Supreme Court annuls lower court decision for failing to apply property law regarding unregistered rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Court of Appeal's decision regarding a property dispute between the State and private claimants. The State argued the land was state-owned and acquired through succession, while the claimants failed to prove ownership. The Court of Appeal incorrectly rejected the State's intervention because it did not cite a specific registered right in the land registry, despite the relevant law allowing intervention based on substantive rights. The Supreme Court ruled that the lower court violated substantive law by limiting 'registered rights' strictly to notarized deeds, thereby remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 6 para. 3a of Law 2664/1998; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The Court of Appeal erred by rejecting a party's intervention solely for the absence of a specific registered right in the land registry, failing to apply the substantive law provision which permits intervention when the claimed substantive right exists, regardless of whether it is registered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 698 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Β. Μ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με την με αριθ. καταθ. 608/27-6-2008 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 143/2010 του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-7-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 5-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της από 1-7-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 143/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 8505/7.3.2016 και 8507/11.3.2016 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Ν., με τις παραπόδας της πρώτης τούτων: α) απόδειξη περί παραδόσεως αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στο Α.Τ. Αττικής και β) βεβαίωση περί αποστολής συστημένης επιστολής της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, που συνυπογράφονται από τον Υπαρχιφύλακα Σ.
Κ. η πρώτη και τον ταχυδρομικό υπάλληλο Κ. Φ. η δεύτερη, τις οποίες προσκομίζει μετ' επικλήσεως το επισπεύδον την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (16.9.2016), επιδόθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, στους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, με την επιμέλεια της πληρεξουσίας του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, Σπυριδούλας Ραυτοπούλου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Επειδή, με το άρθρο 6 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2664/1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/2003 και 3481/2006 ορίζονται τα εξής: "1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παρ. 2 περ. β' του άρθρου 3.
Οι πρώτες εγγραφές επί των οποίων στηρίζεται κάθε μεταγενέστερη εγγραφή, υπόκεινται στις ρυθμίσεις του παρόντος κεφαλαίου. 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής μπορεί να ζητηθεί με αγωγή ενώπιον του αρμοδίου καθ' ύλην και κατά τόπον πρωτοδικείου η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση ολικά ή μερικά της πρώτης εγγραφής.
Η αγωγή (αναγνωριστική ή διεκδικητική) ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία οκτώ ετών, εκτός αν πρόκειται για το Ελληνικό Δημόσιο ή εργαζομένους μόνιμα στο εξωτερικό κατά τη λήξη της οκταετούς κατά τα ως άνω προθεσμίας για τους οποίους η προθεσμία ασκήσεως της αγωγής είναι δέκα ετών...
Η αγωγή απευθύνεται κατά του αναγραφομένου ως δικαιούχου του δικαιώματος, στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή ή κατά των καθολικών του διαδόχων και κοινοποιείται, με ποινή απαραδέκτου της συζητήσεως στον προϊστάμενο του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου... 3. α) Στην περίπτωση των αρχικών εγγραφών με την ένδειξη "άγνωστου ιδιοκτήτη" κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9, αντί της προβλεπομένης στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου αγωγής, η διόρθωση μπορεί να ζητηθεί με αίτηση εκείνου, που ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, η οποία υποβάλλεται ενώπιον του Κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Εντός προθεσμίας είκοσι ημερών από την κατάθεσή της και επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση αυτή κοινοποιείται από τον αιτούντα στο Ελληνικό Δημόσιο και εγγράφεται στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση της κυρίας παρέμβασης. Εάν στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου έχουν ήδη καταχωρηθεί και άλλες αιτήσεις ή κύριες παρεμβάσεις με αντίστοιχο περιεχόμενο, η μεταγενέστερη αίτηση κοινοποιείται από τον αιτούντα επί ποινή απαραδέκτου και εντός της παραπάνω προθεσμίας στους προηγούμενους αιτούντες ή κυρίως παρεμβαίνοντες.
Η κοινοποίηση της αίτησης στις ανωτέρω περιπτώσεις γίνεται με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της. Εφόσον η αίτηση γίνει τελεσιδίκως δεκτή, διορθώνεται η εγγραφή. Εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω ή ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου υπό τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.
β) Με την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να ζητηθεί η διόρθωση της εγγραφής και στην περίπτωση που ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης πράξη μεταγραπτέα κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 του Α.Κ., η οποία δεν έχει μεταγραφεί στο Υποθηκοφυλακείο. Στην περίπτωση αυτή με την αίτηση ζητείται η διόρθωση της πρώτης εγγραφής και η καταχώριση του δικαιώματος στον φερόμενο στον μη μεταγεγραμμένο τίτλο ως αποκτώντα, εφόσον συντρέχουν όλες οι κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος".
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα, ασκεί αίτηση ή κύρια παρέμβαση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή της τοποθεσίας του ακινήτου και μέχρις ότου ορισθεί αυτός στο μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει την διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή την διαπίστωση, χωρίς την διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη του υπάρχοντος δικαιώματος.
Συνακόλουθα δεν μπορεί να ζητηθεί με την αίτηση αυτή ή την κυρία παρέμβαση η αναγνώριση δικαιώματος, που προσβάλλεται με την ανακριβή πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου ώστε να περιληφθεί αντίστοιχη διάταξη στην απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται, δεν είναι η αυθεντική διάγνωση του δικαιώματος που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση (προδικαστικό ζήτημα) η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για την ζητούμενη διόρθωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου.
Γι' αυτό άλλωστε η προαναφερόμενη διάταξη (άρθρο 6 παρ. 3 όπως ισχύει) αναφέρεται μόνο στην διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι στην αναγνώριση δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου στο πλαίσιο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (ΑΠ 74/ 2015, ΑΠ 1342/2015, ΑΠ 1364/2014, ΑΠ 414/2013).
Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η έννοια του εγγραπτέου δικαιώματος, κατά την ως άνω παράγραφο, δεν περιορίζεται στην ύπαρξη πράξεως μεταγραπτέας κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 του Α.Κ., αλλά περιλαμβάνει κάθε εμπράγματο δικαίωμα που κατά νόμο είναι αντικείμενο εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία.
Άλλωστε ο νομοθέτης δεν διακρίνει εάν ο κύριος επικαλείται πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, εάν δε ήθελε να αποκλείσει από την διαδικασία της κτηματογραφήσεως την εγγραφή του δικαιούχου με πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας, θα έπραττε τούτο με ρητή διάταξη (ΑΠ 1342/2015). Ειδικώς δε ως προς το Ελληνικό Δημόσιο η ερμηνευτική εκδοχή ότι η έννοια του εγγραπτέου δικαιώματος περιορίζεται στην ύπαρξη πράξεως μεταγραπτέας κατά το άρθρο 1192 αρ. 1-4 του Α.Κ.
θα συνεπαγόταν κατάργηση του δικαιώματός του προς άσκηση κυρίας παρεμβάσεως, καθ' όσον στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν κέκτηται τίτλων, αλλά στηρίζει τα δικαιώματά του στον χαρακτήρα των εκτάσεων ως δασικών ή κοινοχρήστων ή ανέκαθεν δημοσίων, βάσει των εκάστοτε διατάξεων. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/ 2005).
Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 414/ 2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, την από 20.5.2008 αίτησή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταστεί συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, υπ' αριθμ.../6-10-1986 πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … I. Σ., ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "Μ." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Α.
Ν. Χ., όπως ειδικότερα αυτό περιγράφεται κατά εμβαδόν και όρια, ότι το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχό τους με το, νομίμως μεταγραφέν, υπ' αριθμ. .../14-5-1977 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου … Θ. Τ. και στον δικαιοπάροχο αυτού με το, επίσης νομίμως μεταγραφέν, υπ' αριθμ. .../1976 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου … Ν.
Κ. και ότι το κατείχαν και το ενέμοντο τόσο οι ίδιοι, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους από το έτος 1976 και μετέπειτα. Ισχυρίσθηκαν ακολούθως ότι κατά την διαδικασία της κτηματογραφήσεως, από παραδρομή, δεν υπέβαλαν την σχετική δήλωση, που αφορά στην συγκυριότητά τους στο εν λόγω ακίνητο, με αποτέλεσμα, μετά το πέρας αυτής, να εμφαίνεται αυτό στα οικεία κτηματολογικά βιβλία "ως άγνωστου ιδιοκτήτη", με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) .../0/0, γεγονός που καθιστά ανακριβή την σχετική κτηματολογική εγγραφή.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, επικαλούμενοι έννομο συμφέρον, να διαταχθεί η διόρθωση της αρχικής (πρώτης) εγγραφής του ως άνω ακινήτου στα κτηματολογικά βιβλία, ώστε να αναγραφούν αυτοί ως συγκύριοι τούτου, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κυρία παρέμβαση, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν τμήμα ευρύτερης δημόσιας εκτάσεως, κείμενο στο προσχωσιογενές Δέλτα του ...
ποταμού και περιήλθε στην ιδιοκτησία του ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, επικουρικά δε ότι κατέστη κύριο του επιδίκου ακινήτου με κατάληψη αυτού ως αδέσποτου, κατά την απελευθέρωση και ότι οι αιτούντες δεν αποδεικνύουν την κυριότητά τους στην επίδικη έκταση. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση, να γίνει δεκτή η παρέμβασή του και να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή "ως άγνωστου ιδιοκτήτη", ώστε να αναγραφεί το ίδιο ως ιδιοκτήτης.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, αφού παραθέτει το, κατ' εκτίμησή του, ιστορικό της ένδικης κύριας παρεμβάσεως, στη συνέχεια δέχθηκε σε σχέση με το νόμιμο αυτής τα ακόλουθα: "Η κρινόμενη κύρια παρέμβαση, με αυτό το περιεχόμενο, είναι μη νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, διότι το κυρίως παρεμβαίνον ουσιαστικά αμφισβητεί την κυριότητα των αιτούντων επί του επιδίκου, χωρίς όμως να επικαλείται συγκεκριμένο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα αυτού, μη μεταγραφέν.
Άλλωστε η αμφισβήτηση του ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί εξεταστέα έννομη σχέση, μόνο στην περίπτωση που το επικαλούμενο εγγραπτέο δικαίωμα δεν έχει μεταγραφεί". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας δηλαδή την κυρία παρέμβαση ως μη νόμιμη, παραβίασε, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου αυτής, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3α του Ν. 2664/ 1998, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από τους Ν. 3127/ 2003 και 3481/2006, τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, περιορίζοντας εσφαλμένως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, την έννοια του εγγραπτέου δικαιώματος στην ύπαρξη αποκλειστικά και μόνον συμβολαιογραφικής πράξεως.
Είναι, συνεπώς, βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προβάλλονται οι παραπάνω πλημμέλειες. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1 και 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 143/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας).
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ