Legislator Case Law & Legislation
69/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to prove a party expedited the hearing.

Case Number 69/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's request to annul a lower court decision regarding a tax dispute. The State argued the appellate court failed to consider specific arguments about the tax notice's validity, but the court found these points were already addressed and rejected by the lower court. Consequently, the appeal was rejected because the State could not demonstrate that any party had legally expedited the hearing proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal for annulment is inadmissible if no party expedited the hearing, and the court must examine whether a party legally accelerated the proceedings.

Keywords

AI generated
annulment appeal inadmissibility expedited hearing civil procedure tax dispute lower court decision Greek Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 69 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 69/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από τον Διοικητή της που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και, εν προκειμένω, και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πρέβεζας, κάτοικο Πρέβεζας. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3)Σ. Σ. του Γ., κατοίκου…, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-7-2010 και 12-10-2010 ανακοπές της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου και του ήδη αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 238/2015 μη οριστική και 126/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-10-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1 , 2 και 576§§1-3 KΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με αριθμούς. 3409/24-5-2019, 3408/24-5-2019, 7896/11-6-2019 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Α. Μ., προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό 126/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων επισπεύθηκε με φροντίδα του αναιρεσείοντος, το οποίο προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 15 την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 26-10-2020, κατά την οποία οι ως άνω αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (άρθρ. 122§1, 123, 126§1α, 127§1, 128, 230§2, 498§1, 568 KΠολΔ).

Όμως αυτοί δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι` αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576§2 KΠολΔ).

Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 556 και 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία συντρέχει και επί ανακοπής αναγγελθέντος δανειστή κατά πίνακα κατάταξης, η αναίρεση του δανειστή πρέπει να απευθύνεται κατά εκείνων, έναντι των οποίων ο αναιρεσείων έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει υπέρ αυτού την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαιτίας λόγου αναιρέσεως, που αφορά την απαίτηση των αναιρεσιβλήτων. Αν ο λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά κεφαλαίου της πληττόμενης απόφασης, που είναι άσχετο με κάποιον εκ των αναιρεσιβλήτων, τότε, ως προς αυτόν, η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου προς τούτο συμφέροντος. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αναιρέσεως, οι λόγοι της είναι άσχετοι με τους δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε δε αναφέρουν οι αναιρεσείοντες, στο δικόγραφο της αναιρέσεως, κάποιο λόγο, ο οποίος να δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους προς άσκηση αναίρεσης κατά των παραπάνω αναιρεσιβλήτων. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους ως άνω αναιρεσιβλήτους, πρέπει, ως απαράδεκτη, να απορριφθεί, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. (ΑΠ 309/2020, 465/2019, ΑΠ 755/2001).

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 126/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία απέρριψε, την από 21-6-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 28/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Με την τελευταία απόφαση, απορρίφθηκε η από 12-10-2010 ανακοπή του αναιρεσείοντος και είχε γίνει δεκτή η από 5-7-2010 ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που το αναρεσείον είχε καταταγεί προνομιακά στον 1267/18-6-2010 πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Πρέβεζας Σοφίας Παπαδημητρίου και κρίνοντας ότι η αναγγελία του αναιρεσείοντος στον υπάλληλο του πλειστηριασμού ήταν αόριστη και εσφαλμένα τούτο είχε καταταγεί προνομιακά στον προσβαλλόμενο πίνακα κατάταξης, αποβλήθηκε τούτο από το αντίστοιχο ποσό του πλειστηριάσματος και κατατάχθηκε σ` αυτό η αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 KΠολΔ).

Κατά το άρθρο 972 παρ.1 KΠολΔ, οι δανειστές εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχουν το δικαίωμα να αναγγείλουν την απαίτησή τους με έγγραφη αναγγελία που επιδίδεται, το αργότερο μέσα σε δέκα πέντε ημέρες από τον πλειστηριασμό, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και πρέπει να περιέχει α) διορισμό αντικλήτου στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης, αν ο δανειστής που αναγγέλλει την απαίτησή του δεν κατοικεί μέσα στην περιφέρεια αυτή και β) περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται.

Η αναγγελία, ως πράξη που αποσκοπεί στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της συμμετοχής του αναγγελλόμενου δανειστή στη διαδικασία διανομής του πλειστηριάσματος και στην ικανοποίηση της απαίτησής του απ` αυτό, αποτελεί διαδικαστική πράξη και αντίστοιχα το αναγγελτήριο έχει το χαρακτήρα δικογράφου κατά την έννοια του άρθρο 118 KΠολΔ (ΑΠ 1349/2011).

Ειδικότερα η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και συγκεκριμένα στη διαδικασία της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή. Στο περιεχόμενο του αναγγελτηρίου οφείλουν να απαντήσουν με τις παρατηρήσεις τους, κατά το άρθρο 974 KΠολΔ, αλλά και την ανακοπή του άρθρου 979 KΠολΔ, ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που αναγγέλθηκαν, με βάση δε το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής οφείλουν να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της απαίτησης που αναγγέλθηκε.

Συνεπώς, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και στους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στον δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης. Στις προϋποθέσεις αυτές συγκαταλέγεται και η ύπαρξη του τυχόν προνομίου της απαίτησης, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, εκτός αν αυτά συμπίπτουν με εκείνα που στηρίζουν την απαίτηση.

Για το σκοπό αυτό η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, καθώς και του προνομίου της. Το δικόγραφο δε αυτής είναι άκυρο, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 KΠολΔ, λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σε αυτό απαίτησης και του προνομίου της, όταν η αοριστία, που αποτελεί παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, προκαλεί σ` αυτόν που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Αυτό συμβαίνει μόνον όταν η περιγραφή της απαίτησης στο αναγγελτήριο, καθώς και του τυχόν προνομίου της, είναι τόσον ελλιπής, ώστε να μη μπορούν ο μεν οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους κατά τα άρθρα 974 και 979 KΠολΔ, ο δε υπάλληλος του πλειστηριασμού να ελέγξει τη βασιμότητα της απαίτησης και να προβεί στην κατάταξή της συγκριτικά και με τις λοιπές αναγγελλόμενες απαιτήσεις.

Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση στο βαθμό που αυτή απαιτείται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 KΠολΔ, όταν πρόκειται για αγωγή ή ανακοπή, διότι το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 111 KΠολΔ (ΑΠ 119/2003, ΑΠ 387/2001, ΑΠ 1783/2001), αφού αφενός μεν η αναγκαστική εκτέλεση είναι διαδικασία και όχι δίκη, αφετέρου δε με την αναγγελία, το δικόγραφο της οποίας απλώς επιδίδεται στον υπάλληλο (συμβολαιογράφο) του πλειστηριασμού, δεν γίνεται παράσταση ενώπιον δικαστικής αρχής, αλλά ανακοίνωση της σχετικής με την κατάταξή του βούλησης του αναγγελλόμενου δανειστή ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Αντίστοιχα αυτός δεν αποτελεί δικαστική αρχή ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αλλά ενεργεί ως βοηθητικό όργανο κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, συντάσσοντας εν τέλει τον πίνακα κατάταξης των δανειστών στους οποίους θα διανεμηθεί το πλειστηρίασμα (άρθρο 974 KΠολΔ), χωρίς όμως δεσμευτική διάγνωση των σχετικών απαιτήσεών τους, γι` αυτό και η κατάταξή τους υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο με την προβλεπόμενη στο άρθρο 979 KΠολΔ ανακοπή κατά του πίνακα (ΟλΑΠ 1 και 2/2010, ΑΠ 1349/2011).

Κατά συνέπεια, για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης απαίτησης, αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται νομίμως από δημόσια έγγραφα (ή δικαστική απόφαση) που είναι εμπρόθεσμα, μέσα στη νόμιμη ως άνω προθεσμία, κατατεθειμένα στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, με τα οποία αναγνωρίζεται η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή ή το προνόμιό του και το οποίο αναφέρεται στο αναγγελτήριο, και τα οποία είναι προσιτά σε όλους (ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 2068/2013, ΑΠ 1087/2013, ΑΠ 545/2006).

Επίσης, η συμπλήρωση του ελλιπούς και εκ τούτου αόριστου αναγγελτηρίου μπορεί να γίνει μόνο με νέο αναγγελτήριο μέσα στη νόμιμη προθεσμία (ΑΠ 1788/2002). Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλομένη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ` και δ` KΠολΔ υποχρέωσή του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα (άρθρο 151 KΠολΔ) και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Η πάροδος όμως άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 972 παρ.1 εδ. γ` KΠολΔ, δεν επιφέρει έκπτωση από το δικαίωμα προσκομιδής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 KΠολΔ, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 949/2011 ΑΠ 31/2010, ΑΠ 1340/2006, ΑΠ 472/2005).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις, α) του άρθρου 61 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)" που ορίζει ότι "1. Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπρόθεσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ` αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας ....

Διά τας μη ληξιπρόθεσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών...." και β) του άρθρου 55 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ` οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, δι αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.

Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι` έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας"., σαφώς προκύπτει, ότι ο Διευθυντής του Δημόσιου Ταμείου , σε περίπτωση πλειστηριασμού που επισπεύδεται από τρίτο, υποχρεούται να αναγγείλει το Δημόσιο για βεβαιωμένα στο Ταμείο και ήδη Δ.Ο.Υ.

χρέη του καθ` ου ο πλειστηριασμός, με αναγγελία που κοινοποιείται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συνοδεύεται από πίνακα, στον οποίο εμφαίνονται τα χρέη. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος και το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν, τη χρονολογία της βεβαίωσής τους, καθώς και μνεία της τυχόν υπάρχουσας για κάθε χρέος ασφάλειας (ΑΠ 1087/2013).

Σύμφωνα επίσης με τις ίδιες διατάξεις, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει, με βάση τα αποστελλόμενα στοιχεία και χωρίς άλλη σύμπραξη του αναγγελλόμενου διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου να προβεί στην κατά νόμο κατάταξη του Δημοσίου. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις αναφερόμενες ανωτέρω, προκύπτει ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων, μπορεί δε η περιγραφή της απαίτησης που περιέχεται στην αναγγελία του Δημοσίου να συμπληρωθεί νόμιμα από τον πίνακα ή άλλο δημόσιο έγγραφο που είναι κατατεθειμένο από αυτό ή άλλον στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτό σε όλους (ΑΠ 679/2016, ΑΠ 1353/2015, ΑΠ 575/2005, ΑΠ 1636/2002, ΑΠ 630/2002), ή σύμφωνα με τα προαναφερόμενα με νέο, εντός της νόμιμης προθεσμίας, αναγγελτήριο.

Δεν είναι παραδεκτή η συμπλήρωση της αόριστης αναγγελίας με την προσκόμιση τέτοιων εγγράφων στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ανακοπής. Τούτο διότι, το δημόσιο, έχει μεν τη δυνατότητα να προσκομίσει στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της ανακοπής και έγγραφα τα οποία δεν προσκόμισε εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, μόνο, όμως, για την απόδειξη της απαίτησής του και του προνομίου της, η οποία, λόγω της μη προσκομιδής τούτων στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, κατατάχθηκε τυχαία, όχι για τη θεραπεία της αοριστίας της αναγγελίας. (ΑΠ 519/2020, ΑΠ 194/2018).

Με τις διατάξεις του άρθρου 115 του κυρωθέντος, με τον ν. 2238/1994 (Α' 151), Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (Κ.Φ.Ε.), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο στην προκειμένη υπόθεση χρόνο ορίζονταν τα εξής: "1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιρειών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους.

Στις ανώνυμες εταιρίες που συγχωνεύονται, ευθύνεται αλληλεγγύως μαζί με τα πιο πάνω πρόσωπα, για την πληρωμή των κατά το προηγούμενο εδάφιο οφειλόμενων φόρων της διαλυόμενης εταιρίας και εκείνη που την απορρόφησε ή η νέα εταιρία που συστήθηκε ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. Τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά των προσώπων που διατέλεσαν σύμβουλοι, καθώς και μέλη ή μέτοχοι του νομικού προσώπου κατά το χρόνο της διάλυσής του ως προς τους φόρους που αφορούν σε χρήσεις προγενέστερες από την έναρξη της εκκαθάρισης, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. 2.

Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλμένοι στη διοίκηση του νομικού προσώπου, κατά το χρόνο της διάλυσης των λοιπών νομικών προσώπων του άρθρου 101, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους".

Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 6 του ν. 2648/1998 (Α' 238), ορίζονταν, περαιτέρω, τα ακόλουθα: "Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής:

α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά. β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου".

Όπως έχει κριθεί, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 115 του Κ.Φ.Ε., οι οποίες, εισάγουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, πρέπει να ερμηνεύονται στενά (ΣτΕ 1213/2019), καθιερώνεται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους στη διασφάλιση της είσπραξης των οφειλομένων από ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες φόρων και προστίμων, προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των φυσικών προσώπων που τις διευθύνουν για την καταβολή των αντίστοιχων φορολογικών οφειλών (ΣτΕ 1775/2018).

Ενόψει του σκοπού αυτού, η, κατά τα ανωτέρω, θέσπιση προσωπικής και αλληλέγγυας ευθύνης των φυσικών προσώπων, που διευθύνουν ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες - στα διευθυντικά καθήκοντα των οποίων περιλαμβάνεται και η μέριμνα για τη συμμόρφωση του νομικού προσώπου προς τις απορρέουσες από τη φορολογική νομοθεσία υποχρεώσεις του - μη ισοδυναμούσα, άλλωστε, με καθιέρωση ίδιας φορολογικής υποχρέωσης των προσώπων αυτών, αλλά με απλή πρόσθετη ευθύνη τους προς πληρωμή των βεβαιωθέντων σε βάρος της ανώνυμης εταιρείας φόρων και προστίμων, δεν προσκρούει, κατ` αρχήν, στις περί οικονομικής ελευθερίας διατάξεις του Συντάγματος (ΣτΕ 1775/2018).

Ειδικώς, για τα πρόσωπα που είχαν τη διεύθυνση ανώνυμης εταιρείας προ του χρόνου διαλύσεως ή συγχωνεύσεώς της, η κατ` άρθρο 115 παρ. 3 του Κ.Φ.Ε. προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη τους περιορίζεται στους παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους στην κατανάλωση φόρους, που έπρεπε, κατά περίπτωση, να παρακρατηθούν και να αποδοθούν στο Δημόσιο κατά τον χρόνο που τα πρόσωπα αυτά διηύθυναν την ανώνυμη εταιρεία. (ΣτΕ 415/2020, ΣτΕ 2512/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α` KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 1756/2011, ΑΠ 282/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 KΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 KΠολΔ, προκύπτει, ότι ως απαράδεκτο, του οποίου η από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοείται εκείνο που είναι συνέπεια παραβιάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 96/1985, ΑΠ 862/2011, ΑΠ 1735/2008, ΑΠ 1726/2008).

Εξάλλου η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 972 παρ.1 εδ. 2 στοιχ. β` KΠολΔ, που ορίζει το αναγκαίο περιεχόμενο της αναγγελίας ως πράξεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα της κατάταξης των δανειστών, είναι δικονομική και συνεπώς η παραβίασή της από το δικαστήριο της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 KΠολΔ, αλλά μόνο με το λόγο αναίρεσης από την με αριθμό 14 διάταξη του ιδίου άρθρου (ΑΠ 519/2020, ΑΠ 194/2018, ΑΠ 1580/2013, ΑΠ 472/2005, ΑΠ 119/2003, ΑΠ 1700/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος της αποφάσεώς του, δέχθηκε τα εξής : "Η ανακόπτουσα - πρώτη των καθ' ων η ανακοπή, επισπεύδουσα, ανήγγειλε την απαίτησή της κατά των καθών η εκτέλεση, Σ. και Α. Σ., προερχόμενη από την 6332/23-4-2011 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες της συμβάσεως αυτής πράξεις, τις οποίες υπέγραψαν οι ανωτέρω ως εγγυητές, κατέθεσε δε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό της τίτλο (86/2009 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας) και τα λοιπά αποδεικτικά της απαιτήσεώς της έγγραφα στις 2-2-2010, οπότε συντάχθηκε η 1110/2-2-2010 πράξη της ανωτέρω Συμβ/φου.

Για την εξασφάλιση της απαίτησής της, η ύπαρξη της οποίας δεν αμφισβητείται από το καθ' ου η ανακοπή - ανακόπτον, είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας στις 23-4-2009 και συγκεκριμένα για ποσό 444.686,70 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Το ανακόπτον -καθ' ου η ανακοπή, δια του εκπροσώπου του, προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Πρέβεζας, ανήγγειλε τις απαιτήσεις του κατά του εκ των καθ' ων η εκτέλεση, Σ. Σ., με την 15216/23-12-2009 αναγγελία, που φέρει την υπογραφή του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πρέβεζας και ζήτησε την προνομιακή κατάταξή του, σύμφωνα με το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, για το συνολικό ποσόν των 234.777,52 ευρώ, όπως περιγράφεται στο συνημμένο πίνακα χρεών, που επίσης φέρει την υπογραφή του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Πρέβεζας. Την ύπαρξη των απαιτήσεων αυτών του Ελληνικού Δημοσίου αμφισβητεί η ανακόπτουσα … με την ανακοπή της, η αμφισβήτηση δε της ύπαρξης της απαίτησης αυτής επιτρέπεται, ακόμα και αν αποδεικνύεται έναντι του καθ' ου η εκτέλεση με έγγραφα, αφού η αποδεικτική δύναμη των εγγράφων αυτών δεν δεσμεύει και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν (ΑΠ 1513/2006 Δνη 47. 1348).

Τόσο στην ανωτέρω αναγγελία, όσο και στο συνημμένο από 23-12-2009 πίνακα χρεών δεν αναφέρεται αν οι απαιτήσεις του καθ'ου έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και με ποιον συγκεκριμένο τρόπο (π.χ. ότι έχουν παρέλθει οι προθεσμίες του άρθρου 5 του Κ.Ε.Δ.Ε.), αφού το Ελληνικό Δημόσιο κατατάσσεται προνομιακά μόνο για τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του.

Επιπρόσθετα, τα επιμέρους χρηματικά ποσά αναλύονται στον πίνακα ως εξής: "Α/Α 1. Α.Φ.Μ. 029172376, ιδιοτ. - στοιχεία βεβαίωσης 80008/31-7-2009, οικ. έτος 2009, είδος οφειλής εισόδημα φ.π. προσ., κεφάλαιο - τόκοι 3.658,59 ευρώ, προσαυξήσεις - λοιπά 0,00 ευρώ. Α/Α 2. Α.Φ.Μ. 094243974, ιδιοτ. διευθύνων σύμβουλος, στοιχεία βεβαίωσης 2212/9- 4-2001, οικ.

έτος 2001, είδος οφειλής εισφορά λοιπές περιπτώσεις, κεφάλαιο τόκοι 75.206,56 ευρώ, προσαυξήσεις - λοιπά 94.384,23 ευρώ. Α/Α 3. Α.Φ.Μ. 094243974, ιδιοτ. διευθύνων σύμβουλος, στοιχεία βεβαίωσης 3871/10-7- 2001, οικ. έτος 2001, είδος οφειλής εισφορά λοιπές περιπτώσεις, κεφάλαιο τόκοι 11.552,74 ευρώ, προσαυξήσεις - λοιπά 13.942,52 ευρώ. Α/Α 4. Α.Φ.Μ. 094243974, ιδιοτ.

διευθύνων σύμβουλος, στοιχεία βεβαίωσης 5390/24-9-2001, οικ. έτος 2001, είδος οφειλής εισφορά λοιπές περιπτώσεις, κεφάλαιο τόκοι 15.224,25 ευρώ, προσαυξήσεις - λοιπά 17.964,62 ευρώ. Α/Α 5. Α.Φ.Μ. 094243974, ιδιοτ. διευθύνων σύμβουλος, στοιχεία βεβαίωσης 5518/12-11- 2009, οικ. έτος 2009, είδος οφειλής περαίωση Φ.Μ.Α.Π. Ν., κεφάλαιο τόκοι 2.874,01 ευρώ, προσαυξήσεις - λοιπά 0,00 ευρώ, σύνολα κεφάλαιο - τόκοι 108.486,15 ευρώ, προσαυξήσεις - λοιπά 126.291,37 ευρώ και γενικά σύνολο 234.777,52 ευρώ", χωρίς όμως να αναφέρεται η ιστορική αιτία των ανωτέρω οφειλομένων ποσών, δηλαδή τα παραγωγικά των απαιτήσεων γεγονότα (π.χ.

για τις εγγραφές με αύξοντες αριθμούς από 2 έως 4 αναγράφεται ως είδος οφειλής "εισφορά λοιπές περιπτώσεις" χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό του είδους και της φύσεως της εισφοράς αυτής ή π.χ. για την εγγραφή με αύξοντα αριθμό 5 αναγράφεται ως είδος οφειλής "περαίωση Φ.Μ.Α.Π. Ν.", χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση του σχετικού νόμου).

Ακόμα δεν αναφέρεται η νομική αιτία για τη διεκδίκηση από το καθ' ου των ανωτέρω οφειλομένων ποσών. Τέτοια ιστορική και νομική αιτία δεν συνιστά η αναφορά των στοιχείων της ταμειακής βεβαίωσης χωρίς καμία περαιτέρω εξειδίκευση. Στον ίδιο πίνακα δεν προσδιορίζεται ποιο από τα αναγραφόμενα ποσά αποτελεί κεφάλαιο, ποιο τόκους, ποιο προσαυξήσεις και ποιο λοιπά, παρά μόνο αθροίζονται τα σχετικά ποσά στις αναγραφόμενες σχετικές ενδείξεις "κεφάλαιο - τόκοι" και "προσαυξήσεις - λοιπά".

Εξάλλου, για τις εγγραφές με αύξοντες αριθμούς από 2 έως 5 αναφέρεται η ιδιότητα του υποχρέου ως "διευθύνοντος συμβούλου", πλην όμως δεν αναφέρονται στον πίνακα ή την αναγγελία τα στοιχεία του νομικού προσώπου, στο οποίο ο οφειλέτης, Σ. Σ., είχε την εν λόγω ιδιότητα, όπως επίσης δεν αναφέρεται ο λόγος, για τον οποίο συντρέχει περίπτωση ατομικής του ευθύνης, παρά μόνο αναγράφεται δίπλα από τη σχετική ένδειξη άγνωστος αριθμός φορολογικού μητρώου.

Οι ανωτέρω ελλείψεις της 15216/23-12-2009 αναγγελίας και του συνημμένου σε αυτήν με ημερομηνία 23-12-2009 πίνακα χρεών δεν παρέχουν τη δυνατότητα ελέγχου από το Δικαστήριο της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας των επιμέρους απαιτήσεων του αναγγελθέντος - καθ' ου η ανακοπή, το οποίο δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται άλλα αποδεικτικά των απαιτήσεών του έγγραφα και ως εκ τούτου εσφαλμένα κατατάχθηκε στον προσβαλλόμενο πίνακα προνομιακά και οριστικά κατά το ποσόν των 14.565,62 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και δεκτής γενομένης της από 5-7- 2010 ανακοπής της …, αφού απέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο από την κατάταξή του για το παραπάνω ποσόν, που είχε αναγγελθεί αορίστως κατέταξε την … στη θέση του, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομμένων των περί τα αντιθέτου λόγων της έφεσης.".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεχόμενο ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε κρίνει, κατά παραδοχή σχετικού λόγου ανακοπής της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ότι η επίδικη αναγγελία του αναιρεσείοντος ήταν αόριστη και συνεπώς άκυρη και μεταρρύθμισε αντίστοιχα, τον ανακοπτόμενο πίνακα κατάταξης.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο ακυρότητα, ούτε παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 972 KΠολΔ, καθόσον η αναγγελία του αναιρεσίβλητου, με βάση την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη έλλειψή της ως προς την περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και η οποία αφορά το πρόσωπο του οφειλέτη, είναι πράγματι αόριστη κατά τη έννοια της εφαρμοσθείσας, ως άνω, διάταξης του άρθρου 972 KΠολΔ.

Ειδικότερα, από την επίμαχη αναγγελία και τον συνοδεύοντα αυτή πίνακα χρεών δεν προκύπτει σαφώς: α) ότι οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος είναι ληξιπρόθεσμες και με ποιό τρόπο κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, αφού αναφέρεται μόνο το άρθρο 61 του ΚΕΔΕ, ως προς τον προνομιακό χαρακτήρα αυτών, β) ενώ, τόσο η επίδικη αναγγελία όσο και ο πίνακας χρεών, εκδόθηκαν στο όνομα και σε βάρος του ανακόπτοντος, ως οφειλέτη του αναιρεσείοντος, και στις εγγραφές με α/α 2-5, αναγράφεται το ΑΦΜ της εταιρείας "...", στη δε στήλη "ιδιοτ.- Διευθύνων σύμβουλος", αν το νομικό πρόσωπο έχει διαλυθεί ή συγχωνευθεί και περαιτέρω, αν η οφειλή προέρχεται από παρακρατούμενους φόρους, ώστε, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, να προκύπτει προσωπική ευθύνη και του ανακόπτοντος, γ) ποιό ποσό αποτελεί κεφάλαιο, τόκους, προσαυξήσεις κ.λ.π από τα συλλήβδην αναγραφόμενα στις στήλες "κεφάλαιο-τόκοι" και "προσαυξήσεις-λοιπά".

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα λόγω αοριστίας της ένδικης αναγγελίας του, διατεινόμενο ότι ήταν ορισμένη, ήτοι κατά το αναιρετήριο εκ του αρ. 1 και 19 κατ` εκτίμηση δε εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 KΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 KΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).

Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).

To γεγονός, δε, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 KΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Αλλά και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1620/2005). Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του Δικαστή, όμως τούτο δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης ή ότι οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της τελευταίας (δημόσιας τάξης), περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 562 KΠολΔ, με τις διατάξεις των άρθρων 556 § 2, 570 §§ 1 και 2, 577, 579 και 581 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (Α.Π. 621/2009). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 KΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005).

Έτσι, πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΑΠ 1434/2010). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα τέτοιο ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνον που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008).

Το αναιρεσείον, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμός 8β ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του, τον με σχετικό λόγο εφέσεως προταθέντα και εξειδικευθέντα με τις ενώπιον του κατατεθείσες από 16-9-2016 προτάσεις του, ισχυρισμό, ότι ο συνημμένος στην αναγγελία πίνακας χρεών κατά νόμο (άρθρο 55 του ΚΕΔΕ) περιλαμβάνει μόνο το ονοματεπώνυμο του οφειλέτη, το είδος, το ποσό των χρεών, το οικονομικό έτος στο οποίο ανήκουν και μνεία της χρονολογίας βεβαίωσης τούτων και της τυχόν υπάρχουσας ασφάλειας για καθένα από τα εν λόγω χρέη, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση της απαιτήσεως και του προνομίου του, στο βαθμό που αυτή απαιτείται επί της αγωγής και της ανακοπής, τον οποίο (ισχυρισμό) δεν αξιολόγησε, ούτε και τα πραγματικά περιστατικά που εμπεριέχονται σ' αυτόν, παρότι προτάθηκαν νόμιμα και ήταν ουσιώδη και πρόσφορα να οδηγήσουν στην κρίση του ότι η αναγγελία ήταν ορισμένη.

Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, εφόσον από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι όλοι οι ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκαν με τις αντίθετες παραδοχές.

Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 12-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 126/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-10-2018 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 126/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ