Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to respondent's failure to appear and substantive grounds regarding evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Single Member Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence proving the appellant's lack of passive standing regarding travel expenses, while the respondent did not appear in court. The court ruled that the Single Member Court of Appeal had properly evaluated all submitted evidence and that the appellant's claim was unfounded, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may examine the case ex officio if a party fails to appear, and an appeal based on the lower court's failure to consider evidence is inadmissible if the lower court's assessment of the evidence is not arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 698 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δεληκωστόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6232/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 783/2019 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 21-1-2022 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η από 26-02-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 783/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., μετά τη ματαίωση της συζήτησής της λόγω παράλειψης εγγραφής της στο πινάκιο κατά τη δικάσιμο της 13/12/2021 που ορίστηκε μετά από αναβολή,κατόπιν αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12/10/2020.
2. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος ή ο μη παραστάς με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αντίθετη περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 9655/15-3-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο ... Αθηνάς Πάπαρη, την οποία προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση, επικυρωμένο αντίγραφο της από 21-1-2022 κλήσεως, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (28-11-2022), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίστηκε κατά την παρούσα δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση παραστάσεώς του (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ. α'και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του, ενόψει του ότι από την παράστασή του κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 12/10/2020,συνάγεται ότι του επιδόθηκε και επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. 3.
Με την από 26.02.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 65/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 03.11.2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 6232/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 08.02.2011 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 18.02.2019, όπως προκύπτει από την σχετική επί του σώματός της βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ... Η. Κ., και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στο Γραμματέα του εκδώσαντος αυτή δικαστηρίου στις 28.02.2019, δηλαδή εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).
Επομένως είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
4. Απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους αποτελούν και οι διαμεσολαβητικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύμβαση πρακτορείας (Ολ. ΑΠ 16/2013). Ειδικότερα, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας.
Η σχετική μ' αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ' εαυτή της ναυτικής πρακτορείας.
Πράκτορας είναι και ο πράκτορας ταξιδιών, ο οποίος κρατεί θέσεις για θαλάσσια ή αεροπορικά ταξίδια, εκδίδοντας το εισιτήριο με καταβολή του αντίστοιχου τιμήματος (βλ. ΑΠ 159/2018, ΑΠ 445/2012), διοργανώνει τη διαμονή σε ξενοδοχεία, μετακινήσεις, περιηγήσεις, γεύματα, διασκεδάσεις κλπ. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές η σύμβαση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης και έχουν εφαρμογή στη σύμβαση αυτή οι διατάξεις για τη σύμβαση έργου (άρθρο 681 ΑΚ).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016). 5.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) διατηρεί στην ..., επί της ... αριθ. 44,ατομική επιχείρηση πρακτορείας, με το διακριτικό τίτλο "...", με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών τουρισμού.
Από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του 2009 καταρτίσθηκαν προφορικώς συμβάσεις μεταξύ του εφεσιβλήτου (αναιρεσιβλήτου) και του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) για την παροχή κάθε φορά από τον πρώτο στον δεύτερο τουριστικών υπηρεσιών, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τον ίδιο τον εκκαλούντα, τότε υπουργό τουριστικής ανάπτυξης και έπειτα υπουργό παιδείας, αλλά και τρίτα πρόσωπα, τα οποία υποδείκνυε ο εκκαλών και αναλάμβανε την κάλυψη των σχετικών δαπανών τους.
Η αμοιβή του εφεσιβλήτου ορίσθηκε για κάθε σύμβαση ότι θα περιελάμβανε, σε ενιαίο ποσό, τόσο το κόστος των υπηρεσιών όσο και το εμπορικό κέρδος του εφεσιβλήτου. Οι εν λόγω συμβάσεις έγιναν με πρόταση του εκκαλούντος, μέσω συνεργατών του γραφείου του που ενεργούσαν για λογαριασμό του και επικοινωνούσαν προς τούτο με την επιχείρηση του εφεσιβλήτου και με αντίστοιχη αποδοχή του εφεσιβλήτου.
Στο πλαίσιο αυτό, ο εφεσίβλητος παρέσχε στον εκκαλούντα τις ακόλουθες υπηρεσίες: I) Διοργάνωση ταξιδιού στο ... για το χρονικό διάστημα από 3.4.2009 μέχρι 6.4.2009, για πέντε άτομα, το οποίο περιελάμβανε αεροπορικά εισιτήρια (σε διακεκριμένη θέση), διαμονή σε ξενοδοχείο (...), υπηρεσίες μεταφοράς με οδηγό με δύο αυτοκίνητα (...) και γεύματα σε εστιατόρια.
Για το συγκεκριμένο ταξίδι εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο στο όνομα του εκκαλούντος η υπ' αριθ. 21/7.4.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με πίστωση, ποσού 33.230 ευρώ. II) Διοργάνωση ταξιδιού στο Λονδίνο για το χρονικό διάστημα από 8.5.2009 μέχρι 11.5.2019 για τέσσερα άτομα, το οποίο περιελάμβανε αεροπορικά εισιτήρια (σε διακεκριμένη θέση), διαμονή σε ξενοδοχείο (...), υπηρεσίες μεταφοράς με οδηγό με δύο αυτοκίνητα (...), γεύματα σε εστιατόρια, είσοδο και κατανάλωση σε κέντρα ψυχαγωγίας, εισιτήρια θεάτρων και εισιτήρια τραίνου για τη διαδρομή Λο....
Για το συγκεκριμένο ταξίδι εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο στο όνομα του εκκαλούντος η υπ' αριθ. 24/12.5.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με πίστωση, ποσού 19.419 ευρώ. Ill) Διοργάνωση ταξιδιού στις ... για το χρονικό διάστημα από 11.5.2009 μέχρι 13.5.2019 για πέντε άτομα, το οποίο περιελάμβανε αεροπορικά εισιτήρια (σε διακεκριμένη θέση), διαμονή σε ξενοδοχείο (...n) και υπηρεσίες μεταφοράς με οδηγό με ένα αυτοκίνητο (λιμουζίνα).
Για το συγκεκριμένο ταξίδι εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο στο όνομα του εκκαλούντος η υπ' αριθ. 25/14.5.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με πίστωση, ποσού 11.120 ευρώ. IV) Έκδοση ακτοπλοϊκών εισιτηρίων (σε διακεκριμένη θέση) για το δρομολόγιο ... και αντίστροφα στις 15.7.2009, τεσσάρων ατόμων, για τα οποία εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο στο όνομα του εκκαλούντος η υπ' αριθ. 42/15.7.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με πίστωση, ποσού 930 ευρώ.
V) Έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων για το δρομολόγιο ... - ... και αντίστροφα (: εισιτήρια πέντε ατόμων σε διακεκριμένη θέση και ενός ατόμου σε οικονομική θέση από ... προς ... στις 23.7.2009, εισιτήριο ενός ατόμου σε οικονομική θέση από ... προς ... στις 24.7.2009, εισιτήριο ενός ατόμου σε οικονομική θέση από ... προς ... στις 26.7.2009 και εισιτήρια δύο ατόμων σε οικονομική θέση από ...
προς ... στις 26.7.2009), για τα οποία εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο στο όνομα του εκκαλούντος η υπ' αριθ. 43/22.7.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με πίστωση, ποσού 2.704 ευρώ. VI) Έκδοση αεροπορικών εισιτηρίων για το δρομολόγιο ... - ... και αντίστροφα (: εισιτήριο ενός ατόμου σε οικονομική θέση από ... προς ... στις 26.7.2009 και εισιτήρια τεσσάρων ατόμων σε οικονομική θέση από ...
προς ... στις 27.7.2019), για τα οποία εκδόθηκε από τον εφεσίβλητο στο όνομα του εκκαλούντος η υπ' αριθ. 44/22.7.2009 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με πίστωση, ποσού 817 ευρώ. Περαιτέρω, επειδή ο εκκαλών δεν κατέβαλε στον εφεσίβλητο τα προαναφερόμενα ποσά, ο δεύτερος απηύθυνε στον πρώτο την από 18.9.2009 εξώδικη όχληση, η οποία επιδόθηκε στον εφεσίβλητο στις 21.9.2009 και με την οποία καλείτο ο τελευταίος να εξοφλήσει την οφειλή του (ανερχόμενη τότε, με συνυπολογισμό από τον εκκαλούντα και οφειλής άλλων ταξιδίων, σε 90.886 ευρώ), εντός τριών ημερών από την επίδοση.
Έναντι της οφειλής του από το ταξίδι στο ... [βλ. παραπάνω υπό I] ο εκκαλών κατέβαλε το ποσό των 6.500 ευρώ και απομένει από το συγκεκριμένο ταξίδι υπόλοιπο οφειλής (33.230 - 6.500 =) 26.730 ευρώ. Με βάση τα προεκτιθέμενα η οφειλή του εκκαλούντος προς τον εφεσίβλητο από τις προαναφερόμενες αιτίες ανέρχεται συνολικώς στο ποσό των (26.730 + 19.419 + 11.120 + 930 + 2.704 + 817 =) 61.720 ευρώ και ο εκκαλών είναι υπερήμερος ως προς αυτήν από 25.9.2009.
Ο τελευταίος - πέραν των αιτιάσεων που αφορούν κυρίως το ορισμένο της αγωγής και τα εκδοθέντα από τον εφεσίβλητο φορολογικά στοιχεία - δεν προβάλλει ειδική και αιτιολογημένη αμφισβήτηση κατ' ουσίαν των παραπάνω δαπανών, δηλαδή καθεαυτού του είδους και του ύψους καθεμιάς δαπάνης. Υποστηρίζει όμως, κατ' ορθή εκτίμηση των ισχυρισμών του, ότι οι δαπάνες αυτές, του ίδιου και των προσώπων που τον συνόδευαν, έγιναν στο πλαίσιο ταξιδίων που έκανε με την ιδιότητά του ως υπουργός - εννοώντας συνακολούθως ότι οι δαπάνες αυτές βαρύνουν το Ελληνικό Δημόσιο και έπρεπε να αναζητηθούν από αυτό - και επικουρικώς υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι τα ταξίδια ήταν ιδιωτικά, τον βαρύνουν μόνο οι δικές του δαπάνες και όχι των άλλων προσώπων.
Οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος είναι γενικόλογοι και αβάσιμοι αφού, όπως αποδείχθηκε, οι παραπάνω δαπάνες, του ιδίου και των άλλων προσώπων, που είχε αυτός αναλάβει να καλύψει, είχαν καθεαυτές αμιγώς ιδιωτικό χαρακτήρα - ακόμα μάλιστα και όποτε οι εν λόγω δαπάνες συνδυάσθηκαν με επαγγελματικό ταξίδι του εκκαλούντος - γεγονός που ενισχύεται και από το ότι ο εκκαλών δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο των υπουργείων στα οποία ασκούσε τα καθήκοντά του, από το οποίο να προκύπτει ότι εκδόθηκαν σχετικές εντολές μετακίνησης και εγκριτικές αποφάσεις των φερόμενων παραπάνω ως υπηρεσιακών δαπανών...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχτεί εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 61.720 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 25.9.2009.
6. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνδρομής όλων των απαιτούμενων όρων και προϋποθέσεων για την κατάφαση της ευθύνης του αναιρεσείοντος προς καταβολή στον αναιρεσίβλητο της προς αυτόν οφειλής του, δυνάμει της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πρακτορείας, και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 ΑΚ και 2 του βδ της 2/14.5.1835 "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", που ήσαν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.
Ειδικότερα, στηρίζουν το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου οι παρακάτω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι α) ότι από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούλιο του 2009 καταρτίσθηκαν προφορικώς συμβάσεις μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος για την παροχή κάθε φορά από τον πρώτο στον δεύτερο τουριστικών υπηρεσιών, οι οποίες αφορούσαν όχι μόνο τον ίδιο τον εκκαλούντα, τότε υπουργό τουριστικής ανάπτυξης και έπειτα υπουργό παιδείας, αλλά και τρίτα πρόσωπα, τα οποία υποδείκνυε ο αναιρεσείων και αναλάμβανε την κάλυψη των σχετικών δαπανών τους, β) ότι η αμοιβή του αναιρεσιβλήτου ορίσθηκε για κάθε σύμβαση ότι θα περιελάμβανε, σε ενιαίο ποσό, τόσο το κόστος των υπηρεσιών όσο και το εμπορικό κέρδος του εφεσιβλήτου, γ) ότι στο πλαίσιο αυτό, ο αναιρεσίβλητος παρέσχε στον αναιρεσείοντα τις προαναφερόμενες υπηρεσίες ανερχόμενες στα ως άνω ποσά, δ) ότι έναντι της οφειλής του από το ταξίδι στο ...
ο αναιρεσείων κατέβαλε το ποσό των 6.500 ευρώ και απομένει από το συγκεκριμένο ταξίδι υπόλοιπο οφειλής (33.230 - 6.500 =) 26.730 ευρώ και ότι, τελικώς, η οφειλή του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο από τις προαναφερόμενες αιτίες ανέρχεται συνολικώς στο ποσό 61.720 ευρώ και ε) ότι οι παραπάνω δαπάνες, του ιδίου και των άλλων προσώπων, που είχε αυτός αναλάβει να καλύψει, είχαν καθεαυτές αμιγώς ιδιωτικό χαρακτήρα, ακόμη και όταν οι εν λόγω δαπάνες συνδυάσθηκαν με επαγγελματικό ταξίδι του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το τρίτο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 7. Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1334/2022,ΑΠ1187/2021, ΑΠ1588/2017,ΑΠ 908/2014,ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 1604/2006). Τέλος, η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχει ή όχι η προϋπόθεση αυτή ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 (Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που πρόβαλε με την έφεσή του, ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς το κονδύλιο που αφορούσε το ταξίδι στις ... μέσω .... Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια αλλά άρνηση της παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος, ενώ περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι οι παραπάνω δαπάνες, του ιδίου και των άλλων προσώπων, που είχε αυτός αναλάβει να καλύψει, είχαν καθεαυτές αμιγώς ιδιωτικό χαρακτήρα, με συνέπεια, υπό τις παραδοχές αυτές, ο αναιρεσείων να νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη.
8. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος (ΚΠολΔ 352, 438 - 440, 447), προβλέποντας ιδίως, ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σε ορισμένα από αυτά (ΑΠ 1602/2017, ΑΠ 732/2017).
Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου.
Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση άρνησης, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφόσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.
Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δήλωσης από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Η ως άνω αποδεικτική δύναμη (πλήρης απόδειξη) αναφέρεται μόνο στο ότι αυτή προέρχεται από τον υπογραφέα του εγγράφου.
Δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο της δήλωσης. Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης, επιτρέπεται ανταπόδειξη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ` αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης και επομένως στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και επομένως και τους μάρτυρες (ΑΠ 1098/2022,ΑΠ 133/2022,ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 922/2018 ΑΠ 621/2019, ΑΠ 85/2018).
Περαιτέρω, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 481/2013,ΑΠ 214/2012), ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων, κατά το άρθρο 410 ΚΠολΔ και οι ένορκες βεβαιώσεις, κατ` άρθρα 270 παρ. 2, 339 ΚΠολΔ (ΑΠ 1025/2019,ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1725/2010, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 2178/2009).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α` και β` Κ.Πολ.Δ, όπως ήδη ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήτοι μετά την αντικατάσταση τους με εκείνη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β του αμέσως πιο πάνω άρθρου 270. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως πλέον, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.
γ` Κ.Πολ.Δ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 339 του ΚΠολΔ, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και τα δικαστικά τεκμήρια, η χρήση των οποίων, όπως προκύπτει από το άρθρο 395 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται, όταν δεν αποκλείεται, αλλά επιτρέπεται, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 393 και 394 του ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες.
Τα τεκμήρια μπορούν να συναχθούν από το δικαστή από οπουδήποτε, επομένως και από έγγραφα ανεπίσημα ή ανυπόγραφα ή ανεπικύρωτα.
Συνεπώς, όταν είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες και συναφώς και με δικαστικά τεκμήρια, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1423/2012, ΑΠ 1/2011). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 § 2 του Ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις,με το άρθρο 14 § 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή και ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή, όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 96/2019).
Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 2031/2007). 9. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αρ. 12 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ισχυριζόμενος, αντιστοίχως, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και επιπλέον δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα ότι την κρίση του ότι "το ύψος των οφειλών του για τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου ανήλθε πράγματι στα ανωτέρω συνολικά κονδύλια ανά ταξίδι", τη στήριξε "αποκλειστικά και μόνο στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος εξέδωσε αντίστοιχες, συνολικές για κάθε ταξίδι, αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, τις οποίες είχε εκδώσει ο ίδιος και οι οποίες δεν έφεραν την υπογραφή του (αναιρεσείοντος)".
Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, καθόσον στα ως άνω επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, τα οποία αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα και δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά επιτρέπεται ανταπόδειξη, δεν προσδόθηκε αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν είχαν από το νόμο, σε σχέση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αλλά αυτά εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι για την τελική κρίση του Εφετείου, σε συνδυασμό με τις ομολογίες τους.
Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι ομοίως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι από:
α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που δόθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, με αριθμ. 6232/2017, β) όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική αξιολόγηση των επιμέρους αποδεικτικών μέσων, και γ) τις ομολογίες τους. 10.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 και 346 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ` αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη και, σε κάθε περίπτωση, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχουν ληφθεί υπόψη, αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ως εναγόμενος-εκκαλών κατά τη συζήτηση της έφεσής του, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς το κονδύλιο που αφορούσε το ταξίδι στις ...
μέσω ..., μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση,και, ειδικότερα ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα κατωτέρω έγγραφα :1) δημοσίευμα του διαδικτυακού ιστότοπου www.esos.gr για τη συμμετοχή του στη Σύνοδο Υπουργών Παιδείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 12/5/2009,έγγραφο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικό με την εν λόγω Σύνοδο και 2) Πληροφορίες-Συμπεράσματα από την Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης του συμβουλίου της 12ης Μαίου 2009.
Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, αφού ειδικότερα αναφέρει ότι "...οι παραπάνω δαπάνες, του ιδίου και των άλλων προσώπων, που είχε αυτός αναλάβει να καλύψει, είχαν καθεαυτές αμιγώς ιδιωτικό χαρακτήρα - ακόμα μάλιστα και όποτε οι εν λόγω δαπάνες συνδυάσθηκαν με επαγγελματικό ταξίδι του εκκαλούντος..." και ότι "...ο εκκαλών δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει οποιοδήποτε έγγραφο των υπουργείων στα οποία ασκούσε τα καθήκοντά του, από το οποίο να προκύπτει ότι εκδόθηκαν σχετικές εντολές μετακίνησης και εγκριτικές αποφάσεις των φερόμενων παραπάνω ως υπηρεσιακών δαπανών..."
.
Δέχεται δηλαδή, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι το προαναφερόμενο ταξίδι είχε ιδιωτικό χαρακτήρα ακόμα κι αν είχε συνδυαστεί με υπηρεσιακές υποχρεώσεις του αναιρεσείοντος και ότι για την περί του αντιθέτου κρίση θα έπρεπε να προσκομισθούν έγγραφα του υπουργείου όπου ασκούσε το δεδομένο χρονικό διάστημα τα καθήκοντά του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` του KΠολΔ, είναι αβάσιμος. 11. Κατ` ακολουθίαν τούτων, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται διότι ο αναιρεσίβλητος ερημοδικεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2019 αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 783/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 14 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 4 Μαΐου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ