Legislator Case Law & Legislation
698/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of public utility employees' claim for regular status due to vague complaint.

Case Number 698/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a lawsuit filed by public utility employees seeking regular status. The employees argued their claims were invalid because they did not explicitly allege the existence of vacant positions required for their integration, a point the lower court failed to address. The Court ruled that the original complaint was vague and inadmissible for failing to state necessary legal prerequisites, leading to the dismissal of the lawsuit while retaining the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 216 para.1 KPolD; Art. 559 no.1 KPolD: A complaint must clearly state the facts justifying the claim; if it fails to allege necessary legal prerequisites like vacant positions, it is vague and inadmissible, and the appeal is allowed.

Keywords

AI generated
vague complaint inadmissible lawsuit vacant positions public utility employees regular status claim appeal allowed legal prerequisites

Cited Legislation

AI generated
Art. 216 para.1 KPolD
Art. 559 no.1 KPolD
Art. 580 para.3 KPolD
Art. 65 para.1 of Law 4139/2013
Art. 2 of Decree-Law 210/1974
Regulation of the Personnel Status of the Public Electricity Enterprise (KKP/DEH)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΔΕΗ) ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Γ. Κ. του Μ. και 2) Π. Σ. του Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Λουκά Αποστολίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 391/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1913/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-9-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 17-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν στο νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται.

Εξ άλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει περισσότερα στοιχεία απ' όσα, πράγματι, απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ' αυτά, οπότε υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 3, 3, 4 παρ.1 και 8, 5 παρ. 3 και 4 και 42 παρ.4 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΚΚΠ/ΔΕΗ), που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β' 1274/1973) με την 2842/1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως, κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ νόμου, όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση τής από 23-3-1990 ΣΣΕ Προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 227/1990), το προσωπικό συνδέεται με τη ΔΕΗ με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

Προσωπικό έκτακτο είναι εκείνο που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών και μπορεί να ενταχθεί μετά από διετή υπηρεσία στο τακτικό προσωπικό με απόφαση του διοικητή, μετά από γνώμη του πρωτοβαθμίου συμβουλίου κρίσεως. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, υποδιαιρούμενους σε κατηγορίες, που μπορούν να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και ποσοστό οργανικών θέσεων, που καθορίζεται για κάθε κατηγορία με απόφαση του γενικού διευθυντή, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες.

Κάθε μισθωτός, κατά την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, κατατάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο, προς πλήρωση οργανικής θέσεως Η κατάταξη σε μισθολογικό κλιμάκιο αποτελεί αποκλειστικά μισθολογική διαβάθμιση και δεν παρέχει δικαίωμα ασκήσεως καθηκόντων ορισμένης θέσεως στη διάρθρωση των υπηρεσιών της επιχείρησης.

Ο συνολικός αριθμός των οργανικών θέσεων καθορίζεται κάθε φορά από το διοικητικό συμβούλιο και είναι αντίστοιχος με την εκάστοτε ισχύουσα διάρθρωση της επιχείρησης, ενώ η κατανομή αυτών ενεργείται ανάλογα προς τις υφιστάμενες ανάγκες με απόφαση του διοικητή, ο οποίος μπορεί να μεταβάλλει το ποσοστό αναλογίας των οργανικών θέσεων.

Η κατάταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας με απόφαση του διοικητή, κατόπιν προτάσεως της ιεραρχίας. Το διοικητικό συμβούλιο, μετά από εισήγηση του διοικητή, αποφασίζει για την ένταξη των τακτικών μισθωτών σε οποιοδήποτε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κατηγορίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ένταξη του έκτακτου προσωπικού σε οργανικές θέσεις του τακτικού προσωπικού, μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου χρόνου υπηρεσίας, αποτελεί υποχρέωση της ΔΕΗ, η οποία απορρέει από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, σε συνδυασμό με την ατομική σύμβαση εργασίας ενός εκάστου μισθωτού, που έχει προσληφθεί ως έκτακτος και με τις εκάστοτε ισχύουσες επιχειρησιακές ΣΣΕ.

Η υποχρέωση αυτή, που βρίσκεται απέναντι στο αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού, έχει ενοχικό χαρακτήρα και πρέπει να εκπληρώνεται από τον εργοδότη όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288). Η μη εκπλήρωσή της από τη ΔΕΗ, που ενδέχεται να εκδηλωθεί είτε με τη μη ένταξη του μισθωτού είτε με την ένταξή του σε κατηγορία διαφορετική από εκείνη, στην οποία αυτός είχε δικαίωμα να ενταχθεί, συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης και όχι αδικοπραξία (ΑΠ 244/2013, ΑΠ 185/2005).

Περαιτέρω, όμως, από τις ως άνω διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ συνάγεται με σαφήνεια ότι για την ένταξη του έκτακτου στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης και την κατάταξή του σε συγκεκριμένο κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί, εκτός των άλλων, η ύπαρξη αντίστοιχης, κενής οργανικής θέσης κατά το χρόνο που διενεργείται ή επιδιώκεται η ένταξη (ΑΠ 1252/2008).

Συνεπώς, στο δικόγραφο αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να κατατάξει τον ενάγοντα μισθωτό αυτής σε συγκεκριμένη κατηγορία, βαθμίδα και μισθολογικό κλιμάκιο του τακτικού προσωπικού της, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, απαιτείται να διαλαμβάνεται, εκτός των άλλων στοιχείων, η ύπαρξη κενής οργανικής θέσης κατά τον αναφερόμενο χρόνο ένταξης, από του οποίου ζητείται η ορθή κατάταξη, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη (ΑΠ 1113/2011, ΑΠ 646/2008).

2. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) με την ένδικη, από 10-10-2008 (ημερομηνία κατάθεσης) αγωγή ισχυρίσθηκαν ότι προσλήφθηκαν από την εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) επιχείρηση ηλεκτρισμού, ο μεν πρώτος, την 27-9-1993, ως μαθητής της Σχολής Ταχύρρυθμης Εκπαίδευσης (ΣΤΕ/ΔΕΗ Καρδιάς) με ειδικότητα μηχανοτεχνίτη ΑΗΣ, ο δε έτερος [στη σειρά του εισαγωγικού δικογράφου τρίτος], την 21-9-1993, ως έκτακτο προσωπικό με σύμβαση ετήσιας διάρκειας και τοποθετήθηκαν στην κατηγορία Τ4, ως τεχνικοί με εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο 10.

Ότι, στη συνέχεια, ο πρώτος την 1-9-1999 και ο έτερος την 1-3-2004, μετατάχθηκαν στην κατηγορία Τ3, ως πτυχιούχοι μηχανολόγοι μηχανικοί τεχνολογικής εκπαίδευσης. Ότι οι ενάγοντες ήσαν πτυχιούχοι σχολών ανώτερης τεχνολογικής εκπαίδευσης τριετούς φοιτήσεως, περιστατικό το οποίο είχαν γνωστοποιήσει στην εναγομένη, η οποία θα έπρεπε να έχει εντάξει στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3, τον μεν πρώτο από 24-6-1994, τον δε έτερο από 1-10-1997 και, έκτοτε, να τους προάγει ανά τριετία, σύμφωνα με τον ΚΚΠ/ΔΕΗ και τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ, σε επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και να καταβάλλει σ' αυτούς τις εκάστοτε υψηλότερες, νόμιμες αποδοχές.

Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, που δεν αναπτύσσεται περισσότερο στην αγωγή, οι ενάγοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθρου 288 ΑΚ, σε συνδυασμό με την από 28-2-1990 ΕΣΣΕ, ζήτησαν: Α) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έπρεπε να τους έχει εντάξει στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 της κατηγορίας Τ3 από τις ως άνω ημερομηνίες, ήτοι τον μεν πρώτο από 24-6-1994, τον δε έτερο από 1-10-1997 και να τους προάγει στη συνέχεια και Β) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον καθένα τις μισθολογικές διαφορές, που προκύπτουν από την παράλειψη της ορθής ένταξής του και της μετά ταύτα μισθολογικής εξέλιξής του, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της δήλης ημέρας κατά την οποία οι εν λόγω διαφορές θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί μαζί με τον, αντιστοίχως, οφειλόμενο μισθό.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 391/2010 απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους. Κατόπιν, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, με τον πρώτο λόγο της οποίας επανέφερε τον ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλει παραδεκτώς και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και σύμφωνα με τον οποίο η αγωγή θα έπρεπε να έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι οι ενάγοντες δεν διελάμβαναν σ' αυτή τον ισχυρισμό, ως αναγκαία προϋπόθεση του επιδίκου δικαιώματος, ότι κατά τους συγκεκριμένους χρόνους, από τους οποίους ζητούν την ένταξη στην κατηγορία Τ3 και στο μισθολογικό κλιμάκιο 8 αυτής, υπήρχε, αντιστοίχως, κενή οργανική θέση, όπου αυτοί, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, θα έπρεπε από τότε να έχουν ενταχθεί.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 1913/2014 απόφασή του, απέρριψε την έφεση, χωρίς ειδική αιτιολογία επί του ως άνω ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη εκτεθεί, είναι βάσιμος. Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως (ΚΠολΔ 559 αρ.1), με τους οποίους επισημαίνεται η παράλειψη αυτή και η εντεύθεν κακή εφαρμογή των διατάξεων του ΚΚΠ/ΔΕΗ και του άρθρου 288 ΑΚ, που διέπουν τις προϋποθέσεις ένταξης του έκτακτου προσωπικού της αναιρεσείουσας στις κατηγορίες του τακτικού προσωπικού αυτής και τις εξαρτούν από την ανάγκη πλήρωσης κενών οργανικών θέσεων, είναι, επίσης, βάσιμοι.

3. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20-3-2013), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως. Στο εφετείο, κατόπιν εφέσεως της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας επιχείρησης ηλεκτρισμού, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της, διότι η αγωγή είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η εκκαλούσα επιδίωκε την απόρριψή της. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι η αγωγή είναι αόριστη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αυτής, που αναφέρεται στο απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να απορριφθεί η αγωγή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 1913/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και

ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 391/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 10-10-2008 αγωγή.- Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους να πληρώσει στην αναιρεσείουσα τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ, για τα εν γένει δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Μαΐου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ