Supreme Court dismisses appeal against three defendants due to procedural absence while allowing appeal against others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding three absent defendants (No. 2, 13, and 17) because they failed to appear or participate in the hearing. While the appeal was dismissed for these specific parties, the Court allowed the appeal against the remaining defendants and remanded the case for judgment. The decision distinguishes between parties who validly participated and those whose absence prevented a proper trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 and 4, 576 §§ 1 - 3 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate in the appeal hearing without valid justification, the court examines whether the other parties expedited the hearing lawfully; if not, the appeal is inadmissible as to the absent party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 699 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 699/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ", που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μπίκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Γ. Α., 2) Π. Κ., 3) Γ. Μ., 4) Ν. Π., 5) Β. Ρ., 6) Α. Δ., 7) Α. Κ., 8) Β. Ο., 9) Ε. Φ., 10) Θ. Α., 11) Χ. Α., 12) Α. Μ., 13) Σ. Α., 14) Σ. Τ., 15) Τ. Κ., 16) Ε. Ρ., 17) Ά. Τ., 18) Ζ. Π., 19) Α. Τ., 20) Μ. Κ., 21) Δ. Ν., 22) Θ. Μ., 23) Κ. Χ., 24) Μ. Μ. και 25) Μ. Κ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 2ου, 13ου και 17ης των αναιρεσιβλήτων, που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μουκανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 151/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 22-9-2011 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 29/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 24-3-2013 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αυτής.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (Α) Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί (ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος) κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.
δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση, σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος διάδικος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης χωρεί νόμιμα ως προς τους εκπροσωπουμένους από πληρεξούσιο δικηγόρο ή τους νόμιμα κλητευθέντες και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (άρθ. 576 § 3 εδ.
β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθ. 62 ν. 4139/2012). Ειδικά, εάν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος και την συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων, για την εγκυρότητα της κλήτευσής του, άρα και για το παραδεκτό της συζήτησης, δεν αρκεί η επίδοση προς αυτόν μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 151/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αλεξανδρούπολης (ΟΤΑ) κατά της 41/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία έγινε ενμέρει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων Δήμος να καταβάλει σε κάθε έναν απ' αυτούς, ως εργαζομένους του, τα εκεί ποσά ως ειδική παροχή του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002 (176 ευρώ μηνιαίως), προσδιορίσθηκε η δικάσιμος της 4-12-2012.
Με την 29/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η συζήτηση εκείνη της κρινόμενης αίτησης κηρύχθηκε απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους, λόγω μη νόμιμης κλήτευσης των 2ου και 13ου των αναιρεσιβλήτων. (2) Με την από 24-3-2013 κλήση του αναιρεσείοντος Δήμου η κρινόμενη αίτηση φέρεται και πάλι προς συζήτηση κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ήταν απόντες και δεν παραστάθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο οι 2ος, 13ος και 17η αναιρεσίβλητοι. Προς απόδειξη της νόμιμης κλήτευσης αυτών ο επισπεύδων την συζήτηση αναιρεσείων Δήμος επικαλείται και προσκομίζει τις με αριθ. .../4-8-2013.../7-8-2013 και .../17-9-2013 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Αλεξανδρούπολης …, …, και …, αντίστοιχα, από τις οποίες προκύπτει ότι στους ως άνω απόντες αναιρεσιβλήτους επιδόθηκαν μόνον αντίγραφα της ως άνω κλήσης και της προαναφερομένης 29/2013 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου (με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η προηγουμένη συζήτηση της υπόθεσης), δεν αποδεικνύεται, όμως, ότι σ' αυτούς έχει επιδοθεί, πλην των ανωτέρω, και αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης, αφού ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει και δεν επικαλείται αντίστοιχες εκθέσεις επίδοσης, περιοριζόμενος στην επίκληση και προσκομιδή των ως άνω εκθέσεων επίδοσης, ενώ τέτοια επίδοση (της αναίρεσης) δεν προκύπτει ούτε εκ μέρους των λοιπών, νομίμως παρισταμένων, αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, πρέπει ως προς τους αναιρεσιβλήτους αυτούς να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, ενώ ως προς τους λοιπούς, υφισταμένης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεταξύ αυτών και των απόντων αναιρεσιβλήτων απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και το δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά το άρθ. 13 § 1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "§1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.
§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...
§6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ.
της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/ 1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ), ανεξάρτητα από το εάν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Στην συνέχεια, με το άρθ. 28 § 4 ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του καταργήθηκε το άρθ. 14 του ν. 3016/2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλ.
όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διάφορους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, για να μην καταστεί, όμως, χειρότερη η μισθολογική θέση των υπαλλήλων στους οποίους είχε χορηγηθεί μέχρι εκείνη την χρονική στιγμή η ειδική αυτή παροχή, με το άρθ. 24 § 2 εδ.
α' και β' του αυτού ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002..., ως ειδική παροχή..., διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειουμένη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 του παρόντος νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η γενομένη ρύθμιση έχει την έννοια της διατήρησης του ποσού των ως άνω καταβαλλομένων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.
Τέλος, με το άρθ. 2 § 3 ν. 3336/2005 ορίσθηκε μεν ότι δικαιούχοι της ως άνω προσωπικής διαφοράς του άρθ. 24 § 2 ν. 3205/2003 είναι από 1-1-2005 και όλοι οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 (από την κατάργηση, όπως προαναφέρθηκε, του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλων των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, δηλ.
όλων των διατάξεων, με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους των υπαλλήλων του Δημοσίου κ.λπ.), με την προϋπόθεση, όμως, ότι η προσωπική αυτή διαφορά καταβάλλεται στους υπαλλήλους των Υπηρεσιών, στις οποίες διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν από το ως άνω χρονικό σημείο και εφεξής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Δήμου Αλεξανδρούπολης (ΟΤΑ) με αντικείμενο την καταβολή της ως άνω ειδικής παροχής των 176 ευρώ μηνιαίως, με την προσβαλλομένη 151/2010 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες (ως προς τους οποίους ερευνάται στο παρόν στάδιο η υπόθεση λόγω της κήρυξης ως απαράδεκτης της συζήτησης της ένδικης αναίρεσης σε σχέση με τους 2ο, 13ο και 17η αυτών) προσλήφθηκαν από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο Δήμο την 1-1-2008 και 1-10-2006, κατά τις εκεί διακρίσεις, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθούν με τις αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση ειδικότητες, ότι ο εναγόμενος Δήμος ουδέν ποσό κατέβαλε σ' αυτούς ως ειδική μηνιαία παροχή του άρθ. 14 ν. 3016/2002, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ και δεν συναρτάται με καμία άλλη προϋπόθεση πλην της ανωτέρω, που συντρέχει στο πρόσωπό τους, ότι η ως άνω παράλειψη του εναγομένου συνιστά παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, καθόσον και μετά την κατάργηση με το άρθ. 28 § 4 ν. 3205/2003 του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και των υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του η ειδική μηνιαία παροχή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά, που μειώνεται μόνο από μελλοντικές χορηγήσεις, μη αποδειχθείσης της χορήγησης συγκεκριμένης τέτοιας παροχής.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι δικαιούνται την ένδικη παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-1-2009 και 1-3-2007 μέχρι 31-1-2009, κατά τις εκεί διακρίσεις, επικυρώνοντας, με την απόρριψη του σχετικού λόγου της έφεσης του αναιρεσείοντος, την εκκληθείσα 41/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, που είχε αποφανθεί κατά τον ίδιο τρόπο και είχε επιδικάσει στους αναιρεσιβλήτους για την αιτία αυτή τ' αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, αφού είχε απορρίψει ως παραγεγραμμένες τις συναφείς αξιώσεις των εναγόντων του χρονικού διαστήματος από 1-10-2006 έως 28-2-2007.
Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον, ως εκ του χρόνου πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων εναγόντων την 1-1-2006 και 1-1-2008 και της έκτασης του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1-3-2007 και 1-1-2008 μέχρι 31-1-2009, εσφαλμένα εφάρμοσε την έχουσα καταργηθεί ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 14 ν. 3016/ 2002, καθώς και την μη εφαρμοστέα διάταξη του άρθ. 24 § 2 ν. 3205/2003, ενώ εξάλλου δεν περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι η ειδική αυτή παροχή χορηγείτο ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό του αναιρεσείοντος Δήμου, στον οποίο υπηρετούν οι αναιρεσίβλητοι από τα ως άνω χρονικά σημεία, ώστε να δικαιούνται και αυτοί την ως άνω παροχή κατά την διάταξη του άρθ. 2 § 3 ν. 3336/2005, την οποία δεν εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας και η οποία δεν ήταν, άλλωστε, εφαρμοστέα, αφού, σύμφωνα με τις ίδιες παραδοχές, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο 2ος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από την ως άνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων, με αυτήν ακριβώς την αιτίαση, ότι δηλ. οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες ως προσληφθέντες από τον αναιρεσείοντα εναγόμενο Δήμο κατά τους ως άνω χρόνους δεν είχαν συναφή αξίωση κατ' αυτού, παρελκούσης της έρευνας του 1ου λόγου επίσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ (για αοριστία της αγωγής).
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 580 § 3 εδ. α' ΚΠολΔ (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12 § 4 ν. 4055/2012), αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και ν' ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 31-1-2009 (και με αριθ. κατ. 20/2009) αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η αναιρουμένη, κατά τα προεκτεθέντα, 151/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση (δηλ.
πλην των 2ου, 13ου και 17ης), εκθέτουν, ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο Αλεξανδρούπολης με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου την 1-1-2008 (οι 1ος, 3ος έως και 12ος) και 1-10-2006 (οι 14η - 16η και 18η - 25η) και εργάζονται έκτοτε σ' αυτόν με τις εκεί αναφερόμενες ειδικότητες, υπαγόμενοι μισθολογικά στις ρυθμίσεις του ν. 3205/2003, και ότι κατά συνέπεια δικαιούνται για το χρονικό διάστημα από 1-10-2006 μέχρι 31-1-2009, κατά τις εκεί διακρίσεις, την μη καταβληθείσα από τον εναγόμενο ειδική μηνιαία παροχή των 176 ευρώ κατ' άρθ. 14 ν. 3016/2002, η οποία, χορηγηθείσα, χωρίς ιδιαίτερες προϋποθέσεις, με μεγάλο αριθμό ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής (μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά εκεί αναφερόμενες), σε πλείστες και ανόμοιες μεταξύ τους κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο, αποτελεί γενική προσαύξηση των τακτικών αποδοχών τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει ως μηνιαία ειδική παροχή του άρθ. 14 ν. 3016/2012 ύψους 176 ευρώ, συνυπολογιζομένων ετησίως των επιδομάτων εορτών και αδείας που αναλογούν σε δύο μηνιαίους μισθούς (α) σε κάθε έναν από τους 1ο και 3ο έως και 12ο ενάγοντες και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι 31-1-2009 το συνολικό ποσό των 2.640 ευρώ και (β) σε κάθε μία από τις 14η έως 16η και 18η έως 25η ενάγουσες και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 μέχρι 31-1-2009 το συνολικό ποσό των 5.632 ευρώ, με το νόμιμο τόκο σε αμφότερες τις περιπτώσεις από τότε που κάθε μηνιαία παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως κατ' επίκληση της παραβιασθείσης συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με το άρθ. 14 ν. 3016/2002, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, άλλως και επικουρικότερα, κατά την ατελώς, πάντως, και ασαφώς διατυπούμενη σχετική βάση, ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστησαν εξαιτίας της άρνησης του εναγομένου να καταβάλει σ' αυτούς τα ζητούμενα ως άνω ποσά.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 41/2010 απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τις επικουρικές βάσεις της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την αδικοπραξία και το αίτημα για την επιδίκαση τόκων για τον πριν την επίδοση αυτής χρόνο (καθώς και, έμμεσα, το αίτημα του υπολογισμού της παροχής αυτής για τον καθορισμό των επιδομάτων εορτών και αδείας), έκρινε αυτήν νόμιμη κατά την κύρια βάση της, εφαρμόζοντας, εσφαλμένα, τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος, 13 ν. 2738/1999, 14 ν. 3016/2002, 24 και 28 ν. 3205/2003, και στην συνέχεια, κρίνοντας ότι έχουν παραγραφεί οι αξιώσεις των 14ης έως 16ης και 18ης έως 25ης εναγουσών που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-10-2006 μέχρι 28-2-2007, δέχθηκε ενμέρει αυτήν και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει σε κάθε έναν από τους 1ο και 3ο έως και 12ο ενάγοντες το ποσό των 2.288 ευρώ, σε κάθε μία δε από τις 14η έως 16η και 18η έως και 25η ενάγουσες το ποσό των 4.048 ευρώ, με το νόμιμο τόκο σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της αγωγής.
Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα η ένδικη αγωγή με το παραπάνω περιεχόμενο δεν είναι νόμιμη ούτε κατά την γενομένη (ενμέρει) δεκτή κύρια βάση της, καθόσον σ' αυτήν ουδόλως γίνεται αναφορά των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του ν. 3336/2005, ώστε με βάση αυτές να δικαιούνται οι ενάγοντες την ένδικη παροχή ως προσωπική διαφορά (πρβλ.
ΑΠ 363/2013). Επομένως, εφόσον η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, πρέπει μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης 151/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της. Στην συνέχεια πρέπει κατά παραδοχή του 2ου λόγου της έφεσης του εναγομένου - αναιρεσείοντος, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση αυτού, προβάλλονται οι σχετικές πλημμέλειες, που είναι βάσιμες (παρελκούσης της έρευνας του 1ου λόγου αυτής), να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη 41/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, ως προς τους παραπάνω ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση, και καθόσον μέρος της δέχθηκε ως προς αυτούς την αγωγή και ν' απορριφθεί αυτή κατά το μέρος τούτο.
Τέλος, αυτοί οι αναιρεσίβλητοι - εφεσίβλητοι - ενάγοντες πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - εναγομένου Δήμου, μειωμένα κατ' άρθ. 281 § 2 ν. 3463/2006, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της από 22-9-2011 αίτησης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Αλεξανδρούπολης" για αναίρεση της 151/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, ως προς τους 2ο (Π. Κ.), 13ο (Σ. Α.) και 17η (Ά. Τ.) αναιρεσιβλήτους.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 12-3-2010 (και με αριθ. έκθ. κατ. 12/2010) έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 41/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση ως προς τους λοιπούς (πλην των ως άνω 2ου, 13ου και 17ης) ενάγοντες -αναιρεσιβλήτους και καθόσον μέρος της έγινε με αυτήν δεκτή ως προς αυτούς η από 31-1-2009 (και με αριθ. κατ. 20/2009) αγωγή.
Απορρίπτει την ως άνω αγωγή ως προς αυτούς και κατά το μέρος τούτο. Και
Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσιβλήτους -εφεσιβλήτους - ενάγοντες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος - εκκαλούντος - εναγομένου, που ορίζει σε δυόμιση χιλιάδες (2.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ