Legislator Case Law & Legislation
6/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal when res judicata does not apply due to changed legal regime and different factual basis.

Case Number 6/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding unpaid senior personnel allowances. The appellant argued that a prior final judgment established res judicata covering the current claim, but the Court found the new lawsuit involved different facts and a later legislative regime. Consequently, the court ruled that the principle of res judicata was inapplicable because the legal cause had changed, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 16 of the Code of Civil Procedure; Res judicata does not apply when a subsequent legal regime alters the legal status or consequences of the prior relationship, thereby destroying the required identity of the legal cause.

Keywords

AI generated
res judicata identity of legal cause changed legal regime supreme court appeal labor law senior personnel allowance civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 16 of the Code of Civil Procedure
Art. 321 of the Code of Civil Procedure
Art. 322 of the Code of Civil Procedure
Art. 324 of the Code of Civil Procedure
Art. 331 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 6 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 6/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1509/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4659/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 26-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 559 αρ 16 του Κ.Πολ.Δ. κατά το οποίο, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση με το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ' αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε.

ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφιστάμενων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρο 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Έτσι από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύουσες Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό Σ.Σ.Ε ή Δ.Α. (Ολ.

Α.Π. 10/2002). Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι προκειμένης αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στο επίδομα ευθύνης θέσεως προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης που θεμελιώνεται σε αδικοπραξία, η οποία συνίσταται σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων αυτής (αναιρεσίβλητης), που αφορά την μετακίνηση μισθωτού σε καθήκοντα υποδεέστερης θέσης, και δη αυτής του στελέχους στην Υποδιεύθυνση Κατασκευών δικτύων, αφαιρώντας του τα καθήκοντα προϊσταμένου της υποδιεύθυνσης συντήρησης δικτύων, θέση στην οποία τοποθέτησαν συνάδελφο του από τον οποίο ο ίδιος υπερείχε καταφανώς (κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος), αποτελεί μεν δεδικασμένο στη νέα δίκη η εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση, επί προγενέστερης αγωγής αυτού (μισθωτού), η οποία στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία (αδικοπραξία), ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε αυτή χώρα, την υπαιτιότητα της εναγομένης και τη ζημία που υπέστη ο μισθωτός κατά το χρόνο που αναφέρεται στην προγενέστερη αυτή αγωγή του, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία, δηλαδή η κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος ενέργεια είναι δυνατόν να αποδίδει επιζήμιες συνέπειες που δεν έχουν προβληθεί με την πρώτη αγωγή, γεγονός που αποτελεί αντικείμενο ιδίων αποδείξεων και μετά από εκτίμηση αυτών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώσει και να διευθύνει την επιχείρηση του κατά τον προσφορότερο τρόπο.

Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται υπό την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζόμενου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχειρήσεως του και παραλείπει να τοποθετήσει στη θέση αυτή ένα άλλο μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού), αλλά αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως.

Επομένως, στην περίπτωση αυτή για να είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου παράνομη η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος και να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως του μισθωτού, απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων, οι οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικό και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ. 25/2003).

Ενόψει των ανωτέρω, το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την τελεσίδικη απόφαση ως προς τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το χρόνο της προγενέστερης αγωγής του μισθωτού, δεν καλύπτει το νεότερο δικαίωμα αυτού που κρίνεται με τη μεταγενέστερη αγωγή του υπό τις περιστάσεις της νέας χρονικής περιόδου και με τοποθέτηση σε κενές οργανικές θέσεις Τομεάρχη άλλων συναδέλφων του.

Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει το απαραίτητο στοιχείο της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία κατά το χρόνο της μεταγενέστερης αγωγής (Ολ. ΑΠ. 19/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: "Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις ......

ως έκτακτος Τηλεπικοινωνιακός Μηχανικός με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και μονιμοποιήθηκε στο βαθμό ΠΥ2/Τ την 1-1-1973 του Τεχνικού κλάδου. Έκτοτε προαγόμενος διαδοχικά στους προβλεπόμενους από τον ΓΚΠ-ΟΤΕ βαθμούς της υπαλληλικής ιεραρχίας, κατέχει το βαθμό του Υποδιευθυντή /Τ. Με την υπ' αριθμ. 4313/2000 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία επικυρώθηκε η 2603/1997 οριστική απόφαση του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε επί της από 16-3-1996 αγωγής του ενάγοντος, κρίθηκε ότι η εναγομένη ανέθεσε από .....

στον ενάγοντα καθήκοντα προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Συντήρησης Δικτύων και μολονότι η υπηρεσιακή απόδοση του ήταν άριστη και η εκτέλεση των καθηκόντων του, ως προϊσταμένου άψογη, η εναγομένη με απόφαση του Γενικού Διευθυντή της τον υποβίβασε από την ως άνω θέση σε αυτήν του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Κατασκευής Δικτύων και συγχρόνως τοποθέτησε στη θέση που αυτός κατείχε, τον συνάδελφο του ........., μολονότι αυτός υπερείχε καταφανώς του τελευταίου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ότι ο υποβιβασμός αυτός του ενάγοντος, χωρίς τούτο να υπαγορεύεται από το συμφέρον της υπηρεσίας, ήταν καταφανώς άδικος και υπερέβαινε τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ.

Ότι εξαιτίας της ανωτέρω καταχρηστικής ενέργειας της εναγομένης, ο ενάγων απώλεσε: α) τη διαφορά του επιδόματος ευθύνης θέσεως προϊσταμένου υποδιεύθυνσης, κατά το χρονικό διάστημα από 14-1-1994 έως 31-5-1995, το οποίο θα ελάμβανε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν απομακρυνόταν από τη θέση του προϊσταμένου στις 14-1-1994......που ανερχόταν στο ποσό 304.000 δρχ.

και β) το επίδομα εξόδων κινήσεως και παραστάσεως για το χρονικό διάστημα από 1-6-1995 έως 31-12-1996, εκ δρχ. 2.560.000 δρχ. Έτσι με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση επιδικάστηκε στον ενάγοντα το ποσό των 2.864.000 δρχ. ως αποζημίωση εκ της αδικοπραξίας, καθώς και το ποσό των 300.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητας του.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης κατά τη συνεδρίαση ......., αποφάσισε τη χορήγηση από 1-8-1997 επιδόματος ανώτατου προσωπικού από 75.000 δρχ. μηνιαίως στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης υποδιεύθυνσης και άνω, τουλάχιστον για ένα (1) έτος.

Επακολούθησε η από 10-6-1999 ΕΣΣΕ μεταξύ της Ομοσπονδίας εργαζομένων ΟΤΕ και της εναγομένης, με την οποία καθορίστηκαν εκ νέου οι μισθολογικές βαθμίδες, στις οποίες ενσωματώθηκε, μεταξύ άλλων και το ως άνω επίδομα ανωτάτου προσωπικού. Με την ένδικη αγωγή ο ενάγων, επικαλούμενος το δεδικασμένο που απορρέει από την πιο πάνω τελεσίδικη απόφαση, ζητεί το επίδομα ανωτάτου προσωπικού για το χρονικό διάστημα από 1-8-1997 έως 1-6-1999, το οποίο είχε χορηγηθεί με την προαναφερόμενη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και υποδιευθυντή που άσκησαν πραγματικά καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσιακής λειτουργίας στάθμης και άνω τουλάχιστον για ένα έτος, καθώς και τις διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 έως 1-6-2001, που προήλθαν από τη μη χορήγηση σε αυτόν του επιδόματος ανωτάτου προσωπικού, που έπρεπε να του καταβάλει κατ' εφαρμογή της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, ως προς το οποίο ζημιώθηκε εξαιτίας της συνεχιζόμενης παράνομης και υπαίτιας παραλήψεως της εναγομένης να του αναθέσει καθήκοντα προϊσταμένου υποδιεύθυνσης.

Όμως, το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί της προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, δεν καλύπτει τις ένδικες αξιώσεις της μεταγενέστερης αγωγής του, αφού ο χρόνος και τα πραγματικά γεγονότα που διαλαμβάνονται στην απόφαση του Εφετείου είναι διαφορετικά από αυτά της κρινομένης υποθέσεως.

Επιπροσθέτως, οι ζητούμενες επιμέρους αξιώσεις, κατ' εφαρμογή της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη και ως εκ τούτου δεν υφίσταται η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα της νομικής αιτίας.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ 16 του Κ.Πολ.Δ. αφού ορθά δέχτηκε ότι το δεδικασμένο που έχει παραχθεί από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσείοντος ενάγοντος, δεν καλύπτει τις ένδικες αξιώσεις της μεταγενέστερης αγωγής του, αφού αφενός μεν, ο χρόνος και τα πραγματικά γεγονότα που διαλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. 4313/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών είναι διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην μεταγενέστερη αγωγή του, αφετέρου δε, οι εν λόγω αξιώσεις δεν ταυτίζονται με αυτές της προγενέστερης αγωγής, αφού αφορούν διαφορετικό επίδομα και δη αυτό του ανωτάτου προσωπικού, το οποίο χορηγήθηκε για πρώτη φορά με μεταγενέστερη απόφαση του Διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού και στη συνέχεια ενσωματώθηκε σε μεταγενέστερη Συλλογική σύμβαση εργασίας και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-6-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4659/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ