Supreme Court annuls labor court decision for insufficient reasoning regarding wage reduction measures.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision on April 16, 2018, due to inadequate reasoning in the judgment. The appellants argued the lower court failed to justify why specific wage cuts were necessary instead of other cost-saving measures or increased working hours. The court held that the judgment lacked sufficient motivation to explain why alternative measures were not viable, violating constitutional requirements for reasoned decisions.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; Article 93, paragraph 3 of the Constitution: An appeal is admissible if the decision lacks legal basis, particularly if it has no reasons or contradictory/insufficient reasons on matters affecting the outcome; however, insufficiency does not exist when reasons are summary but complete.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 698 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Διορθώνεται η απόφαση αυτή με την με αριθμό 977/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως εξής: από το εσφαλμένο "ορίσθηκε εισηγητής ο αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης" στο ορθό "ορίσθηκε εισηγητής ο αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας". 24/5/2018 Η Γραμματέας Ελένη Τσιουρή
Αριθμός 698/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Ο. του Α., 2)Ε. Π. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Χάρη Βεργούλη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ...." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευστράτιο Ευστρατιάδη και Κώστα Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:11315/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 802/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-8-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με την συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στο μισθωτό τον συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Α.Π. 18/2011).
Τέτοια πρόσθετη και εντελώς διαφορετική εργασία επί οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου συνιστά η έκδοση τιμολογίων των μεταφερόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, η παράδοση αυτών στους πελάτες της επιχείρησης, η από αυτόν είσπραξη του οφειλόμενου τιμήματος και η φορτοεκφόρτωση των μεταφερομένων με το φορτηγό αυτοκίνητο εμπορευμάτων (σχετ.
Α.Π. 336/2009). Περαιτέρω με το άρθρο 5 της διαιτητικής απόφασης (Δ.Α.) 9/2005 "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ., καθώς και των οδηγών-πωλητών όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 4-5-2005 με την Υ.Α. 11869/1-6-2005 (ΦΕΚ Β 794/10-6-2005) ορίζεται ότι: "α) Οδηγοί-πωλητές κατά την έννοια της παρούσας θεωρούνται οι οδηγοί, οι οποίοι, πέραν της οδήγησης ως κύριου αντικειμένου της εργασίας τους, έχουν και τα ακόλουθα καθήκοντα:
παραλαβής από το εργοστάσιο ή την αποθήκη της επιχείρησης στην οποία απασχολούνται αυτοκινήτου αυτής με φορτίο αποτελούμενο από τυποποιημένα προϊόντα ή εμφιαλωμένα ποτά, περιόδευσης με το αυτοκίνητο σε προκαθοριζόμενα από την επιχείρηση σημεία της πόλης ή της υπαίθρου, πώλησης σε επιχειρήσεις του τομέα κάθε οδηγού-πωλητού ποσοτήτων τυποποιημένων προϊόντων ή εμφιαλωμένων ποτών και ταυτόχρονης παράδοσης αυτών στους αγοραστές, έκδοσης των οικείων τιμολογίων και είσπραξης του τιμήματος ή μέρους αυτού ή ποσού έναντι παλαιότερης οφειλής, με την έκδοση σχετικής απόδειξης ή με τη σχετική σημείωση στο τιμολόγιο, παραλαβής επιστρεφομένων από τους πελάτες κενών ειδών συσκευασίας με τη χορήγηση σχετικής απόδειξης, τήρησης του λογαριασμού της ημέρας για τις πωληθείσες ποσότητες, τα εισπραχθέντα ποσά και τα επιστρεφόμενα κενά είδη συσκευασίας και απόδοσης του λογαριασμού κατά τη λήξη της καθ’ ημέρα εργασίας στον αρμόδιο της επιχείρησης.
Οι ανωτέρω οδηγοί θεωρούνται οδηγοί-πωλητές και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πωλήσεις πραγματοποιούνται από τις επιχειρήσεις με το σύστημα προτιμολογημένων προπωλήσεων ή τηλεπωλήσεων, κατά την κρίση των επιχειρήσεων. β) Στους οδηγούς που υπάγονται στην παρούσα με την ειδικότητα του οδηγού-πωλητή, στους οποίους με εντολή του εργοδότη τους ανατίθενται, επιπλέον της οδήγησης και καθήκοντα πωλητού των προϊόντων που μεταφέρουν, καταβάλλεται κατά μήνα τέτοιας απασχόλησης πρόσθετη αμοιβή, πέραν των όσων ορίζονται στην παρούσα απόφαση.
Η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία μεταξύ των μερών, με ελάχιστο ποσό 65,00 ευρώ μηνιαίως και δεν συμψηφίζεται με το διαχειριστικό επίδομα του όρου Β4 του άρθρου 5 της 20/2004 Δ.Α., όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. ε της παρούσας απόφασης". Ειδικότερα με το άρθρο 5 παρ. Β4 της Δ.Α. 20/2004 "για τη ρύθμιση των όρων αμοιβής και εργασίας των οδηγών πάσης φύσεως φορτηγών αυτοκινήτων κ.λπ., καθώς και των οδηγών-πωλητών όλης της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική από 14-7-2004 με την Υ.Α. 12435/28-7-2004 (ΦΕΚ Β 1294/24-8-2004), ορίζεται ότι: "Στους οδηγούς-πωλητές εμφιαλωμένων ποτών και τυποποιημένων προϊόντων που διενεργούν χρηματικές συναλλαγές, χορηγείται επίδομα διαχειριστικών λαθών".
Οι ανωτέρω ρυθμίσεις περί καταβολής των προαναφερόμενων επιδομάτων διατηρήθηκαν σε ισχύ και με τις μεταγενέστερες συλλογικές ρυθμίσεις και ειδικότερα με: α) τη Δ.Α. 14/2006 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 16-6-2006 με την Υ.Α. 11981/12-7-2006 (ΦΕΚ Β 1079/8-8-2006), β) την από 11-4-2007 Σ.Σ.Ε. που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 9-5-2007 με την Υ.Α. 11871/26-6-2007 (ΦΕΚ Β 1190/12-7-2007), γ) τη Δ.Α. 15/2008 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 19-6-2008 με την Υ.Α. 51877/2442/11-7-2008 (ΦΕΚ Β 1448/23-7-2008), δ) τη Δ.Α. 11/2009 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 27-5-2009 με την Υ.Α. 22074/1783/3-7-2009 (ΦΕΚ Β 1431/17-7-2009) και ε) τη Δ.Α. 37/2010 που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 7-10-2010 με την Υ.Α. 11327/673/15-6-2011 (ΦΕΚ Β 1449/17-6-2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη της όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "...
Η εναγομένη ανώνυμη εμπορική βιομηχανική εταιρία με την επωνυμία "....", με έδρα τη βιομηχανική περιοχή της Θεσσαλονίκης και με αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία τροφίμων και συγκεκριμένα αλλαντικών, τυροκομικών και άλλων τυποποιημένων προϊόντων, προσέλαβε τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δη, τον μεν πρώτο εξ αυτών στις 21-6-2005 προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού, τη δε δεύτερη στις 21.12.2010, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες ως εργάτρια με τις προβλεπόμενες στις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ αποδοχές.
Από τότε, σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων οι ενάγοντες πρόσφεραν συνεχώς την εργασία τους στην εναγομένη αντί μηνιαίων αποδοχών που τον Ιούνιο του έτους 2012 είχαν διαμορφωθεί στο ποσό των 1.364,09 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και αντί ημερομισθίου 42,42 ευρώ για τη δεύτερη ενάγουσα. Κατά το έτος 2012 η επιχείρηση της εναγομένης βρέθηκε αντιμέτωπη με οικονομικές δυσχέρειες, αφού λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα μας από το έτος 2009 μέχρι και σήμερα και τη ραγδαία μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, η οριακή από το 2010 κερδοφορία της παρουσίαζε περαιτέρω πτωτική πορεία και με βάση τα οικονομικά στοιχεία του πρώτου εξαμήνου του άνω έτους(2012) αναμενόταν ότι η τρέχουσα χρήση θα έκλεινε με ζημιά.
Συγκεκριμένα, παρά τη μεγάλη και επιτυχή κατά ένα μέρος προσπάθεια που κατέβαλε η εναγομένη να μην περιοριστεί ο κύκλος εργασιών της, ο οποίος ανερχόταν το έτος 2009 σε 30.831.912,66 ευρώ, το έτος 2010 σε 28.762.904,72 ευρώ, το έτος 2011 σε 30.294.517,50 ευρώ, τα κέρδη της επιχείρησης της εναγομένης, όπως προκύπτει από τους προσκομιζόμενους ισολογισμούς της ανέρχονταν το έτος 2009 σε 148.012 ευρώ και σε ποσοστό κέρδους 0,5%, το έτος 2010 σε 47.917 ευρώ και σε ποσοστό κέρδους 0,1% και το έτος 2011 σε 23.368 ευρώ και σε ποσοστό κέρδους 0,08%.
Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη, ότι από τα άνω ποσά κερδοφορίας δεν έχουν αφαιρεθεί οι επισφάλειες των πελατών για απλήρωτα υπόλοιπα που λόγω της οικονομικής κρίσης είχαν αυξηθεί, η εναγομένη ουσιαστικά λειτουργούσε με ζημιά. Από την άλλη πλευρά, το εργατικό κόστος (αμοιβές μισθοδοσίας) του αποτελούμενου από 220 άτομα προσωπικού της, αυξανόταν, αφού το έτος 2009 ανερχόταν σε 5.170.239,36 ευρώ, το 2010 σε 5.321.251,62 ευρώ και το 2011 σε 5.375.265,12 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 18.5.2016 βεβαίωση ορκωτού λογιστή Κ.
Σ., οι δε υποχρεώσεις της εναγομένης μόνο σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ανέρχονταν σε 9.000.000 ευρώ. Η παραδοχή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι το κόστος μισθοδοσίας των άνω ετών δεν παρουσιάζει σημαντικές αυξήσεις, είναι λανθασμένη, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εν λόγω κόστος περιλαμβάνεται στο κωδικό του ισολογισμού της εναγόμενης με την ονομασία " έξοδα διοίκησης", πλην όμως στον κωδικό αυτό σύμφωνα με την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του Χ.
Χ., ορκωτού λογιστή, περιλαμβάνονται τα έξοδα λογιστηρίου, μηχανογράφησης, ταξιδίων και το μισθολογικό κόστος 3 μόνο διοικητικών υπαλλήλων και όχι το σύνολο του μισθολογικού κόστους. Επιπλέον, η εναγομένη είχε να αντιμετωπίσει συνθήκες ανταγωνισμού εκ μέρους άλλων εταιρειών του κλάδου της αλλαντοποιίας, οι οποίες για να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση που μαστίζει το σύνολο των αλλαντοβιομηχανιών της χώρας από το έτος 2009 και για να επιβιώσουν μείωσαν τις τιμές των προϊόντων τους και το εργατικό τους κόστος προβαίνοντας σε περικοπές μισθών, όπως προκύπτει και από τις από 16.1.2012 και από 26.6.2012 επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας της εταιρείας "...
Α.Β.ΕΕ", αντιστοίχως. Έπρεπε επομένως, η εναγομένη για να διατηρήσει τη θέση της στην αγορά, για να μην οδηγηθεί σε ζημιές και για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά της να επιδιώξει να μειώσει τις τιμές των προϊόντων της. Πρώτη της κίνηση ήταν να στραφεί στους προμηθευτές της αποσκοπώντας στην μείωση των τιμών των πρώτων υλών (κρέατος), που όμως δεν κατέστη δυνατό, γιατί οι προμηθεύτριες γερμανικές κυρίως εταιρίες ..., δεν αποδέχθηκαν την πρότασή της.
Έτσι αυτή, αφενός συνέχιζε να αγοράζει την πρώτη ύλη, δηλαδή το κρέας, σε υψηλές τιμές και αφετέρου, να αναγκάζεται να πωλεί το παραγόμενο προϊόν σε μειωμένες τιμές λόγω της εγχώριας οικονομικής κρίσης και της σημαντικής μείωσης της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτικού κοινού. Κατόπιν τούτου, η διοίκηση της εναγομένης, περί τα τέλη Ιουνίου 2012, έκρινε ότι προκειμένου να μην καταστεί προβληματική η επιχείρηση της απαιτείται μείωση του μισθολογικού της κόστους.
Την ανάγκη αυτή, η εναγομένη δια των εκπροσώπων της εξήγησε σε όλους τους εργαζομένους της, διαβεβαιώνοντάς τους ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της και για να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας τους, πρότεινε δε σε αυτούς στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος να αποδεχθούν την τροποποίηση των όρων εργασίας τους και δη τη μείωση των αποδοχών τους, άλλως θα ήταν αναγκασμένη να προβεί σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας όσων δεν αποδέχονταν την μείωση των αποδοχών τους.
Για το γεγονός της εξάρτησης της παραμονής των εργαζομένων της εναγομένης στη θέση τους από την αποδοχή της προτεινόμενης μείωσης των αποδοχών τους, σαφείς υπήρξαν οι καταθέσεις τόσο του μάρτυρα απόδειξης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και του άνω ενόρκως βεβαιούντος Χ. Χ..
Στη συνέχεια τον Ιούλιο του ιδίου έτους δόθηκαν στους ενάγοντες προς υπογραφή οι με ημερομηνία 1.7.2012 τροποποιητικές συμβάσεις εργασίας, βάσει των οποίων ο μηνιαίος μισθός του πρώτου ενάγοντος θα αναπροσαρμοζόταν στο ποσό των 822 ευρώ (ποσοστό μείωσης 40% περίπου) και το ημερομίσθιο της δεύτερης ενάγουσας στο ποσό των 28,80 ευρώ (ποσοστό μείωσης 33% περίπου).Την προαναφερόμενη τροποποίηση των όρων εργασίας αποδέχθηκε η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων της εναγομένης και δη, από τους 220 εργαζομένους αποδέχθηκαν οι 211, ενώ οι λοιποί μεταξύ αυτών και οι ενάγοντες αρνήθηκαν .θεωρώντας την ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και ζήτησαν να συνεχιστεί η εργασιακή τους σχέση με τους ίδιους ακριβώς όρους που ίσχυαν πριν.
Ακολούθως, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους στις 31.7.2012, προσφέροντας σ’ αυτούς την σχετική αποζημίωση απόλυσης. Τις άνω καταγγελίες προσέβαλαν οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ως καταχρηστικές, ισχυριζόμενοι ότι έγιναν από λόγους εχθρότητας και εκδίκησης στο πρόσωπό τους επειδή αρνήθηκαν να υπογράψουν τις τροποποιητικές συμβάσεις εργασίας τους, ενώ δεν ήταν δικαιολογημένη η προτεινόμενη μείωση των αποδοχών τους.
Ωστόσο, με βάση τα προαναφερόμενα και σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν, οι κρινόμενες καταγγελίες δεν είναι καταχρηστικές κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ που στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκε, γιατί μόνο η άρνηση των εναγόντων στην προτεινόμενη από την εναγόμενη μείωση των αποδοχών τους δεν αρκεί για να καταστήσει παράνομη της καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αφετέρου γιατί συνέτρεχαν σοβαροί οικονομικοί λόγοι που δικαιολογούσαν τη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων της ως μέτρο για την αντιμετώπισή τους.
Και τούτο επειδή, η προτεινόμενη μείωση του μισθού των εργαζομένων της εναγομένης, υπαγορεύτηκε από το καλώς νοούμενο επαγγελματικό συμφέρον της τελευταίας, μιας και με τον τρόπο αυτό έκρινε ότι θα καταστεί οικονομικά βιώσιμη η επιχείρησή της, θα αποφευχθεί το κλείσιμό της, καθώς και η μείωση του προσωπικού της.
Υπήρχε δηλαδή αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στα οικονομοτεχνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εναγομένη και στην απόφασή της για περικοπή των μισθών των εναγόντων. Περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι οι επίδικες καταγγελίες οφείλονται σε εμπάθεια ή έχθρα της εναγομένης προς τους ενάγοντες, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς των τελευταίων προς την εργοδότριά τους δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες, αλλά και δεν αποδείχθηκαν, ούτε όμως και η απόφαση της εναγομένης για μείωση των αποδοχών τους οφείλεται σε εκδικητική εκ μέρους της συμπεριφορά, δεδομένου ότι αφορούσε το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησής της και όχι μόνο τους ενάγοντες.
Άλλωστε, πρωταρχικός σκοπός της εναγομένης δεν ήταν η λύση της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, αλλά η συνέχισή της με μικρότερες αποδοχές, η πρόταση δε για μεταβολή των όρων εργασίας τους έθεσε τους ενάγοντες προ του διλήμματος ή να αποδεχθούν την δυσμενή αυτή τροποποίηση -ηπιότερη λύση που προτίμησε η συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων τους- ή να την αποκρούσουν αποχωρώντας από την εργασία τους μετά την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, δεδομένου ότι η εναγομένη είχε προφορικά γνωστοποιήσει σε αυτούς, πως σε περίπτωση απόρριψης της πρότασής της, θα προέβαινε σε καταγγελία (τροποποιητική καταγγελία) της σύμβασης εργασίας τους.
Καταχρηστικότητα στις επίδικες καταγγελίες δεν μπορεί να προσδώσει ούτε το επικαλούμενο από τους ενάγοντες γεγονός ότι η εναγομένη μεθόδευε πρόσληψη νέων υπαλλήλων στη θέση αυτών και μάλιστα το καλοκαίρι του 2012 πριν την απόλυσή τους, ανέθεσε την εκπαίδευσή τους στους ίδιους και δη, τρεις οδηγούς ανέλαβε να εκπαιδεύσει ο πρώτος εναγών και δύο εργάτριες η δεύτερη, καθόσον όπως κάθε καλοκαίρι για την αντιμετώπιση της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων της λόγω του τουρισμού και για τη χορήγηση θερινών αδειών των εργαζομένων της, η εναγομένη προσλαμβάνει εποχιακούς υπαλλήλους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που λήγουν το φθινόπωρο, έτσι και το καλοκαίρι του 2012, προέβη σε τέτοιες προσλήψεις, μετά δε την.
καταγγελία της σύμβασης των εναγόντων, κάποιοι εξ αυτών παρέμειναν να εργάζονται στην εναγόμενη, χωρίς η τελευταία κατά το χρόνο της πρόσληψης των να ήταν σε θέση να γνωρίζει πως οι ενάγοντες θα αρνούνταν την προταθείσα μείωση των αποδοχών τους με προαναγγελλόμενη συνέπεια την απόλυσή τους. Πέραν τούτου πρέπει να λεχθεί, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν θεωρείται καταχρηστική από μόνο το λόγο ότι ο εργοδότης απέλυσε το μισθωτό χωρίς κάποιο άλλο λόγο, αλλά μόνο για να προσλάβει στη θέση του τρίτο πρόσωπο έστω και με μικρότερες αποδοχές, αλλά απαιτείται η συνδρομή και άλλων περιστάσεων οι οποίες σε συνδυασμό με το άνω γεγονός να θεμελιώνουν ως προς την καταγγελία προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281ΑΚ ( ΑΠ 677/2004, ΕφΛαρ. 1020/2006 και 340/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και στην προκειμένη περίπτωση άλλες τέτοιες περιστάσεις δεν προτάθηκαν ούτε και αποδείχθηκαν από τους ενάγοντες.
Προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής η εναγομένη ισχυρίζεται μεταξύ άλλων και ότι το μέτρο της μείωσης των αποδοχών των εργαζομένων της ήταν απολύτως ορθολογικό μέτρο και απέδωσε άμεσα, γιατί ήδη για τους μήνες Αύγουστο του 2012 που εφαρμόστηκε, υπήρξε μείωση του μισθολογικού κόστους κατά 395.465 ευρώ και για το έτος 2013 μείωση κατά 1.329.889 ευρώ σε σχέση με το έτος 2011, ενώ τα οριακά κέρδη αυτής το 2012 ανήλθαν σε 34.549 ευρώ και σε 31.619,27 το έτος 2013, γεγονός που σημαίνει ότι αν διατηρείτο το ίδιο μισθολογικό κόστος τα επόμενα του 2011 έτη, θα έκλειναν με ζημιές, όπως διαβεβαίωσαν με τις καταθέσεις των, τόσο ο μάρτυρας ανταπόδειξης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Η.
Γ., οικονομολόγος, όσο και ο προαναφερόμενος Χ. Χ., αλλά και όπως προκύπτει από την από 18.5.2016 βεβαίωση του ορκωτού λογιστή Κ. Σ.. Όμως ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης, που επαναφέρεται και με το εφετήριό της αλυσιτελώς προβάλλεται καθόσον δεν μπορεί το Δικαστήριο καταστρατηγώντας την επιχειρηματική ελευθερία του εργοδότη, να εξετάσει σε ποιο βαθμό τα μέτρα που αυτός παίρνει στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, είναι πρόσφορα και ικανά από οικονομικής πλευράς για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της επιχείρησής του.
Η στάθμιση των αναγκαίων και πρόσφορων μέτρων ανήκει στον εργοδότη που έχει υπόψη του όλα τα στοιχεία της επιχείρησής του και της αγοράς, αφού με το καθεστώς της ελεύθερης οικονομίας που αποτελεί θεμελιώδη αρχή της ισχύουσας συνταγματικής τάξης, η επιλογή των κατάλληλων μέσων ή τρόπων για την επιδίωξη του οικονομικού σκοπού της επιχείρησης και για να ανταπεξέλθει από την διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης ανήκει στην ελεύθερη εκτίμηση του εργοδότη και δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο (ΑΠ 31/2013, ΑΠ 597/2002, ΑΠ 1199/2002, Εφ.
Αθ. 5913/2003, Εφ. Πατρ. 184/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, I. Ληξουριώτη "Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις" εκδ.2013 σελ 676-677, 684 ). Εκείνο που ερευνά το Δικαστήριο στην περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ακολουθεί την άρνηση του εργαζομένου να αποδεχθεί την πρόταση τροποποίησης των όρων εργασίας του, είναι αν η αξίωση του εργοδότη για μεταβολή των όρων εργασίας δικαιολογείται ή μη από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχείρησης ή από λόγους που σχετίζονται από το πρόσωπο του μισθωτή (ΑΠ 944/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Δ.
Ζερδελή "Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις" εκδ. 2014 σελ. 790-792) και στην προκειμένη υπόθεση αποδείχθηκε με βάση τα προεκτεθέντα ότι συνέτρεχαν αντικειμενικοί λόγοι για την περικοπή των μισθών των εναγόντων, η σχετική δε τροποποιητική πρόταση δεν ήταν, προσχηματική, αλλά αποσκοπούσε στο εύλογο συμφέρον της επιχείρησης της εναγόμενης, γεγονός που αφαιρεί από τις επίδικες καταγγελίες το στίγμα της καταχρηστικότητας.
Ζήτημα επιλογής των προσώπων που θα απέλυε η εναγόμενη, με βάση την προϋπηρεσία τους και τα οικογενειακά τους βάση, δεν τίθεται αφού η εναγομένη απέλυσε και τους εννέα εργαζομένους της που αρνήθηκαν να αποδεχθούν την πρόταση της για περικοπή των αποδοχών της, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε αντίθετα, ότι οι από 31.7.2012 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έλαβαν χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος και είναι άκυρες, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγο της έφεσής της.
Περαιτέρω και αναφορικά με την δεύτερη ενάγουσα, η οποία με την κρινόμενη αγωγή προσέβαλε την άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, όχι μόνο ως καταχρηστική, αλλά και γιατί έλαβε χώρα ενώ βρισκόταν σε νόμιμη τακτική άδεια, λεκτέα είναι τα εξής: Κατά το άρθρο 5 παρ. 6 του ΑΝ 539/1945, απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει το μισθωτό, ενόσω διαρκεί η χορηγηθείσα σε αυτόν άδειά του.
Πράγματι στην προκειμένη περίπτωση η από 31.7.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής της που ξεκίνησε την 23.7.2012 και έληγε την 2.8.2012 κι ως εκ τούτου είναι άκυρη, αφού αντίκειται στην προαναφερόμενη απαγορευτική διάταξη νόμου. Μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 31.10.2012, η τελευταία κοινοποίησε στην ενάγουσα στις 8.11.2012 (βλ.
αριθμ. .../8.11.2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Σ. Τ.) την από 7.11.2012 εξώδικη πρόσκληση και δήλωση με την οποία αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της από 31.7.2012 καταγγελίας για τον άνω λόγο, την καλούσε να προσέλθει στα γραφεία της εντός 24 ωρών, για να παραλάβει τους μισθούς των μηνών Αυγούστου, Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και μέρους Νοεμβρίου 2012 που της όφειλε, καθώς και να υπογράψει νέα καταγγελία της σύμβασης εργασίας της .Η δεύτερη ενάγουσα δεν εμφανίστηκε μέσα στην ταχθείσα προθεσμία και η εναγομένη με την 12.11.2012 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε εκ νέου τη σύμβαση εργασίας της προσφέροντας της την αποζημίωση απόλυσης και τους μισθούς συνολικού ποσού 2.681,24 ευρώ τα οποία κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ( αριθμ.
γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης .../12.11.2012). Η νέα αυτή καταγγελία κοινοποιήθηκε στην δεύτερη ενάγουσα στις 13.11.2012, όπως προκύπτει από τη με αριθμ. .../13.11.2012 έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, το κύρος δε αυτής δεν προσβλήθηκε με την κρινόμενη αγωγή και δεν θα μπορούσε να προσβληθεί, αφού αυτή κατατέθηκε προγενέστερα, αλλά ούτε και μετέπειτα εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6παρ.1 του ν. 3198/1955.
Με την εν λόγω δεύτερη καταγγελία δεν γίνεται ανάκληση της πρώτης, γιατί πέραν του ότι δεν χωρεί ανάκληση της καταγγελίας μετά την περιέλευσή της στον παραλήπτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 167-168 ΑΚ, ακόμη κι αν υπάρχει συμφωνία των μερών (ΑΠ 55/2015,ΑΠ 65/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεν έχει και καμία σημασία η ανάκλησή της, μιας και οι συνέπειες της (πρώτης) καταγγελίας* εξαιτίας της ακυρότητάς της δεν έχουν επέλθει, πλην όμως με την δεύτερη έγκυρη πλέον από 12.11.2012 καταγγελία, η σύμβαση εργασίας της δεύτερης ενάγουσας λύθηκε, διακόπηκε η υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της δεύτερης ενάγουσας (ΑΠ 1123/2013, Εφ.Θεσ.731/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), με αποτέλεσμα να μην υποχρεούται έκτοτε σε μισθούς υπερημερίας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση αφού δέχθηκε ότι η αρχική από 31.7.2012 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεύτερης ενάγουσας είναι άκυρη γιατί έλαβε χώρα κατά το χρόνο της νόμιμης τακτικής άδειας της -χωρίς όμως να απαγγείλει την ακυρότητα της για το λόγο αυτό, προφανώς γιατί δεν υπήρχε πλέον έννομο συμφέρον της ενάγουσας προς τούτο - και ότι η υπερημερία της εναγομένης που είχε αρχίσει από την πρώτη καταγγελία (31.7.2012) διακόπηκε μέχρι τη δεύτερη καταγγελία (12.11.2012) -διατάξεις που δεν προσβάλλονται με την κρινόμενη έφεση- στη συνέχεια έκρινε καταχρηστική και την από 12.11.2012 καταγγελία και απήγγειλε την ακυρότητά της, πλην όμως έσφαλε γιατί η κρινόμενη αγωγή δεν είχε αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της (αρθ. 106 ΚΠολΔ) όπως βάσιμα η εκκαλούσα με τον έκτο λόγο της έφεσης- της διατείνεται, επαναφέροντας τον ισχυρισμό περί λύσης της σύμβασης εργασίας της δεύτερης ενάγουσας στις 12.12.2012, που παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη προέβαλε με προφορική πρόταση στο ακροατήριο και καταχώριση στα πρακτικά της δίκης και με τις προτάσεις της.
Κατ’ ακολουθία όσων προεκτέθηκαν οι συναφείς με την άκυρη απόλυση των εναγόντων αξιώσεις των, για επαναπασχόληση, για επιδίκαση μισθών υπερημερίας για το μετά το από 31.7.2012 χρονικό διάστημα όσον αφορά τον πρώτο των εναγόντων και για το μετά το από 13.11.2012 χρονικό διάστημα, όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής είναι ουσιαστικά αβάσιμες, όπως ουσιαστικά αβάσιμο τυγχάνει και το αίτημά τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού επιπρόσθετα οι γενόμενες καταγγελίες ουδόλως συνοδεύτηκαν από περιστάσεις που πρόσβαλλαν την προσωπικότητα των εναγόντων στην εκδήλωση της επαγγελματικής αξίας και υπόληψής τους ή τους εξέθεσαν στους συναδέλφους τους ή στο κοινωνικό τους περιβάλλον, ώστε να ανακύπτει το δικαίωμά τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 932 του ΑΚ, να αξιώσουν την εν λόγω χρηματική ικανοποίηση (ΑΠ 161/1997, ΑΠ 282/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και κατά τις αξιώσεις τούτες, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι. Επομένως η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, να εξαφανισθεί,η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (αρθ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να δικαστεί στην ουσία της η αγωγή και ακολούθως να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη για ανεπαρκείς αιτιολογίες (ενόψει μάλιστα και της ΑΠ 278/2016, δημοσιευθείσας ήδη από 5-4-2016). Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, εφόσον η προσβαλλόμενη ενώ δέχεται ότι (βλ. ανωτέρω παραδοχές), 1)
η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας τους στις 31-7-2012 προσφέροντας σε αυτούς τις σχετικές αποζημιώσεις απολύσεως και τις οποίες καταγγελίες προσέβαλαν οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή ως καταχρηστικές, στην συνέχεια είχε προφορικά γνωστοποιήσει σε αυτούς, πως σε περίπτωση απόρριψης της πρότασης της, θα προέβαινε σε καταγγελία (τροποποιητική καταγγελία), της σύμβασης εργασίας τους, δεν αιτιολογεί επαρκώς για ποιο λόγο η εναγομένη είχε ανάγκη να προβεί σε τροποποιητικές καταγγελίες αφού είχε ήδη προβεί σε καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους, προκειμένου αυτές (αρχικές καταγγελίες) να μην κριθούν ως καταχρηστικές, όπως είχαν ήδη προσβληθεί από τους ενάγοντες με την ένδικη αγωγή. 2)
Η εναγομένη προσέλαβε το καλοκαίρι του 2012 νέους εποχιακούς υπαλλήλους και δη τρείς οδηγούς και δύο εργάτριες, όπως έκανε κάθε καλοκαίρι για την αντιμετώπιση της αυξημένης ζήτησης των προϊόντων της λόγω του θερινού τουρισμού με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και πως το μισθολογικό κόστος των πέντε νέων υπαλλήλων, έστω και με μειωμένες αποδοχές, ήταν συγκριτικά μικρότερο των δύο εναγόντων και πως δεν μπορούσε να γίνει συγκερασμός τούτων υπό την έννοια της πρόσληψης ολιγότερων εποχιακών και την διατήρηση και των εναγόντων με επίταση της εργασιακής τους προσφοράς και αντίστοιχη καταβολή υπερωριών σε αυτούς, συγκρινομένων δε της αντίστοιχης μισθολογικής συνολικής δαπάνης να προκύπτει όφελος για την εναγόμενη. 3)
Δεν αιτιολογεί επαρκώς, εάν πριν την προσφυγή στο μέτρο της μείωσης της μισθολογικής δαπάνης των εναγόντων, υπήρχαν άλλα προσφορότερα μέτρα ή και άλλα, μείωσης του λειτουργικού κόστους της επιχείρησης της ενάγουσας, ποια ήταν αυτά και αν επιχειρήθηκαν και δεν απέδωσαν, ώστε να ληφθούν αυτά έναντι των περικοπών των μισθών των εναγόντων. 4)
Δεν αιτιολογεί επαρκώς επομένως, γιατί η οι συνθήκες ανταγωνισμού που είχε να αντιμετωπίσει η εναγόμενη εκ μέρους άλλων εταιρειών του κλάδου αλλαντοποιίας που υπαγόταν, και για να επιβιώσει έπρεπε να μειώσει τις τιμές των προϊόντων της, δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπισθεί ενδεχομένως σε συνδυασμό και με την μείωση άλλων δαπανών της και ποιων και την ενδεχόμενη μη αποτελεσματικότητά τους. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, -πέραν του ότι ως εκτίθενται όλοι απαραδέκτως προβάλλονται γιατί αφορούν την ανέλεγκτη εκτίμηση από το εφετείο πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ)- να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση και να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθ. 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 802/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ