Legislator Case Law & Legislation
699/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's assessment of evidence in international railway cargo transport dispute.

Case Number 699/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appeal filed by the Hellenic Railways Organization (OSE) against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence and distorted documents, but the court found no such error. The court held that the lower court correctly considered all submitted evidence, including witness testimonies and documents, and that the appellant's claims regarding document distortion and common sense violations were unsupported by the record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 12(1), 35, 36(1), 3(3), 37(2), 55(3) of the COTIF-CIM Convention; Articles 335, 338, 339, 349 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(20), 561 of the Code of Civil Procedure: Collective liability for international railway cargo transport is established by acceptance of goods; an appeal based on failure to evaluate evidence is inadmissible if the lower court's reasoning shows all evidence was considered; an appeal alleging document distortion requires proof that the court misread a document and reached a harmful conclusion based on that error.

Keywords

AI generated
international railway transport collective liability assessment of evidence document distortion appeal admissibility common sense violation COTIF CIM Convention

Cited Legislation

AI generated
Articles 12(1), 35, 36(1), 3(3), 37(2), 55(3) of the COTIF-CIM Convention
Articles 335, 338, 339, 349 of the Code of Civil Procedure
Articles 559(20), 561 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 699 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 699/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος της Νικολέττα Τζεβελέκου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΕ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/1/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3829/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25/9/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 16-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 35, 36 παρ. 1, 3, 37 παρ. 2 και 55 παρ. 3 του Β΄ Παραρτήματος της από 9.5.1980 Σύμβασης της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων (COTIF - CIM), η οποία κυρώθηκε με τον Ν.1593/1986, θεσπίζεται συλλογική ευθύνη, για την εκτέλεση της μεταφοράς, τόσον του σιδηροδρόμου, ο οποίος αποδέχεται το εμπόρευμα προς μεταφορά με τη φορτωτική, όσο και κάθε ενός από τους κατά σειρά επόμενους σιδηροδρόμους, με μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος μαζί με τη φορτωτική και της συμμετοχής του στη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου αυτού.

Δηλαδή, επί διαδοχικής σιδηροδρομικής μεταφοράς, ήτοι εκείνης που εκτελέσθηκε μέσω των δικτύων περισσότερων σιδηροδρομικών μεταφορέων, υπάρχει έναντι του δικαιούχου εις ολόκληρον ευθύνη όλων των μεταφορέων αυτών, ήτοι τόσο του μεταφορέα που παρέλαβε το εμπόρευμα και εξέδωσε τη φορτωτική, όσο και των ενδιάμεσων μεταφορέων, αλλά και του μεταφορέα του τόπου προορισμού, σε οποιοδήποτε σημείο της μεταφοράς και αν σημειωθεί η απώλεια ή ζημία του εμπορεύματος.

Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί είτε κατά του σιδηρόδρομου αποστολής, είτε κατά του σιδηρόδρομου προορισμού ή κατ΄ εκείνου του σιδηρόδρομου στον οποίον προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας, ενώ ο σιδηρόδρομος προορισμού μπορεί να εναχθεί και αν ακόμη δεν παρέλαβε το εμπόρευμα ούτε τη φορτωτική.

Η ευθύνη του σιδηροδρόμου για την ολική ή μερική απώλεια του εμπορεύματος και για τη βλάβη που αυτό παθαίνει "κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή προς μεταφορά μέχρι την παράδοση", δεν περιορίζεται μόνο στην περίπτωση που η φόρτωση γίνεται από το σιδηρόδρομο, αλλά ισχύει και στην περίπτωση που η φόρτωση του εμπορεύματος γίνεται από τον αποστολέα, χωρίς την ανάμειξη του σιδηρόδρομου.

Απλώς, η δεύτερη αυτή περίπτωση αποτελεί "ειδικό κίνδυνο", που προβλέπεται στο άρθρο 36 παρ. 3, η επίκληση και η απόδειξη του οποίου από το σιδηρόδρομο δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι η απώλεια ή η βλάβη του εμπορεύματος προήλθε από αυτόν, οπότε ο δικαιούχος της μεταφοράς έχει το δικαίωμα να πλήξει τη βάση του τεκμηρίου, αποδεικνύοντας ότι η ζημία δεν προήλθε από τον κίνδυνο αυτόν (άρθρο 37 παρ. 2).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 1, 4, 18 και 20 του ίδιου Παραρτήματος της Σύμβασης, συνάγεται ότι ναι μεν για κάθε αποστολή πρέπει να συντάσσεται μία φορτωτική και αυτή δεν μπορεί παρά να φορά το φορτίο ενός μόνο βαγονιού, όμως η φορτωτική που εκδίδεται δεν αποτελεί συστατικό έγγραφο της σύμβασης μεταφοράς, αλλά απλό αποδεικτικό μέσο των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων στη μεταφορά προσώπων, ώστε τυχόν ατελής ή εν γένει πλημμελής εγγραφή ή παράλειψη εγγραφής σ΄ αυτή σχετικών με τη μεταφορά στοιχείων δεν αποκλείει κατ΄ αρχήν, την απόδειξη αυτών με άλλα αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, από το γεγονός, ότι κατά νόμον πρέπει για κάθε "αποστολή" να συντάσσεται μία φορτωτική, δεν συνάγεται ότι, κατά πλάσμα δικαίου, οι μεταφορές θεωρούνται πλείονες αν, για οποιοδήποτε λόγο εκδοθούν πλείονες φορτωτικές, αλλά στην πραγματικότητα η μεταφορά είναι μία και μοναδική. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του - 3829/2005 - δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εταιρεία με την επωνυμία " ...." που εδρεύει στη .... (και δεν είναι διάδικος στην ένδικη υπόθεση), με διαδοχικές συμβάσεις παραγγελίας μεταφοράς, ανέθεσε στην ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία διεθνών μεταφορών την επιμέλεια για τη μεταφορά σιδηροδρομικώς από τη Γερμανία στην Αθήνα δώδεκα (12) παρτίδων προϊόντων της (χάρτινες πάνες και μωρομάντηλα), τα οποία αυτή θα πωλούσε στη θυγατρική της εταιρεία με την επωνυμία "PROCTER & GAMBLE ΕΛΛΑΣ ΑΕ".

Η ενάγουσα, σε εκτέλεση αυτής της σύμβασης, ανέθεσε τη μεταφορά των άνω εμπορευμάτων, συσκευασμένων σε χαρτοκιβώτια, στους γερμανικούς σιδηροδρόμους. Τα εμπορεύματα φορτώθηκαν, κατά το χρονικό διάστημα από 21.3.2001 μέχρι 24.4.2001, σε αντίστοιχο προς τις παρτίδες αριθμό (12) βαγονιών των γερμανικών σιδηροδρόμων, στα εργοστάσια και στις αποθήκες της ως άνω πωλήτριας εταιρείας στις πόλεις Crailsheim και Dercum της Γερμανίας, που συνδέονται με ειδικές παρακαμπτήριες γραμμές με το γερμανικό σιδηροδρομικό δίκτυο.

Μετά τη φόρτωση και αφού έγινε καταμέτρηση των εμπορευμάτων από τους υπαλλήλους της πωλήτριας εταιρείας, οι πόρτες όλων των βαγονιών σφραγίστηκαν με ισάριθμες ειδικές μολυβδοσφραγίδες του εργοστασίου της πωλήτριας, δηλαδή μία σφραγίδα για κάθε πόρτα. Για κάθε μία από τις παραπάνω δώδεκα παρτίδες, που φορτώθηκαν κατά πλήρες φορτίο στα αντίστοιχα βαγόνια, εκδόθηκαν δύο σιδηροδρομικές φορτωτικές, μία που κάλυπτε τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα (Wulkaprodersdorf/Sopron), στην οποία αναγράφηκε ως αποστολέας η ενάγουσα (εκτός από δύο στις οποίες αναφέρεται ως αποστολέας η πωλήτρια γερμανική εταιρεία) και ως παραλήπτρια η ίδια εκπροσωπούμενη από την εταιρεία .....

στην περιοχή Sopron και μία φορτωτική, που κάλυπτε τη διαδρομή από τα αυστροουγγρικά σύνορα μέχρι την Αθήνα και εκδόθηκε από την ανωτέρω εκπρόσωπο της ενάγουσας, επί της οποίας αναγράφηκε ως αποστολέας και παραλήπτρια η ενάγουσα. Σε όλες τις εκδοθείσες σιδηροδρομικές φορτωτικές έχουν καταχωρηθεί, εκτός των άλλων, ο αριθμός του βαγονιού, ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν και το βάρος τους σε χιλιόγραμμα, ο αριθμός των σφραγίδων που τέθηκαν στις πόρτες κάθε βαγονιού από την προαναφερθείσα αποστολέα γερμανική εταιρεία "...." και η ρήτρα ότι η μεταφορά θα γίνει χωρίς μεταφόρτωση.

Επίσης, σε όλες τις φορτωτικές που εκδόθηκαν για τη διαδρομή από τη Γερμανία στα αυστροουγγρικά σύνορα αναγράφεται ρητά ότι τα εμπορεύματα θα προωθηθούν περαιτέρω στην ενάγουσα, χωρίς μεταφόρτωσή τους, με τελικό προορισμό στην Αθήνα. Οι δύο φορτωτικές που εκδόθηκαν για κάθε παρτίδα, όπως προκύπτει από την αντιπαραβολή τους, αναφέρουν τον ίδιο αριθμό βαγονιού, τους ίδιους αριθμούς σφραγίδων, καθώς και τον ίδιο αριθμό χαρτοκιβωτίων και συνολικό βάρος, μετά δε την έκδοση και της δεύτερης φορτωτικής συνόδευαν και οι δύο, μαζί με το σχετικό τιμολόγιο και δελτίο παραδόσεως, τα εμπορεύματα κατά τη μεταφορά τους σιδηροδρομικώς μέχρι την Αθήνα.......

Η έκδοση των δύο αυτών φορτωτικών για κάθε παρτίδα εμπορευμάτων - βαγόνι αποδείχθηκε ότι γίνεται για πρακτικούς λόγους........ Έτσι, παρά την έκδοση των δύο φορτωτικών για κάθε παρτίδα - βαγόνι, δεν καταρτίστηκαν δύο αυτοτελείς συμβάσεις. Αλλά αντίθετα αποδεικνύεται ότι στην ουσία πρόκειται για μία ενιαία σιδηροδρομική μεταφορά από Γερμανία στην Αθήνα.

Η παραπάνω σιδηροδρομική μεταφορά από τη Γερμανία στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκε από τους γερμανικούς σιδηροδρόμους σε συνεργασία με τα σιδηροδρομικά δίκτυα της Αυστρίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και του εναγομένου ως σιδηροδρόμου του τόπου προορισμού και ο οποίος υπεισήλθε στην εν λόγω μεταφορά με την παραλαβή των σχετικών φορτωτικών και μεταφερομένων εμπορευμάτων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι κατά την άφιξη των δώδεκα (12) βαγονιών στην Αθήνα, που έλαβε χώρα από 29.3.2001 μέχρι 30.4.2001, και πριν από την εκφόρτωση αυτών από την ενάγουσα παραλήπτρια εταιρεία και την παραλαβή των εμπορευμάτων από αυτή, διαπιστώθηκε από τους αρμόδιους υπαλλήλους του εναγομένου (και τώρα αναιρεσείοντος) ΟΣΕ ότι σε όλα τα βαγόνια μερικές από τις μολυβδοσφραγίδες είχαν παραβιαστεί και είχαν αντικατασταθεί από άλλες των ενδιάμεσων χωρών διέλευσης, ενώ άλλες είχαν μείνει άθικτες στις πόρτες των βαγονιών, γεγονός που επιβεβαιώνει και την αρχική τοποθέτησή τους.

Στη συνέχεια, κατά την εκφόρτωση από την παραλήπτρια ενάγουσα των εμπορευμάτων, που έγινε με την παρουσία των ως άνω υπαλλήλων του εναγομένου, διαπιστώθηκε ότι σε κάθε βαγόνι υπήρχε έλλειμμα στον αριθμό των χαρτοκιβωτίων σε σχέση με εκείνα που είχαν φορτωθεί και συνολικά έλειπαν 515 χαρτοκιβώτια από τα 32.491 που είχαν φορτωθεί, η αξία των οποίων (δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται ότι υπήρχε χρηματιστηριακή αξία ή τρέχουσα τιμή, υπολογιζόμενη με τη συνήθη τιμή εμπορευμάτων του ιδίου είδους και ποιότητας στον τόπο και στους παρακάτω χρόνους που έγιναν δεκτά προς μεταφορά, σύμφωνα με τα σχετικά τιμολόγια που εκδόθηκαν από την πωλήτρια εταιρεία για τα εμπορεύματα αυτά, στα οποία, ας σημειωθεί η αξία των εμπορευμάτων (τίμημα) είναι εκφρασμένη σε δραχμές και όχι σε κάποια ξένη νομισματική μονάδα), ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 14.964,99 ευρώ.

Τα εμπορεύματα αυτά, όπως ειπώθηκε, απωλέσθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς από τις ενδιάμεσες χώρες διέλευσης των συρμών, οπότε έλαβε χώρα διάρρηξη των σφραγίδων στους ενδιάμεσους σταθμούς και κλοπή από άγνωστους δράστες". Υπό τα δεδομένα αυτά, το ουσιαστικό δικαστήριο - δεχθέν ότι μία μόνον σύμβαση σιδηροδρομικής μεταφοράς είχε συναφθεί και μόνον μία και ενιαία μεταφορά πραγματοποιήθηκε από τη Γερμανία μέχρι την Αθήνα, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία νομιμοποιείται να εναγάγει τον αναιρεσείοντα, ως "σιδηρόδρομο προορισμού" και να αξιώσει από αυτόν αποζημίωση για την ένδικη απώλεια φορτίου - δεν παραβίασε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.

Επομένως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη δέουσα εκτίμησή των, οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι δηλαδή, αφού έγινε δεκτό ότι εκδόθηκαν δύο φορτωτικές για κάθε επιμέρους "παρτίδα - βαγόνι" έπρεπε να θεωρηθεί δεδομένο ότι υπήρξαν και ισάριθμες μεταφορές.

Περαιτέρω, απορριπτέος, και δη ως απαράδεκτος, είναι και ο υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο ο αναιρεσείων έπρεπε να απαλλαγεί οποιασδήποτε ευθύνης για το ένδικο έλλειμμα φορτίου - με βάση σχετική ένστασή του - διότι τόσο η φόρτωση του εμπορεύματος στον συρμό, όσο και η εκφόρτωση αυτού εκείθεν έγιναν χωρίς συμμετοχή του γερμανικού σιδηροδρόμου και του ιδίου, αντιστοίχως, και, επομένως, είναι ενδεχόμενο το επίμαχο έλλειμμα να συνδέεται αιτιωδώς με τους ειδικούς κινδύνους που συνεπάγεται το γεγονός αυτό.

Τούτο δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο θεώρησε αποδεδειγμένο ότι το ελλείπον μέρος του φορτίου εκλάπη από άγνωστους δράστες κατά την διάρκεια της μεταφοράς και επομένως ο ρηθείς ισχυρισμός βάλλει κατά της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι, ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ελήφθησαν υπόψιν "οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ........ και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε (και) όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ' αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, μ' αυτόν πλήττεται ουσιαστικώς η γενομένη εκ μέρους του Εφετείου εκτίμηση των φορτωτικών καθώς και "των συνταχθέντων 12 πρωτοκόλλων βεβαίωσης" ως αποδεικτικών στοιχείων και δεν περιέχεται σ' αυτόν πλήρης ισχυρισμός για παραμόρφωση εγγράφων, υπό την εκτεθείσα έννοια. Την εκτίμηση των αποδείξεων, τέλος, αφορά και ο περιεχόμενος στον ίδιο λόγο αναιρέσεως ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παραβίασε το "δίδαγμα της κοινής πείρας και τυπικής λογικής, ότι οι διαρρήκτες δεν αποκαθιστούν ό,τι διέρρηξαν (δεν τοποθετούν σφραγίδες στη θέση αυτών που διέρρηξαν). Επομένως, πρέπει ν΄ απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως και συνακόλουθα η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.9.2005 αίτηση του "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 3829/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε ενιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ