Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on abuse of right in insurance dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding an insurance claim. The appellant argued that the lower court erred in finding abuse of right and failed to properly evaluate evidence, but the court noted that the appellant did not submit the necessary proposal documents required for the lower court to assess the validity of the defense. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible due to the lack of these specific documents and dismissed the entire request.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576, 281, 559 of the Code of Civil Procedure; Articles 173, 200, 871 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to submit the proposal documents necessary for the lower court to verify the validity of the defense regarding abuse of right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 69/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Τον αναιρεσείοντα: Δ. Λ. του Ι., κάτοικο Αθηνών ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Γεωργίου Αλεξόπουλου, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος ήταν απών και 2) Της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη οριστικώς από Ανεξάρτητη Αρχή με την επωνυμία "Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης" (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), λόγω παραβάσεως νόμου (αριθμός απόφασης ως άνω ανάκλησης: 156/21-9-2009 νομίμως εκπροσωπούμενο, ως ειδικού εκ νόμου διαδόχου της, του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2485/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5840/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-4-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 5-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή κατά τους δεύτερο και τρίτο λόγο η αίτηση αναιρέσεως και να απορριφθεί για τους λοιπούς.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 10576β/28-9-2010, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, του Πρωτοδικείου Πειραιά ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (23-9-2011) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στον πρώτο εκ των αναιρεσιβλήτων (Κ. Σ.).
Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά τη διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά της περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Περαιτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί το αποδεικτικό πόρισμα να αναφέρεται με σαφήνεια.
Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, συνεκδικάζον τις αντίθετες εφέσεις, τις ασκηθείσες κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή του ενάγοντα- νυν αναιρεσείοντα, με την οποία ζητούσε αποζημίωση, για απώλεια εισοδήματος, εξ αιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία, συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος, του επελθόντος εξ υπαιτιότητας του εναγομένου - νυν αναιρεσίβλητου - οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, του ασφαλισμένου στην εναγομένη - νυν αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, δέχθηκε ότι το αγωγικό δικαίωμα του ενάγοντα ασκήθηκε καταχρηστικά, με την εξής ειδικότερα αιτιολογία: " Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-6-2000 αγωγή του κατά των σημερινών εναγομένων και ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί και σ' ολόκληρο ο καθένας να του καταβάλουν το συνολικό ποσό των 11.426.000 δρχ.
ως αποζημίωση για τη ζημιά που υπέστη και χρηματική του ικανοποίηση, από το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 3-2-2000 και ώρα 19.20'στη συμβολή των οδών Λεωφόρου Βουλιαγμένης και Σμύρνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο η υπ' αριθμ. 3216/2001 απόφαση, η οποία αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης ήταν ο 1ος εναγόμενος (Κ.
Σ.) αναγνώρισε, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταλάβουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 4.566.000 δρχ. και ήδη 13.399.85€. Μεταξύ του ανωτέρω ποσού περιλαμβάνεται και ποσό 2.520.000 δρχ. και ήδη 7.395,45€ που αφορά απώλεια εισοδήματος του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 3-2-2000 έως 31-12-2000. Οι εναγόμενοι και ειδικότερα η 2η εναγόμενη Ασφαλιστική Εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα το ανωτέρω συνολικό ποσό.
Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου την 19-10-2001 (δεύτερη) αγωγή του κατά των ανωτέρω εναγομένων και ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 15.037,42 ευρώ, που αφορούσε διάστημα από 1-1-2001 έως 12-4-2002.Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο η υπ' αριθμ. 1527/2005 απόφαση, η οποία υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσό των 10.985,59 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος, Γεώργιος Φυκήρης, ο οποίος εκπροσωπεί αυτόν σε όλες τις δίκες τις σχετικές με το επίδικο ατύχημα, ενεργώντας κατ' εντολή του πελάτη του, στις 11/7/2005, μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 1527/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία κατέστη τελεσίδικη, καθόσον αμφότερα τα διάδικα μέρη παραιτήθηκαν από την άσκηση ένδικων μέσων κατ' αυτής ήλθε σε συνεννόηση με τον αντιπρόσωπο της δεύτερης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και η τελευταία κατέβαλε στον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος εφάπαξ το συνολικό ποσό που επιδικάσθηκε στον ενάγοντα, ως απώλεια εισοδημάτων του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 12-4-2002, που μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα ανέρχονται στο ποσό των 10.758,69 ευρώ, σε ολοσχερή εξόφληση της ανωτέρω, υπ' αριθμ. 1527/2005 αποφάσεως.
Προς το σκοπό αυτό συντάχθηκε και η σχετική απόδειξη πληρωμής (βλ. προσκομιζόμενη σε φωτοαντίγραφο). Ο ανωτέρω πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος ρητά δήλωσε και υπέγραψε εκτός των άλλων, ότι παραιτείται από τα ένδικα μέσα κατά της πιο πάνω αποφάσεως (1527/2005) και πάσης μελλοντικής απαιτήσεως του ενάγοντος.
Επειδή ο ενάγων εισέπραξε χωρίς καμία επιφύλαξη από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο ολόκληρο το ως άνω ποσό που κατέβαλε η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ενώ ταυτόχρονα επωφελήθηκε του γεγονότος ότι οι αντίδικοι του δεν άσκησαν ένδικα μέσα κατά της ως άνω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το Δικαστήριο κρίνει ότι με βάσει τις παραδοχές αυτές , ότι πρόκειται για μία εξώδικη συμφωνία , η οποία φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως συμβιβασμού, η οποία οδηγεί στην οριστική επίλυση της προαναφερθείσης διαφοράς τους, αφού οι διάδικοι παραιτήθηκαν των ενδίκων μέσων κατά της υπ' αριθμό 1527/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αυτή κατέστη τελεσίδικη, ο ενάγων εισέπραξε άμεσα και ανεπιφύλακτα ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό μετά των τόκων και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, παραιτηθείς άμα από τη μελλοντική από την ίδια αιτία αξίωσή του, δηλαδή υποχωρήσας κατά τούτο, αλλά και οι εναγόμενοι εκτός του ότι δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως, εξόφλησαν άμεσα και χωρίς επιφύλαξη την επιδικασθείσα αποζημίωση και την δικαστική δαπάνη, υποχωρήσαντες κατά τούτο.
Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 11-5-2005 (τρίτη) ένδικη αγωγή του, την οποία κατέθεσε στο ανωτέρω Δικαστήριο στις 16-5-2005, κοινοποίησε όμως αυτήν στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΓΑ" στις 14-7-2005, ήτοι τρεις (3) ημέρες αφότου είχε εισπράξει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του το ανωτέρω ποσό και είχε παραιτηθεί από κάθε μελλοντική του απαίτηση, ζητώντας να του επιδικασθεί το συνολικό ποσό των 32.037,20 ευρώ και ειδικότερα και ποσό 29.576,40 ευρώ που αφορά απώλεια εισοδημάτων του κατά το χρονικό διάστημα 12-4-2002 έως 12-10-2005.Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει, ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμά του, εγείροντας και την ένδικη (τρίτη) αγωγή κατά των εναγομένων, ζητώντας να του επιδικασθεί αποζημίωση για την απώλεια εισοδημάτων του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ενώ αυτός είχε παραιτηθεί συγχρόνως από μελλοντική από την ίδια αιτία αξίωσή του.
Πρέπει να λεχθεί, ότι ο ενάγων που γνώριζε ότι είχε ασκήσει και τρίτη αγωγή (ένδικη) κατά των εναγομένων, ουδόλως ανέφερε στους τελευταίους γι' αυτή, κατά την είσπραξη της αποζημιώσεως του που αφορούσε την υπ' αριθμό 1527/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την οποία (ένδικη αγωγή), όπως προαναφέρθηκε κοινοποίησε στην ασφαλιστική εταιρία τρεις (3) ημέρες μετά την είσπραξη του ποσού".
Και υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ένσταση των εναγομένων - εκκαλούντων και να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη, του άρθρου 281 ΑΚ και δεν παραβίασε αυτή, ενώ, εξ άλλου, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διάταξης.
Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αποδιδόμενη, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης πλημμέλεια και οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος αυτού, από το 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, για λήψη υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ο δεύτερος λόγος κατά το μέρος αυτού, από το 559, αριθμ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση (μη εφαρμογή) των αρθ. 173 και 200 ΑΚ και ο τρίτος, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του αρθ. 871 ΑΚ. (συμβιβασμός), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος και όχι λόγω συμβιβασμού.
Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος αυτού, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ως ορισμένο ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων, περί κατάχρησης δικαιώματος υπέπεσε στην από το αρθ. 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα απαιτούνται, για την εφαρμογή του αρθ.281 ΑΚ, αφού οι εναγόμενοι δεν επικαλούνταν το αναγκαίο για τη βασιμότητα της ένστασης αυτής στοιχείο του αιτήματος της απόρριψης της αγωγής, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζονται τα δικόγραφα των προτάσεων, που κατατέθηκαν από τους εναγομένους, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ούτε ενώπιον του Εφετείου, επί της ασκηθείσας από τους εναγομένους έφεσης) ώστε να δύναται ο Άρειος Πάγος να αποφανθεί επί της βασιμότητας ή μη του λόγου αυτού.
Ομοίως, απορριπτέος, ως αβάσιμος, με την ίδια αιτιολογία, είναι και ο αναφερόμενος στο ίδιο ζήτημα (της αοριστίας της ένστασης εκ του άρθ. 281 Α.Κ.), πρώτος λόγος, αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της την ένσταση αυτή των εναγομένων, αφού δεν προσκομίζονται τα απαιτούμενα για τον έλεγχο της βασιμότητας του λόγου αυτού δικόγραφα, δηλαδή δεν προσκομίζονται ούτε το δικόγραφο της ασκηθείσας από τους εναγομένους - νυν αναιρεσιβλήτους έφεσης ούτε και τα δικόγραφα των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου κατατεθεισών προτάσεων αυτών, ώστε να δύναται το παρόν Δικαστήριο να ελέγξει εάν η υπ' αυτών προβληθείσα ένσταση, περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος ήταν ή όχι ορισμένη.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2010 αίτηση του Δ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5840/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ