Supreme Court allows appeal against second instance dismissal of labor claim for unpaid wages based on contract duration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a labor claim. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected his request for additional wages based on his actual employment duration rather than treating it as a tort. The court found the second instance judgment erroneous because it failed to recognize the validity of the appellant's claim under specific labor laws.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; The sole ground for appeal alleging violation of substantive law requires a complete reference to the factual basis of the rejected claim to enable effective appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 699 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 699/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαος Τρούσας, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Φεβρουαρίου 2011 , με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Επαμεινώνδα Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ, o οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος" (ΑΕ ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Μαρία Σωτηροπούλου- Πηλίχου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1454/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5465/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-03-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 28-01-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόµενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως µη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα µε το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, για να είναι ορισµένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται µε πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως µη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήµατος ως µη νοµίµου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι µε αυτήν ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι συµµετείχε επιτυχώς σε διενεργηθέντα διαγωνισμό που προκήρυξε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη για την πρόσληψη τεχνιτών δικτύων. Ότι από τους πίνακες επιτυχόντων στους οποίους αναγράφονταν 531 άτομα η εναγοµένη προσέλαβε τους πρώτους στη σειρά 150.
Ότι μετά την άρνηση της εναγοµένης να τον προσλάβει, µε την αιτιολογία ότι το πτυχίο Τεχνικής Σχολής δεν είναι από εκείνα που ζήτησε µε την προκήρυξη, ούτε ισότιμο µε εκείνα, άσκησε, μαζί με άλλους, αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθµ. 8113/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών µε την οποία αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει από 1-8-1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάµει της οποίας η εναγόµενη υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως έκτακτου τεχνίτη δικτύου και ότι υποχρεούται να τον εισαγάγει προς εκπαίδευση και αποφοίτηση στην Σχολή του προσωπικού του ΟΤΕ.
Ότι στις 22/4/1999 υπεγράφη μεταξύ του ίδιου και της εναγοµένης πρακτικό συµβιβασµού µε το οποίο συµφωνήθηκαν και τα εξής: 1) Η αφενός συµβαλλόµενη Ο.Τ.Ε. Α.Ε. δηλώνει ότι σε εκτέλεση της 8133/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες του αφετέρου συµβαλλοµένου Θ. Α. Μ. ως έκτακτου τεχνίτη δικτύων, αναγνωρίζοντας ότι μεταξύ αυτού και της Ο.Τ.Ε.
Α.Ε. υπάρχει από 1/8/1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι υποχρεούται να τον εισαγάγει προς εκπαίδευση στη σχολή προσωπικού της. 2)Ο αφετέρου συµβαλλόµενος δηλώνει ότι ρητώς παραιτείται του δικαιώματος του να διεκδικήσει αναδρομικά τις αποδοχές του (μισθούς υπερημερίας) από 1/8/1994 μέχρι σήμερα (22-4-1999).
Ότι η εναγοµένη αρνήθηκε να τον προσλάβει από 1-8-1994 και τον προσέλαβε από 1-8-1999 και τον ενέταξε μισθολογικά από 1-1-1999. Ότι τελικά η εναγοµένη τον κατέταξε µεν στην ΔΕ κατηγορία πλην όμως προσµέτρησε το χρόνο υπηρεσίας του µόνο από 1-1-1999 µε αποτέλεσμα να λαμβάνει βασικό µμισθό από δύο έως τρεις μισθολογικές βαθμίδες χαµηλότερο από τον δικαιούµενο µε βάση τις επικαλούµενες ΕΣΣΕ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.
Ότι η µη συµµόρφωση της εναγοµένης τόσο στην ανωτέρω απόφαση, όσο και στο από 22-4-1999 Πρακτικό Συµβιβασµού που υπεγράφη μεταγενέστερα μεταξύ των διαδίκων μερών, είχε ως αποτέλεσμα αφενός να προσληφθεί την 1-8-1999 και αφετέρου το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως 1-8-1999 να μην αναγνωρίζεται ως χρόνος υπηρεσίας και να μην συνυπολογίζεται για την ένταξη του στα μισθολογικά κλιμάκια και στον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του από το ποσό των 17.981 ευρώ στο ποσό των 9.949 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 23-4-1999 έως 31-12-2001, και της μετατροπής του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το ποσό των 8.032 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2004, ζήτησε Α)να υποχρεωθεί η εναγοµένη να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και Β) να αναγνωριστεί ότι η εναγοµένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 8.032 ευρώ, ποσά τα οποία του οφείλει η εναγοµένη επιπλέον από τις καταβληθείσες τακτικές αποδοχές του από το µη συνυπολογισµό της παραπάνω υπηρεσίας του για τον προσδιορισμό του χρονοεπιδόµατος του και την ένταξή του στα κλιμάκια τα οποία λεπτομερώς προσδιορίζει µε αυτήν (αγωγή).
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιέχει πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την αξίωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή δικαιουµένων αποδοχών, εκτός των καταβληθεισών, µε βάση τη σύμβαση εργασίας που κατάρτισε µε την εναγοµένη και όχι µε βάση την αδικοπραξία. Τούτο δε γιατί σύμφωνα µε τα παραπάνω ο ενάγων (αναιρεσείων) ζητεί να του επιδικαστούν, επιπλέον από τις καταβληθείσες, αποδοχές, λόγω µεγαλύτερου χρονοεπιδόµατος και ανωτέρων µισθολογικών κλιµακίων, τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, δικαιούται µε βάση το συνολικό χρόνο ισχύος της σύμβασης εργασίας του, στον οποίο συµπεριλαµβάνει και το χρονικό διάστημα από το οποίο άρχισε να ισχύει η σύμβαση (1-8-1994) µέχρι και την πραγματική πρόσληψη του από την εναγοµένη.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως µη νόμιμη γιατί δέχθηκε ότι "η µη αποδοχή εκ µέρους της εναγοµένης της προσφερόµενης, προσηκόντως και πραγµατικής εργασίας του ενάγοντος από 1/8/1994, επιφέρει µόνο συνέπειες υπερημερίας. Η αξίωση του ενάγοντος από την υπερημερία της εναγοµένης είναι απαίτηση µισθού και όχι απαίτηση από αδικοπραξία.
Εξάλλου, ο ενάγων δεν επικαλείται στο δικόγραφο της αγωγής ότι η άρνηση της εναγοµένης να αποδεχθεί την εργασία του από 1/8/1994 απέβη καταχρηστική κατά την έννοια της ΑΚ". Επομένως το εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην αγωγή στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, και στη συνέχεια, εφαρµόζοντας τη διάταξη αυτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, µε την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και την απέρριψε ως µη νόμιμη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
ΑΚ, 5,6,7,12Γ1 και 16 του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε., της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, 1-8-1994 και από 10-6-1999 ΕΣΣΕ.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, µε την κατά τα ανωτέρω κρίση του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5465/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ