Legislator Case Law & Legislation
698/2019 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on seizure reversal, ruling registration of provisional order was not proven.

Case Number 698/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's decision to reverse a seizure. The bank argued that a provisional order had been registered in the public seizure books, but the court found no evidence of such registration. The court held that the bank failed to prove the prerequisite registration required for the provisional order to bind third parties, thus upholding the lower court's reversal of the seizure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1019 and 715 of the Code of Civil Procedure; A seizure reversal is effective against third parties only if the provisional order restricting the property has been duly registered in the public seizure books, a burden of proof the applicant must satisfy.

Keywords

AI generated
seizure reversal provisional order public seizure books third party binding burden of proof Code of Civil Procedure appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 1019 of the Code of Civil Procedure
Article 715 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", πρώην με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρεκούμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-12-2008 και 17-12-2008 δύο αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5573/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3569/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1019 Κ.Πολ.Δ, η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

Κ.Πολ.Δ. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει ως προς όλους αφότου δημοσιευθεί η απόφαση (παρ. 1).

Στις προθεσμίες που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο δεν υπολογίζεται το διάστημα από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 966 παράγραφοι 3 και 4 μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, το διάστημα αναστολής της εκτέλεσης, η οποία χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση ή με κοινή συναίνεση εκείνου που επισπεύδει και του οφειλέτη, η οποία βεβαιώνεται με συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ο χρόνος από 1 έως 31 Αυγούστου (παρ. 2).

Αν πριν από την έκδοση της κατά την παρ. 1 απόφασης είχαν αναγγελθεί δανειστές με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης, κατά τα άρθρα 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 1 εδ. α', η ανατροπή επέρχεται ως προς αυτούς μόνο αν οι ως άνω προθεσμίες είχαν συμπληρωθεί και ως προς αυτούς από τις αναγγελίες τους. Διαφορετικά, η κατάσχεση ως προς αυτούς διατηρείται και ισχύει αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους, η προθεσμία όμως αυτή ουδέποτε συμπληρώνεται πριν οπό την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή (παρ. 3).

Από τη σαφή γραμματική διατύπωση του άνω άρθρου προκύπτει ότι η ανατραπείσα, με δικαστική απόφαση, κατάσχεση ισχύει έναντι πάντων διά και από τη δημοσίευσή της απόφασης (ΑΠ 1092/2013) συμπαρασύρει δε και τις αναγγελίες όσων δανειστών έχουν αναγγελθεί με τα προσόντα αυτοτελούς κατάσχεσης ,μόνον εφόσον έχουν συμπληρωθεί και γι' αυτούς από το χρόνο της αναγγελίας τους οι προβλεπόμενες στην παρ. 1 προθεσμίες ,αλλιώς η απόφαση για την ανατροπή δεν θίγει την αναγγελία τους, η οποία μετά από δήλωση υποκατάστασης, μπορεί να στηρίξει έγκυρη διαδικασία πλειστηριασμού.

Πάντως και για τους μη θιγόμενους από την ανατροπή της κατάσχεσης αναγγελθέντες δανειστές, η κατάσχεση μεν διατηρείται, θεσπίζεται όμως αυτοτελής προθεσμία ανατροπής της από την αναγγελία τους και δεν μπορεί να συμπληρωθεί πριν από την πάροδο εξαμήνου από την ανατροπή. Βάση δε της ρύθμισης αυτής, η νομική δέσμευση του κατασχεμένου εξακολουθεί να υφίσταται έναντι των άνω αναγγελθέντων δανειστών, ως προς τους οποίους δεν έχει παρέλθει ο χρόνος της ανατροπής, δεν παρίσταται ανάγκη επιβολής νέας κατάσχεσης και συνεπώς δεν υφίσταται κίνδυνος έγκυρης διάθεσης του πράγματος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 997 παρ. 3ΚΠολΔ, όπως το άρθρο είχε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο 8ο παρ. 2 ν.4335/2015, σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή ή εγγραφή υποθήκης (ή προσημειώσεως υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 41 ΕισΝΚΠολΔ) που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη.

Η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί. Σκοπός της διατάξεως αυτής, με την οποία θεωρούνται ανενεργείς (και όχι άκυρες) οι καταχωρίσεις και εγγραφές υποθηκών κ.λπ., είναι η αποτροπή συμπαιγνιών μεταξύ οφειλέτη και τρίτων και δημιουργίας προνομίων, καθόσον με την κατάσχεση το κατασχεμένο καθίσταται κοινό υπέγγυο σε όλους τους δανειστές.

Εάν μετά την (πρώτη) κατάσχεση, που απετέλεσε το θεμέλιο έναρξης της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρήσει από δανειστή αναγγελία στηριζόμενη σε εκτελεστό τίτλο και τηρηθεί η προδικασία που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 972 §§ 1 και 2 εδ. 2, 973 §§ 2 και 3 και 1006 § 4 του ΚΠολΔ, οπότε έχει την ισχύ κατασχέσεως στο ήδη κατασχεμένο, το κρίσιμο χρονικό σημείο για την ανωτέρω απαγόρευση εξακολουθεί να εντοπίζεται στο χρόνο εγγραφής της αρχικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων (ΑΠ128/2018).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π.7/2006, 4/2005, Α.Π.282/2010, 1756/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1019,958,997,972παρ 2,975,976,977,1006παρ 4 ΚΠοΛΔ, δεχθείσα ότι η προσημείωση υποθήκης που είχε εγγραφεί στο επίδικο ακίνητο πριν την αναγγελία με ισχύ αυτοτελούς κατάσχεσης του αναιρεσίβλητου δεν αντιτάσσεται έναντι αυτού μετά την ανατροπή της αρχικής κατάσχεσης, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ.

Από την επισκόπιση της προσβαλλομένης απόφασης κατά το ενδιαφέρον ζήτημα προκύπτουν οι εξής παραδοχές: <Με επίσπευση του Α. Π. και δυνάμει της με αριθμό ….42/30.12.2004 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Τ., επιβλήθηκε σε βάρος του οφειλέτη Β. Κ. αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου ιδιοκτησίας του και συγκεκριμένα επί μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας πρώην κοινότητας και ήδη Δήμου …..

Με την με αριθμό …..60/10.06.2005 Α' επαναληπτική περίληψη του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή ορίσθηκε ως ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού η 28.09.2005, χωρίς, όμως, εν τέλει να διενεργηθεί. Στη συνέχεια, ο ανακόπτων Α. Μ., με την από 26.03.2007 αναγγελία του, ανήγγειλε απαίτηση ύψους 344.936,94 ευρώ, που διατηρούσε σε βάρος του ως άνω οφειλέτη, η οποία του είχε επιδικασθεί δυνάμει της με αριθμό …51/2004 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η ως άνω αναγγελία, επέχουσα θέση αυτοτελούς κατάσχεσης αφού στηριζόταν σε εκτελεστό τίτλο, σημειώθηκε, στις 26.03.2007, στο περιθώριο της εγγραφής της επιβληθείσας αρχικής κατάσχεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1006 παρ. 4 εδ. α' ΚΠολΔ. Στη συνέχεια, με αίτηση της ανακόπτουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ...", εκδόθηκε η με αριθμό 1463/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 14.03.2008, με την οποία ανατράπηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, η αναγκαστική κατάσχεση, που είχε επιβληθεί σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του καθ' ου η εκτέλεση με την προαναφερθείσα …42/30.12.2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, και διατάχθηκε η διαγραφή αυτής από τα βιβλία κατασχέσεων.

Παράλληλα, ο Α. Μ. είχε υποβάλει, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτηση για υποκατάσταση επισπεύδοντος και ανάθεση επίσπευσης πλειστηριασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 973 παρ. 4 ΚΠολΔ., η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 2785/2007 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου. Μετά από άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 1373/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και του επέτρεψε να υποκαταστήσει τον αρχικό επισπεύδοντα.

Στις 26.03.2008 ο ανακόπτων Α. Μ. δήλωσε προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, Φ. Π., ότι επιθυμεί, με βάση την προαναφερθείσα με αριθμό ….42/30.12.2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, να συνεχίσει τον πλειστηριασμό, ορίστηκε δε ως ημερομηνία αυτού η 28.05.2008 και συντάχθηκε η με αριθμό ….35/26.03.2008 πράξη κατάθεσης εγγράφων και δήλωσης επίσπευσης πλειστηριασμού που, όμως, δεν διενεργήθηκε.

Ο πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου του προαναφερθέντος οφειλέτη, με επισπεύδοντα πλέον τον Α. Μ., διενεργήθηκε τελικώς την 01.10.2008 ενώπιον της παραπάνω συμβολαιογράφου με επιτευχθέν πλειστηρίασμα το ποσό των 600.500 ευρώ. Στον εν λόγω πλειστηριασμό αναγγέλθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, για απαιτήσεις τους:

α) η Τράπεζα ... με την από 14.10.2008 αναγγελία της, για/το ποσό του 1.019.321,39 ευρώ, β) ο Μ. Μ. με την από 30.07.2008 αναγγελία του, για το ποσό των 206.884,26 ευρώ, γ) το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: 1) δια του Διευθυντή του Γ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων, με τις με αριθμούς πρωτ. 7525/14.10.2008 και από 09.10.2008 αναγγελίες του, για ποσό 946,72 ευρώ και 1.849,49 ευρώ αντίστοιχα, 2) δια του Διευθυντή του Δ' Ταμείου Είσπραξης Εσόδων με την με αριθμό πρωτ. 5281/10.10.2008 αναγγελία του για το ποσό των 57.635,16 ευρώ και 3) δια του Διευθυντή του υποκαταστήματος ….

με την με αριθμό πρωτ. ….51/13.10.2008 αναγγελία του για το ποσό των 6.730,57 ευρώ και δ) η (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", για το ποσό των 24.515,84 ευρώ. Η απαίτηση της "Τράπεζας ...", απέρρεε από σύμβαση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού και αφορούσε σε κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.

Επειδή η πιστούχος έπαψε να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της από την παραπάνω σύμβαση, η ανακόπτουσα, δυνάμει του όρου 7.3 της ως άνω σύμβασης και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47 του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών" και 112 παρ. 2 εδ. 6 ΕισΝΑΚ, έκλεισε οριστικά, στις 23.02.2005, τον αλληλόχρεο λογαριασμό, ο οποίος είχε κατά τον χρόνο αυτό χρεωστικό υπόλοιπο 672.812,73 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας.

Μετά από αίτηση της ανακόπτουσας εκδόθηκε, σε βάρος της πιστούχου και του εγγυητή, η με αριθμό 3209/2005 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 672.812,73 ευρώ, με το νόμιμο συμβατικό επιτόκιο από τις 24.02.2005, των τόκων κεφαλαιοποιουμένων και ανατοκιζόμενων ανά εξάμηνο μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης, πλέον εισφοράς του ν. 128/1975, καθώς και δικαστική δαπάνη ύψους 23.495 ευρώ.

Περαιτέρω, η ως άνω Τράπεζα είχε ήδη εγγράψει, στις 04.02.2005, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου …. προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού 700.000 ευρώ δυνάμει της με αριθμό 550/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί του ως άνω εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, προς εξασφάλιση της απαίτησής της, που απέρρεε από την εγγυητική ευθύνη του καθ' ου η εκτέλεση.

Μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού και επειδή το επιτευχθέν πλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναγγελθέντων δανειστών, η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον με αριθμό ….89/24.11.2008 πίνακα κατάταξης, σύμφωνα με τον οποίο, αφού προαφαίρεσε τα έξοδα εκτέλεσης ποσού 13.313,04 ευρώ, στη συνέχεια, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα ποσού 586.736,96 ευρώ (600.050-13.313,04) κατέταξε προνομιακά και οριστικά (κατ' άρθρο 975 αρ. 6 ΚΠολΔ, ως ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης) το τρίτο καθ' ου και δη το Γ' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων για τα ποσά των 946,72 ευρώ και 1.849,49 ευρώ (για το τελευταίο αυτό ποσό των 1.849,49 ευρώ δεν προσβάλλεται ο πίνακας κατάταξης), το Δ' Ταμείο Είσπραξης Εσόδων για το ποσό των 57.635,16 ευρώ και το ΙΚΑ Ελευσίνας για το ποσό των 6.730,57ευρώ.

Ακολούθως στο εναπομείναν ποσό κατετάγησαν, σύμμετρα και τυχαία, ως εγχειρόγραφοι, α) ο Α. Μ., για το ποσό των 112.276,81 ευρώ, β) ο Μ. Μ., για το ποσό των 67.371,98 ευρώ, γ) η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", για το ποσό των 7.983,59 ευρώ και δ) η "Τράπεζα ...", για το ποσό των 331.942,64 ευρώ. Κατά την κατάταξη των αναγγελθέντων δανειστών η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος θεώρησε ως εγχειρόγραφη την απαίτηση της "Τράπεζας ...", με το σκεπτικό ότι αυτή έχει ασφαλισθεί με προσημείωση υποθήκης, που, όμως, είχε εγγραφεί στις 04.02.2005, ήτοι μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στις 30.12.2004 και επομένως δεν εξοπλιζόταν με προνόμιο.

Η κατάταξη αυτή είναι ορθή, καθώς η αναγκαστική κατάσχεση που επιβλήθηκε στις 30.12.2004 υπέρ του Α. Π., δυνάμει της με αριθμό ….42/30.12.2004 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Τ., ανετράπη μεν, όπως προεκτέθηκε, με την με αριθμό 1463/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, όχι, όμως, έναντι του Α.

Μ., ως προς τον οποίο η επιβληθείσα κατάσχεση εξακολουθεί να ισχύει, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 1019 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, ο Α. Μ. αναγγέλθηκε στις 26.03.2007, με αναγγελία επέχουσα θέση αυτοτελούς κατάσχεσης λόγω της κατοχής από αυτόν εκτελεστού τίτλου και δη της με αριθμό …51/2004 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κατά τον χρόνο δημοσίευσης της ανωτέρω απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί ανατροπής (14.03.2008). δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία ανατροπής της αναγγελίας του, αφού δεν είχε παρέλθει ένας χρόνος χωρίς να διενεργηθεί πλειστηριασμός, από την ημερομηνία που έλαβε χώρα η αναγγελία ήτοι από 26.03.2007 μέχρι τις 14.03.2008.

Επομένως, η ως άνω κατάσχεση δεν ανατράπηκε αλλά εξακολούθησε να ισχύει ως προς αυτόν, η δε αναγγελία με ισχύ αυτοτελούς κατάσχεσης που επέβαλε ο ίδιος στις 26/3/2007 ανατρέχει στην αρχική κατάσχεση που επιβλήθηκε από τον αρχικώς επισπεύδοντα δανειστή. Να σημειωθεί, επίσης, ότι με την με αριθμό 1373/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών επετράπη στον Α.

Μ. να επισπεύσει την εκτέλεση κατά του οφειλέτη του, υποκαθιστώντας τον αρχικώς επισπεύδοντα Α. Π.. Εφόσον, λοιπόν η ανακόπτουσα Τράπεζα ενέγραψε την προσημείωση υποθήκης στις 04.02.2005, ήτοι μετά την επιβολή της κατάσχεσης επί του ως άνω ακινήτου (30.12.2004), το προνόμιό της δεν μπορεί να αντιταχθεί έναντι του επισπεύδοντος δανειστή Α.

Μ.>.

Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι η προσημείωση υποθήκης που ενέγραψε η αναιρεσείουσα στο επίδικο ακίνητο του οφειλέτη της πριν την αναγγελία με ισχύ αυτοτελούς κατάσχεσης, αλλά μετά την κατάσχεση που ανατράπηκε με δικαστική απόφαση, όχι όμως και έναντι του αναιρεσίβλητου δανειστή, για τον οποίο δεν είχε παρέλθει έτος από την αναγγελία του μέχρι την έκδοση της απόφασης του Ειρηνοδικείου που ανέτρεπε την επιβληθείσα αρχική κατάσχεση δεν αντιτάσσεται έναντι αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις και ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Κατά μεν το άρθρο 175 εδάφ. α ΑΚ, η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη, αν ο νόμος την απαγορεύει, κατά δε το επόμενο άρθρο 176, αν την απαγόρευση του προηγούμενου άρθρου έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ό,τι και στην απαγόρευση από το νόμο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως, μέχρι να εκδοθεί η απόφαση, για την εξασφάλιση του δικαιώματος ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται των κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 305 του ΚΠολΔ στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν υποβάλλεται σε δημοσίευση, η οποία αποτελεί, κατά το άρθρο 313 παρ. 1ΚΠολΔ, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης.

Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ ΚΠολΔ. Περαιτέρω, τα ανωτέρω άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3ΚΠολΔ ορίζουν, ότι οι προσωρινές διαταγές διαλαμβάνουν "τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης" και ότι "εκτελούνται μόλις καταχωριστούν, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που τις εξέδωσε".

Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν τη δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενό τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασής τους. Από αυτά παρέπεται, ότι αν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3ΚΠολΔ) δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά στο άρθρο 176ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2ΚΠολΔ, κατ` αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει, χωρίς να είναι η προσωρινή διαταγή.

Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 715ΚΠολΔ, "απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την (συντηρητική) κατάσχεση η διάθεση των πραγμάτων που κατασχέθηκαν από εκείνον σε βάρος του οποίου έγινε η κατάσχεση", κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "Στη συντηρητική κατάσχεση ακινήτου, πλοίου, αεροσκάφους ή εμπράγματου δικαιώματος, επάνω σ` αυτά, η ακυρότητα που αναφέρεται στην παρ. 1 ισχύει ως προς τους τρίτους, μόνον αν κατά το χρόνο της διάθεσης είχε γίνει εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, στο νηολόγιο ή στο μητρώο αεροσκαφών".

Από τις διατάξεις, αυτές, οι οποίες, κατά ρητή παραπομπή του νομοθέτη (άρθρο 727ΚΠολΔ), τυγχάνουν εφαρμογής και επί δικαστικής μεσεγγύησης, που αντικατέστησε "τη συντηρητική κατάσχεση επί σκοπώ διεκδικήσεως" του προϊσχύσαντος δικαίου, συνάγεται ότι με αυτές τίθεται, χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών, ως προϋπόθεση ισχύος, ως προς τους τρίτους, της ακυρότητας διάθεσης (η οποία είναι έννοια ευρύτερη της απαλλοτρίωσης και περιλαμβάνει οποιαδήποτε μεταβίβαση, σύσταση, επιβάρυνση και γενικώς νομική μεταβολή) των πραγμάτων που τέθηκαν υπό δικαστική μεσεγγύηση, η εγγραφή της απόφασης με την οποία διατάχθηκε η θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση στα βιβλία κατασχέσεων της περιφέρειας του τόπου, όπου βρίσκεται το ακίνητο, κατά τον χρόνο της διάθεσης.

Επομένως, η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται στα πλαίσια της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων για τη θέση του πράγματος υπό δικαστική μεσεγγύηση, ως συνάρτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και τελολογικό παρεπόμενο της αντίστοιχης απόφασης, αποτελεί το πρόσφορο μέσο προς πραγμάτωση του με το ασφαλιστικό μέτρο επιδιωκόμενου σκοπού και δε μπορεί να είναι περισσότερο εξασφαλιστική από την ίδια την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Έτσι η απαγόρευση, με προσωρινή διαταγή, της νομικής μεταβολής ακινήτου ή εμπράγματου δικαιώματος σ` αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία κατασχέσεων, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 715 παρ. 3ΚΠολΔ η οποία εφαρμόζεται αναλόγως (ΟΛΑΠ17/2009).

Με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης η ανιαρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 691παρ 2,700παρ 3ΚΠοΛΔ και175εδα,176,1192 ΑΚ υποπίπτοντας στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559αρ 1 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα ,ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη έσφαλε κρίνοντας ότι η ύπαρξη της από5-7-2004 προσωρινής διαταγής του Προέδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη μεταβολής την νομικής και πραγματικής κατάστασης του επίδικου ακινήτου, που της χορηγήθηκε πριν την αναγγελία του αναιρεσίβλητου με ισχύ αυτοτελούς κατάσχεσης (26-3-2007) και πριν την αρχική κατάσχεση του ακινήτου αυτού στις 30-12-2004 που ανετράπη με δικαστική απόφαση, δεν ασφάλιζε την απαίτηση της αναιρεσείουσας με ειδικό προνόμιο.

Σχετικά με το εν λόγω θέμα το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση τις εξής παραδοχές: <...Η ανακόπτουσα Τράπεζα ισχυρίζεται, ότι η ως άνω εγγραφείσα στις 04.02.2005 προσημείωση υποθήκης ανατρέχει στο χρόνο χορήγησης, από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, της από 05.07.2004 προσωρινής διαταγής περί απαγόρευσης κάθε νομικής και πραγματικής μεταβολής του κατασχεθέντος ακινήτου, με αποτέλεσμα η προσημείωση να θεωρείται εγγεγραμμένη, στις 05.07.2004, ήτοι πριν ακόμα και από την αρχική κατάσχεση της 30.12.2004.

Ειδικότερα, η Τράπεζα, ισχυρίζεται ότι, εφόσον η ως άνω προσωρινή διαταγή, παρά πόδας της από 02.07.2004 αίτησής της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για τη λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της προσημείωσης υποθήκης σε βάρος του καθ' ου οφειλέτη της, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 550/2005 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου που δέχτηκε την αίτηση και διέταξε την εγγραφή της προσημείωσης, διατηρήθηκε σε ισχύ μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης και την εγγραφή της προσημείωσης, θα πρέπει να θεωρηθεί, κατά πλάσμα δικαίου, ότι η εγγραφή της προσημείωσης ανατρέχει στο χρόνο χορήγησης της προσωρινής διαταγής (05.07.2004) και, σε κάθε περίπτωση, στο χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε η εγγραφή της διαταγής αυτής στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου …..

και η Υποθηκοφύλακας αρνήθηκε την εγγραφή της, με την με αριθμό …..49/07.07.2007 πράξη απόρριψης. Ωστόσο ο ισχυρισμός της αυτός κρίνεται απορριπτέος, καθώς η απαγόρευση με προσωρινή διαταγή της νομικής μεταβολής ακινήτου ή εμπραγμάτου δικαιώματος σ' αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων υπό την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία κατασχέσεων, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 715 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.

προϋπόθεση, όμως, που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως και η ίδια η ανακόπτουσα συνομολογεί αλλά προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, η από 05.07.2004 αίτησή της για εγγραφή της προσημείωσης στα βιβλία κατασχέσεων απορρίφθηκε από την ανωτέρω Υποθηκοφύλακα, η δε σχετική αίτηση που υπέβαλε κατά της ως άνω άρνησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε με την με αριθμό 6100/2005 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου.

Ο ισχυρισμός της δε ότι, παρά την άρνηση, η Υποθηκοφύλακας σημείωσε στα βιβλία την προσωρινή διαταγή και την απόρριψή της επίσης δεν ευσταθεί, καθώς το αντίγραφο του "γενικού αλφαβητικού ευρετηρίου", που προσκομίζει προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ναι μεν πράγματι παραπλεύρως των στοιχείων του συγκεκριμένου οφειλέτη Β.

Κ., αναγράφει "691 ΚΠολΔ/1149), πλην, όμως, από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει η εγγραφή της προσωρινής διαταγής στα βιβλία κατασχέσεων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ανακόπτουσα Τράπεζα. Ειδικότερα, το ως άνω βιβλίο είναι το αλφαβητικό ευρετήριο, το οποίο παραπέμπει στα αντίστοιχα βιβλία μερίδων, υποθηκών και κατασχέσεων.

Η αναφορά, συνεπώς, της ως άνω συντομογραφίας στο γενικό αλφαβητικό ευρετήριο, δεν αποδεικνύει και ότι σημειώθηκε η προσωρινή διαταγή στο αντίστοιχο βιβλίο κατασχέσεων (εφόσον, άλλωστε, απορρίφθηκε), ούτε αρκεί η αναφορά του σχετικού άρθρου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του αριθμού πρωτοκόλλου της απορριπτικής απόφασης της Υποθηκοφύλακα, για να θεωρηθεί ότι πληρώθηκε η ως άνω προϋπόθεση της εγγραφής της προσωρινής διαταγής στα βιβλία κατασχέσεων".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσίβλητου και εξαφάνισε ως προς αυτόν την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και τον είχε αποβάλει από τον πίνακα κατατάξεως για το ποσόν που είχε καταταγεί.

'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις και επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος .

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθ 495ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα έξοδα του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (αρ176 και 183 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2017 αίτηση αναίρεσης της τράπεζας με την επωνυμία <... ΑΕ> κατά της 3569/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ