Legislator Case Law & Legislation
699/2017 AI generated

Supreme Court annuls traffic court verdict for lack of reasoning regarding driver's liability and procedural defects.

Case Number 699/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Collegiate Court of Rhodes' decision on traffic liability due to insufficient reasoning and procedural irregularities. The appellants argued the lower court failed to adequately explain why the deceased driver was not liable despite her lack of a license and the specific circumstances of the accident. The court found the lower court's reasoning logically flawed and violated substantive law, necessitating a new trial with a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 300, 330, 932 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: A judgment is annulled if it violates substantive law through inadequate reasoning that fails to establish the facts or legal basis for liability.

Keywords

AI generated
traffic accident liability insufficient reasoning procedural defect annulment of judgment driver negligence Code of Civil Procedure substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 699 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 699/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." (πρώην ... ΑΑΕΖ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) B. K. του L., 2) N. K. του E., 3) D. K. του B., 4) A. K. του B., 5) A. K. του B., κατοίκων ..., 6) F. E. του E., κατοίκου ... με προσωρινή διαμονή στο Δήμο ... και 7) Ρ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι πέντε (5) πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θώδο, ενώ οι 6η και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2008 αγωγή των ήδη έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων και της B. K., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την από 5-3-2010 αγωγή του ήδη 7ου των αναιρεσιβλήτων, με την με αριθμ. καταθ. ...-1-2009 αγωγή άλλων φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις με αριθμ. καταθ. ...-1-2010 και ...-8-2010 ανακοινώσεις με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την ασκηθείσα διά των προτάσεών τους πρόσθετη παρέμβαση των ήδη πέντε (5) πρώτων αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-11-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 29-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 24-11-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 132/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. ...19-5-2016 και ...27-5-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Ρόδου Γ. Σ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους έκτη και έβδομο των αναιρεσιβλήτων με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ηλία Σύριου.

Οι ως άνω αναιρεσίβλητοι όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και του θανασίμου τραυματισμού της συγγενούς των αναιρεσιβλήτων K.

M. και την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητός της στην πρόκληση του ατυχήματος. "Στις 18-10-2007 και περί ώρα 12.10’ , η K. M. του B., κινούνταν με το ... δίκυκλο μοτοποδήλατο ιδιοκτησίας της, επί ανώνυμης οδού διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 4,80 μ., η οποία συμβάλλεται κάθετα με την εθνική οδό ... χλμ. αυτής και, ειδικότερα, με το ρεύμα κυκλοφορίας από Λίνδο προς Ρόδο, με σήμανση υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ2 (stop).

Στο σημείο εκείνο η εθνική οδός ... είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 7 μ., ευθεία και με διπλή διακεκομμένη γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, το δε όριο κυκλοφορίας είναι 50 χλμ/ώρα. Όταν, η ως άνω οδηγός έφτασε στη συμβολή της ανώνυμης οδού με την εθνική οδό, προτιθέμενη να εισέλθει σε αυτήν και να διασχίσει κάθετα τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, ώστε να μεταβεί απέναντι στο σούπερ μάρκετ "...", ανέκοψε την πορεία της ενόψει της πινακίδας stop, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα στην εθνική οδό οχήματα και αφού ήλεγξε την κίνηση των οχημάτων του ρεύματος κυκλοφορίας επί της εθνικής οδού με κατεύθυνση από Λίνδο προς Ρόδο, εισήλθε στο ρεύμα αυτό κυκλοφορίας.

Τη στιγμή, όμως, που βρισκόταν πλησίον της διπλής διακεκομμένης γραμμής του οδοστρώματος, έτοιμη να εξέλθει του αμέσως πιο πάνω ρεύματος κυκλοφορίας, και να διασχίσει στη συνέχεια το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από Ρόδο προς Λίνδο, ο πρώτος εναγόμενος, Χ. Α., οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα, άνω των 100 χλμ.

την ώρα, χωρίς να τροχοπεδήσει και να επιχειρήσει για την αποφυγή της σύγκρουσης αποφευκτικό ελιγμό, επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματός του στο οπίσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου, με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί η οδηγός του μοτοποδηλάτου και να τραυματιστεί θανάσιμα, καταλήγοντας επί του οδοστρώματος, πλησίον της τσιμεντένιας νησίδας του χώρου στάθμευσης του σούπερ μάρκετ "...", σε απόσταση περίπου 35 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, αμφότερα δε τα ως άνω συγκρουσθέντα οχήματα να εισέλθουν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Το όχημα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος έχασε τον έλεγχό του, αφού διέσχισε απόσταση 77,30 μ., προσέκρουσε στο κινούμενο, στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον Ρ. Τ., ενώ το μοτοποδήλατο, αφού σύρθηκε σε απόσταση περίπου 40 μέτρων, προσέκρουσε στο κινούμενο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο G. K.. Τα παραπάνω προκύπτουν από το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και προεχόντως από την από 18-10-2007 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρος G.

K., αλλά και με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε προανακριτικά, καθώς και από τις φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των εμπλεκόμενων οχημάτων, που λήφθηκαν στα πλαίσια της προανακριτικής διαδικασίας από το Τμήμα Τροχαίας Ρόδου και εμπεριέχονται σχολιασμένες στην από 15.12.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος κατά την προανάκριση πραγματογνώμονα, μηχανολόγου μηχανικού, Ν.

Μ.. Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, ο άνω αυτόπτης μάρτυρας G. K., στην ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεσή του ανέφερε ότι είδε τη θανούσα οδηγό σε απόσταση περίπου 100 μέτρων από αυτόν να επιχειρεί να εξέλθει της ανώνυμης οδού και να ελέγχει την κυκλοφορία της οδού ..., η οδήγησή της δε ήταν καλή και ο έλεγχος επιμελής, ενώ δε βρισκόταν πλησίον της διαχωριστικής γραμμής και πριν διασχίσει τελείως το ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση από Λίνδο προς Ρόδο, ο πρώτος εναγόμενος εμφανίστηκε ξαφνικά και απότομα, καθόσον κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα, χωρίς ούτε ο ίδιος να τον αντιληφθεί νωρίτερα, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το μοτοποδήλατο, ενώ στην προανακριτική κατάθεσή του δεν αναφέρθηκε αναλυτικά στην κίνηση των ως άνω εμπλεκόμενων οχημάτων και στην υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο πρώτος εναγόμενος.

Ωστόσο, από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, που αποδεικνύεται αφενός από τις προσκομιζόμενες ως άνω φωτογραφίες, στις οποίες εμφαίνεται η κατάσταση των συγκρουσθέντων οχημάτων, αφετέρου από το σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, στο οποίο απεικονίζεται η απόσταση που διένυσαν τα συγκρουσθέντα οχήματα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς και η τελική θέση της οδηγού σε απόσταση περίπου 35 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, καθώς και η τελική θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος κινούνταν με ταχύτητα που υπερέβαινε τα 100 χλμ.

την ώρα, ήτοι υπερδιπλάσια του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ., γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους ενάγοντες από 1-2-2010 και 2-3-2010 ιδιωτικές γνωματεύσεις του πολιτικού μηχανικού Ρόδου Π. Κ. και του μηχανολόγου μηχανικού Ι. Μ., σύμφωνα με τις οποίες η ταχύτητα του πρώτου εναγομένου ανέρχονταν τουλάχιστον στα 100 χλμ.

την ώρα, κατά την εκτίμηση του πρώτου πραγματογνώμονα, και στα 123 χλμ. την ώρα κατά την εκτίμηση του δεύτερου. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος όχι μόνο δεν μείωσε την ταχύτητά του, παρόλο που πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, αλλά και ενόψει της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει δεν μπόρεσε να επιχειρήσει κανένα αποφευκτικό ελιγμό, γεγονός που δεν αμφισβήτησε ούτε ο ίδιος στην προανακριτική κατάθεσή του, ούτε, επίσης, μπόρεσε να τροχοπεδήσει, όπως τούτο, άλλωστε, προκύπτει από την έλλειψη ενδείξεων τροχοπέδησης στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας.

Ο ισχυρισμός δε των εναγομένων της υπό στοιχείο Α αγωγής και εναγόντων της υπό στοιχείο Β ότι η θανούσα οδηγός εξήλθε ανεξέλεγκτα στην εθνική οδό σε απόσταση μόλις τριών μέτρων από το όχημα του πρώτου αυτών, παραβιάζοντας την προτεραιότητά του και ανακόπτοντας την πορεία του, ο οποίος προσπάθησε να αποφύγει τη σύγκρουση επιχειρώντας αποφευκτικό ελιγμό στα αριστερά, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο αυτόπτη μάρτυρα, η θανούσα προέβη σε έλεγχο της κυκλοφορίας, επιπλέον δε, έρχεται σε αντίθεση με όσα προανακριτικά κατέθεσε ο πρώτος εναγόμενος περί του ότι αφενός δεν μπόρεσε να επιχειρήσει κανένα αποφευκτικό ελιγμό, αφετέρου ότι η θανούσα έλεγξε την οδό πριν εισέλθει σε αυτήν από τη δεξιά της πλευρά όχι όμως και από την αριστερή.

Άλλωστε το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων της θανούσας και του Χ. Α., κατά το ως άνω σχεδιάγραμμα τοποθετείται πλησίον της διαχωριστικής γραμμής των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, γεγονός που σημαίνει ότι η θανούσα είχε ήδη διασχίσει σχεδόν ολόκληρο το ρεύμα κυκλοφορίας που κινούνταν ο εναγόμενος, όπως εξάλλου επιβεβαιώνεται από τον ανωτέρω αυτόπτη μάρτυρα.

Εάν ευσταθούσε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η θανούσα ανεξέλεγκτα εισήλθε στην εθνική οδό και ανέκοψε την κίνηση του πρώτου εναγομένου, Χ. Α., το σημείο σύγκρουσης θα εντοπίζονταν στο δεξιό τμήμα του ρεύματος κυκλοφορίας ή στο μέσο αυτού. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η θανούσα ήταν, κάτοχος της ... αλβανικής άδειας οδήγησης και, συνεπώς, ήταν ικανή για οδήγηση, το γεγονός δε ότι στερούνταν της αντίστοιχης ελληνικής άδειας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα.

Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε έλλειψη ικανότητας αυτής περί την οδήγηση. Εξάλλου, το γεγονός ότι η θανούσα, όπως κατέθεσε ο αυτόπτης μάρτυρας στο ακροατήριο, επιβράδυνε την ταχύτητά της στο μέσο του οδοστρώματος της οδού ... δεν καθιστά αυτήν σε κάθε περίπτωση υπαίτια ή συνυπαίτια του ατυχήματος, ενόψει της προαναφερόμενης οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου.

Με βάση τα ανωτέρω, αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, που υπερέβαινε τα 100 χλμ. την ώρα (ήτοι υπερδιπλάσια του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χλμ.

την ώρα), χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του και χωρίς να ασκεί έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, ώστε να μπορεί να επιχειρεί κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς και χωρίς να μειώσει την ταχύτητά του ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αντιδράσει και να τροχοπεδήσει εγκαίρως ή να επιχειρήσει ελιγμό προς αποφυγή του μοτοποδηλάτου της οδηγού Κ.

M., η οποία είχε ήδη εισέλθει κανονικά στην εθνική οδό από κάθετη οδό και αφού είχε διασχίσει σχεδόν όλο το ρεύμα κυκλοφορίας του ιδίου και βρισκόταν πλησίον της διαχωριστικής γραμμής, επιχειρώντας να διασχίσει και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αλλά αντίθετα ο πιο πάνω εναγόμενος προσέκρουσε στο μοτοποδήλατο, ενώ αν κινούνταν με την επιτρεπόμενη ταχύτητα και είχε ρυθμίσει αυτήν, η σύγκρουση ή θα αποφεύγονταν ή δεν θα ήταν τόσο σφοδρή με τις επακολουθήσασες ως άνω βαρύτατες συνέπειες (άρθρα 12, 19 παρ. 1, 2 και 3, 20 παρ. 1 ΚΟΚ)".

Κατόπιν των παραδοχών του αυτών το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις με αρ. καταθ. ...-7-2011 και ...-9-2011 εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 100/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε κρίνει ομοίως, θεώρησε ως μη ασκηθείσα την πρώτη έφεση κατά της τέταρτης εφεσίβλητης A. K., λόγω παραιτήσεως από το δικόγραφο της εφέσεως ως προς αυτή και απέρριψε κατά τα λοιπά κατ’ ουσία τις εφέσεις.

Υπό τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης (υπ’ αριθμ. 132/2015 του ως άνω Εφετείου) στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση, ούτε την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά με λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των άρθρων 914, 300, 330 και 932 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητος της θανούσης οδηγού στο ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα, ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι η οδηγός του μοτοποδηλάτου ανέκοψε και δεν διέκοψε, όπως υποχρεούτο, την πορεία του οχήματός της προ της διασταυρώσεως, όπου υπήρχε πινακίδα stop (P-2) και προκειμένου να εισέλθει σ’ αυτή, δεν αναφέρεται η απόσταση μέχρι την οποία αυτή μπορούσε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων από αριστερά της, ώστε να εισέλθει ακίνδυνα στην εθνική οδό και να μπορεί να ελεγχθεί το αιφνίδιο ή μη της εισόδου του αυτοκινήτου σ’ αυτή.

Επίσης δεν αιτιολογείται η παραδοχή της, ότι ενώ η θανούσα επιβράδυνε την ταχύτητα του οχήματός της στο μέσον του οδοστρώματος της παραπάνω εθνικής οδού, δεν καθιστά αυτή, σε κάθε περίπτωση, υπαίτια ή συνυπαίτια του ατυχήματος. Τέλος δεν αιτιολογείται στην απόφαση πως, ενώ η θανούσα δεν κατείχε ελληνική άδεια οδηγήσεως μοτοποδηλάτου, ήταν ικανή για οδήγηση και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οδήγησή της ήταν η ενδεδειγμένη και ο έλεγχος επιμελής.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα. Η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού της αναιρέσεως στο σύνολο της προσβαλλόμενης δι’ αυτής αποφάσεως, ως προς τους συγκεκριμένους διαδίκους, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του διατυπούμενου με αυτή, πρώτου λόγου της αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε προτάσεις, όπως στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον καταθέσαντα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 132/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ως προς τους αναφερομένους στην ένδικη αίτηση αναιρέσεως διαδίκους.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ