Supreme Court allows appeal against insurer's dismissal of collateral claim due to premature filing error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's dismissal of a collateral insurance claim. The appellant argued the claim was admissible despite the First Instance Court's finding of premature filing, citing evidence that the claim had been served on both defendants before the trial. The Court ruled that the Second Instance Court erred in declaring the claim inadmissible and remanded the case for retrial regarding the second insurer.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(14) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; A collateral claim is admissible if served on all defendants prior to the trial, and a higher court cannot declare it inadmissible based on a procedural error made by the lower court if the service was timely.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 69/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Φ. Σ. του Χ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Τσιώστα και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Δ. του Δ., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/3/2005 αγωγή - πλαγιαστική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2799/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5025/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/5/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 13/9/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευτύχιου Παλαιοκαστρίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας είχε σωρευόμενες επικουρικά 2 αγωγές: 1)την κύρια από τη σύμβαση ασφάλισης ευθεία από το άρθρο 10 παρ.2 του ν.489/1976 και 2)την επικουρική πλαγιαστική από τη σύμβαση ασφάλισης μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλισμένου της υπαίτιου που υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (αρθρ.195 του Ε.Ν. και ήδη αρθρ.10 του ν.2496/97. Η κύρια αγωγή απορρίφθηκε από το Εφετείο, λόγω της διετούς παραγραφής και ανέκυψε ο λόγος για την έρευνα της επικουρικά ασκηθείσας πλαγιαστικής αγωγής που απορρίφθηκε από το Εφετείο ως απαράδεκτη λόγω πρόωρης άσκησης. Ήδη μετά την αναίρεση η υπόθεση επανέρχεται στο Εφετείο για την έρευνα της πλαγιαστικής αγωγής.
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ'αριθ.2914/21-7-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή, στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Θ. Β., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 25-9-2009, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε και η υπόθεση μεταφέρθηκε προσηκόντως στο πινάκιο της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Γ. Δ.. Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την ίδια μετ'αναβολή συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (αρθρ.576 παρ.2, 575 εδ.β'και 226 παρ.4 εδ.β'και γ'του ΚΠολΔ).
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι δικαίωμα αναιρέσεως έχει ο διάδικος που ηττήθηκε κατά τη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται, εφόσον υφίσταται βλάβη από τις διατάξεις της αποφάσεως αυτής. Το έννομο συμφέρον πρέπει να αναφέρεται σε κάποιο όφελος που προσδοκά ο αναιρεσείων από την εξαφάνιση της παραπάνω αποφάσεως (ΑΠ 1459 /2000 ) .
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης εναγόμενης ως προς την κύρια βάση της η οποία όμως είχε απορριφθεί και από το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά της απορριπτικής αυτής διάταξης της δεν είχε ασκηθεί αυτοτελής λόγος εφέσεως η αντεφέσεως Από την εξαφάνιση όμως της ως άνω διατάξεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει κανένα όφελος για την αναιρεσείουσα και συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και πρέπει να απορριφθεί.
III. Από τις διατάξεις των άρθρων 297 , 298 , 330 και 914 Α.Κ, σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας .
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε κυριαρχικά ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 του Α.Κ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας από αδικοπραξία συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 330 Α.Κ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, ή να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ, δεν θεμελιώνει αυτή καθ αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σ σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρίθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ ( Α.Π 1128/2000 ). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα : "Την 4-10-2000 και περί ώρα 19.35 ο πρώτος αναιρεσείων οδηγώντας την … - δίκυκλη μοτοσυκλέττα του που ήταν ασφαλισμένη στην δεύτερη αναιρεσίβλητη στην οδό Μελίνας Μερκούρη στο Ηράκλειο Αττικής παρέσυρε και τραυμάτισε την αναιρεσείουσα η οποία επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω οδού από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία της μοτοσυκλέτας.
Συνυπαίτιοι του ατυχήματος αυτού ήταν ο οδηγός της μοτοσυκλέττας και η αναιρεσείουσα κατά ποσοστό 50% ο καθένας ο μεν οδηγός διότι αυτός παρότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή κατά νυχτερινή ώρα και πλησίαζε σε στάση αστικών λεωφορείων κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1,19 παρ. 3 και 20 παρ.1 τις οποίες όφειλε να τηρήσει ως μέσος συνετός οδηγός αφενός μεν δεν οδηγούσε την μοτοσυκλέττα του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του , αφετέρου δε έβαινε με την ως άνω ανεπίτρεπτη ταχύτητα αντί να κινείται με ωριαία ταχύτητα κατώτερη των 50 χιλιομέτρων και να έχει ρυθμίσει περαιτέρω αυτή κατά τρόπο ώστε αμέσως όταν θα ήταν σε θέση να αντιληφθεί και θα αντιλαμβάνονταν ότι η πεζή θα παρεμβάλλονταν στην πορεία του, να αποφύγει την παράσυρσή της είτε με τροχοπέδηση της μοτοσυκλέττας του, είτε με κατάλληλο αποφευκτικό ελιγμό.
Η αμέλεια της αναιρεσείουσας συνίσταται στο ότι εφόσον στο σημείο του ατυχήματος ή πλησίον αυτού δεν υπήρχε διάβαση πεζών και η ορατότητα της προς το μέρος της ερχόμενης μοτοσυκλέττας περιορίζονταν από το αστικό λεωφορείο που ήταν σταθμευμένο στη στάση παρέλειψε να τηρήσει ως μέσος συνετός πεζός τη διάταξη του άρθρου 38 παρ . 4 εδ ε του ΚΟΚ και δη επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού κινούμενη έμπροσθεν του λεωφορείου, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι με την πορεία της αυτή θα παρεμπόδιζε την κυκλοφορία της μοτοσυκλέττας ".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα οι οποίες προβλέπουν τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη απαιτήσεως από αδικοπραξία μεταξύ των οποίων και της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος και της συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος, εφόσον με σαφήνεια έγινε δεκτό από αυτήν ότι ο τραυματισμός της αναιρεσείουσας οφείλεται στις πράξεις και παραλείψεις τόσον του πρώτου αναιρεσιβλήτου, όσον και της αναιρεσείουσας οι οποίες ανεξάρτητα από το αν αποτελούν ή όχι και παραβάσεις του ΚΟΚ, συγκροτούν την έννοια της αμέλειας η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το ζημιογόνο αποτέλεσμα και θεμελιώνει την ύπαρξη απαιτήσεως για αποζημίωση, ενώ ο καθορισμός του ποσοστού της συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας έγινε μετά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ.1 Κ.Πολ Δ με την αιτίαση ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ΚΟΚ για τον καθορισμό της συνυπαιτιότητας της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμος.
IV. Ο τέταρτος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.20 Κ.Πολ.Δ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο πιστοποιητικών του Νοσοκομείου Π.Γ.Ν. Ν ΙΩΝΙΑΣ, τα οποία πιστοποιούσαν την κατάσταση της υγείας της εξαιτίας των τραυμάτων της για το χρονικό διάστημα μετά το ατύχημα, είναι απαράδεκτος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο συνεκτίμησε τα ως άνω έγγραφα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και από τη συνεκτίμηση αυτή κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του χωρίς την οποιαδήποτε παραμόρφωση του περιεχομένου τους και έτσι δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 72 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει σε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπο του.
Το δικαίωμα το οποίο δεν ασκεί, ο οφειλέτης πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Εξάλλου από τη σύγκριση του χρόνου παραγραφής της αξιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή προκύπτει ότι ο πρώτος, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστή αξιώσεως του (αρθρ. 10 παρ. 2 Ν. 489/1976), μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού πλαγιαστικά την από τη σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, εφ' όσον η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή κατά το άρθρο 195 του Ε.Ν. (ήδη άρθρο 10 Ν.2496/1997).
Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή γεννιέται από την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως ήτοι από του χρόνου που ο παθών τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αγωγή. Υπάρχει η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επίδοσης της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο. Αρκεί η επίδοση του δικογράφου της αγωγής στον ασφαλισμένο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 1776/2008, 398/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η εφεσίβλητος σωρρεύει στο ανωτέρω δικόγραφο της αγωγής της ευθεία αγωγή κατά των εκκαλούντων και πλαγιαστική αγωγή κατά της δεύτερης εξ αυτών, χωρίς να έχει επιδόσει στον πρώτο των εκκαλούντων άλλη προγενέστερη αγωγή περί των επιδίκων αξιώσεων της, η εν λόγω πλαγιαστική αγωγή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέα ως προώρως ασκηθείσα.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 72 Κ.Πολ.Δικ. έκρινε την εν λόγω πλαγιαστική αγωγή ως μη προώρως ασκηθείσα και εντεύθεν ως νόμιμη και μερικώς ως κατ' ουσίαν βάσιμη για ποσό 34.875 ευρώ". Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών του αυτών το Εφετείο κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε κάνει δεκτή την πλαγιαστική αγωγή και, δικάζοντας αυτό επί της αγωγής αυτής, την απέρριψε ως απαράδεκτη, για τον ως άνω λόγο καθόσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον Άρειο Πάγο επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων της αναιρεσείουσας (τότε εφεσίβλητης), αυτή είχε ισχυρισθεί ότι, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες εκ μέρους της υπ' αριθ.2914/21-7-2009 και 2912/20-7-2009, αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του πρωτοδικείου Αθηνών Θεόδωρου Βασιλικόπουλου η ένδικη πλαγιαστική αγωγή της σωρευόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της είχε επιδοθεί και στους δύο αναιρεσίβλητους μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του την απέρριψε (μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου)ως απαράδεκτη, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Γι' αυτό και ο υπό στοιχεία 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αντίστοιχη πλημμέλεια (άρθρο 559 αριθ. 14, ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και πρέπει κατά παραδοχή του να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της μόνο που δεχόμενο αντίστοιχο λόγο της έφεσης της δεύτερης αναιρεσίβλητης απέρριψε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, μόνον όμως καθόσον αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την ιδιότητα της της παρεμπιπτόντως εναγομένης. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη ως ηττηθείσα πρέπει να καταδικασθεί στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσείους(αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-5-2008 αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Δ..
Δέχεται την ίδια από 12-5-2008 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, κατά τα εις το σκεπτικό.
Αναιρεί την υπ'αριθ.5025/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Καταδικάζει την δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε." στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ