκείνος του άρθρου 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.

Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ' αυτήν. Διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη". (ΑΠ 845/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Επί παραλείψεως κηρύξεως προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζητήσεως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξεως, που προηγήθηκε ή (και) προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπερασπίσεως κατ' άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2000).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δικ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Οι λόγοι αυτοί είναι περιοριστικοί, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" και, συνεπώς, απόφαση του ειρηνοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου, σε έφεση κατ'αποφάσεως ειρηνοδικείου, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση, κατ' επίκληση των λοιπών λόγων, που προβλέπονται από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως εφετείο) παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ειδικότερα, αυτόν του άρθρου 524 παρ.4 ΚΠολΔ, επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, καθόσον αυτός δεν προσκόμισε στο εφετείο, κατά τη συζήτηση της έφεσής του, αντίγραφο των προτάσεων του ερημοδικούντος εφεσιβλήτου που κατατέθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 4935/2014.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί με τον λόγο αυτόν πλήττεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών κανόνων, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 524 παρ.4 ΚΠολΔ, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται μέσω του αναιρετικού λόγου από τον αριθμ.14 του αριθ.559 ΚΠολΔ, που όμως δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους από το αρθ.560 ΚΠολΔ πιο πάνω λόγους αναίρεσης, όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος για την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της έφεσης του εναγομένου δεν έλαβε υπόψη του τα πράγματα που προτάθηκαν και, ειδικότερα, τα τοπογραφικά διαγράμματα του μηχανικού Γ.

Ο., και η τεχνική έκθεση του μηχανικού Α. Κ., από τα οποία αποδεικνύεται κατά την άποψη του αναιρεσείοντος -ενάγοντος, η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα εγγράφων που προσκομίσθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ο οποίος πρέπει ν' αφορά "πράγματα" με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά από τον αριθμό 11 περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που δεν περιλαμβάνεται, όμως, στους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση. Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ.

Β' δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-6-2019 (αρ. κατ. 1380/2019) αίτηση για την αναίρεση των υπ' αρ. 6487/2019 και 16214/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ