Legislator Case Law & Legislation
698/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's award of lost profits due to lack of procedural defect.

Case Number 698/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's judgment. The appellant argued the lower court erred in calculating lost profits, but the court found the calculation was based on established facts and clear legal reasoning. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged errors in the assessment of evidence or calculation of damages is inadmissible if the lower court's decision is reasoned, clear, and does not violate substantive law provisions.

Keywords

AI generated
cassation appeal lost profits calculation procedural defect evidence assessment legal costs commercial contract damages award

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 725(2) of the Civil Code
Article 361 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 698/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." με τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία είναι η διά συγχωνεύσεως με απορρόφηση καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "...", την οποία υποκατέστησε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μανιάτη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "..." ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-3-2002 και 2-10-2004 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2280/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5930/2010 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε η από 24-2-2011 ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3165/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασδέκη ανέγνωσε την από 4-1-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10-5-2014 αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23/4/2018 κλήση του αναιρεσείοντος νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση μετά από ματαίωση η από 10/5/2014 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3165/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, τη δικάσιμο της 8/4/2019, οπότε παρέστησαν νόμιμα ο αναιρεσείων μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του και η αναιρεσίβλητη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της και με αίτηση του αναιρεσείοντος αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν α) η από 26/3/2002 αγωγή της εταιρείας " ...", με την οποία η ενάγουσα επικαλούμενη τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με τον εναγόμενο πρατηριούχο υγρών καυσίμων και την από υπαιτιότητα του τελευταίου πρόωρη και χωρίς σπουδαίο λόγο λύση της σύμβασης, ζήτησε τη συμφωνηθείσα για την παράβαση των όρων της σύμβασης ποινική ρήτρα και την εξόφληση των πωληθέντων με εμπορευματική πίστωση καυσίμων και β) η από 2/10/2014 αγωγή, με την οποία η ίδια ενάγουσα, επικαλούμενη τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ζήτησε αποζημίωση για την αποθετική ζημία που υπέστη από την άκαιρη και υπαίτια καταγγελία της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο της εναγόμενο, συνισταμένη στο κέρδος που θα αποκόμιζε εάν η σύμβαση λειτουργούσε μέχρι το συμβατικό χρόνο λύσης της.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2280/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η πρώτη αγωγή και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η δεύτερη αγωγή ως προς τα αιτήματά της για διαφυγόντα κέρδη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα κατά το μέρος μόνο που απορρίφθηκε η δεύτερη αγωγή και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αναίρεση απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το εκκαλούμενο μέρος της και έγινε εν μέρει δεκτή η δεύτερη αγωγή επιδικάζοντας στην ενάγουσα ως διαφυγόν κέρδος αναγνωριστικά 168.159,87 ευρώ και καταψηφιστικά 150.000 ευρώ.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία είναι απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ ), είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, δηλαδή ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας αναλαμβάνει συνήθως την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας, με δικά του έξοδα, κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η έννοια ειδικότερα της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση, να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντίστοιχα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή.

Δεδομένου δε ότι στον Εμπ.Ν. ελλείπουν διατάξεις που να ρυθμίζουν τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του Α.Κ., σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ.219/1991, κατά το μέρος τους που οι τελευταίες προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.

Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων που εφαρμόζονται στη σύμβαση διανομής είναι και εκείνη του άρθρου 725 παρ.1 εδ. α' ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή οποτεδήποτε, αν δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα αυτό. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εντολοδόχο (και επί συμβάσεως διανομής στο διανομέα) το δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή (σύμβαση διανομής) ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς να δεσμεύεται από προθεσμία, αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και χωρίς σπουδαίο λόγο ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που η καταγγελία προκάλεσε στον εντολέα.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Προς τούτο, πρέπει ο ενάγων, που επιδιώκει την επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους να επικαλεσθεί και να αποδείξει όλα εκείνα τα περιστατικά, που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα. Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει, επίσης, ότι ο νομοθέτης επιλέγει τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, δηλαδή εκείνης της ζημίας που επέρχεται στο ζημιωθέντα ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών του.

Έτσι, σε περίπτωση, που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του, με την παροχή αποζημίωσης, που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθ' όλο το συμφωνημένο χρόνο και τίποτε πλέον τούτου ( ΑΠ 751/2019, ΑΠ 419/2018).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας την αναφορά περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση της νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 703/2019 ).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης υπό την επίκληση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ήταν αόριστη ως προς τον αναφερόμενο τρόπο υπολογισμού του διαφυγόντος κέρδους. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο αναιρετήριο αν τέτοιο ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής προέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς αντίκρουση της έφεσης, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος καθόσον από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι το σχετικό κονδύλιο προσδιορίζεται επαρκώς ως προς τις ελάχιστες ποσότητες καυσίμου που θα προμηθευόταν ο εναγόμενος-αναιρεσείων , το είδος του καυσίμου και το κατ' έτος μέχρι τη λήξη της σύμβασης προσδοκώμενο κέρδος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 322, 324, 331 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία και συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη.

Ενώ η ταυτότητα της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Περαιτέρω, το δεδικασμένο, που καλύπτει ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως αυτός διατυπώνεται στην απόφαση, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 324 και 332 ΚΠολΔ, δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (ΑΠ 56/2019, ΑΠ 1559/2017).

Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο.

Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 321, 322 παρ. 1 εδ. α' και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεδικασμένο παράγεται και από την οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς το ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε μ' αυτήν, το οποίο όμως δεν προσβάλλεται με την έφεση που ασκήθηκε από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως διάδικο, εφόσον έτσι καθίσταται τελεσίδικη ως προς το ζήτημα αυτό η καταδικαστική απόφαση ( ΑΠ 1559/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δέχθηκε ότι παράγεται δεδικασμένο από την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς το κρίσιμο για τις ένδικες αξιώσεις ζήτημα της καταγγελίας της επίμαχης σύμβασης από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος.

Η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό αυτό λόγο μέρος της δέχθηκε τα ακόλουθα " Με την 2280/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως προαναφέρθηκε, έγινε εν μέρει δεκτή η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3112/2002 αγωγή. Η απόφαση αυτή κατά το άνω μέρος, έχει γίνει τελεσίδικη, λόγω μη προσβολής της με ένδικα μέσα από οποιοδήποτε διάδικο, ήδη δε ο εφεσίβλητος -εναγόμενος έχει καταβάλει στην εκκαλούσα-ενάγουσα, από 11/2/2011, το ποσό των 131.000 ευρώ, προς " εξόφληση οφειλής από 2280/2007 τελεσίδικη απόφαση για την 3112/2002 αγωγή ", όπως τούτο ρητά αναγράφεται στην από 11/2/2011 απόδειξη είσπραξης της τελευταίας.

Στα πλαίσια της ανωτέρω δίκης μεταξύ των παρόντων διαδίκων κρίθηκαν με ισχύ δεδικασμένου τα εξής: Η εκκαλούσα-ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, ήδη με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", είναι καθολική διάδοχος λόγω απορροφήσεως δια συγχωνεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...6-1995 έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, προκειμένου στο πρατήριο πετρελαιοειδών που αυτός διατηρούσε στο 17° χιλιόμετρο της εθνικής οδού ...

να προμηθεύεται αποκλειστικά και μόνο προϊόντα της και να διαθέτει αυτά σε ποσότητες των οποίων συμφωνήθηκε η ελάχιστη ετήσια κατανάλωση. Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δεκαετής, από 22-6-1995 έως 22-6-2005. Με τη σύμβαση η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στον εναγόμενο ως χρησιδάνειο κινητά πράγματα (αντλίες, προβολείς στεγάστρου, δεξαμενές κλπ), το κόστος συντήρησης των οποίων ανέλαβε η ίδια, καθώς και να του χορηγήσει εμπορευματική πίστωση 30.000.000 δραχμών.

Ο εφεσίβλητος -εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση όπως αγοράζει και μεταπωλεί ετησίως ελάχιστες ποσότητες υγρών καυσίμων, υποχρέωση την οποία δεν εκπλήρωσε. Ο τελευταίος με την από 9-9-1999 εξώδικη δήλωση, που επέδωσε στην εκκαλούσα- ενάγουσα στις 15-9-1999, κατήγγειλε τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο που οφείλεται σε υπαιτιότητα της εκκαλούσας-ενάγουσας εταιρίας, ορίζοντας χρόνο επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας πέντε ημέρες μετά τη κοινοποίηση της δήλωσης, ήτοι την 20-9-1999.

Στην εξώδικη δήλωση ο εφεσίβλητος -εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι προβαίνει σε καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας διότι:α) η εκκαλούσα- ενάγουσα επανειλημμένα δεν εφοδίαζε το πρατήριο με καύσιμα, β) δεν εκπλήρωνε τη συμβατική της υποχρέωση να συντηρεί τις αντλίες, γ) κατήργησε μονομερώς και χωρίς τη συναίνεση του τις εκπτώσεις επί των πωλουμένων προϊόντων, δ) το πρατήριο ήταν ημιτελές από υπαιτιότητά της και ε) στο νομό Θεσπρωτίας αύξησε τη χονδρική τιμή πώλησης όλων των προϊόντων, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι γενικοί ή ειδικοί όροι και οι συνθήκες της αγοράς.

Οι αναφερόμενοι λόγοι καταγγελίας κρίθηκαν αβάσιμοι και έγινε δεκτό ότι η επίδικη σύμβαση λύθηκε πρόωρα με υπαιτιότητα του εφεσίβλητου-εναγομένου, ο οποίος την κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο. Από την τελευταία αυτή απόφαση, αφού δεν μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς μεταξύ των δύο δικών, παράγεται δεδικασμένο, περί του ότι η ένδικη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων της παρούσας δίκης, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, λύθηκε στις 20/9/1999 πρόωρα με υπαιτιότητα του εφεσίβλητου- εναγομένου, ο οποίος την κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο.

Από το δεδικασμένο αυτό το οποίο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, υπάρχει δέσμευση στην παρούσα νέα δίκη, στην οποία ως προδικαστική έννομη σχέση αναφύεται η τελεσιδίκως κριθείσα, από τη λύση της οποίας πηγάζουν και οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις".

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά έκρινε την ύπαρξη δεδικασμένου, αφού όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτοβάθμιας απόφασης, στα πλαίσια που αυτή έκρινε επί της από 26-3-2002 πρώτης αγωγής, έγινε δεκτό ότι η επίμαχη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας λύθηκε πρόωρα από υπαιτιότητα του εναγομένου-αναιρεσείοντος, ο οποίος την κατήγγειλε χωρίς σπουδαίο λόγο και συνεπώς κατά το μέρος αυτό κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης και παρήγε δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της άκαιρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας, το οποίο αποτελούσε προϋπόθεση και για τις ένδικες αξιώσεις της μεταγενέστερης αγωγής, οι οποίες ήχθησαν ενώπιον του Εφετείου. Επομένως, ο σχετικός από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Ενόψει της κατά τα ανωτέρω διακοπής του εφοδιασμού του καταστήματος του με καύσιμα της ενάγουσας-εκκαλούσας, παρά το ότι η τελευταία εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς αυτόν και της εν συνεχεία πρόωρης με υπαιτιότητά του, χωρίς σπουδαίο λόγο, καταγγελίας της σύμβασης, ο εναγόμενος -εφεσίβλητος, έχει υποχρέωση, όπως ζητεί η ενάγουσα- εκκαλούσα, να καταβάλει στην τελευταία το διαφυγόν κέρδος, που η τελευταία θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε η διακοπή του εφοδιασμού του πρατηρίου του και η καταγγελία της συμβάσεως:

α) για το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 έως την κατά την 20-9-1999 άσκηση της καταγγελίας (πέντε ημέρες μετά την επίδοση αυτής ) και β) από την ασκηθείσα καταγγελία, ήτοι από την 20-9-1999 μέχρι το συμφωνημένο χρόνο λήξης της σύμβασης, την 22-6- 2005. Με βάση την από 22.6.95 ΣΕΣ ο εφεσίβλητος- εναγόμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να εφοδιάζεται με συγκεκριμένες ποσότητες καυσίμων για το πρώτο έτος της σύμβασης, προσαυξανόμενες κατά ποσοστό 3% για κάθε επόμενο έτος, όπως προεκτέθηκε, ώστε όφειλε να προμηθευτεί τις ακόλουθες ποσότητες ανά είδος καυσίμου ετησίως: 1996..., 1997...,1998...,1999...., 2000...., 2001..., 2002...., 2003..., 2004...

και 2005.... Συνακόλουθα οι ποσότητες καυσίμων που όφειλε να προμηθευτεί ο εφεσίβλητος- εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από 1/6/1999 μέχρι το συμφωνημένο χρόνο λήξης της σύμβασης την 22/6/2005 ανέρχονται σε έτος..., βενζίνες σε λίτρα πετρέλαιο σε λίτρα...., είδος καυσίμου...., μικρότερο κέρδος ανά λίτρο ....Επομένως, η εκκαλούσα-ενάγουσα από τον εφοδιασμό του ως άνω πρατηρίου με καύσιμα εάν ο εναγόμενος κατανάλωνε τις προβλεπόμενες με τη σύμβαση ποσότητες θα αποκόμιζε συνολικά κέρδος ετησίως.

Α) από 1/6/1999 έως 31/12/1999....Β) από 1/1/2000 έως 31/12/2000....Γ) από 1/1/2001 έως 31/12/2001....Δ) από 1/1/2002 έως 31/12/2002....Ε) από 1/1/2003 έως 31/12/2003....ΣΤ) από 1/4/2004 έως 22/6/2005....και συνολικά, για το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 έως την 22-6-2005, το κέρδος της εκκαλούσας- ενάγουσας από τις παραπάνω ελάχιστες ποσότητες υγρών καυσίμων, που είχε συμβατική υποχρέωση ο εφεσίβλητος- εναγόμενος να παραγγείλει, θα ανερχόταν στο ποσό των 1.185.044,01 ευρώ (70.089,51 + 125.615,48 +160.872,80 +190.419,84 + 220.153,13 + 417.893,25), από το οποίο, σύμφωνα με τους πιο πάνω υπολογισμούς, ποσό 405.755,38 ευρώ για τις βενζίνες (22.827,44 + 40.923,63 + 55.716,98 + 74.470,18 + 84.131,40 + 127.685,75) και ποσό 779.288,63 (47.262,07 +84.691,85 +105.155,82 +11 5.949,66 +136.021,73 + 290.207,50) για το πετρέλαιο.

Ωστόσο, όπως κατά τα προαναφερόμενα αποδείχτηκε, κατά το χρόνο που λειτούργησε η σύμβαση, ήτοι για διάστημα τεσσάρων και πλέον ετών ο εφεσίβλητος -εναγόμενος δεν προμηθευόταν τις ελάχιστες συμφωνημένες ποσότητες, η δε προμήθεια καυσίμων μειωνόταν συνεχώς μέχρι και το έτος 1998 (τελευταίο έτος πριν από τη διακοπή του εφοδιασμού του πρατηρίου του εναγομένου και καταγγελίας της σύμβασης), χωρίς η εκκαλούσα -ενάγουσα να καταγγείλει τη σύμβαση, παρότι είχε συμβατικό δικαίωμα, αποδεχόμενη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί (βλ.

και την κατάθεση του μάρτυρα της εκκαλούσας -ενάγουσας σελ 25, 27 των πρακτικών του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Για πρώτη φορά η εκκαλούσα -ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε κυρίως για ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών, αλλά και για την προμήθεια μικρότερων ποσοτήτων καυσίμων από τις συμφωνημένες, με την από 7-4-1999 εξώδικη δήλωσή της, αναφέροντας ότι για το έτος 1998 η προμήθεια βενζίνης ανήλθε σε 300 κ.μ και πετρελαίου 534 κ.μ, (που αντιστοιχούν στο 40% της ποσότητας βενζίνης που συμφωνήθηκε και στο 20% της ποσότητας πετρελαίου που συμφωνήθηκε) και του δηλώνει ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του θα ασκήσει τα από τη σύμβαση δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και η καταγγελία, την οποία, όμως, αυτή δεν άσκησε.

Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι λόγω της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και της αποδοχής αυτής από την εκκαλούσα - ενάγουσα, η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 έως 22- 6-2005, θα πωλούσε στον εφεσίβλητο ενάγοντα το 40% της ποσότητας βενζίνης που συμφωνήθηκε και το 20% της ποσότητας πετρελαίου που συμφωνήθηκε και ως εκ τούτου, λαμβανομένου υπόψη ότι το κέρδος της ενάγουσας - εκκαλούσας με βάση τα παραπάνω, για την περίπτωση που ο εναγόμενος κατανάλωνε τις συμφωνηθείσες με την ένδικη σύμβαση ποσότητες καυσίμων για το ίδιο χρονικό διάστημα θα ανερχόταν για τις βενζίνες σε 405.755,38 ευρώ και για το πετρέλαιο σε 779.288,63 ευρώ, το κέρδος το οποίο αυτή θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από 1-6-1999 έως 22-6-2005, ανέρχεται σε 162302,15 ευρώ (405.755,38 ευρώ Χ 40%) για τις βενζίνες και 155.857 (779.288,63 Χ 20%) για το πετρέλαιο και συνολικά σε 318.159,87 ευρώ (162.302,15 + 155.857).

Το ποσό των 318.159,87 ευρώ, η τελευταία απώλεσε και οφείλει να την αποζημιώσει ο εφεσίβλητος - εναγόμενος, αφού πρόκειται για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας του, ήτοι να του καταβάλει πλήρες διαφέρον, όπως στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (άρθρο 725 παρ. 2 ΑΚ)".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 725 και 298 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, με ορθή υπαγωγή στις εφαρμοσθείσες διατάξεις και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα υπολογίζοντας με αναλυτική παράθεση των σχετικών κονδυλίων κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας και με σαφή κατ' έτος αναφορά ποιο ήταν το προσδοκώμενο με πιθανότητα κέρδος μέχρι τη λήξη της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, το οποίο η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη απώλεσε εξαιτίας της άκαιρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους του εναγομένου- αναιρεσείοντος, περί της οποίας, όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε δεδικασμένο και δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει άλλη περαιτέρω αιτιολογία. Οι επικαλούμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένου υπολογισμού του απολεσθέντος κέρδους υπό το πρόσχημα της από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/5/2014 αίτηση του Α. Ν. για αναίρεση της υπ' αρ. 3165/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ