Supreme Court dismisses appeal against final lease contract interpretation ruling due to lack of ambiguity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final first-instance judgment regarding a lease contract. The appellant argued the lower court erred in interpreting specific contract clauses, but the court found no genuine ambiguity or gap in the agreement requiring judicial interpretation. Consequently, the court ruled that the lower court's interpretation was correct and the appeal lacked a valid legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 321 of the Code of Civil Procedure; Articles 173 and 200 of the Civil Code: An appeal is inadmissible against a final judgment unless the lower court failed to apply interpretative rules due to a demonstrable gap or ambiguity in the contract terms.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 699 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 699/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φέρλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 912/2015 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 18-12-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 912/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση..." και κατά την διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει: α) Ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη. β) Ότι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ.
διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της εφέσεως ή από το δικόγραφο της εφέσεως που ασκήθηκε, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της (Ολ.ΑΠ 1904/ 2006). Η ιδιότητα της αποφάσεως ως τελεσίδικης δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι κατ’ αυτής ασκήθηκε έφεση, χωρίς να συντρέχει περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας της εφέσεως εξ αιτίας βίας ή δόλου του αντιδίκου εκείνου που άσκησε την εκπρόθεσμη έφεση (άρθρο 152 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι ακόμη και στην περίπτωση της ασκήσεως τέτοιας εκπρόθεσμης εφέσεως η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, αφότου και έγινε τελεσίδικη (ΑΠ 278/2012, ΑΠ 1904/2006).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 524 του Κ.Πολ.Δικ. η παραίτηση από το δικόγραφο της εφέσεως μπορεί να γίνει και με το δικόγραφο της αναιρέσεως, οπότε η τελεσιδικία της αποφάσεως ανατρέχει στον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, έστω και αν η επίδοση του δικογράφου της έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (πρβλ.
Ολ.ΑΠ 9/ 1996, βλ. ΑΠ 467/2000). Τέλος, η προθεσμία της εφέσεως και της αναιρέσεως, στην περίπτωση κατά την οποία επιδόθηκε η απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών [άρθρο 647 επ. του Κ.Πολ.Δικ. όπως ίσχυαν μέχρι 31.12.2015, ήτοι πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρ. 1 του Ν. 4345/2015, και έχουν εφαρμογή ως εκ του χρόνου ασκήσεως της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (18.12.2015)], είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 652 του Κ.Πολ.Δικ.
όπως αυτή ίσχυε, κατά τα εκτεθέντα δεκαπέντε ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται να ασκήσει τα ένδικα αυτά μέσα διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Η προθεσμία δε της ασκήσεως αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής.
Η πρώτη (προθεσμία αναιρέσεως) ηρεμεί κατά την διάρκεια της δεύτερης (προθεσμίας εφέσεως) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της εφέσεως, οπότε η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε, υποκειμένη σε αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η εκδοθείσα, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 912/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη η 14.4.2015 αγωγή της ενάγουσας -εκμισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε η εναγομένη - μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα να της αποδώσει την χρήση του επιδίκου μισθίου ακινήτου.
Η ως άνω πρωτόδικη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα, που εδρεύει στην Ελλάδα, στις 20.11.2015 (βλ. την με αριθμό .../20.11.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Π.). Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 16.12.2015, την από 16.12.2015 έφεσή της, δηλαδή, η έφεση αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο της κατ’ άρθρο 652 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., δεκαπενθήμερης προθεσμίας, η οποία έληγε στις 5.12.2015 και, επομένως, αυτή ήταν εκπρόθεσμη.
Έτσι η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως του Ειρηνοδικείου άρχισε να τρέχει από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής και έληγε, επομένως, στις 21.12.2015. Στην συνέχεια, κατά της αυτής ως άνω πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε ήδη καταστεί τελεσίδικη από τις 5.12.2015, ασκήθηκε στις 18.12.2015, με κατάθεση του δικογράφου της στην γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση Ειρηνοδικείου Αθηνών, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
Αντίγραφο αυτής (κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως), που περιέχει δήλωση της αναιρεσείουσας ότι παραιτείται από το δικόγραφο της ασκηθείσας ως άνω εκπρόθεσμης εφέσεώς της κατά της ήδη προσβαλλομένης αποφάσεως, επιδόθηκε με επιμέλεια αυτής στην αναιρεσίβλητη, στις 28.12.2015, όπως προκύπτει από την μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη υπ’ αριθμ. .../28.12.2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Π.. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτώς, δεδομένου ότι αφενός μεν ασκήθηκε εντός της προβλεπομένης από την προεκτεθείσα διάταξη δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση αναιρέσεως, η οποία άρχισε από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δηλαδή από 6.12.2015, οπότε κατέστη τελεσίδικη η απόφαση, εφόσον δεν υπήρχε πλέον προθεσμία για άσκηση εφέσεως κατ’ αυτής, αφετέρου δε η γενομένη ως άνω παραίτηση από το δικόγραφο της εκπρόθεσμης εφέσεως παραδεκτώς έγινε με το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, έστω και αν η επίδοσή της έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο, με συνέπεια η τελεσιδικία της αποφάσεως να ανατρέχει στον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσίβλητη, με τις έγγραφες από 25.8.2016 προτάσεις της, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, τις οποίες, όπως από την επ’ αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσε στις 25.8.2016, δηλαδή εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 570 του Κ.Πολ.Δικ.
εικοσαήμερης προθεσμίας πριν από την συζήτηση της υποθέσεως, με τις οποίες προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κρίνονται, για τους προεκτεθέντες λόγους, αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά την διάταξη του άρθρου 594 του Α.Κ., που εφαρμόζεται και επί εμπορικών μισθώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 34/1995, ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να καταγγείλει αμέσως την μίσθωση και αν ο μισθωτής, παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή, δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε ή δεν τηρεί την συμπεριφορά που πρέπει απέναντι στους άλλους ενοίκους.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής προϋπόθεση του παρεχόμενου στον εκμισθωτή δικαιώματος προς άμεση καταγγελία της μισθώσεως είναι αφενός μεν ότι ο μισθωτής δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια και όπως συμφωνήθηκε με τους όρους της συμβάσεως, αφετέρου δε ότι εξακολουθεί να εμμένει στην κακή ή αντισυμβατική χρήση παρά τις διαμαρτυρίες του εκμισθωτή.
Έτσι, με την διάταξη αυτή θεσπίζεται νόμιμη υποχρέωση του μισθωτή να χρησιμοποιεί το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του συνετού ανθρώπου και να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις οφειλόμενες σε πταίσμα του, σε περίπτωση δε που παραβεί την υποχρέωσή του αυτή, ιδρύεται δικαίωμα του εκμισθωτή να καταγγείλει την μίσθωση.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 14.4.2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εκμισθώτριας εταιρίας και διέταξε την απόδοση σε αυτήν της χρήσεως του μισθίου ακινήτου από την μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε το δικάσαν ως άνω Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 16-9-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης η ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγόμενη εταιρεία (η οποία τότε βρισκόταν υπό σύσταση) για δώδεκα έτη, ήτοι από 1-11-2013 έως 31-10-2025, ένα χώρο επιφανείας 74,81 τ.μ. (υπό τα στοιχεία "Ημ.1"), που βρίσκεται στο ..., στον ημιώροφο πολυκατοικίας επί της οδού ..., αντί μηνιαίου μισθώματος 320,00 ευρώ (πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου), για τα δύο πρώτα έτη της μισθώσεως, προκειμένου να τον χρησιμοποιεί (σύμφωνα με τον υπ’ αριθ. 4.1 όρο) ως βοηθητικό χώρο - αποθήκη της επιχείρησης αναψυχής (καφετέριας), που θα δραστηριοποιείται και λειτουργεί εγκατεστημένη σε γειτονικό κατάστημα επί της συμβολής των οδών ... (στο ...). ...Με τον υπ’ αριθ. 3.1 όρο αυτής συμφωνήθηκε ότι η μισθώτρια έχει το δικαίωμα επεμβάσεων, τροποποιήσεων, διαρρυθμίσεων και βελτιώσεων του μισθίου, αφού λάβει υπόψη της τη στατικότητα του κτιρίου και τους πολεοδομικούς και οικοδομικούς κανονισμούς.
Με τον υπ’ αριθ. 4.3 όρο η μισθώτρια συμφώνησε και ανέλαβε την υποχρέωση αφενός να κάνει καλή χρήση του μισθίου, διατηρώντας το καθαρό και ευπρεπές και αφετέρου να το χρησιμοποιεί κατά τρόπο που να μη θίγει την ησυχία, υγεία, εργασία, ασφάλεια και τα χρηστά ήθη των λοιπών ενοίκων. Με τον υπ’ αριθ. 7.1α όρο συμφωνήθηκε ότι αυτή υποχρεούται να διατηρεί το μίσθιο, από πάσης απόψεως, περιλαμβανομένης και της υγιεινής και της καθαριότητας, σε καλή κατάσταση και τέλος με τον υπ’ αριθ. 10 όρο αποδέχθηκε ότι κάθε παράβαση των όρων του μισθωτηρίου αποτελεί σπουδαίο λόγο λύσεως της μισθώσεως και παρέχει το δικαίωμα στη μισθώτρια εταιρεία να καταγγείλει τη σύμβαση μίσθωσης και να ζητήσει την απόδοση του μισθίου, κατά τις σχετικές διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.
Η εναγομένη παρέλαβε το μίσθιο και άρχισε να το χρησιμοποιεί ως βοηθητικό χώρο - αποθήκη της καφετέριας "...", που εκμεταλλεύεται η ίδια, βάσει συμβάσεως δικαιόχρησης που έχει συνάψει με την εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη … (η οποία έχει συνυπογράψει, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, το ένδικο μισθωτήριο), στο γειτονικό κατάστημα επί της συμβολής των οδών ....
Από την έναρξη της μισθώσεως και της χρήσης του μισθίου η εναγομένη, κατά τη μεταφορά εμπορευμάτων σε αυτό, προκαλούσε ρύπανση στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους της πολυκατοικίας (στην κεντρική είσοδο του κτιρίου, στους τοίχους και τους διαδρόμους εισόδου, στην κοινόχρηστη κλίμακα και την κοινόχρηστη επιφάνεια του ημιώροφου), καταλείποντας διαφόρων ειδών απορρίμματα, όπως συσκευασίες, κουτιά, σκισμένα χαρτιά και περιτυλίγματα, με αποτέλεσμα η πολυκατοικία να παρουσιάζει απεχθή και βρώμικη εικόνα, παρά την ύπαρξη συνεργείου καθαρισμού, που επιμελείτο της καθαριότητας δύο φορές την εβδομάδα, δίνοντας την εντύπωση ότι έχει μείνει ακαθάριστη για καιρό.
Επίσης, καταλάμβανε αυθαιρέτως κοινόχρηστους χώρους του ισογείου και του ημιώροφου της πολυκατοικίας και συγκεκριμένα το διάδρομο της κεντρικής εισόδου και τον κοινόχρηστο διάδρομο του ημιώροφου μπροστά από την είσοδο του μισθίου, μετατρέποντάς τους σε αποθηκευτικούς χώρους, με την τοποθέτηση σε αυτούς εμπορευμάτων, χαρτοκιβωτίων, παλετών, τραπεζοκαθισμάτων και λοιπών αντικειμένων, με αποτέλεσμα να παρακωλύεται ουσιωδώς η χρήση τους από τους λοιπούς ενοίκους και συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας.
Τέλος, παρενέβαινε στο μηχανισμό της κεντρικής θύρας εισόδου της πολυκατοικίας, προκειμένου να παραμένει διαρκώς ανοιχτή, για τη διευκόλυνση των υπαλλήλων της που ασχολούντο με τη μεταφορά των εμπορευμάτων, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ασφάλεια των διαμερισμάτων και των ενοίκων του κτιρίου από τη δυνατότητα ανεξέλεγκτης εισόδου οποιουδήποτε τρίτου.
Για την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης (που είναι αντίθετη προς τους προαναφερθέντες υπ’ αριθ. 4.3 και 7.1α όρους της ένδικης σύμβασης) η ενάγουσα - εκμισθώτρια (μετά από διαμαρτυρίες εκ μέρους ενοίκων της πολυκατοικίας, μεταξύ των οποίων του Λ. Μ. που διατηρεί οδοντιατρείο στον πρώτο όροφο του κτιρίου), διαμαρτυρήθηκε προς αυτήν προφορικώς, αλλά και εγγράφως, με την από 15-7-2014 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, που της επιδόθηκε στις 17-7-2014 (βλέπε την υπ’ αριθ. ...17-7-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.
Κ.). Η εναγομένη, μετά την κοινοποίηση της ως άνω διαμαρτυρίας - πρόσκλησης, συμμορφώθηκε μερικώς σταματώντας να ρυπαίνει τους κοινόχρηστους χώρους και να παρεμβαίνει στο μηχανισμό της κεντρικής θύρας της πολυκατοικίας. Δεν αποκατέστησε όμως τις φθορές, ήτοι τις γραμμές στις μαρμάρινες πλάκες του δαπέδου του χώρου της κεντρικής εισόδου και τις μουντζούρες από σύρσιμο αντικειμένων - εμπορευμάτων πάνω στους τοίχους της κεντρικής εισόδου, του κλιμακοστασίου και του διαδρόμου του ημιώροφου (βλ.
φωτογραφίες υπ’ αριθ. 40, 42, 43, 45, 46, 47 και 48) και εξακολούθησε να καταλαμβάνει αυθαίρετα τους προαναφερθέντες κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του ισογείου και του ημιώροφου (ήτοι του διαδρόμου της κεντρικής εισόδου της πολυκατοικίας και του κοινόχρηστου διαδρόμου του ημιώροφου), καθώς και του κοινόχρηστου χώρου άνωθεν της εισόδου του ισογείου και της ράμπας εισόδου στο χώρο σταθμεύσεως, στους οποίους εξακολούθησε να τοποθετεί και να στοιβάζει διάφορα εμπορεύματα, παλέτες, τραπεζοκαθίσματα και άλλα αντικείμενα, ενοχλώντας, με τον τρόπο αυτό, τους λοιπούς ενοίκους και συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας.
Επιπλέον, ενώ, σύμφωνα με τον υπ’ αριθ. 4.1 όρο του μισθωτηρίου, το μίσθιο έχει συμφωνηθεί να χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως βοηθητικός χώρος - αποθήκη της καφετέριας "...", η ενάγουσα άρχισε να παρασκευάζει, χωρίς την άδεια της εναγομένης, "βουτήματα" και "αφεψήματα", σε αυτό, με αποτέλεσμα να αναδύονται οσμές, να διαχέονται στους υπόλοιπους χώρους της πολυκατοικίας και να διαμαρτύρονται γι’ αυτό οι λοιποί ένοικοι, μεταξύ των οποίων ο οδοντίατρος Λ.
Μ. και ο γιατρός Χ. Π., που διατηρούν ιατρεία στον πρώτο όροφο πάνω από τον ημιώροφο του μισθίου (βλέπε κατάθεση μάρτυρος αποδείξεως σελ. 8-9 των ταυτάριθμων πρακτικών, καθώς και την υπ’ αριθ. ...13-10-2015 ένορκη βεβαίωση). Για την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης (που είναι αντίθετη προς τους προαναφερθέντες υπ’ αριθ. 4.1, 4.3 και 7.1α όρους της ένδικης σύμβασης) η ενάγουσα - εκμισθώτρια (μετά από τις διαμαρτυρίες ενοίκων της πολυκατοικίας), διαμαρτυρήθηκε προς αυτήν εκ νέου με την από 9-2-2015 δεύτερη εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία -πρόσκληση, που επιδόθηκε στις 9-2-2015 (βλέπε την υπ’ αριθ. ...9-2-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ.
Π.). Δεν αποδείχθηκε όμως επαρκώς η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της ενάγουσας περί υπερφορτώσεως του μισθίου, πέραν των ορίων αντοχής του φέροντος οργανισμού, αποτελούμενου από μεταλλικές κοιλοδοκούς, και συνακόλουθα η παράβαση του υπ’ αριθ. 3.1 όρου του μισθωτηρίου. Η εναγομένη, μετά την κοινοποίηση της ως άνω δήλωσης - διαμαρτυρίας - πρόσκλησης, συμμορφώθηκε μερικώς σταματώντας να τοποθετεί και να αποθηκεύει μόνιμα εμπορεύματα και άλλα αντικείμενα στο χώρο της εισόδου της πολυκατοικίας και του κλιμακοστασίου αυτής.
Εξακολουθεί όμως να τοποθετεί τέτοιου είδους πράγματα στον κοινόχρηστο διάδρομο του ημιώροφου, να έχει τοποθετημένα εξαρτήματα μονάδων κλιματιστικών στον κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο άνωθεν της εισόδου του ισογείου και της ράμπας εισόδου στο χώρο σταθμεύσεως (βλέπε φωτογραφία υπ’ αριθ. 57) και να χρησιμοποιεί το μίσθιο για την παρασκευή "βουτημάτων" και "αφεψημάτων".
Επίσης, οι υπάλληλοί της (προστηθέντες) εξακολουθούν να ξεφορτώνουν τα εμπορεύματα στον ισόγειο διάδρομο της εισόδου του κτιρίου, όπου παραμένουν εκεί για αρκετή ώρα (αντί να τα αποθηκεύουν απευθείας κατά τη μεταφορά τους εντός του χώρου του μισθίου), με αποτέλεσμα αφενός να προσδίδεται εικόνα ακαταστασίας και αφετέρου να καθίσταται δυσχερής η μετακίνηση στο χώρο, μέχρι την απομάκρυνση των αντικειμένων.
Η παραπάνω συμπεριφορά είναι αντίθετη και διαφορετική με τα συμφωνηθέντα, δεδομένου ότι προσκρούει στους υπ’ αριθ. 4.1, 4.3 και 7.1α όρους της ένδικης μίσθωσης και συνεπώς από την περιέλευση της καταγγελίας στην εναγομένη, ήτοι από την επίδοση σε αυτήν του δικογράφου της αγωγής (16-4-2015) η μίσθωση έληξε (άρθρα 361, 587 του ΑΚ σε συνδυασμό με τον υπ’ αριθ. 10 όρο του ένδικου μισθωτηρίου).
Η αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά συνιστά, σωρευτικά, και περίπτωση κακής χρήσεως, δεδομένου ότι οφείλεται στην αμέλεια της εναγομένης κατά την ως άνω χρήση (άρθρο 330 εδάφ. β’ του Α.Κ.), ήτοι στην έλλειψη της κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενης προσοχής, που κάθε συνετός άνθρωπος επιδεικνύει στον οικείο συναλλακτικό κύκλο, βάσει των νομικών κανόνων, της κοινής πείρας και της λογικής, την οποία μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιδείξει η μισθώτρια, η οποία εμμένει σε αυτήν και μετά τις άνω διαμαρτυρίες της ενάγουσας - εκμισθώτριας, που έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική σε έκταση και ένταση παρακώλυση των λοιπών ενοίκων της πολυκατοικίας, κατά τη χρήση των κοινόχρηστων χώρων, και την, ομοίως σημαντική, ενόχληση αυτών και των επισκεπτών τους (ιδίως των ασθενών των δύο προαναφερθέντων ιατρών) από τις αναδυόμενες οσμές, συνεπεία της διαφορετικής (και κατά τα ανωτέρω βλαπτικής) χρήσης του μισθίου.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, δεδομένου ότι από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η ενάγουσα κατήγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε την απόδοση του μισθίου για τους βάσιμους λόγους που προαναφέρθηκαν και όχι για να οδηγήσει την εναγομένη να προβεί στη μίσθωση του ισόγειου καταστήματος, ομοίως ιδιοκτησίας της, "έναντι "μηνιαίου μισθώματος της τάξεως 1.500,00 ευρώ", όπως ισχυρίζεται η εναγομένη.
Το γεγονός δε ότι εάν αποβληθεί η τελευταία από το μίσθιο κινδυνεύει να κλείσει η καφετέρια "...", που εξυπηρετείται από την χρήση του, και να χάσουν τις δουλειές τους οι άνθρωποι που εργάζονται στην επιχείρηση αυτή, και αληθές υποτιθέμενο, δεν είναι ικανό να περιαγάγει την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος σε προφανή αντίθεση προς την καλή πίστη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος.
Επομένως, η ένσταση του άρθρου 281 του Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως βάσιμη και από την ουσιαστική της άποψη και να διαταχθεί η απόδοση της χρήσης του μισθίου στην ενάγουσα". Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 594 του Α.Κ.
και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου, αλλά και σύμφωνα το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔικ. "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στην εν λόγω διάταξη, μεταξύ δε αυτών δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο το μεν δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα την προβληθείσα από αυτήν ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος για τον λόγο ότι η παράβαση που τελέστηκε είναι όλως ελαφρά και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος δεν θίγεται κανένα δικαιολογημένο συμφέρον του εκμισθωτή, το δε ότι στερείται παντελώς αιτιολογίας.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, διότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση δεν ιδρύουν λόγους αναιρέσεως από τους προβλεπομένους στο άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δικ. όπως αυτό ίσχυε, κατά τα εκτεθέντα. Ο ίδιος λόγος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, όπως και ο τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι επίσης απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους, στην διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως εκτιμάται, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη περί τα πράγματα κρίση.
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται, όπως προαναφέρθηκε, και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στην δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζητήσεως του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
Ο ίδιος λόγος επίσης ιδρύεται και όταν με την δοθείσα ερμηνεία παραβιάζονται οι αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011), ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, όταν, δηλαδή, το ερμηνευτικό πόρισμα δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 495/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δικάσαν δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβληθέντων ως προς το αληθές περιεχόμενο των 4.1, 4.3 και 7.1α όρων της μισθωτικής συμβάσεως και, επομένως, δεν ήταν ανάγκη να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Συνεπώς, ο συναφής τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι το δικάσαν δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα τους προαναφερθέντες όρους της μισθωτικής συμβάσεως κρίνεται απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.12.2015 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2015 αίτηση για αναίρεση της 912/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ