Supreme Court dismisses appeal on construction contract breach, ruling evidence was considered and municipal delays irrelevant to contractor's duty.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court ignored specific documents proving municipal delays in infrastructure work, which they claimed should excuse their failure to start construction. The court found that the Second Instance Court had properly considered all submitted evidence and determined that municipal delays did not affect the contractor's contractual obligation to begin work. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's assessment of the evidence was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681, 694, 686, 341, 343, 383, 385, 387 of the Civil Code; Article 559(11-g) of the Code of Civil Procedure: A party's failure to perform contractual obligations due to third-party delays is not a valid ground for appeal if the contract does not make such delays a condition precedent, and the lower court has correctly evaluated all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 69/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Μπότσαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζύγου Γ. Ν., το γένος Π. Σ., 2) Μ. Ν. του Γ. και 3) Π. Ν. του Γ., απάντων κατοίκων …. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευριπίδη Ρίζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20738/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1325/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Βενιζελέας ανέγνωσε την από 23-10-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί του οικοπέδου του οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου-εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 509/2022, ΑΠ 1623/2014).
Επίσης από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 686 εδ. 2, 341, 343 §1, 383,385 και 387 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου περί την έναρξη εκτέλεσης του έργου, η οποία υπάρχει και όταν για την έναρξη αυτή έχει ορισθεί δήλη ημέρα ή η πάροδος ορισμένης προθεσμίας (πρβλ ΑΠ 464/2022, ΑΠ 1026/2020) μπορεί:
α) να απαιτήσει εκπλήρωση της παροχής (εκτέλεση και παράδοση του έργου) και ακόμη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη περάτωση και παράδοση του έργου μέσα στη συμφωνηθείσα προθεσμία ή β) να τάξει, στον εργολάβο εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδό της αποκρούει την παροχή, οπότε, σε περίπτωση που η προθεσμία παρέλθει άπρακτη (ή που δεν θα απαιτείται να ταχθεί λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 385 ΑΚ), μπορεί περαιτέρω, εκλεκτικώς, ή να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να αξιώσει, τότε, μόνο εύλογη αποζημίωση κατά το άρθρο 387 ΑΚ (ΑΠ 791/2020, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 1551/2009).
Το πταίσμα του οφειλέτη εργολάβου δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλ` αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσης της (ΑΠ 464/2022, ΑΠ 692/2020, ΑΠ1026/2020, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).
Μετά την πάροδο δε του χρόνου παράδοσης του έργου, δεν εφαρμόζεται η 686 ΑΚ, αλλά η ανώμαλη εξέλιξη της ενοχής, η υπερημερία του εργολάβου και η εκπλήρωση των υποχρεώσεων του τελευταίου κρίνονται με τις γενικές διατάξεις (ΑΠ 464/2022, ΑΠ 1623/2014). Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ ορίζεται ότι: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή" ενώ κατά το άρθρο 405 ΑΚ: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Επίσης, στη μεν διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ ορίζεται ότι: "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη", στη δε διάταξη του άρθρου 336 ΑΚ ορίζεται ότι: "Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση εξαιτίας αδυναμίας να εκπληρώσει την παροχή, αν αποδείξει ότι η αδυναμία οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
Οφείλει, όμως, αμέσως, μόλις μάθει την αδυναμία για εκπλήρωση, να ειδοποιήσει το δανειστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπομένη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλομένη σ` αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν αποτελεί μέσο πίεσης προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημίωσης, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του κατ` άρθρ. 405 παρ. 2 ΑΚ (AΠ 836/2022, ΑΠ 928/2019, ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 797/2010, ΑΠ 611/1998).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι την έλλειψη της υποκειμενικής προϋποθέσεως της ευθύνης του, πρέπει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 336, 342 ΑΚ, να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, όπως άλλωστε συμβαίνει, όπως προαναφέρθηκε, και στην περίπτωση της υπερημερίας, που επέρχεται κατ` άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, κατά την οποία ο οφειλέτης καταλύει τις στηριζόμενες στην υπερημερία του απαιτήσεις του δανειστή, με την ένσταση, ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 1011/2010).
Αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της παροχής (άρθρο 406 ΑΚ) και αυτή κατέπεσε, η από το δανειστή απαίτηση της ποινής επιφέρει απόσβεση της αξίωσης για την εκπλήρωση της κύριας παροχής, οπότε, με την επιλογή της ποινής, ο δανειστής, αφενός μεν οφείλει την αντιπαροχή, αφετέρου δε αποκλείεται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ή να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής.
Σε περίπτωση αποδοχής της μερικής εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής μπορεί να απαιτήσει το μέρος της ποινής που αναλογεί στο υπόλοιπο μέρος της παροχής. Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 407 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής.
Επίσης, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και την επί πλέον αποδεικνυόμενη ζημία από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής. Οι διατάξεις, όμως, περί ποινικής ρήτρας είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο δανειστής έχει σωρευτική αξίωση για την ποινή και αξίωση για πλήρη αποζημίωση και όχι μόνον για το ποσό που αυτή υπερβαίνει το ποσό της ποινικής ρήτρας (ΑΠ 836/2022, ΑΠ 1360/2017).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020).
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων(ΑΠ 45/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, που άσκησαν κατά της υπ' αρ. 20.738/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι αναιρεσίβλητοι και ο αναιρεσείων και αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, ακολούθως, ως προς την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) είναι εργολάβος οικοδομών.
Κατασκευάζει οικοδομές σε δικά του ή αλλότρια οικόπεδα κατά το σύστημα της αντιπαροχής και μεταπωλεί με σκοπό το κέρδος καταστήματα και διαμερίσματα. Δυνάμει του υπ' αριθ. 27.697/24.06.2005 προσύμφωνου μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου και σύμβασης εργολαβίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αναστασίας Φυλακτού - Σμυρλή, σε συνδυασμό με την 28.547/28-11-2005 συμπληρωματική πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, οι ενάγοντες (εργοδότες) (ήδη αναιρεσίβλητοι) ανέθεσαν στον εναγόμενο (εργολάβο) την ανοικοδόμηση συγκροτήματος οικοδομών κατά το σύστημα της αντιπαροχής σε οικόπεδο συγκυριότητάς τους κείμενο στο Πολύκαστρο Κιλκίς.
Ειδικότερα αυτοί (οι ενάγοντες) είναι συγκύριοι κατά ποσοστά 68%, 16% και 16% αντίστοιχα, εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός άρτιου και οικοδομήσιμου οικοπέδου με αριθμό τεμαχίου … και με αριθμό ΚΑΕΚ ... του κτηματολογικού γραφείου Πολυκάστρου, που κείται στο τεσσαρακοστό ένατο (49°) οικοδομικό τετράγωνο του συνοικισμού Πολυκάστρου Κιλκίς (τομέας Γ) έκτασης 2.162,14 τ.μ..
Αυτοί ...απέκτησαν τη συγκυριότητα του ακινήτου κατά τα ως άνω ποσοστά με παράγωγο τρόπο...(Ακολουθεί η αναλυτική περιγραφή του τρόπου κτήσεως της συγκυριότητας των αναιρεσιβλήτων). Ο εναγόμενος εργολάβος, δυνάμει του προαναφερομένου προσυμφώνου και της σχετικής συμπληρωματικής πράξης, ανέλαβε την υποχρέωση, αφού πρώτα μεριμνήσει για την έκδοση άδειας ανοικοδόμησης από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο Παιονίας και Πολυκάστρου, να ανεγείρει με δικές του αποκλειστικά δαπάνες κτιριακό συγκρότημα κατοικιών, αποτελούμενο από μία τετραώροφη οικοδομή, δύο διώροφες κατοικίες με υπόγειο (μεζονέτες) και έξι διώροφες κατοικίες (μεζονέτες) ή μια οικοδομή.
Οι δε ενάγοντες εργοδότες ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον εναγόμενο...ή σε τρίτα πρόσωπα υποδεικνυόμενα απ' αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του οικοπέδου επτακοσίων πενήντα δύο χιλιοστών και σαράντα εκατοστών χιλιοστών του εκατοστού (752,40%ο) [τα υπόλοιπα διακόσια σαράντα επτά χιλιοστά και εξήντα εκατοστά του χιλιοστού (247,60 %ο) παρακρατούνταν από τους ενάγοντες, εκ των οποίων διακόσια δεκαοκτώ χιλιοστά και πενήντα εκατοστά του χιλιοστού (218,50%ο) θα αναλογούσαν στους χώρους της αντιπαροχής τους και είκοσι εννέα χιλιοστά και δέκα εκατοστά του χιλιοστού (29,10 %0) στο δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής].
Ειδικότερα οι ενάγοντες θα ελάμβαναν ως αντιπαροχή:.. (Ακολουθεί η αναλυτική περιγραφή των δέκα ακινήτων - οριζοντίων ιδιοκτησιών, που θα ελάμβαναν οι αναιρεσίβλητοι). Ακόμη δυνάμει του όρου 17 της ως άνω υπ' αριθ. 28.547/28-11-2005 συμπληρωματικής πράξης του προσυμφώνου συμφωνήθηκε αυτολεξεί "...εάν ο εργολάβος απόσχει της παρούσης συμβάσεως, υποχρεούται εις καταβολήν προς τους εδαφοκτήτας ποσού 20.000 ευρώ, λόγω ποινικής ρήτρας και αναποδείκτου ζημίας...".
Επίσης, δυνάμει του όρου 7 της ίδιας πράξης, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την νομική τακτοποίηση του οικοπέδου, να καταθέσει στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο φάκελο για την έκδοση αδείας ανέγερσης του ως άνω συγκροτήματος και εντός προθεσμίας είκοσι επτά (27) μηνών από την έκδοση της αδείας να αποπερατώσει τις οικοδομικές εργασίες των χώρων μόνο των οικοπεδούχων, ενώ οι υπόλοιποι χώροι αντιπαροχής του εργολάβου συμφωνήθηκε να αποπερατωθούν εντός σαράντα οκτώ μηνών από την έκδοση της άδειας.
Η τρίμηνη αυτή προθεσμία είχε ως αφετηρία έναρξης την τακτοποίηση εκκρεμούς προβλήματος αναφορικά με την εγγραφή του ακινήτου-οικοπέδου στο Κτηματολογικό Γραφείο Πολυκάστρου. Ειδικότερα εκκρεμούσε η διόρθωση σφάλματος στην καταχώριση του ακινήτου στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο. Η διόρθωση του σφάλματος έγινε με την υπ' αριθ.
…/6-12-2005 απόφαση του Πρϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Πολυκάστρου και αφορούσε συγκεκριμένα τη διόρθωση της αιτίας κτήσης των αρχικών εγγραφών των δικαιοπαρόχων των εναγόντων από το εσφαλμένο "πράξη εφαρμογής" στο ορθό "πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού", ενώ έγινε και συμπλήρωση των τίτλων κτήσης κυριότητας των εναγόντων, που είχαν παραληφθεί στην πρώτη καταχώριση, καθώς προστέθηκε και το ως άνω υπ' αριθ. 23.759/1996 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς...
Μετά την έκδοση της ως άνω διορθωτικής απόφασης του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Πολυκάστρου, χορηγήθηκε στους ενάγοντες το από 13.12.2005 πιστοποιητικό εγγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Πολυκάστρου. Την ίδια ημέρα ενημέρωσαν τον εναγόμενο ότι διορθώθηκε η εγγραφή στο Κτηματολογικό Γραφείο και συνεπώς άρχιζε για αυτόν η τρίμηνη προθεσμία κατάθεσης του φακέλου στο αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο, προκειμένου να εκδοθεί και να χορηγηθεί άδεια ανέγερσης των οικοδομών.
Μολονότι, βάσει του προαναφερθέντος όρου της συμπληρωματικής πράξης, ο εναγόμενος, όφειλε να καταθέσει το σχετικό φάκελο έως τις 14.3.2006, αυτός τον κατέθεσε καθυστερημένα στις 30.1.2007. Ο φάκελος ήταν ελλιπής ως προς τα απαιτούμενα από την αρμόδια υπηρεσία, για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, στοιχεία. Καίτοι ο εναγόμενος γνώριζε τις ελλείψεις του φακέλου, αδιαφορώντας ουδέποτε τις συμπλήρωσε...
Οι ενάγοντες, με την από 11.10.2006 εξώδικη δήλωσή τους, που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 4.4.2007, αντιλαμβανόμενοι την αδιαφορία του τελευταίου να ξεκινήσει το έργο, τον κάλεσαν εντός μηνός να τους επιδείξει την οικοδομική άδεια και να αρχίσει τις οικοδομικές εργασίες, δηλώνοντάς του αυτολεξεί "...αν παρέλθει άπρακτη και η τελευταία αυτή προθεσμία θα θεωρήσουμε ότι από υπαιτιότητά σας λύεται η μεταξύ μας σύμβαση και θα αναζητήσουμε τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και οποιαδήποτε άλλη θετική και αποθετική ζημία έχουμε υποστεί...".Ο εναγόμενος κώφευσε και δεν έπραξε τίποτα, καθώς είχε ήδη αποφασίσει να μην εκτελέσει το έργο.
Τελικά με την επίμαχη αγωγή άσκησαν τα απορρέοντα από τη προμνησθείσα σύμβαση δικαιώματά τους. Η επικαλούμενη στην αγωγή προφορική άσκηση αυτών (των δικαιωμάτων) στις 6.5.2007 δεν επιβεβαιώθηκε. O εκκαλών - εναγόμενος είχε προτείνει στον πρώτο βαθμό, προς αντίκρουση της αγωγής, ως ιστορική βάση της ένστασής του, ήτοι του ισχυρισμού του ότι η καθυστέρηση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, το γεγονός ότι ήταν οικονομικά ασύμφορη, λόγω έλλειψης των έργων υποδομής στην περιοχή του οικοπέδου, η εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου.
Με την έφεση επαναφέρει την ίδια ένσταση, πλην όμως προτείνει ως βάση αυτής...το γεγονός ότι δεν μπορούσε να εκτελέσει το έργο λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, καθώς ήταν αδύνατη η έκδοση άδειας πριν την εκτέλεση των εν λόγω έργων υποδομής (λόγω πρόσκρουσης στην ισχύουσα δικαιοταξία). Καταρχήν η επιγενόμενη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένστασης από τον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα), δηλαδή η στήριξή της σε άλλα πραγματικά περιστατικά επάγεται μεταβολή της ίδιας της ένστασης, που προσκρούει στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, καθόσον η μεταβολή στην έκκλητη δίκη της ιστορικής βάσης της ένστασης υπόκειται στους περιορισμούς της ΚΠολΔ 527.
Περαιτέρω ουδαμού στο νόμο τίθενται οι επικαλούμενες στην ένσταση προϋποθέσεις (ήτοι η ύπαρξη υποδομών) για έκδοση άδειας ανοικοδόμησης, ενώ η ίδια η ένσταση ενέχει ομολογία της αθέτησης των συμφωνηθέντων. Προσέτι από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ως (προς) την ερευνώμενη ένσταση αποδείχθηκαν τα εξής:
Ο εναγόμενος ανέβαλε την εκτέλεση του έργου, αναμένοντας ότι θα εκτελεστούν στην περιοχή που κείται το ακίνητο, έργα υποδομής (κράσπεδα, αποχέτευση και ασφαλτόστρωση) από τον Δήμο Πολυκάστρου εντός του 2007, τα οποία, όμως μηδέποτε εκτελέσθηκαν. Κατόπιν αυτού, αυτοβούλως αποφάσισε ότι η εκτέλεση του έργου δεν τον συνέφερε οικονομικά, καθώς δεν θα του απέφερε κέρδος.
Πάντως, η προηγούμενη εκτέλεση των έργων υποδομής από το Δήμο Πολυκάστρου ή άλλο φορέα δεν αποτέλεσε ούτε αντικείμενο των διαπραγματεύσεων των συμβληθέντων, ούτε συμφωνήθηκε ως όρος- προϋπόθεση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εναγομένου. Δεν συμπεριελήφθη ως διαλυτική αίρεση της σύμβασης, ούτε αποτελεί γεγονός ανώτερης βίας, που αντικειμενικά καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση του έργου.
Η μη εκτέλεση των υποδομών προσμετρήθηκε από τον εναγόμενο, κατά τον επιγενόμενο υπολογισμό του κόστους της εκτέλεσης του έργου και του προσδοκώμενου κέρδους από την πώληση των διαμερισμάτων της οικοδομής. Σταθμίζοντας τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο φρονεί ότι η μη εκτέλεση του έργου οφείλεται σε υπαιτιότητα του εναγομένου, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού αυτού...
Συνεπώς έχει καταπέσει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα των 20.000 υπέρ των εναγόντων...". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές και με άλλες, οι οποίες αφορούν στην απόρριψη της αίτησης του αναιρεσιβλήτου για μείωση του ποσού της ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο και δεν πλήττονται με λόγο αναίρεσης, το Εφετείο απέρριψε και την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει κατ` ουσίαν δεκτή την από 31-5 2017 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού και τον είχε υποχρεώσει να τους καταβάλει νομιμοτόκως το ανωτέρω ποσό της ποινικής ρήτρας, κατά τον λόγο του ποσοστού συγκυριότητάς εκάστου τούτων στο επίδικο ακίνητο.
Με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. προς ανεύρεση του αληθούς νοήματος της υπ' αρ. 28.547/2005 συμπληρωματικής εργολαβικής σύμβασης, σχετικά με τα κρίσιμα ζητήματα, 1) αν στην έννοια της "νομικής τακτοποιήσεως του οικοπέδου", που περιλαμβάνεται στον όρο 7 της εργολαβικής σύμβασης αυτής, περιλαμβάνεται εκτός από την διόρθωση του σφάλματος στην εγγραφή του οικοπέδου στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο και κάθε άλλη νομική εκκρεμότητα του οικοπέδου, που θα εμπόδιζε την έκδοση της οικοδομικής άδειας και 2) αν είχε αναλάβει ο ίδιος την υποχρέωση να προβεί στην τακτοποίηση αυτή του οικοπέδου, με την έννοια της διάνοιξης του δρόμου και της κρασπέδωσης αυτού και συνακόλουθα αν, εξαιτίας της μη εκτελέσεως των έργων αυτών, υπάρχει υπαιτιότητά του στη μη έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι το Εφετείο διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στη σχετική δήλωση των μερών και παρά ταύτα παρέλειψε να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών. Σε κάθε περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό, ασάφεια ή αμφιβολία στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των διαδίκων, που περιέχεται στην υπ' αρ. 28.547/2005 συμπληρωματική εργολαβική σύμβαση, αλλά αντιθέτως, εκτιμώντας το σχετικό όρο της σύμβασης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι η νομική τακτοποίηση του οικοπέδου αφορούσε μόνο τη διόρθωση του αναφερομένου στην απόφαση σφάλματος στην καταχώριση του οικοπέδου στο οικείο κτηματολογικό γραφείο και ότι, η προηγούμενη εκτέλεση των έργων υποδομής από τον Δήμο Πολυκάστρου ή άλλο φορέα, δεν αποτέλεσε αντικείμενο των διαπραγματεύσεων των διαδίκων ούτε και συμφωνήθηκε ως προϋπόθεση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος από την εργολαβική σύμβαση.
Με βάση την αιτιολογία αυτή, και την πρόσθετη αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων αυτοβούλως δεν εκτέλεσε το έργο γιατί αποφάσισε ότι η εκτέλεση του δεν τον συνέφερε οικονομικά, καθώς δεν θα του απέφερε κέρδος, το Εφετείο απέρριψε την υποβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα, και κατά το σκέλος αυτό, με την έφεσή του ένσταση του αναιρεσείοντος ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα για τη μη εμπρόθεσμη, εντός τριών μηνών από την γνώση του για την διόρθωση του σφάλματος, έκδοση οικοδομικής άδειας και τη συνακόλουθη καθυστέρηση στην έναρξη εκτέλεσης του έργου.
Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 Κ. Πολ. Δ., που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525, 527 και 269 ΚΠολΔ, όπως το δύο τελευταία άρθρα ίσχυαν πριν την τροποποίησή του άρθρου 527 και την κατάργηση του άρθρου 269 με το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του νόμου αυτού, γιατί η ένδικη έφεση ασκήθηκε πριν την 1/1/2016, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018).
Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 σε συνδυασμό με το άρθρο 269 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτές εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).
Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 752/2011).
Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρ. 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 εδάφ. α` και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 2/2005, ΑΠ 84/2020,ΑΠ 394/2011, ΑΠ 128/2008). Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019).
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την πρωτοδίκως προβληθείσα και νομίμως επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένστασή του, ότι δεν είναι υπαίτιος για την καθυστέρηση στην έκδοση της οικοδομικής άδειας και την εντεύθεν καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, όπως η ένσταση αυτή προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσθήκη ότι ήταν νομικά αδύνατη η χορήγηση άδειας οικοδομής σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία, γιατί οι οδοί στις οποίες έχει πρόσοψη το επίδικο οικόπεδο δεν έχουν διαμορφωμένο πεζοδρόμιο και οι αναιρεσίβλητοι είχαν τη δυνατότητα να καταρτίσουν σχετική υψομετρική μελέτη και, μετά την έγκρισή της από τον Δήμο Πολυκάστρου, να προχωρήσουν οι ίδιοι στα αναγκαία έργα, ώστε να μπορεί και ο ίδιος να ζητήσει την έκδοση οικοδομικής άδειας και την εκπλήρωση της εκ της συμβάσεως υποχρέωσης του, ισχυριζόμενος ότι η προσθήκη αυτή δεν αποτελεί μεταβολή της βάσης της πρωτοδίκως υποβληθείσας ένστασής του, αλλά παραδεκτή συμπλήρωση αυτής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ των πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός, για τη θεμελίωση της ανωτέρω ένστασής του για έλλειψη υπαιτιότητάς του, προέβαλε ότι προέβη στη σύναψη της σύμβασης εργολαβίας γιατί πείσθηκε από τις προφορικές διαβεβαιώσεις τόσον των αναιρεσιβλήτων, όσο και των υπευθύνων προσώπων του Δήμου Πολυκάστρου ότι θα γίνουν τα αναγκαία έργα υποδομής στο επίδικο ακίνητο (σύνδεση με το αποχετευτικό δίκτυο, κρασπέδωση και ασφαλτόστρωση των οδών), αν δε εγνώριζε ότι δεν θα γίνονταν τα έργα αυτά, δεν θα προχωρούσε στη σύναψη της σύμβασης, αφού για την πραγματοποίηση από τον ίδιο των ανωτέρω έργων απαιτούνται τεράστια χρηματικά ποσά, που καθιστούν την εκ μέρους του ανέγερση της οικοδομής ασύμφορη και καταστροφική.
Με την έφεσή του ο αναιρεσείων παραπονέθηκε για την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, επικαλέστηκε, όμως, προς θεμελίωση αυτής και το πρόσθετο στοιχείο ότι η καθυστέρηση στην έναρξη εκτέλεσης του έργου και τελικά η μη εκτέλεση αυτού δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του και για την ανωτέρω επικαλούμενη στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτία.
Το Εφετείο, μετά την, κατά τα προαναφερθέντα, απόρριψη του σκέλους της ένστασής του, που είχε προβληθεί και πρωτοδίκως εξέτασε και απέρριψε την ένσταση, κατά το σκέλος που προβλήθηκε για πρώτη φορά με την έφεση του αναιρεσείοντος, διαλαμβάνοντας δύο επάλληλες αιτιολογίες, κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό απόρριψης αυτής, και συγκεκριμένα α) κυρίως ως απαράδεκτη, διότι η επιγενόμενη μεταβολή της ιστορικής βάσης της ένστασης από τον αναιρεσείοντα, δηλαδή η στήριξή της σε άλλα πραγματικά περιστατικά, επάγεται μεταβολή της ίδιας της ένστασης, που προσκρούει στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, δεχόμενο έτσι ότι με την έφεση προβλήθηκε διαφορετική, σε σχέση με την πρωτοδίκως προταθείσα, ένσταση, χωρίς όμως να συντρέχουν οι προϋποέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, και β) επικουρικά ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι πουθενά στο νόμο δεν τίθενται οι επικαλούμενες στην ένσταση προϋποθέσεις (ήτοι η ύπαρξη υποδομών) για έκδοση άδειας ανοικοδόμησης.
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει μόνο την πρώτη από τις ανωτέρω ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, με την οποία απορρίφθηκε η προβληθείσα το πρώτον στο εφετείο ένσταση ως απαράδεκτη, ενώ δεν πλήττει και την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας, αναφορικά με την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης, όπως προβλήθηκε στο εφετείο, στηρίζει αυτοτελώς η μη πληττόμενη ως άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της απόφασης, Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
Σε κάθε περίπτωση, τα ανωτέρω προβληθέντα πρωτοδίκως προς θεμελίωση της ένστασης περιστατικά, που συνδέονται κυρίως με τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του αναιρεσείοντος, ώστε να οδηγηθεί αυτός στη σύναψη της επίδικης σύμβασης με τους αναιρεσίβλητους, είναι τελείως διαφορετικά με τα πρόσθετα περιστατικά, στα οποία στήριξε αυτός, κατά τα ανωτέρω, την ένστασή του με λόγο έφεσης, αφού προσέθεσε στην ένστασή του και το εντελώς διαφορετικό γεγονός, ότι είναι νομικά αδύνατη η έκδοση άδειας οικοδομής πριν την εκτέλεση των εργασιών και συνεπώς με την έφεση ήχθη προς εξέταση στο Εφετείο, κατά το σκέλος αυτό, νέα ένσταση, χωρίς επίκληση λόγων, που να δικαιολογούν την βραδεία προβολή της, η οποία ήταν για τον λόγο αυτό, όπως προαναφέρθηκε, απαράδεκτη.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την ανωτέρω πρώτη αιτιολογία του έκρινε ομοίως και απέρριψε την ένσταση ως απαράδεκτη, δεν κήρυξε, παρά το νόμο, απαράδεκτο και, συνεπώς, ο ανωτέρω πρώτος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του.
β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα από τον ίδιο με επίκληση στο Εφετείο από 29/11/2006, 27-2-2007, 26/10/2012 και 7/4/2014 έγγραφα του Δήμου Πολυκάστρου, από τα οποία αποδεικνύεται, αφ' ενός ότι ο ίδιος στις 30-12-2005 κατέθεσε φάκελο για χορήγηση οικοδομικής άδειας, ο οποίος του επιστράφηκε, επειδή παρήλθε χρονικό διάστημα εννέα μηνών χωρίς να συμπληρωθούν οι ελλείψεις και αφ' ετέρου ότι δεν έχουν εκτελεστεί από τον Δήμο Πολυκάστρου τα έργα ύδρευσης - αποχέτευσης και κρασπέδωσης στην περιοχή του επίδικου ακινήτου και έτσι το Εφετείο απέρριψε την ένστασή του περί ελλείψεως υπαιτιότητάς του.
Από την αδιάστικτη, όμως, διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος για την κατ' ουσίαν απόρριψη της ανωτέρω ένστασης του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν ήταν και κρίσιμα έγγραφα, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η προηγούμενη εκτέλεση των έργων υποδομής από το Δήμο Πολυκάστρου ή άλλο φορέα δεν αποτέλεσε ούτε αντικείμενο των διαπραγματεύσεων των συμβληθέντων διαδίκων, ούτε συμφωνήθηκε ως όρος - προϋπόθεση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αναιρεσείοντος και συνεπώς η καθυστέρηση στην εκτέλεση των έργων υποδομής, δεν επηρέαζε, σύμφωνα με την σύμβαση, την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να εκδώσει άδεια οικοδομής και να αρχίσει την εκτέλεση του έργου.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 19-11-2014 αίτηση του Γ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1325/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης . - Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και -
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ