Legislator Case Law & Legislation
699/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal due to insufficient reasoning on labor contract termination and cost reduction measures.

Case Number 699/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court decision regarding labor contract disputes. The appellants argued the lower court failed to provide adequate reasoning for rejecting their claims regarding contract terminations and salary reductions. The court found the lower court's justification insufficient regarding the necessity of specific termination actions and the lack of alternative cost-cutting measures, leading to the case being remanded for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 93(3) of the Constitution; Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is admissible when the contested judgment lacks sufficient reasoning on issues affecting the case outcome, requiring remittal for retrial by a different panel.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning labor contract termination salary reduction measures remittal for retrial Code of Civil Procedure constitutional review judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 278/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 699 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Διορθώνεται η απόφαση αυτή με την με αριθμό 978/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως εξής: Α) από το εσφαλμένο "ορίσθηκε εισηγητής ο αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης" στο ορθό "ορίσθηκε εισηγητής ο αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας" Β) από το εσφαλμένο "... με την από 31-10-2012 αγωγή .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11315/2014 οριστική ... και 802/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης" στο ορθό "... με την από 31-11-2012 αγωγή ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11384/2014 οριστική ... και 801/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης". 24/5/2018 Η Γραμματέας Ελένη Τσιουρή

Αριθμός 699/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Μ. του Δ. 2) Γ. Κ. του Θ., 3) Α. Χ. του Α., 4) Γ. Α. του Α., 5) Μ. Τ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χάρη Βεργούλη, 6) Μ. Κ. του Α., 7) Μ. Π. του Γ.-Π., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του ανωτέρω πληρεξουσίου δικηγόρου τους και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευστράτιο Ευστρατιάδη και Κώστα Παπαδημητρίου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:11315/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 802/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-8-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με την συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στο μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Α.Π. 18/2011).

Τέτοια πρόσθετη και εντελώς διαφορετική εργασία επί οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου συνιστά η έκδοση τιμολογίων των μεταφερόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, η παράδοση αυτών στους πελάτες της επιχείρησης, η από αυτόν είσπραξη του οφειλόμενου τιμήματος και η φορτοεκφόρτωση των μεταφερομένων με το φορτηγό αυτοκίνητο εμπορευμάτων (σχετ.

Α.Π. 336/2009). Περαιτέρω με το άρθρο 5 της διαιτητικής απόφασης (Δ.Α.) 9/2005 "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ., καθώς και των οδηγών-πωλητών όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4-5-2005 με την Υ.Α. 11869/1-6-2005 (ΦΕΚ Β 794/10-6-2005) ορίζεται ότι: "α) Οδηγοί-πωλητές κατά την έννοια της παρούσας θεωρούνται οι οδηγοί, οι οποίοι, πέραν της οδήγησης ως κύριου αντικειμένου της εργασίας τους, έχουν και τα ακόλουθα καθήκοντα:

παραλαβής από το εργοστάσιο ή την αποθήκη της επιχείρησης στην οποία απασχολούνται αυτοκινήτου αυτής με φορτίο αποτελούμενο από τυποποιημένα προϊόντα ή εμφιαλωμένα ποτά, περιόδευσης με το αυτοκίνητο σε προκαθοριζόμενα από την επιχείρηση σημεία της πόλης ή της υπαίθρου, πώλησης σε επιχειρήσεις του τομέα κάθε οδηγού-πωλητού ποσοτήτων τυποποιημένων προϊόντων ή εμφιαλωμένων ποτών και ταυτόχρονης παράδοσης αυτών στους αγοραστές, έκδοσης των οικείων τιμολογίων και είσπραξης του τιμήματος ή μέρους αυτού ή ποσού έναντι παλαιότερης οφειλής, με την έκδοση σχετικής απόδειξης ή με τη σχετική σημείωση στο τιμολόγιο, παραλαβής επιστρεφομένων από τους πελάτες κενών ειδών συσκευασίας με τη χορήγηση σχετικής απόδειξης, τήρησης του λογαριασμού της ημέρας για τις πωληθείσες ποσότητες, τα εισπραχθέντα ποσά και τα επιστρεφόμενα κενά είδη συσκευασίας και απόδοσης του λογαριασμού κατά τη λήξη της καθ’ ημέρα εργασίας στον αρμόδιο της επιχείρησης.

Οι ανωτέρω οδηγοί θεωρούνται οδηγοί-πωλητές και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πωλήσεις πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις με το σύστημα προτιμολογημένων προπωλήσεων ή τηλεπωλήσεων, κατά την κρίση των επιχειρήσεων. β) Στους οδηγούς που υπάγονται στην παρούσα με την ειδικότητα του οδηγού-πωλητή, στους οποίους με εντολή του εργοδότη τους ανατίθενται, επιπλέον της οδήγησης και καθήκοντα πωλητού των προϊόντων που μεταφέρουν, καταβάλλεται κατά μήνα τέτοιας απασχόλησης πρόσθετη αμοιβή, πέραν των όσων ορίζονται στην παρούσα απόφαση.

Η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία μεταξύ των μερών, με ελάχιστο ποσό 65,00 ευρώ μηνιαίως και δεν συμψηφίζεται με το διαχειριστικό επίδομα του όρου Β4 του άρθρου 5 της 20/2004 Δ.Α., όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. ε της παρούσας απόφασης". Ειδικότερα με το άρθρο 5 παρ. Β4 της Δ.Α. 20/2004 "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ., καθώς και των οδηγών-πωλητών όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 14-7-2004 με την Υ.Α. 12435/28-7-2004 (ΦΕΚ Β 1294/24-8-2004), ορίζεται ότι: "Στους οδηγούς-πωλητές εμφιαλωμένων ποτών και τυποποιημένων προϊόντων που διενεργούν χρηματικές συναλλαγές, χορηγείται επίδομα διαχειριστικών λαθών".

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις περί καταβολής των προαναφερόμενων επιδομάτων διατηρήθηκαν σε ισχύ και με τις μεταγενέστερες συλλογικές ρυθμίσεις και ειδικότερα με: α) τη Δ.Α. 14/2006 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 16-6-2006 με την Υ.Α. 11981/12-7-2006 (ΦΕΚ Β 1079/8-8-2006), β) την από 11-4-2007 Σ.Σ.Ε. που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 9-5-2007 με την Υ.Α. 11871/26-6-2007 (ΦΕΚ Β 1190/12-7-2007), γ) τη Δ.Α. 15/2008 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 19-6-2008 με την Υ.Α. 51877/2442/11-7-2008 (ΦΕΚ Β 1448/23-7-2008), δ) τη Δ.Α. 11/2009 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-5-2009 με την Υ.Α. 22074/1783/3-7-2009 (ΦΕΚ Β 1431/17-7-2009) και ε) τη Δ.Α. 37/2010 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 7-10-2010 με την Υ.Α. 11327/673/15-6-2011 (ΦΕΚ Β 1449/17-6-2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία τροφίμων και, συγκεκριμένα, αλλαντικών, τυροκομικών και άλλων τυποποιημένων προϊόντων και έχει έδρα της στην βιομηχανική περιοχή Θεσσαλονίκης.

Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστούν ως οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων οι πέντε πρώτοι και ως εργάτριες οι έκτη και έβδομη, κατά τις ακόλουθες ημεροχρονολογίες: ο πρώτος στις 5-11-2001, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο υποκατάστημα της εναγομένης στη Λάρισα, ο δεύτερος στις 19-5-2004, ο τρίτος στις 3-7-2006, ο τέταρτος στις 5-7-2005, ο πέμπτος στις 25-5-2000, η έκτη στις 5-10-2001 και η έβδομη στις 18- 7-1996, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην έδρα της επιχείρησης, στη Θεσσαλονίκη.

Οι μικτές αποδοχές των εναγόντων, εξελίχθηκαν σταδιακά και τον Ιούλιο του έτους 2012, ανέρχονταν για τον 1ο στα 1.323,28 ευρώ, για τον 2ο στα 1.294,09 ευρώ, για τον 3ο στα 1.070,30 ευρώ, για τον 4ο στα 1.099, 49 ευρώ, για τον 5ο στα 1.323,28 ευρώ, για την 6η στο ημερομίσθιο των 47,22 ευρώ και για την 7η στο ημερομίσθιο των 50, 82 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι ήδη από το έτος 2009 η εναγόμενη παρουσίασε οριακή κερδοφορία, εμφανίζοντας στον ισολογισμό της του έτους αυτού κύκλο εργασιών 30.831.912,66 ευρώ και κέρδη 148.012,31 ευρώ, ήτοι κερδοφορία ποσοστού 5% επί του κύκλου εργασιών της.

Με την έλευση της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα κατά το έτος 2010 και την ραγδαία μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια να διατηρηθεί ο κύκλος εργασιών της, να μην συρρικνωθεί η δραστηριότητα της και να διατηρηθούν οι υφιστάμενες θέσεις εργασίας του προσωπικού της.

Παρόλα αυτά, όμως, ενόσω ο κύκλος εργασιών της παρέμεινε σταθερός, περί τα 30 εκατομμύρια ευρώ, με μικρές αυξομειώσεις, τα ή η οριακά κέρδη του 2009 μειώθηκαν ακόμα περισσότερο και ανήλθαν, το έτος 2010 στο ποσό των 47.917,11 ευρώ και το 2011 στο ποσό των 23.368,57 ευρώ. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη, ότι από τα ανωτέρω ποσά κερδοφορίας δεν έχουν αφαιρεθεί οι επισφάλειες των πελατών για απλήρωτα υπόλοιπα, που λόγω της οικονομικής κρίσης είχαν αυξηθεί, η εναγόμενη, στην πραγματικότητα, λειτουργούσε με ζημία.

Έτσι, από τα οικονομικά στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του έτους 2012 διαφαίνονταν, σχεδόν με βεβαιότητα, ότι η χρήση του έτους αυτού θα έκλεινε με ζημία. Παράλληλα, κατά τα ανωτέρω έτη, το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της έβαινε διαρκώς αυξανόμενο και διαμορφώθηκε, το 2008 σε 4.960.847 ευρώ, το 2009 σε 5.170.239,36 ευρώ, το 2010 σε 5.321.251,62 ευρώ και το 2011 σε 5.375.265,12 ευρώ.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι το κόστος μισθοδοσίας των ως άνω ετών δεν παρουσιάζει σημαντικές αυξήσεις, είναι αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το εν λόγω κόστος περιλαμβάνεται στο κωδικό του ισολογισμού της εναγομένης με την ονομασία "έξοδα διοίκησης", πλην, όμως, στον κωδικό αυτό, σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση του Χ.

X., ορκωτού λογιστή, η πειστικότητα της οποίας δεν αναιρείται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, περιλαμβάνονται τα έξοδα λογιστηρίου, μηχανογράφησης, ταξιδίων και το μισθολογικό κόστος 3 μόνο διοικητικών υπαλλήλων και όχι το σύνολο του μισθολογικού κόστους. Ενόψει των ανωτέρω, καθώς και της λειτουργίας της υπό συνθήκες έντονου ανταγωνισμού προς τις άλλες επιχειρήσεις του κλάδου της αλλαντοποιίας, η εναγομένη, για να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα της και να μην οδηγηθεί σε ζημίες, έπρεπε να προβεί σε μείωση των τιμών των προϊόντων της, προκειμένου να διατηρήσει το μερίδιο αγοράς της και τον κύκλο των εργασιών της.

Αρχικά, αυτή στράφηκε προς τους προμηθευτές της με σκοπό τη μείωση των τιμών των πρώτων υλών (κρέατος κλπ.). Αυτό, όμως, δεν κατέστη δυνατόν, λόγω του ότι η προμήθειά τους γίνεται από κράτη, όπως η Γερμανία, το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ολλανδία, όπου δεν επικρατούν ανάλογες συνθήκες οικονομικής κρίσης και οι αντίστοιχες επιχειρήσεις προς τις οποίες απευθύνθηκε, όπως οι γερμανικές εταιρείες ...

δεν αποδέχτηκαν τις σχετικές προτάσεις της. Έτσι, αυτή, αφενός συνέχιζε να αγοράζει τη βασική πρώτη αναγκάζονταν να πωλεί το παραγόμενο τελικό προϊόν σε μειωμένες τιμές, λόγω της εγχώριας οικονομικής κρίσης και της σημαντικής μείωσης της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτικού κοινού. Ενόψει της παραπάνω ανελαστικότητας των οικονομικών μεγεθών, εξετάστηκε η δυνατότητα μείωσης του εργατικού κόστους, για να μην γίνει προβληματική η επιχείρηση.

Σε αντίστοιχη μείωση του εργατικού κόστους προέβησαν και οι ανταγωνιστικές του κλάδου επιχειρήσεις, όπως η εταιρεία ... τον Ιανουάριο του έτους 2012, οι εταιρείες "... τον Ιούλιο 2012 και, στη συνέχεια, οι εταιρείες ..." στις οποίες υπογράφηκαν επιχειρησιακές συμβάσεις με περικοπές μισθών, οι εν λόγω δε επιχειρήσεις μείωσαν, στη συνέχεια, τις τιμές των ανταγωνιστικών τους προϊόντων.

Στα πλαίσια της προσπάθειάς της αυτής, η διοίκηση της εναγόμενης ενημέρωσε σχετικά τους εργαζομένους της επιχείρησης για τους λόγους που επέβαλλαν τη μείωση του μισθολογικού κόστους. Τους διαβεβαίωσε, ότι σκοπός των μειώσεων ήταν η διατήρηση όλων των θέσεων εργασίας και πρότεινε μείωση αποδοχών για να μην κλείσει η χρήση του έτους 2012 με ζημία.

Ταυτόχρονα δήλωσε, ότι θα ήταν αναγκασμένη να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας όσων δεν αποδέχονταν τη μείωση για να μην αδικήσει αυτούς που θα τη δέχονταν. Τη λύση αυτή αποδέχτηκαν, σε σύνολο 220 εργαζομένων, οι 211 απ’ αυτούς, το δε μέτρο της μείωσης των μισθών απέδωσε άμεσα, καθώς επέφερε ήδη για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο 2012, που εφαρμόστηκε, μείωση μισθολογικού κόστους, ύψους 394.339,33 ευρώ για το συγκεκριμένο έτος και 1.327.763, 77 ευρώ για το 2013, ενώ τις ίδιες χρήσεις η εταιρεία παρουσίασε οριακά κέρδη, που ανήλθαν στο ποσό ίων 34.549, 60 ευρώ για το έτος 2012 και στο ποσό των 32.169,27 ευρώ για το 2013.

Ειδικότερα, όσον αφορά τους ενάγοντες, τον Ιούλιο έτους 2013, δόθηκαν σ’ αυτούς (όπως και στους λοιπούς εργαζομένους) προς υπογραφή, οι με ημερομηνία 1-7-2012 τροποποιητικές συμβάσεις εργασίας, βάσει των οποίων ο μηνιαίος μισθός των πέντε πρώτων εναγόντων - οδηγών θα αναπροσαρμόζονταν στα 822,00 ευρώ, ενώ το ημερομίσθιο της έκτης ενάγουσας στα 32,73 ευρώ και της έβδομης ενάγουσας στα 35, 35 ευρώ.

Οι ενάγοντες απέκρουσαν την πρόταση αυτή, θεωρώντας την ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασιακή τους σχέση με τους ίδιους ακριβώς όρους που ίσχυαν πριν. Κατόπιν αυτών, η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους, του 1ου στις 3-9-2012, του 2ου στις 6-9-2012, του 3ου στις 6-9-2012, του 4ου στις 6-9-2012, του 5ου στις 11-9-2012, της 6ης στις 4-9-2012 και της έβδομης στις 21-9-2012.

Από τα ανωτέρω συνάγεται αναμφισβήτητα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η εκ μέρους της εναγόμενης καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε αποκλειστικά, λόγω της αντίθεσης των τελευταίων στην απόφασή της να αναδιάρθρωσει οικονομικά την επιχείρησή της, με τη μείωση του μισθολογικού κόστους, λόγω της κακής πορείας των εργασιών της, που προαναφέρθηκε, με σκοπό να καταστήσει τα προϊόντα της "ανταγωνιστικά στην αγορά και αφού κατέστη ατελέσφορη η προηγηθείσα ως άνω προσπάθεια της για μείωση του κόστους προμήθειας των πρώτων υλών.

Περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι οι επίδικες καταγγελίες οφείλονται σε εμπάθεια ή έχθρα της εναγομένης προς τους ενάγοντες, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς των τελευταίων προς την εργοδότριά τους δεν αποδείχθηκαν, ούτε όμως και η απόφαση της εναγόμενης για μείωση των αποδοχών τους οφείλεται σε εκδικητική εκ μέρους της συμπεριφορά, δεδομένου ότι αφορούσε το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησής της και όχι μόνο τους ενάγοντες.

Και είναι αληθές, ότι οι ενάγοντες άσκησαν κατά της εναγόμενης την από 21-12-2012 και με αριθμ. καταθ. .../21-12-2012 αγωγή τους, με την οποία προέβαλαν νόμιμες αξιώσεις τους για οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές, πρόσθετη εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα, πλην, όμως, αυτό έγινε μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, οπότε δεν μπορεί να συνδεθεί αιτιακά μ’ αυτές.

Καταχρηστικότητα στις επίδικες καταγγελίες δεν μπορεί να προσδώσει ούτε το επικαλούμενο από τους ενάγοντες γεγονός, ότι η εναγομένη μεθόδευε πρόσληψη νέων υπαλλήλων στη θέση αυτών, καθόσον, όπως κάθε καλοκαίρι για την αντιμετώπιση της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων της λόγω του τουρισμού και για τη χορήγηση θερινών αδειών των εργαζομένων της, η εναγόμενη προσλαμβάνει εποχιακούς υπαλλήλους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που λήγουν ίο Φθινόπωρο, έτσι και το καλοκαίρι του 2012, προέβη σε τέτοιες προσλήψεις, μετά δε την καταγγελία της σύμβασης των εναγόντων, κάποιοι εξ αυτών παρέμειναν να εργάζονται στην επιχείρησή της.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, εφ’ όσον οι ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν την ανωτέρω προταθείσα από την εναγόμενη μεταβολή των όρων εργασίας τους, έγκυρα η εναγόμενη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους αορίστου χρόνου και δεν προσβάλλεται η καταγγελία αυτή ως καταχρηστική για τον λόγο και μόνον, ότι συντελέστηκε, επειδή οι ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν την κατά την άποψή τους βλαπτική γι’ αυτούς μεταβολή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται και στη μείζονα πρόταση.

Ενόψει των ανωτέρω, δεν αποδείχτηκε, ότι η καταγγελία των εργασιακών συμβάσεων των εναγόντων από την εναγόμενη υπερβαίνει τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος της τελευταίας, ούτε, ότι, με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, η εναγόμενη πρόσβαλε την προσωπικότητα των τελευταίων, και, ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχτηκε την αγωγή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γι’ αυτό και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί και, ως ουσιαστικά βάσιμοι. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να δικαστεί στην ουσία της η αγωγή και, ακολούθως, να απορριφθεί η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. ...".

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη για ανεπαρκείς αιτιολογίες (ενόψει μάλιστα και της ΑΠ 278/2016, δημοσιευθείσας ήδη από 5-4-2016). Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, εφόσον η προσβαλλόμενη ενώ δέχεται ότι (βλ. ανωτέρω παραδοχές), 1)

η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους στις 31-7-2012 προσφέροντας σε αυτούς τις σχετικές αποζημιώσεις απολύσεως και τις οποίες καταγγελίες προσέβαλαν οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ως καταχρηστικές, στην συνέχεια είχε προφορικά γνωστοποιήσει σε αυτούς, πως σε περίπτωση απόρριψης της πρότασης της, θα προέβαινε σε καταγγελία (τροποποιητική καταγγελία), της σύμβασης εργασίας τους, δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο η εναγομένη είχε ανάγκη να προβεί σε τροποποιητικές καταγγελίες αφού είχε ήδη προβεί σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, προκειμένου αυτές (αρχικές καταγγελίες) να μην κριθούν ως καταχρηστικές, όπως είχαν ήδη προσβληθεί από τους ενάγοντες με την ένδικη αγωγή. 2)

Δεν αιτιολογεί επαρκώς, εάν πριν την προσφυγή στο μέτρο της μείωσης της μισθολογικής δαπάνης των εναγόντων, υπήρχαν άλλα προσφορότερα μέτρα ή και άλλα, μείωσης του λειτουργικού κόστους της επιχείρησης της ενάγουσας, ποια ήταν αυτά και αν επιχειρήθηκαν και δεν απέδωσαν, ώστε να ληφθούν αυτά έναντι των περικοπών των μισθών των εναγόντων. 3)

Δεν αιτιολογεί επαρκώς επομένως, γιατί η οι συνθήκες ανταγωνισμού που είχε να αντιμετωπίσει η εναγόμενη εκ μέρους άλλων εταιρειών του κλάδου αλλαντοποιίας που υπαγόταν, και για να επιβιώσει έπρεπε να μειώσει τις τιμές των προϊόντων της, δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπισθεί ενδεχομένως σε συνδυασμό και με την μείωση άλλων δαπανών της και ποιων και την ενδεχόμενη μη αποτελεσματικότητά τους. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, -πέραν του ότι ως εκτίθενται όλοι, απαραδέκτως προβάλλονται γιατί αφορούν την ανέλεγκτη εκτίμηση από το εφετείο πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ)- να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 801/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2018

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ