Legislator Case Law & Legislation
699/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to vague grounds and absence of defendant.

Case Number 699/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for leave to appeal against the First Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred in declaring certain grounds inadmissible due to vagueness and in reversing the burden of proof. The court held that the appeal was inadmissible because the appellant failed to specify the exact amounts involved in the alleged irregularities and did not appear in court, violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds are vague and insufficiently defined, and the appellant fails to appear in court, resulting in the automatic rejection of the request.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal vague grounds of appeal absence of defendant burden of proof reversal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 577 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 699 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 699/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο - Αναστάσιο Κριμίζη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μυρσίνη Τσαχαλίδου. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η δικηγόρος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, ο οποίος δεν συναίνεσε.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2014 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 6474/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-4-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπάγγελτα, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.

δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 696/2021,ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 500/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ'αριθμ.2679/12-10-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Μ.,που προσκομίζει η αναιρεσείουσα που επισπεύσει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη τράπεζα για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ.2).

2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 11611/2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας, υποχρεώθηκαν, η αναιρεσείουσα ως εγγυήτρια και η ΕΠΕ Σ.-Χ.

συστήματα κλπ. ως πρωτοφειλέτρια, εις ολόκληρον εκάστη, να της καταβάλουν, ως καθολική διάδοχο της τράπεζας με την επωνυμία "Ι. Κ. Λ. Τ. Ε. ΑΕ", το ποσό των 899.479,71 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο αποτελεί ληξιπρόθεσμη οφειλή τους από την υπ' αριθ. 1630(311)/7-6-1988 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις τροποποιητικές αυτής.

Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη επέσπευσε σε βάρος τους αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει της από 15/4/2014 επιταγής προς πληρωμή, κάτω από ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω 11611/2013 διαταγής πληρωμής. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της ανωτέρω πράξεως αναγκαστικής εκτέλεσης η αναιρεσείουσα-εγγυήτρια και η πρωτοφειλέτρια εταιρία άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15/5/2014 ανακοπή τους, ζητώντας την ακύρωσή τους, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ'αριθμ.200/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την ανακοπή ως προς την πρωτοφειλέτρια εταιρία, λόγω της ερημοδικίας της, ενώ τη δέχτηκε ως προς την αναιρεσείουσα-εγγυήτρια ως ουσιαστικά βάσιμη κατ'αμφότερα τα σκέλη της.

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 12/4/2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. 6474/2020 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα και απορρίφθηκε η ανακοπή ως προς αυτή κατ' αμφότερα τα σκέλη της.

3. Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Oλ. Α.Π. 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.

Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Σύμφωνα όμως με την παρ. 8 του άνω άρθρου (2) του ίδιου ν.2251/1994 ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.

Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 828/2018).

Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.

Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.

Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.

Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.

Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.

Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.

Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007, δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.

Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (Ολ.

ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/EΟK για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.

Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1 -178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.

στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου".

Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του".

Με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β` ) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνο καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής και όχι επαγγελματικά όπως είναι η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Εξάλλου, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.

Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.

Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο oποίo όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή- δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.

Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1438/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.6 και 8 του ν.2251/1994, 181 και 200 ΑΚ συνάγεται ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ` αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.

Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 105/2019).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2, 632 και 633 ΚΠολΔ, λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε.

Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά κατά τα προεκτεθέντα φέρει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 999/2019), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου (633 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013).

Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1060/2019).

Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ακυρότητα του Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη. Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην ανακοπή (ή σε επί μέρους λόγο αυτής) των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 631/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010).

3. Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη (6474/2020) απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ,δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθμόν 1630 (311) /07.06.1988 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε στην Αθήνα, μεταξύ της Τράπεζας με την επωνυμία "...", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση είναι η καθ'ης (αναιρεσίβλητη), και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ.-Χ.

Σ. Ε. Π. Ε. Ε. Η./Υ. Α.-Π.", χορηγήθηκε στη τελευταία πίστωση έως του ποσού του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων δραχμών (1.500.000,00δρχ.) εξυπηρετούμενη με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Η ως άνω σύμβαση πίστωσης τροποποιήθηκε με τις από ....πρόσθετες πράξεις αύξησης ορίου πίστωσης, με τις οποίες αυξήθηκε το όριο της πίστωσης ...με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό της πίστωσης να ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων πενήντα εκατομμυρίων δραχμών (250.000.000,00 δρχ.).

Στην ως άνω σύμβαση, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις πρόσθετες πράξεις αύξησης και χρηματοδότησης, συμβλήθηκε η δεύτερη ανακόπτουσα, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη ως εγγυήτρια (αναιρεσείουσα), ...., παραιτηθείσα από τα δικαιώματα της διαιρέσεως και της διζήσεως καθώς και από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853, 855, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα.

Προς εξυπηρέτηση της πίστωσης λειτούργησαν οι υπ' αριθμ. ... και ... λογαριασμοί πίστωσης,.... Στις 04.01.2012, επειδή καμία εκ των συνοφειλετριών (δηλ. ούτε η πιστούχος εταιρεία ούτε η εγγυήτρια) δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση, και δεν εξόφλησαν έως την 02.02.2011 την οφειλή τους, η καθ'ης η ανακοπή, ήδη εκκαλούσα, προχώρησε στο κλείσιμο του υπ'αριθμ. ...

λογαριασμού πίστωσης - ρύθμισης, ο οποίος ήδη από την από 28.12.2010 πράξη αναγνωρίσεως και ρυθμίσεως οφειλής, εξυπηρετούσε τη σύμβαση πίστωσης κατόπιν μεταφοράς σ' αυτόν, κατά την ίδια ημεροχρονολογία του χρεωστικού υπολοίπου των υπ'αρθμ.... και των υπ'αριθμ. ... λογαριασμών και ο οποίος κατά την ως άνω ημερομηνία του κλεισίματος του (04.01.2012) εμφάνιζε υπόλοιπο ύψους οκτακόσιων ενενήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα εντός λεπτών (899.479,71 €), και επίσης η ίδια (καθ'ης η ανακοπή) κατήγγειλε τη δανειακή σύμβαση, ως προκύπτει από την από 05.01.2012 εξώδικη δήλωση -καταγγελία της, που επιδόθηκε νόμιμα τόσο στην πρωτοφειλέτρια όσο και στην εγγυήτρια στις 25.05.2012, καλώντας τες να της καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, το ως άνω ποσό των 899.479,71 ευρώ....

Κατόπιν αίτησης της καθ'ης εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 11.611/2014 διαταγή πληρωμής του δικαστή Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτάσσονται τόσο η πιστούχος (πρώτη ανακόπτουσα) όσο και η εγγυήτρια (δεύτερη ανακόπτουσα) να της καταβάλλουν από κοινού και εις ολόκληρον ευθυνόμενες, το ποσό των οκτακόσιων ενενήντα εννέα χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα εντός λεπτών (899.479,71€), πλέον τόκων υπερημερίας από την 05.01.2012 και πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερούμενων τόκων ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο, καθώς και το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων διακοσίων ενενήντα ευρώ (15.290,00€) για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.

Επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής μετά της από 15.04.2014 επιταγής προς πληρωμή επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις ανακόπτουσες. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτουσες ισχυρίστηκαν ότι η καθ'ης δανείστρια τράπεζα κατά τον υπολογισμό των τόκων από την καταρτισθείσα σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό έκανε χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών και όχι 365 ημερών, σύμφωνα με σχετικό όρο της σύμβασης, ο οποίος είναι παράνομος και καταχρηστικός, προσκρούων στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, με αποτέλεσμα την υπερχρέωση της ένδικης οφειλής με τόκο προσαυξημένο κατά 1,3889% και επομένως το ύψος του καταλοίπου κατά το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης είναι εσφαλμένα υπολογισμένο, συνακόλουθα δε, η με την προσβαλλόμενη διαταγής πληρωμής απαίτηση της καθ'ης δεν είναι εκκαθαρισμένη, και ως εκ τούτου η διαταγή πληρωμής καθίσταται ακυρωτέα.

Ο ως άνω λόγος ανακοπής παραδεκτά προβάλλεται από τη δεύτερη ανακόπτουσα, δεδομένου ότι αυτή έχει την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του ν.2251/1994, ως τελικός αποδέκτης των τραπεζικών υπηρεσιών της καθ' ης και συγκεκριμένα ως εγγυήτρια υπέρ της πιστούχου εταιρείας, μη ενεργούσα στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας ...απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της καθ' ης, ωστόσο, με τον τρόπο που είναι διατυπωμένος ο εξεταζόμενος λόγος, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού ναι μεν η συμφωνία υπολογισμού του τόκου με βάση το έτος 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2§6 του ν.2251/1994 ...,ωστόσο με τον ως άνω λόγο δεν προσβάλλονται συγκεκριμένα κονδύλια του τηρηθέντος λογαριασμού κατά τη διάρκεια της εξέλιξης της σύμβασης και δεν προσδιορίζεται το επιπλέον ποσό, με το οποίο παράνομα, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη ανακόπτουσα, επιβαρύνθηκε η οφειλή της, εξαιτίας του υπολογισμού αυτού και κατά το οποίο ωφελήθηκε αντίστοιχα, η καθ'ης τράπεζα.

Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος, επιπροσθέτως και διότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου του τηρηθέντος λογαριασμού συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ορισμένο και νόμιμο τον προαναφερόμενο λόγο της ένδικης ανακοπής ως προς την δεύτερη ανακόπτουσα και στη συνέχεια τον δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα- καθ'ης η ανακοπή με την έφεσή της.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή ως κατ'ουσίαν βάσιμη η ένδικη έφεση....να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση καθ'ο μέρος έγινε δεκτή η ανακοπή ως προς τη δεύτερη ανακόπτουσα, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο ...και να δικαστεί κατά το αντίστοιχο μέρος της κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία και εξεταζομένης της ένδικης ανακοπής ως προς τη δεύτερη ανακόπτουσα, να απορριφθεί ως προς αυτήν κατά τον ανωτέρω λόγο της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και να χωρήσει η έρευνα των λοιπών λόγων της, τους οποίους το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υποχρεούται να ερευνήσει διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η ανακοπή".

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε και τους λοιπούς λόγους της ανακοπής και την ανακοπή στο σύνολό της και ως προς τα δύο σκέλη της και επικύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.

4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το δεύτερο λόγο της ανακοπής ως αόριστο, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσέβαλε με αυτόν συγκεκριμένα κονδύλια του τηρηθέντος για την αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης λογαριασμού και δεν προσδιόρισε το επιπλέον ποσό, με το οποίο παράνομα, όπως ισχυρίστηκε, επιβαρύνθηκε η οφειλή της, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, καθόσον, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου ανακοπής επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, μερική θα είναι και η ακύρωση της διαταγής πληρωμής, αφού η μερική αυτή ακύρωση δεν καθιστά ανεκκαθάριστη την απαίτηση, και, ως εκ τούτου, όφειλε η αναιρεσείουσα-ανακόπτουσα να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνεται η οφειλή της από την υπ' αριθ. 1630(311)/7-6-1988 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις τροποποιητικές αυτής, εξ αιτίας του άκυρου ΓΟΣ, ως προς το οποίο (ποσό) και μόνον είχε δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι στο σύνολό της, από δε τα παρατιθέμενα στην ανακοπή στοιχεία δεν καθίσταται δυνατό να εξάγει το Δικαστήριο με μαθηματικούς υπολογισμούς το αμφισβητούμενο ποσό.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, είναι αβάσιμος. 5. Εξάλλου, ενόψει της λόγω αοριστίας απορρίψεως του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο αντιστροφής του βάρους αποδείξεως "διότι ο καθού η ανακοπή έχει το υποκειμενικό βάρος για την απόδειξη της ύπαρξης και του ποσού της απαίτησής του και επομένως δεν είχε η ίδια ως ανακόπτουσα υποχρέωση να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανέρχονταν η απαίτηση αν ήταν εκκαθαρισμένη", είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι επί απορρίψεως του ισχυρισμού ως αορίστου, δεν τίθεται θέμα αποδείξεώς του, επομένως και θέμα περί του ποίος θα επιβαρυνθεί με την απόδειξή του. 6.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται διότι η αναιρεσίβλητη ερημοδικεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-4-2021 αίτηση της Φ. Π. του Ν. για αναίρεση της υπ' αριθμ.6474/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ