Supreme Court dismisses appeal against conviction for continuous disobedience due to valid witness testimony reading.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for continuous disobedience, ruling that the lower court's reliance on a police officer's sworn statement was legally sound. The appellant argued for procedural irregularities, but the court found the prosecution's decision to read the witness's prior deposition without live testimony was justified by the lack of objection from the defense. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to bear the costs of the criminal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474, 510, 578 of the Code of Criminal Procedure; The reading of a witness's prior sworn deposition without live testimony is valid if no objection is raised by the defense and the prosecution deems it sufficient for the trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 699 / 2025 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 699/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτα Πασσίση, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Λεωνίδα Χατζησταύρου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σοφοκλή Λογοθέτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μήτσιου, για αναίρεση της αποφάσεως 431/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5-11-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5-11-2024 αίτηση του Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 431/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της αξιόποινης πράξης της απείθειας κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών [3] μηνών με τριετή αναστολή, ασκήθηκε: α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος στον γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης [άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 16-10-2024 και η δήλωση αναίρεσης έγινε στις 5-11-2024, εντός δηλαδή της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι [20] ημερών [άρθρο 473 παρ. 1, 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούχο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 604, 505 παρ. 1 α, 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 169 ΠΚ, <<με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, ύστερα από νόμιμη πρόσκληση, αρνείται σε κάποιον από τους υπαλλήλους του άρθρου 13 α' χωρίς αντίσταση την υπηρεσία ή συνδρομή που οφείλεται κατά το νόμο ή την είσοδο σε οποιοδήποτε μέρος για να επιχειρηθεί κάποια νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια>>.
Για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της απείθειας απαιτείται: α] ύπαρξη υποχρέωσης σε παροχή υπηρεσίας, ως υπηρεσίας νοουμένης θετικής ενέργειας του προσκαλούμενου σε θετική πράξη του υπαλλήλου, β] νόμιμη πρόσκληση υπαλλήλου, ως τοιούτου νοουμένου εκείνου του άρθρου 13 α', γ] άρνηση του προσκληθέντος χωρίς αντίσταση, η οποία [άρνηση] μπορεί να είναι είτε παθητική, είτε ενεργός λ.χ.
με χειρονομίες και δ] δόλος, αρκεί και ενδεχόμενος που περιλαμβάνει την γνώση της ιδιότητος του προσώπου που απευθύνει την πρόσκληση και προς το οποίο απευθύνεται η άρνηση, καθώς και τη θέληση μη συμμόρφωσης [ΑΠ 518/2010]. Ειδικότερα, το τυποποιούμενο στην ως άνω διάταξη αδίκημα είναι γνήσιο, δια παραλείψεως τελούμενο, με το οποίο προστατεύεται το κύρος της δημόσιας αρχής.
Υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που εξατομικεύει σε συγκεκριμένη περίπτωση το έννομο αγαθό της πολιτειακής εξουσίας [το νομικό αντικείμενο προσβολής] και, αντίστοιχα, προστασίας του ποινικού νομοθέτη, είναι υπάλληλος κατ' άρθρο 13 α' ΠΚ, επομένως και τα αστυνομικά όργανα, ως εκ της άσκησης εκ μέρους τους δημόσιας υπηρεσίας.
Η πρόσκληση πρέπει να φέρει το νόμιμο τύπο της <<υπηρεσιακής πρόσκλησης>> και να υπάγεται στα καθήκοντα του υπαλλήλου που προσκαλεί, να έχει δηλαδή τούτος υλική και τοπική αρμοδιότητα να απευθύνει την πρόσκληση. Αν η πρόσκληση δεν φέρει το νόμιμο τύπο της <<υπηρεσιακής πρόσκλησης>>, δεν πρόκειται για υπαλληλική [κρατική] ενέργεια και δεν εξατομικεύεται το έννομο αγαθό της πολιτειακής εξουσίας, το οποίο προστατεύεται με τη διάταξη του άρθρου 169 ΠΚ Ακόμη, η υπηρεσία ή η συνδρομή στις οποίες καλεί η πρόσκληση πρέπει να οφείλονται κατά νόμο, με την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει νομική διάταξη που να υποχρεώνει τον πολίτη σε παροχή υπηρεσίας ή συνδρομής προς τον υπάλληλο ή κάποια υπηρεσία, χωρίς να αρκεί η γενική υποχρέωση των πολιτών να συμμορφώνονται προς τους νόμους και τις αστυνομικές διατάξεις.
Αν δεν υπάρχει τέτοια διάταξη νόμου, ο καλούμενος δεν οφείλει να υπακούσει στην πρόσκληση. Τέτοια διάταξη είναι εκείνη του άρθρου 209 παρ. 1 ΚΠΔ, σύμφωνα με την οποία, αν κάποιος καλείται νόμιμα για μαρτυρία, δεν μπορεί να αρνηθεί εκτός από τις εξαιρέσεις που ρητά αναγράφονται στον κώδικα.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασίας πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.] χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [Ε.Σ.Δ.Α.], που κυρώθηκε με το Ν.2329 /1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, δηλαδή το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι ,ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται ο από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι εάν το Δικαστήριο δεν απαντήσεις σε αυτοτελή ισχυρισμό, που έχει προβληθεί παραδεκτά, δηλαδή εγγράφως με καταχώρησή του στα πρακτικά και με προφορική ανάπτυξή του στο ακροατήριο, τότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ακρόασης που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο [ΑΠ 127/2022, ΑΠ 861/2021].
Δεν είναι απαραίτητη όμως η αξιολογική συσχέτιση και η συγκριτική στάθμιση των διάφορων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
Περαιτέρω, η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε, όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης [άμεσος δόλος], είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης], ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία [ΑΠ 457/2022]. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ολΑΠ 1/2005, ΑΠ 457/2022].
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν εκτίθενται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την κρίση του δικαστηρίου, προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την υπαγωγή στη διάταξη που εφαρμόστηκε ή όταν στην έκθεση αυτών ενυπάρχει έλλειψη κάποιου από αυτά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό της απόφασης, ώστε λόγω των πλημμελειών αυτών να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη υπαγωγής στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης [ολΑΠ 5/2021].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αλεξανδρούπολης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων ως προς το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Στις 3-8-2020, 7-8-2020 και 2-11-2020, ο κατηγορούμενος κλήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 213 ΚΠΔ, στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, προκειμένου να ληφθεί ένορκη μαρτυρική κατάθεσή του, σε εκτέλεση των από 29-6-2020 και 28-9-2020 παραγγελιών του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, στα πλαίσια διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης προς διακρίβωση τελέσεως αξιόποινης πράξης και δη παράβασης του άρθρου 372 παρ. 1 α' ΠΚ.
Στις ως άνω εισαγγελικές παραγγελίες αναφέρονταν ότι η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται προς ανακάλυψη στοιχείων ταυτότητας αγνώστου δράστη, ενόψει του γεγονότος ότι ήδη εισφέρονται επαρκέστατα στοιχεία προς τούτο. Εν τούτοις ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να εμφανιστεί και να καταθέσει κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, με συνέπεια να ματαιωθεί νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης και ειδικότερα η διακρίβωση των στοιχείων του δράστη της κλοπής σε βάρος της εταιρείας <<Σ.
Χ. - Σ. Μ. Ο. Ε.>>, που φέρεται τελεσθείσα την 22-5-2020 στον Άγιο Λουκά Κορνοφωλιάς Έβρου, με περαιτέρω συνέπεια τη μη ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι από την επισκόπηση της έγκλησης του Χ. Σ. είναι προφανές ότι με αυτή επιχειρήθηκε να αποδοθεί στον ίδιο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας <<Κ.
Κ. ΑΝΑΚΥΚΛΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ>>, το έγκλημα της κλοπής, και η δικονομική τάξη θα επέβαλε να κληθεί σε ανωμοτί κατάθεση ως ύποπτος / κατηγορούμενος της τέλεσης αδικήματος, απολαμβάνοντας άπαντα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου, άλλως του εν δυνάμει κατηγορουμένου, όπως η λήψη αντιγράφων της κατηγορίας, η παράσταση μετά συνηγόρου, η επίκληση του δικαιώματος σιωπής προς αποφυγή της αυτοενοχοποίησης κ.λπ.
και συνεπώς, η πρόσκλησή του είναι προδήλως <<μη νόμιμη>>, σκοπούσα καταχρηστικά να του αποστερήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και ως εκ τούτου, είχε κάθε νόμιμο δικαίωμα, αμυνόμενος, να αρνηθεί, να μην συμμορφωθεί και να προκρίνει ως πρωτεύον το δικαίωμα υπεράσπισης του εαυτού του. Ο σχετικός ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο νυν κατηγορούμενος κλήθηκε να καταθέσει με την ιδιότητα του μάρτυρα και όχι του κατηγορούμενου, περαιτέρω δε, κανένα δικαίωμά του δεν απειλούνταν ή διακυβεύονταν, δοθέντος ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση εις βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, ενώ η λήψη και η αξιοποίηση εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες δόθηκαν πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ.
δ' του ΚΠΔ [ολΑΠ 2/2021 ΝΟΜΟΣ]. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι εν προκειμένω πληρούται τόσο η αντικειμενική, όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αποδιδόμενου στον κατηγορούμενο αδικήματος και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτό>>. Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για την πράξη της απείθειας κατ' εξακολούθηση και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης τριών [3] μηνών με τριετή αναστολή με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό: << Στην Αλεξανδρούπολη, στις 3-8-2020, 7-8-2020 και 2-11-2020, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, και ειδικότερα, μετά από προηγηθείσα νόμιμη πρόσκληση, αρνήθηκε σε υπάλληλο του άρθρου 13 α' ΠΚ, χωρίς αντίσταση, την οφειλόμενη από το νόμο συνδρομή.
Συγκεκριμένα, παρότι κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες κλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 213 ΚΠΔ στην Υποδιεύθυνση Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, προκειμένου να ληφθεί ένορκη μαρτυρική κατάθεσή του, σε εκτέλεση των από 29-6-2020 και 28-9-2020 παραγγελιών του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, εντούτοις αρνήθηκε να εμφανισθεί και να καταθέσει, με συνακόλουθη συνέπεια να ματαιωθεί νόμιμη υπηρεσιακή ενέργεια των ανακριτικών υπαλλήλων της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης και ειδικότερα, η διακρίβωση των στοιχείων του δράστη κλοπής σε βάρος της εταιρείας <<Σ.
Χ. - Σ. Μ. Ο.Ε.>>, που φέρεται τελεσθείσα την 22-5-2020 στον Άγιο Λουκά Κορνοφωλιάς Έβρου, και η ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης>>. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική του μορφή, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 98 και 169 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα: α]έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, τα οποία αναφέρει κατ' είδος, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτίθενται στην απόφαση και οδηγούν στην καταδικαστική του κρίση, β] αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, για τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος και ειδικότερα η νόμιμη υποχρέωση του κατηγορούμενου να παράσχει υπηρεσία [λήψη ένορκης μαρτυρικής κατάθεσης] στον ενεργούντα προκαταρκτική εξέταση αστυνομικό της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας Αλεξανδρούπολης, τις νόμιμες προσκλήσεις του τελευταίου προς τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα να προσέλθει σε συγκεκριμένες ημερομηνίες να καταθέσει ως μάρτυρας, σε εκτέλεση σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας και την άρνηση αυτού να το πράξει, καθώς και το δόλο του κατηγορουμένου, συνιστάμενο στη γνώση της ιδιότητας του ανωτέρω προσκαλούντος και τη θέλησή του να μην προσέλθει για να καταθέσει, δ] απάντησε στον αρνητικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι η δικονομική τάξη επέβαλε να κληθεί σε ανωμοτί κατάθεση ως ύποπτος / κατηγορούμενος της τέλεσης του αδικήματος της κλοπής, ώστε να έχει όλα τα δικαιώματα του κατηγορουμένου άλλως του εν δυνάμει κατηγορουμένου και ότι είχε γι' αυτό δικαίωμα άρνησης μαρτυρίας και απέρριψε αυτόν με το αιτιολογικό ότι ο κατηγορούμενος κλήθηκε να καταθέσει με την ιδιότητα του μάρτυρα και όχι του κατηγορουμένου και ότι κανένα δικαίωμά του δεν απειλούνταν ή διακυβεύονταν, αφού από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της κατάθεσής του που έγινε κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ τρεις πρώτοι λόγοι αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινική διάταξης του άρθρου 169ΠΚ, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 363 ΚΠΔ <<1. Στις περιπτώσεις που κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, μη ανεύρεσής του λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 364. Η ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της προδικασίας χωρίς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων επιφέρει ακυρότητα της προδικασίας. 2. Στις περιπτώσεις που η εμφάνιση του απόντος μάρτυρα στο ακροατήριο είναι εφικτή, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία διαβάζεται στο ακροατήριο μόνο εφόσον συναινεί ρητώς ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος που τον εκπροσωπεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά>>.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 362 παρ. 1 ΚΠΔ <<Στο ακροατήριο διαβάζονται οι εκθέσεις των ανακριτικών υπαλλήλων, που συντάχθηκαν σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, καθώς και τα υπόλοιπα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους. Αν χρειάζεται κάποιος από τους μάρτυρες ή τους κατηγορούμενους να αναγνωρίσει κάποιο έγγραφο ή ένα πειστήριο, ο διευθύνων τη συζήτηση του επιδεικνύει σε αυτόν>>.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 358 ΚΠΔ <<Μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να αναφέρουν εναντίον του ή εναντίον της μαρτυρίας του οτιδήποτε μπορεί να καθορίσει ακριβέστερα την αξιοπιστία του και που συντείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας. Μπορούν να προβαίνουν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις που έγιναν ή τα αποδεικτικά μέσα που εξετάστηκαν.
Οι κατά τα ως άνω δηλώσεις και εξηγήσεις μπορούν να γίνουν κατά την κρίση του προέδρου συνολικά κατά ομάδες ή συναφείς ενότητες των σχετικών αποδεικτικών μέσων που εξετάστηκαν>>. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' ΚΠΔ, εκ της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Α' ΚΠΔ, προκαλείται όταν, παρά την υποβολή αίτησης από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα , δεν αναγνωσθεί ένορκη κατά την προδικασία κατάθεση μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση στο ακροατήριο είναι αδύνατη και, επίσης, όταν ληφθεί υπόψη τέτοια κατάθεση, παρά την εναντίωση του κατηγορουμένου και χωρίς να βεβαιώσει το δικαστήριο την αδυναμία εμφάνισής του, γιατί έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα, που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδ.
δ' της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ.3 εδ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα [Ν. 2462/1997], να εξετάζει και να ελέγχει τους μάρτυρες. Επίσης, δεν δημιουργείται ακυρότητα όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση, αναγνώσει και λάβει υπόψη του ένορκη κατάθεση μάρτυρα κατά την προδικασία, ακόμη και χωρίς να βεβαιώσει την αδυναμία εμφάνισής του, εφόσον ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του συναίνεσαν ρητά στην ανάγνωσή της [ΑΠ 815/2023, ΑΠ 640/2022].
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. Α.Β.Μ. Γ2020/106 [Α.Β.Ω. Γ2020/62] κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων Ι.
Μ. για να δικαστεί ως υπαίτιος τελέσεως της αξιόποινης πράξης της απείθειας κατ' εξακολούθηση [άρθρα 98, 169 ΠΚ]. Στο τέλος του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, καταγράφηκε κατάλογος των εγγράφων που θα αναγνωστούν, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η ένορκη κατάθεση μάρτυρα αστυνομικού, καθόσον ο συντάξας το κλητήριο θέσπισμα Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης δεν έκρινε απαραίτητη την κλήση του στο ακροατήριο και ότι η ανάγνωση της κατάθεσής του ήταν αρκετή για την κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης, η οποία εκδικάστηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο με την υπ' αριθ. 1044/2022 απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης και επέβαλε σε βάρος του ποινή φυλάκισης πέντε [5] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία [3] έτη.
Το Δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, στην ανάγνωση της από 6-11-2020 έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα κατά την προδικασία του αστυνομικού Α. Π., για την οποία ανάγνωση δεν προβλήθηκε καμία αντίρρηση από τον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του. Μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη έφεση που άσκησε ο κατηγορούμενος, η υπόθεση εκδικάστηκε ενώπιον του ακροατηρίου του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 431/2024 απόφαση, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τριών [3] μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία [3] έτη.
Το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, στην ανάγνωση της ως άνω από 6-11-2020 έκθεσης ένορκης εξέτασης μάρτυρα στην προδικασία του αστυνομικού Α. Π., πριν από την ανάγνωση της οποίας, όπως και των λοιπών αναγνωστέων εγγράφων, ο Πρόεδρος ανακοίνωνε το έγγραφο που επρόκειτο να αναγνωσθεί και ρωτούσε τον Εισαγγελέα και τον συνήγορο του κατηγορουμένου, εάν είχαν αντίρρηση στην ανάγνωση, εκείνοι δε απαντούσαν αρνητικά.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, έκρινε μη αναγκαία την κλήτευση του ως άνω αστυνομικού και για το λόγο αυτό περιελήφθη εξαρχής στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων στο τέλος του κλητηρίου θεσπίσματος, το οποίο επιδόθηκε στον κατηγορούμενο. Επομένως, νόμιμα αναγνώσθηκε στο ακροατήριο η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα στην προδικασία, και μάλιστα με τη ρητή συναίνεση του συνηγόρου του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ', ΚΠΔ για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν δε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας [άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 N.5090/2024], όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2024 αίτηση του Ι. Μ. του Π., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 431/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων [800] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης