Greece Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for failing to specify substantive law violations clearly.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court violated substantive law and procedural rules, but the court found the appeal document insufficient. The court ruled that the appeal failed to clearly identify the specific substantive law provisions violated and the exact factual assumptions upon which the error was based, rendering it inadmissible under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4) and 566(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal must explicitly state the substantive law provisions violated and the specific factual assumptions constituting the error, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 69/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Ξενάκη. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κιούκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1890/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 28-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μονό να εξάγεται από αυτόν σε ποιόν από τους περιοριστικά στο άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λογούς υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναίρεσείοντα στοιχειοθετούν την πλημμέλεία που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο.
Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβιάσεως κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει, για την πληρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως, να προσδιορίζονται σ' αυτό με σαφήνεια, τόσο οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές της αποφάσεως επί του σχετικού θέματος, όσο και η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, αλλά και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως.
Η ως άνω υποχρέωση της παράθεσης των πιο πάνω στοιχείων ε ίνα ι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει, την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οποιασδήποτε μορφής, η οποία επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.
Γι' αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίρουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 152/2006 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και έτσι επικυρώθηκε η τελευταία απόφαση και κατά το μέρος της με το οποίο είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της η ένδικη από 31-5-2005 αγωγή του αναιρεσιβλήτου για καταβολή μεσιτικής αμοιβής και καθόσον η αγωγή αυτή απευθυνόταν κατά του αναιρεσείοντος, παραβίασε το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 703 παρ. 1 εδ.
α' και 705 του ΑΚ και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, στην πραγματικότητα, και όχι από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κώδικα αυτού, όπως, προφανώς από παραδρομή και οπωσδήποτε εσφαλμένως, αναγράφεται στο αναιρετήριο, προβλεπόμενη πλημμέλεια. Και αυτό γιατί δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο μεσιτική αμοιβή από 2% επί του πραγματικού τιμήματος που επιτεύχθηκε από την πώληση του αναφερόμενου οικοπέδου του πρώτου, παρά το ότι αυτός (αναιρεσείων), όπως αποδείχθηκε, καμία αμοιβή δεν υποσχέθηκε στον αναιρεσίβλητο ως μεσίτη για τη μεσολάβηση ή τη υπόδειξη ευκαιρίας για την κατάρτιση της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως και επιπλέον η σύμβαση δεν καταρτίστηκε ως συνέπεια τέτοιας μεσολαβήσεως ή υποδείξεως εκ μέρους τους αναιρεσιβλήτου, ενόψει μάλιστα του ότι ουδεμία σχετική εντολή και δη έγγραφος δόθηκε στον τελευταίο εκ μέρους του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως περαιτέρω σχετικώς διαλαμβανόμενα.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν, με σαφήνεια και πληρότητα τόσο όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί των σχετικών θεμάτων, χωρίς να αρκούν οι όλως περιορισμένες και αποσπασματικές σχετικές παραδοχές της αποφάσεως, όσο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, αλλά και η επίδραση που έχει το σφάλμα στο διατακτικό της αποφάσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί αν πράγματι χώρησε παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους) των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων.
2.- Επειδή κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και κάθε άλλος λόγος αναιρέσεως, που τυχόν προτείνεται, είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση : α) Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που, όπως προαναφέρθηκε, δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, "παρά το νόμο δε κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως σχετικώς διαλαμβανόμενα, και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια.
Και β) με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το ίδιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του 1) "έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν", 2) "διέλαβε (στην προσβαλλόμενη απόφασή του) ανεπαρκείς αιτιολογίες, διαστρεβλωτικές της αλήθειας" και 3) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των (αναφερομένων) εγγράφων δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά", κατά τα ειδικότερα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως σχετικώς, προς υποστήριξη των προβαλλομένων με αυτόν ως άνω αιτιάσεων, διαλαμβανόμενα, και έτσι υπέπεσε στις από τους αριθμούς 11, 19 και 20, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες.
Όμως όλες αυτές οι ως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν συνιστούν και λόγους αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά προβλέπονται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, αφού με βάση το άρθρο αυτό και όχι το άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα πρέπει να κριθεί στην προκειμένη περίπτωση αν συντρέχει κάποιος λόγος αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως αμφότεροι οι αμέσως πιο πάνω (2ος και 3ος) προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι στο σύνολό τους.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουνίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 1890/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ