Supreme Court dismisses appeal regarding proportionality of public utility declaration and procedural defects in autopsy request.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Bank of Greece Health Fund against the First Instance Court's order to transfer public utility spaces to the Dionysos Community. The court found the lower court correctly applied zoning laws to balance private property rights with public interest without violating proportionality. Additionally, the court rejected procedural arguments claiming the First Instance Court failed to adjudicate an autopsy request or lacked reasoning, deeming these grounds inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 1 of Law 690/1948; Art. 25 of the Constitution: The declaration of public utility for specific spaces is lawful if it respects the principle of proportionality between the pursued public goals and the measures taken, even if it results in the fragmentation of adjacent buildings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 69/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ταμείου Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κοκκίνη.
Της αναιρεσίβλητης: Κοινότητας ΔΙΟΝΥΣΟΥ Αττικής, που εδρεύει στο Διόνυσο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο της. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολυχρόνη Θωμόπουλο.
Κοινοποιουμένη: προς την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία " ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Γεωργική και Βιομηχανική Εταιρεία Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ" που έχει την έδρα της στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-1988 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 25-10-1988 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 5569/1989 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 3524/1992 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την 5287/1993 μη οριστική απόφαση του και την 7454/1995 οριστική. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε εκ νέου έφεση και εκδόθηκε η 8421/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-2-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 21-9-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-2-2004 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ'αριθμ.8421/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η παρ. 1 του άρθρ. 1 του ν.δ. 690/1948 "περί συμπληρώσεως του περί σχεδίων πόλεων διατάξεων" ορίζει ότι "οι κονόχρηστοι χώροι (πλατείαι, οδοί, άλση, κήποι κ.τ.λ.) οι καθοριζόμενοι υπό των μέχρι της ισχύος του παρόντος εγκριθέντων, επισπεύσει των ιδιοκτητών ή των αναλαβόντων την εκμετάλλευσιν των οικείων εκτάσεων, σχεδίων ρυμοτομίας συνοικισμών, θεωρούνται περιελθόντες εις την κοινήν χρήσιν από της εγκρίσεως του καθορίσαντος τούτους σχεδίου του συνοικισμού είτε επεβλήθη εις τους ως άνω επισπεύσαντας την έγκρισιν η υποχρέωσις της παραιτήσεως αυτών από της κυριότητος, νομής και κατοχής των χώρων τούτων, ασχέτως αν εξεπληρώθη αυτή ή όχι, είτε δεν επεβλήθη μεν τοιαύτη υποχρέωσις, η επιδιωχθείσα όμως παρά τούτων έγκρισις του σχεδίου είχεν ως αναγκαίον κατ' αμάχητον τεκμήριον επακολούθημα την κατ' ελευθέραν βούλησιν αυτών παραίτησίν των από της κυριότητος, νομής και κατοχής των υπό των ως άνω χώρων καταλαμβανομένων γηπέδων, άνευ της οποίας δεν ήτο δυνατή η έγκρισις του σχεδίου και η διάθεσις των υπό τούτου ορισθέντων οικοδομημάτων δι' οιονδήποτε σκοπόν χώρων.
Οι ως άνω κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται εις την κοινήν χρήσιν ελεύθεροι παντός βάρους, υποθήκης ή προσημειώσεως, των τυχόν επί τούτων εγγεγραμμένων βαρών κ.λ.π., περιοριζομένων επί των λοιπών ακινήτων των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "η προηγούμενη παράγραφος (1) ισχύει και δια τους συνεπεία μεταγενεστέρας τροποποιήσεως σχεδίου καθορισθέντας κοινοχρήστους χώρους, καταλαμβάνοντας γήπεδα ανήκοντα κατά τον χρόνον της τροποποιήσεως εις τους επισπεύσαντας την έγκρισιν του σχεδίου, εφόσον η τροποποίησις εγένετο τη αιτήσει αυτών ή άλλως εγένετο αποδεκτή καθ' οιονδήποτε χρόνον, έστω και σιωπηρώς, μη εκδηλωθείσης εγγράφως μέχρι της ισχύος του παρόντος οιασδήποτε αντιθέσεως ή επιφυλάξεως τούτων.
Εν τη περιπτώσει της παρούσης παραγράφου οι τυχόν εκ της τροποποιήσεως καταργούμενοι κοινόχρηστοι χώροι, καθιστάμενοι οικοδομήσιμοι, περιέρχονται εις την κυριότητα, νομήν και κατοχήν των επισπευσάντων την έγκρισιν του σχεδίου καθό ποσόν δεν υπερβαίνουν το εμβαδόν των κατά το προηγούμενον εδάφιον καθισταμένων δια της τροποποιήσεως κοινοχρήστων".
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τις όμοιες των επομένων παραγράφων 6 και 8 του ιδίου άρθρου του πιο πάνω ν.δ/γματος (690/1948), καθώς και με τα άρθρα 2 παρ. 1 εδ. α', 3 παρ. 2 και 7 παρ. 1 και 2 του ν.δ/γματος του από Ιουλίου/16 Αυγ. 1923 "περί σχεδίου πόλεων και συνοικισμών του Κράτους..." ενόψει και του σκοπού των διατάξεων αυτών του ν.δ/γματος 690/1948, συνισταμένου στο να εξασφαλισθεί η εφαρμογή του σχεδίου της ρυμοτομίας χωρίς δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους με την εθελοντική παραχώρηση των αναγκαίων για το σκοπό αυτόν γηπέδων από τους ιδιοκτήτες τους, συνάγονται σαφώς τα εξής:
οι ιδιοκτήτες εδαφικών εκτάσεων, που καταλαμβάνονται από τα σχέδια ρυμοτομίας των συνοικισμών που εγκρίθηκαν μέχρι την ισχύ του ν.δ/γματος 690/1948 ως κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι και επεδίωξαν την έγκρισιν του σχεδίου ρυμοτομίας και ήταν τότε ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών, θεωρούνται "κατ' αμάχητο τεκμήριο" ότι παραιτήθηκαν από την κυριότητα, νομή και κατοχή τους και από οποιοδήποτε δικαίωμά τους γενικώς επί των εδαφικών τούτων εκτάσεων με τη θέλησή τους, ώστε να επιτύχουν με την έγκριση και εφαρμογή του σχεδίου την διαίρεση των υπολοίπων εκτάσεών τους σε οικόπεδα οικοδομήσιμα καθώς και τη διάθεσή τους.
Οι εκτάσεις αυτές, τις οποίες το σχέδιο ρυμοτομίας καθόρισε ως κοινόχρηστους χώρους, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην προβλεπόμενη από το σχέδιο της ρυμοτομίας κοινή χρήση από της εγκρίσεως αυτού. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση που με ένα σχέδιο ρυμοτομίας συνοικισμού, αρχικού ή τροποποιητικού προγενέστερου, καθορίζονται κοινόχρηστοι χώροι που καταλαμβάνουν γήπεδα, τα οποία ανήκουν σ' εκείνους που επεδίωξαν την έγκριση ή ζήτησαν την τροποποίηση του σχεδίου ή τουλάχιστον σ' εκείνους που αποδέχθηκαν αυτή οποτεδήποτε έστω και σιωπηρώς χωρίς να εκδηλώσουν εγγράφως οποιαδήποτε αντίθεσή τους ή επιφύλαξη μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν.δ/γματος 690/1948.
Τέλος οι εκτάσεις αυτές ως κοινόχρηστες περιέρχονται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 968 ΑΚ, στον κατά το νόμο κύριο των κοινοχρήστων, ήτοι στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα υπό τις προϋποθέσεις των άρθρ. 1 Π.Δ/γματος 25/28.11.1929 και 4 Ν. 3155/1955, από τα οποία συνάγεται ότι δρόμοι, πλατείες και άλλοι κοινόχρηστοι χώροι, προβλεπόμενοι από τα επιβάλλοντα σχέδιο πόλεως νομοθετήματα και κείμενοι εντός των διοικητικών ορίων Δήμων ή Κοινότητας, αποτελούν πράγματα κοινής χρήσεως και ανήκουν κατά κυριότητα στον εν λόγω Δήμο ή Κοινότητα, ακόμη και αν δεν δόθηκαν πράγματι στην προβλεπόμενη από το σχέδιο ρυμοτομίας κοινή χρήση (Ολ.ΑΠ 228/1983).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των υπ' αριθμ. ... και ... συμβολαίων των συμβολαιογράφων Αθηνών Βασιλείου Συνοδινού και Δημ.Πολυχρόνη, αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα, η εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Γεωργική και Βιομηχανική Εταιρία "Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ" έγινε κυρία λόγω συνεισφοράς σε είδος προς αυτήν και με αγορά αντίστοιχα εκτάσεως συνολικής επιφάνειας 414 στρεμμάτων, η οποία εκτείνεται στη βόρεια πλευρά του όρους "Πεντελικό" και στη θέση "Διόνυσος" της κτηματικής περιφέρειας αρχικά του Δήμου Μαραθώνος, μετέπειτα της Κοινότητας Σταμάτας, εν συνεχεία της Κοινότητας Μπάλας (Ροδόπης) και από το 1975 της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Κοινότητας.
Με πρωτοβουλία και επίσπευση της ως άνω ιδιοκτήτριας εταιρίας εγκρίθηκε αρμοδίως το ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού "ΔΙΟΝΥΣΟΣ", στο οποίο εντάχθηκε αποκλειστικά η εν λόγω έκταση, σύμφωνα με τις διατάξεις του από 30-10/4.11.1923 π.δ/γματος "περί σχεδίου Διονύσου", όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα από α) 16.7.1923, β) 11.12.1933 π.δ/γματα και γ) 15.3.1937 β.δ/γμα.
Το ρυμοτομικό αυτό σχέδιο αποτυπώθηκε στο από 25.11.1960 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., το οποί κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. Ε.10347/2.2.1962 απόφαση του Υπουργού Δημοσίων Έργων και δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Παν.Καραμπέη, που μεταγράφηκε νόμιμα, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον "ΤΑΜΕΙΟΝ ΥΓΕΙΑΣΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΤΥΠΕΤ)" αγόρασε από την πιο πάνω εταιρία μέρος της προαναφερθείσας εντός σχεδίου έκτασης εμβαδού 68.700 τ.μ.
και ειδικώτερα τα οικοδομικά τετράγωνα 1 έως και 10, και τμήμα της εκτός σχεδίου έκτασης από την ίδια εταιρία εμβαδού 1.300 τ.μ. και συνολικά αγόρασε έκταση 70.000 τ.μ. Επίσης, με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου που και αυτό μεταγράφηκε νόμιμα, το εναγόμενο αγόρασε από την ίδια πωλήτρια και άλλο τμήμα της ίδιας ως άνω εκτάσεως και ειδικώτερα τα υπ' αριθμ. 11, 12, 13, 14, 16, 18 και 20 Ο.Τ.
και μέρος του υπ' αριθμ. 39 Ο.Τ. συνολικού εμβαδού 40.263 τ.μ. Και στα δύο ως άνω συμβόλαια αναγράφεται ρητώς ότι η πωλήτρια εταιρία "συνεκχωρεί και μεταβιβάζει στον αγοραστή χωρίς αποζημίωση και πάν δικαίωμα εκπηγάζον εκ του ν.δ. 690/48 συνεπεία μελλοντικής καταργήσεως οδών, πλατειών και κοινοχρήστων χώρων, διότι η έγκρισις του σχεδίου εγένετο επισπευσεί της και οι χώροι αυτοί διετέθησαν οικειοθελώς εκ της ιδιοκτησίας της".
Η δήλωση αυτή αποδεικνύει ότι το ως άνω ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού "ΔΙΟΝΥΣΟΣ", στο οποίο περιλαμβάνονται και οι εκτάσεις που αγόρασε το εναγόμενο, έγινε με πρωτοβουλία και επίσπευση της πωλήτριας ως ιδιοκτήτριας της μείζονος εκτάσεως. Κατά συνέπεια, η εν λόγω ιδιοκτήτριας εταιρία κατ' αμάχητο τεκμήριο παραιτήθηκε από την κυριότητα όλων των εδαφικών εκτάσεων, οι οποίες με το ανωτέρω ρυμοτομικό σχέδιο ορίσθηκε ότι θα αποτελέσουν κοινόχρηστους χώρους, και η κυριότητα των χώρων αυτών από της εγκρίσεως του προαναφερθέντος ρυμοτομικού σχεδίου περιήλθε διαδοχικά στις ανωτέρω Κοινότητες και τελευταία από το έτος 1979 στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, έστω και αν ουδέποτε έγινε η διαμόρφωση των χώρων αυτών και η χρησιμοποίησή τους ως κοινοχρήστων.
Από την ίδια ως άνω δήλωση σαφέστατα προκύπτει ότι δεν μεταβιβάσθηκε στο εναγόμενο η κυριότητα των εν λόγω κοινοχρήστων χώρων, αλλά εκχωρήθηκαν μόνο τα δικαιώματα που είχε η πωλήτρια από τυχόν μελλοντική κατάργηση των κοινοιχρήστων χώρων και επομένως το εναγόμενο γνώριζε ότι με τα ως άνω συμβόλαια δεν απέκτησε την κυριότητα και αυτών των χώρων.
Περαιτέρω με το από 11-1/26.2.1968 β.δ/γμα τροποποποιήθηκε το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο του ως άνω οικισμού και τμήμα της παραπάνω πωληθείσης εκτάσεως, το οποίο περιελάμβανε μέρος των Ο.Τ. 1, 9 και 15 και ολόκληρα τα Ο.Τ. 2 έως 8 και 10 έως 14, όλους τους κοινόχρηστους χώρους και τμήμα της οδού ... εντάχθηκαν σε ενιαίο Ο.Τ.
με κατάργηση των περικλειομένων σ' αυτά κοινοχρήστων χώρων και των χώρων που είχαν αφεθεί για κοινωφελείς εγκαταστάσεις. Εξ άλλου δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Καβαλέκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ίδια πωλήτρια εταιρία μεταβίβασε λόγω ανταλλαγής στο εναγόμενο 15.806 τ.μ. (τμήμα των οποίων εμβαδού 10.932 τ.μ.
ήταν κοινόχρηστοι χώροι που καταργήθηκαν με το πιο πάνω β.δ.), όπως αυτά λεπτομερώς περιγράφονται στο από 10.12.1971 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ. Ν. που συνοδεύει το πιο πάνω συμβόλαιο, το δε εναγόμενο μεταβίβασε στην πωλήτρια ολόκληρα το Ο.Τ. 10, 18 και 20 και επί μέρους τμήματα των Ο.Τ. 1,9 και 39, με τις μεταβιβάσεις αυτές (αγορές και ανταλλαγές) το εναγόμενο απέκτησε μόνο την κυριότητα επί όλων των οικοδομήσιμων εκτάσεων (πρώην Ο.Τ.) εντός του ενιαίου Ο.Τ., όπως αυτό φαίνεται σε σμικογραφία στο ανωτέρω β.δ/γμα εκτός όμως των εκτάσεων που είχαν οριστεί με το αρχικό ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίες εδαφικές εκτάσεις εξακολούθησαν να ανήκουν στην κυριότητα των προαναφερθεισών Κοινοτήτων κατά σειρά διαδοχής με τελευταία την ενάγουσα Κοινότητα.
Δεν επανήλθαν δε στην πρώτη ιδιοκτήτριά τους ως άνω εταιρία, ούτε στο εναγόμενο ως ειδικό διάδοχό της και μετά την τροποποίηση του αρχικού σχεδίου και την κατάργησή τους ως κοινοχρήστων χώρων με το τελευταίο β.δ., αφού το εναγόμενο δεν ισχυρίσθηκε και πολύ περισσότερο δεν απόδειξε ότι με την τροποποίηση του σχεδίου κατέστησαν κοινόχρηστοι άλλοι χώροι ανήκοντες στην ιδιοκτήτρια εταιρία πριν από την τροποποίηση όσου εμβαδού και οι καταργούμενοι, γεγονός που κατά την παρ. 2 του άρθ. 1 του ν.δ/γματος 690/1948 αποτελεί προϋπόθεση για τη μετάσταση της κυριότητας των καταργουμένων για την τροποποίηση του σχεδίου κοινόχρηστων χώρων στον πρώην ιδιοκτήτη τους, αφού αυτοί επανέρχονται στην κυριότητα του τελευταίου μόνο "καθό ποσό δεν υπερβαίνουν το εμβαδόν των κατά το προηγούμενον εδάφιον καθισταμένων δια της τροποποιήσεως κοινοχρήστων", ούτε και ότι η ιδιοκτήτρια εταιρία κατά την σύνταξη και έγκριση του αρχικού σχεδίου είχε επιφυλάξει δικαιώματα επανακτήσεως της κυριότητας των κοινοχρήστων χώρων σε περίπτωση καταργήσεώς τους με νεώτερο σχέδιο.
Με βάση τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές το Εφετείο αποφάνθηκε ότι οι επίδικοι κοινόχρηστοι χώροι του οικισμού "ΔΙΟΝΥΣΟΣ" και μετά την κατάργησή τους ως τέτοιων από το προαναφερθέν τροποποιητικό ρυμοτομικό σχέδιο ανήκουν στην κυριότητα της ενάγουσας Κοινότητας και γι'αυτό έκανε δεκτή την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν.δ/γματος 690/1948 και των άρθρων 967, 968 και 971 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δικ.
για παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.δικ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νομικής βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθήν εκτίμηση του περιεχομένου τους, το Εφετείο δέχθηκε, σε συνέχεια των ανωτέρω εκτεθέντων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ταμείο το έτος 1962 περιέφραξε με μανδρότοιχο ολόκληρο το σχηματισθέν ενιαίο οικοδομικό τετράγωνο στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι προαναφερθέντες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης κοινόχρηστοι χώροι του συνοικισμού, οι οποίοι όμως, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας, συνολικού εμβαδού 43.022,65 τ.μ., τους οποίους κατέλαβε αυθαίρετα, όπως και τμήμα της οδού ...
εμβαδού 2.383,80 τ.μ., και τους κατείχε έκτοτε μέχρι και την άσκηση της αγωγής (1988), εν γνώσει των οργάνων του ότι αυτοί ανήκουν στη ενάγουσα. Οι εκτάσεις αυτές απεικονίζονται στο από 10.12.1971 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Λ. Ν. και στο από 4.7.1983 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ.Χ. και είναι οι εξής:
Α) ιδιωτική περιουσία της Κοινότητας (αναφέρονται κατ' είδος και περιγράφονται λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια α) εννέα (9) καταργηθείσες με το από 11-1/26.2.1968 β.δ/γμα οδοί συνολικής εκτάσεως 12.755,37 τ.μ., Β) δύο (2) καταργηθέντες κοινωφελείς κοινόχρηστοι χώροι εκτάσεως ο ένας 10.932,77 τ.μ. και ο άλλος 1.822,60 τ.μ.
και Γ) το τμήμα της κοινόχρηστης οδού ... συνολικής εκτάσεως 2.383,30 τ.μ. Η ενάγουσα Κοινότητα ευθύς από την αναγνώρισή της με το π.δ/γμα 78/79 σε αυτοτελή Κοινότητα με απόσπαση από τον ομώνυμο συνοικισμό "ΔΙΟΝΥΣΟΣ", από την Κοινότητα Μπάλας και τον καθορισμό των ορίων των δύο αυτών Κοινοτήτων, που έγινε αρμοδίως το έτος 1981, ζήτησε με το υπ'αριθμ. ...
έγγραφό της από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για τον προσδιορισμό των ως άνω κοινοχρήστων χώρων. Η πραγματογνωμοσύνη έγινε από τους αγρονόμους τοπογράφους που διόρισε το Τ.Ε.Ε. Δ.Ρ. και Μ. Μ., οι οποίοι συνέταξαν την από 18.1.1983 προσκομιζόμενη έκθεσή τους, στην οποίαν, εκτός των άλλων, περιλαμβάνεται και το συμπέρασμα ότι το εναγόμενο ΤΥΠΕΤ περιλαμβάνει παρανόμως στην περίφραξή του και καταπατεί τους ανωτέρω κοινόχρηστους χώρους, οι οποίοι πρέπει να αποδεσμευτούν και να αποδοθούν στην ενάγουσα, αφού γίνει τοπογραφική αποτύπωσή τους για να προσδιορισθεί το εμβαδόν τους.
Επίσης, με εντολή του τότε Προέδρου της Σ. Κ. ο τοπογράφος μηχανικός Σ.Χ. αποτύπωσε στο από 4.7.1983 τοπογραφικό του διάγραμμα την επιφάνεια που το εναγόμενο περιέφραξε και τα διεκδικούμενα τμήματά της και υπέβαλε την από μηνός Ιουλίου 1983 τεχνική έκθεση με αναλυτική περιγραφή των εν λόγω εκτάσεων και προσδιορισμού του εμβαδού τους.
Τέλος με την από 2.3.1984 εξώδικη δήλωση και πρόσκλησή της, η οποία επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 9.3.1984, η ενάγουσα ζήτησε να αποδώσει σ' αυτήν το εναγόμενο την επίδικη έκταση. Με τις ανωτέρω ενέργειές της η ενάγουσα σαφέστατα και έγκαιρα εκδήλωσε τη βούλησή της να διεκδικήσει τα επίδικα κατά τρόπο μάλιστα τέτοιο που να μη μένει καμιά αμφιβολία περί του αντιθέτου.
Και ναι μεν δεν προκύπτει ότι οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοι της ενάγουσας αντέδρασαν με τον οποιονδήποτε τρόπο στην κατάληψη των επιδίκων από το εναγόμενο, η παράλειψή τους όμως αυτή δικαιολογείται απόλυτα ενόψει του ότι μέχρι το 1968, οπότε έγινε η τροποποίηση του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου, ουδείς αμφισβητούσε τον χαρακτήρα των επιδίκων ως κοινοχρήστων, μετά δε το 1968 ήταν ανεπίτρεπτη η χρησικτησία αυτών, με συνέπεια εύλογα τα αρμόδια όργανά της να πιστεύουν ότι δεν ήταν απαραίτητη η οποιαδήποτε ενέργειά τους κατά του εναγομένου.
Τον χαρακτήρα των επιδίκων ως κοινοχρήστων χωρίς καμία αμφιβολία γνώριζε και το εναγόμενο, όπως τούτο προκύπτει, από τη σαφέστατη δήλωση που περιέχεται στα ως άνω συμβόλαια, που αποτελούν τους τίτλους κυριότητάς του επί της υπόλοιπης ευρύτερης εκτάσεως, και επομένως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η δημιουργία σ'αυτό της πεποιθήσεως ότι δεν θα υπάρξει διεκδίκησή τους.
Δεν δικαιολογείται δε η δημιουργία τέτοιας πεποιθήσεως και από το γεγονός ότι με το ρυμοτομικό σχέδιο του 1968 ενοποιήθηκαν οι προϋφιστάμενοι δρόμοι με την κατασκήνωση σε ενιαίο χώρο με την ονομασία "Κατασκήνωση" και οι δρόμοι αυτοί καταργήθηκαν, αφού και μετά την κατάργησή τους δεν απέκτησε επ'αυτών κανένας δικαίωμα, δεδομένου ότι η κυριότητά τους παρέμεινε στην οικεία Κοινότητα σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή.
Παρόλα αυτά όμως το εναγόμενο προχώρησε στην ανέγερση κτισμάτων και τη δημιουργία εγκαταστάσεων για τη λειτουργία κατασκήνωσης σε ολόκληρο τον ενιαίο χώρο καθώς και σε μέρος των κοινοχρήστων. Έτσι ανεξάρτητα από το ότι δεν αποδεικνύεται πόσα και ποιά είναι η αξία αυτών των κτισμάτων και των εγκαταστάσεων, των υφισταμένων επί των κοινοχρήστων, αφού πέραν των εντελώς αορίστων καταθέσεων των μαρτύρων δεν προσκομίζεται καμία άλλη απόδειξη και επομένως δεν αποδεικνύεται και το ύψος της ζημίας την οποίαν τυχόν θα υποστεί το εναγόμενο στην περίπτωση αποδόσεως στη ενάγουσα των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων με τις επ' αυτών εγκαταστάσεις και οικήματα, η οποία ζημία του από την απόδοση αυτή οφείλεται στη στηριζόμενη στο προπαρατεθέν περιeχόμενο των υπ'αριθμ. ...
και ... συμβολαίων αποκλειστική υπαιτιότητά του. Ενόψει όλων αυτών η άσκηση της αγωγής από την ενάγουσα δεν είναι καταχρηστική και η ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως αυτής, η οποία ένσταση στηρίζεται σε περιστατικά αντίθετα των ανωτέρω, είναι αβάσιμη στην ουσία και απορριπτέα. Δεχόμενα αυτά το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το εκτιθέμενο με σαφήνεια πόρισμα, ήτοι για την τελική περί αποδοχής της αγωγής κρίση ως ουσιαστικώς βάσιμης μετά από απόρριψη όλων των ενστάσεων του εναγομένου και συνεπώς οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, τέταρτος (μέρος δεύτερο) και πέμπτος (μέρος πρώτο) λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ.
είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα ο δεύτερος και τρίτος (μέρος δεύτερο) λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προβάλλεται η έλλειψη νόμιμης βάσης εκ του ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα του καθορισμού της έκτασης (εμβαδού) των καταληφθέντων από το εναγόμενο κοινοχρήστων χώρων αφού στη γενική αναφορά του Εφετείου σ'αυτούς αναφέρεται συνολικά έκταση αυτών μεγαλύτερη από αυτήν που προκύπτει από την ειδική αναφορά σε καθένα από τους κοινόχρηστους χώρους που κατέλαβε το εναγόμενο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι στηρίζεται σε αθροιστικό και άρα λογιστικό λάθος, προφανώς από παραδρομή γενόμενο, που μπορεί να διορθωθεί από το Εφετείο κατ' άρθρ. 315 επ.
Κ.Πολ.Δικ. και που δεν στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ., τούτο δε πέραν του ότι ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι το ζήτημα της έκτασης (εμβαδού) των επιδίκων κοινόχρηστων χώρων δεν είναι ουσιώδες, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προσδιορίζει επακριβώς τους χώρους αυτούς κατά είδος, όρια και θέση χωρίς να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς τους και επομένως ο κατ' έκταση προσδιορισμός τους δεν είναι ουσιώδης.
Ο τρίτος λόγος (μέρος πρώτο) κατά τον οποίον η αναιρεσιβαλλομένη στερείται νόμιμης βάσης διότι δεν αναφέρει συγκεκριμένα τους κοινόχρηστους χώρους που κατέλαβε το εναγόμενο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι χώροι αυτοί προσδιορίζονται επακριβώς σ' αυτήν, ο τέταρτος (μέρος δεύτερο) και πέμπτος (μέρος πρώτο) λόγοι με τους οποίους προβάλλεται και πάλι έλλειψη νόμιμης βάσης διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες πλήρεις και σαφείς στο ζήτημα της απόρριψης της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, είναι επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτουν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και στο ζήτημα αυτό αιτιολογίες, τόσο στα επικαλούμενα από το εναγόμενο περιστατικά της ανέγερσης κτισμάτων μεγάλης αξίας στα επίδικα από το ίδιο χωρίς καμιά διαμαρτυρία και εναντίωση από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της, όσο και στο επικαλούμενο από το εναγόμενο γεγονός της δημιουργίας στο ίδιο πεποιθήσεως περί μη ασκήσεως της αγωγής αυτής από την ενάγουσα.
Εξ άλλου ο πέμπτος (μέρος β') λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την επικαλούμενη ομολογία είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν αναφέρει ότι την ομολογία αυτή την επικαλέστηκε στο Εφετείο το ήδη αναιρεσείον.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον τέταρτο λόγο, μέρος πρώτο, της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρ. 559 αρ. 8 εδ. β' Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση και συνεπώς στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ειδικώτερα τον πραγματικό ισχυρισμό, που πρότεινε το εναγόμενο προς υποστήριξη της ενστάσεώς του για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, ότι δηλαδή ανήγειρε το ίδιο κτίρια στα επίδικα ακίνητα τα οποία είναι διάσπαρτα σε όλη την έκταση αυτών και επεκτείνονται και σε εδάφη της ιδιοκτησίας αυτού ώστε σε περίπτωση που η αγωγή ήθελε ευδοκιμήσει θα είναι ανέφικτη η κατεδάφιση αυτών αφού μέρος αυτών θα πρέπει να κατεδαφισθεί και το υπόλοιπο να παραμείνει άθικτο.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, ο ως άνω ισχυρισμός ("πράγμα") ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, το οποίο ρητώς στην απόφαση διαλαμβάνει ότι, παρά το ότι το εναγόμενο γνώριζε ότι οι επίδικες εκτάσεις δεν του ανήκουν, εν τούτοις αυτό "προχώρησε στην ανέγερση κτισμάτων και τη δημιουργία εγκαταστάσεων για τη λειτουργία κατασκήνωσης σε ολόκληρο τον ενιαίο χώρο και σε μέρος των κοινοχρήστων" και ακολούθως έκρινε (το Εφετείο) ότι παρά ταύτα, δηλαδή ακόμη και παρά την από το εναγόμενο ανέγερση κτισμάτων εν μέρει σε χώρο επίδικο και εν μέρει σε χώρο που του ανήκε η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για διεκδίκηση των επιδίκων δεν είναι καταχρηστική.
ΕΠΕΙΔΗ, ο νομοθέτης, εξουσιοδοτημένος, έμμεσα αλλά σαφώς, από το Σύνταγμα να ρυθμίσει το προστατευόμενο από τούτο δικαίωμα κυριότητας (άρθρ. 17Σ), όρισε ως προς τα οικοδομήματα, που ανεγείρονται από τον κύριό τους κατά ένα μέρος σε έδαφος κυριότητας εκείνου και κατ' άλλο μέρος σε έδαφος κυριότητας άλλου, αφενός μεν ότι αυτά κατά το δεύτερο μέρος τους περιέρχονται κατά κυριότητα σ' αυτόν τον άλλον, τον και δικαιούμενο να απαιτήσει από εκείνον την απόδοσή τους με το αντίστοιχο έδαφος (άρθρ. 993, 994, 1098, 1094 ΑΚ), αφετέρου δε ότι εκείνος ως προς αυτά κατά το δεύτερο πάντοτε μέρος τους α) δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, να απαιτήσει από τούτον αποζημίωση για την αντίστοιχη απόσβεση της κυριότητάς του επί του σχετικού τμήματος του οικοδομήματος (άρθρ. 1063 ΑΚ), β) δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η οικεία καλή πίστη εκείνου, να απαιτήσει, έναντι αποζημίωσης, την κυριότητα επ' αυτών και επί του αντίστοιχου εδάφους (άρθρ. 1010 ΑΚ), γ) δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, να περεμποδίσει την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας τούτου επ' αυτών εξαιτίας καταχρηστικότητας αυτής της άσκησης (άρθρ. 281 ΑΚ) και δ) δικαιούται, υπό προϋποθέσεις, όπως εκείνη της εικοσαετούς νομής του επ' αυτών και του υπ' αυτά εδάφους, να απαιτήσει κυριότητα επ' αυτών και του αντίστοιχου εδάφους (άρθρ. 993, 1045 ΑΚ).
Με αυτές δε τις ρυθμίσεις ο νομοθέτης σεβάστηκε την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ των οικείων επιδιωκόμενων σκοπών και των οικείων μέτρων προς επίτευξη των εν λόγω σκοπών, όπως η αρχή αυτή προβλέπεται στο Σύνταγμα (άρθρ. 25). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δεχόμενο ότι το εναγόμενο ανήγειρε κτίσματα εν μέρει επί ιδικών του εδαφικών χώρων και εν μέρει επί των κοινόχρηστων χώρων της ενάγουσας, απορρίπτοντας, στη συνέχεια την ένσταση του εναγομένου καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας για διεκδίκηση των επίδικων ακινήτων ως ουσιαστικώς αβάσιμη και, τέλος κατ' αποδοχή της αγωγής, διατάσσοντας την από το εναγόμενο απόδοση στην ενάγουσα των κοινόχρηστων χώρων, πράγμα δυνάμενο να οδηγήσει σε τεμαχισμό των αναφερομένων κτιρίων, εφάρμοσε και μάλιστα ορθά εκ των προμνημονευομένων διατάξεων του νόμου τις αρμόζουσες στη συγκεκριμένη υπόθεση και, άρα, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
Επιπλέον δε, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη τα σχετικά με τα προμνημονευόμενα κτίσματα πράγματα που προτάθηκαν από το εναγόμενο, ενώ διέλαβε κατά τα ανωτέρω πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο ζήτημα της απόρριψης της ως άνω ενστάσεως για καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, ως "αίτηση" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ., η μη εκδίκαση της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από την διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, νοείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Επομένως η αίτηση για διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δεν προκαλεί εκκρεμοδικία, δεν συνιστά "αίτηση" κατά την ανωτέρω έννοια και δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο την αφήσει αδίκαστη. Κατ' ακολουθίαν ο έβδομος, μέρος πρώτο, λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από την άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση του εναγομένου για διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο δε επικουρικά ασκούμενος, έβδομος, μέρος δεύτερο, λόγος αναιρέσεως, από την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε την ως άνω αίτηση, χωρίς αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η υπό συζήτηση πλημμέλεια αφορά σε έλλειψη αιτιολογίας και εντεύθεν εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως περί αιτήσεως διεξαγωγής αυτοψίας ή πραγματογνωμοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.2.2004 αίτηση αναιρέσεως του Ταμείου Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΥΠΕΤ) κατά της υπ'αριθμ. 8421/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2005.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ