Legislator Case Law & Legislation
698/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute appeal due to failure to properly raise procedural objections at lower courts.

Case Number 698/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Mutual Aid Fund against the Athens Court of Appeal's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific claims regarding debt offsetting, which were allegedly raised during the initial proceedings. The court rejected these arguments as inadmissible because the appellant failed to formally present and reiterate these claims before the first-instance court and the Court of Appeal as required by law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 K.Pol.D.; Art. 562 para. 2 K.Pol.D.: An appeal ground is inadmissible if the challenged decision is based on a claim that was not properly raised and reiterated before the court of first instance and the court of appeal.

Keywords

AI generated
labor dispute procedure inadmissible appeal ground failure to raise claim debt offsetting claim reiteration of argument court of first instance court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 674 para. 2 final clause K.Pol.D.
Art. 4 para. 1 of the Constitution
Art. 22 para. 5 of the Constitution
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 559 no. 8 K.Pol.D.
Art. 561 para. 2 K.Pol.D.
Art. 562 para. 2 K.Pol.D.
Art. 416 A.C.
ac
Art. 418 A.C.
ac

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ξένου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 742/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1813/2012 του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-6-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου διάβασε την από 17-12-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 27-6-2012 αίτησης, για αναίρεση της 1813/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, στην οποία ενσωμάτωθηκε η 742/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 674 παρ. 2 εδ. τελ. ΚΠολΔ που αναφέρεται στις εργατικές διαφορές, "Σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται". Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ` ουσία και όχι τυπικά. Γιατί, παρ` όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ` όσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" (άρθρο 4 παρ. 1) και "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει" (άρθρο 22 παρ. 5), προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει την συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος - αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.

Έτσι, η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο, ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από τον φορέα εφάπαξ βοήθημα, τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, το ασφαλιστικό δηλαδή κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται, δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων, αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων (Ολ.ΑΠ 32/1995).

Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου, είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν.

Εξάλλου, η Φ46/3239/23-2-1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την οποία ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε το Καταστατικό του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β' 108), ορίζει, στο άρθρο 2 παρ. 2 αυτής, ότι η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω Ταμείο ενεργείται από δύο Κλάδους, τον Κλάδο Συντάξεων και τον Κλάδο Πρόνοιας, από τον οποίο χορηγείται το εφάπαξ βοήθημα και στο άρθρο 9 παρ. 3 αυτής ότι: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:

α) εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., β) εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε., γ) ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιρειών.

Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του Δ.Σ. του εργοδότη, δ) ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 Ν. 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του Δ.Σ. της Τράπεζας, ε) οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας".

Η ίδια ως άνω Υπουργική Απόφαση, στο άρθρο 34 ορίζει ότι: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (εννοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος, υπό τις προϋποθέσεις: α)..., β) εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας, που προβλέπεται από τον Οργανισμό της, ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε (5) τουλάχιστον ετών. 2.

Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επόμενη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφαλίσεως από του 16ου μέχρι και του 32ου. 3.

Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων (14) μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού θέσεως, επιστημονικής αποδόσεως, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.). 4) Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από την συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών, ως εξής:

Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από την διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στον δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%. Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος, δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος".

Περαιτέρω, με το άρθρο 57 του Ν. 2084/ 1992 "για την Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης", το ποσό της παρεχόμενης στους υπαλλήλους των Τραπεζών κ.λπ. εφάπαξ αποζημιώσεως περιορίσθηκε και ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, στην παρ. 1 ότι: "Η προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών...

Αγροτικής, που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, η εισφορά του εργοδότη μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1-1-1993, κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας..." και στην παρ. 3 ότι: "Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών.

Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος, προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων, χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης". Από τις εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις προκύπτει ότι, η παρεχόμενη στους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ αποζημίωση - βοήθημα, έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού καταβάλλεται από το ασφαλιστικό κεφάλαιο του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου, που σχηματίζεται αποκλειστικά από εισφορές των εργαζομένων - ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας.

Η εισφορά δε της εργοδότριας Τράπεζας, η οποία (εισφορά) μάλιστα, μειούμενη από 1-1-1993 κατά το 1/10 ετησίως, μέχρι καταργήσεώς της, έχει καταργηθεί από 1-1-2002, αποτελούσα αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, είναι και αυτή ποσοτικά ανάλογη των αποδοχών του εργαζομένου - ασφαλισμένου, όπως και η εισφορά του τελευταίου και δεν μπορεί παρά να εξομοιώνεται, από την άποψη του χαρακτηρισμού της εφάπαξ αποζημιώσεως ως ανταποδοτικής ή μη, με την εισφορά του ασφαλισμένου.

Κοινωνικοί πόροι δεν προβλέπονται, ούτε και ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων, υπό την έννοια της πρόβλεψης και καταβολής αυτών σταθερά και μόνιμα, έτσι ώστε να μπορούν βασίμως να συνυπολογισθούν στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου, από το οποίο προέρχεται η εφάπαξ αποζημίωση. Και ναι μεν στις ως άνω περιπτώσεις γ` έως ε` της παρ. 3 του άρθρου 9 του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας του Προσωπικού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προβλέπονται ως πόροι του Κλάδου Πρόνοιας και άλλα έσοδα (όπως από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Πρόνοιας του παραπάνω Ταμείου), πλην των ασφαλιστικών εισφορών, τα έσοδα αυτά όμως, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για τον χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συμβάλλουν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του παραπάνω Κλάδου Πρόνοιας.

Συνεπώς, οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος, που χορηγείται στους ασφαλισμένους του εν λόγω Ταμείου, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στον Κλάδο Πρόνοιας του Ταμείου εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, καθόσον η θέσπιση ανωτάτου ορίου στην καταβαλλόμενη από το Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος προς τους αποχωρούντες υπαλλήλους της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος εφάπαξ αποζημίωση, εισάγει δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων εκείνων, οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους ή των υψηλών αποδοχών τους ή και των δύο, έχουν υποβληθεί σε μεγαλύτερες κρατήσεις και δικαιούνται αναλογικά μεγαλύτερη, από το ανώτατο όριο, εφάπαξ αποζημίωση, σε σχέση με τους συναδέλφους τους, οι οποίοι, ως εκ του μικρότερου χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλότερων αποδοχών τους, έχουν υποβληθεί σε μικρότερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν το ίδιο ποσό εφάπαξ αποζημίωσης.

Η διάκριση δε αυτή, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού, ή δημόσιου συμφέροντος και είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης ισορροπίας, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή, ως περιουσιακό δικαίωμα, προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να αναμένεται από αυτόν, και στα πλαίσια της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η αποχή από κάθε επέμβαση και η προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (ΑΕΔ 5/2007, Ολ.ΑΠ 17/2005).

Εξ άλλου, με το άρθρο 6 παράγραφος 20 του ν. 3029/2002 (Α' 160), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004 (Α' 48), ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης τα οποία λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας, κύριας και επικουρικής, ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζόμενους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ.

με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ... Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι.

Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή...". Κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002 εκδόθηκε η Φ.80000/23358/1107/31. 12.2003 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β' 2/7. 1.2004).

Με την παράγραφο Α της αποφάσεως αυτής ο Κλάδος Προνοίας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και με την παράγραφο Γ εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου αυτού φορέα. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του εν λόγω καταστατικού ορίσθηκε ότι η επωνυμία του νέου Ταμείου είναι "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" και με το άρθρο 2 ορίσθηκε ότι σκοπός του είναι η χορήγηση εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους σ' αυτό.

Τέλος, με την παράγραφο 1 του άρθρου 24 "Μεταβατικές Διατάξεις" του εν λόγω καταστατικού ορίσθηκε ότι: "Οι υπάλληλοι της Α.Τ.Ε. οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Α.Τ.Ε. και κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι την έγκριση του παρόντος καταστατικού έλαβαν από τον καταργούμενο κλάδο προνοίας εφάπαξ βοήθημα μικρότερο απ' αυτό που θα ελάμβαναν αν ίσχυαν οι διατάξεις του παλιού καταστατικού, δύνανται να λάβουν συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα...", κατά δε την παράγραφο 5 αυτού "Για όσους αποχωρήσουν σε διάστημα μιας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/1992).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 4-2-2009 αγωγή του ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο - ήδη αναιρεσείον - το οποίο συνιστά καθολικό διάδοχο του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού A.T.Ε. (άρθρο 6 παρ. 20 ν. 3029/2002) και έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους της, να του καταβάλει, λόγω αποχωρήσεώς του από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος" μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 24 παρ. 5 της ΥΑ Φ.80000/23358/1107/2004 πενταετία, έχοντας συμπληρώσει 35 έτη υπηρεσίας σ' αυτήν, κυρίως με βάση τις ως άνω διατάξεις του Καταστατικού του, άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 904 επ.), το ποσό των 50.809,24 ευρώ, που συνιστά τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και δικαιουμένου εφάπαξ βοηθήματος.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 742/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και επί ασκηθείσας εφέσεως κατ' αυτής, από το αναιρεσείον Ταμείο, που εκδικάσθηκε ερήμην αυτού, η 1813/2012 απόφαση του Εφετείου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο και στη συνέχεια το Εφετείο, με την ενσωμάτωση στην απόφασή του εκείνης του Μονομελούς, δέχθηκαν ότι: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 4-4-1974, και αποχώρησε από την υπηρεσία του στις 1-1-2009, έχοντας συμπληρώσει συνολικό χρόνο 35 ετών συνεχούς υπηρεσίας στην παραπάνω Τράπεζα.

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", ως καθολικός διάδοχος του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 6 παρ. 20 Ν. 3029/2002), με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σ` αυτό υπαλλήλους της Α.Τ.Ε., κατέβαλε στον ενάγοντα, λόγω της αποχώρησής του, κατά τη συνταξιοδότηση του, το ποσό των 125.236,57 ευρώ, με την υπ` αριθμ. 3282/1/5-1-2009 πράξη απονομής εφάπαξ βοηθήματος, ως εφάπαξ χρηματικό βοήθημα, του άρθρου 17 του - με ημερομηνία ενάρξεως ισχύος τις 9-2-2004 Καταστατικού του (Φ/80000/23358/1107 ΚΥΑ υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ΦΕΚ 2Β'/ 7-1-2007 και με α/α 24979 στο βιβλίο Σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών), χωρίς όμως (το εναγόμενο) να λάβει υπόψη του για τον υπολογισμό του οφειλόμενου στον ενάγοντα εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος, που αυτός δικαιούτο να λάβει, το άρθρο 24 παρ. 5 του Καταστατικού του, που περιλαμβάνει μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με το οποίο, όσοι υπάλληλοι της Α.Τ.Ε.

ΑΕ αποχωρήσουν από την υπηρεσία της σε διάστημα μίας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του ως άνω Καταστατικού του εναγομένου (όπως ο ενάγων, που αποχώρησε την 1-1-2009) λαμβάνουν το εφάπαξ βοήθημα, με βάση τον παλαιό τρόπο υπολογισμού του, ήτοι σύμφωνα με το άρθρο 34 του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ, διάδοχος του οποίου είναι το εναγόμενο ΝΠΙΔ.

Ήτοι, προκύπτει ότι ο ενάγων θα έπρεπε κανονικώς να λάβει ως εφάπαξ βοήθημα το ποσό των 176.045,81 ευρώ, όπως αυτό υπολογίζεται με βάση τον τελευταίο μηνιαίο μισθό του, της τάξης των 4.745,17 ευρώ Χ 14 μήνες Χ 265% = 176.045,81 ευρώ, όπως το ποσόν αυτό προκύπτει από τον υπολογισμό του άρθρου 34 του παλαιού καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού ΑΤΕ, δεδομένου ότι το ποσόν αυτό είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσό εφάπαξ που προκύπτει από τον υπολογισμό του άρθρου 17 του καταστατικού και δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 57 παρ. 3 ν. 2084/1992 και όχι το ποσό των 125.236,57 ευρώ, το οποίο πράγματι του καταβλήθηκε από το εναγόμενο, κατ` εφαρμογή του υπολογισμού του άρθρου 34 του προϊσχύσαντος Καταστατικού του, (με) το περιορισμό της διατάξεως του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, δεδομένου ότι ο εν λόγω περιορισμός (του ν. 2084/1992) του εφάπαξ βοηθήματος είχε ήδη κριθεί, κατά το χρόνο συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος, ως αντισυνταγματικός, από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (17/2005).

Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ταμείου ότι κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 125.236,57 ευρώ, ως εφάπαξ βοήθημα, λόγω εφαρμογής στον υπολογισμό αυτού, του περιορισμού της διατάξεως του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 και ότι σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του ν. 2084/1992, ο ενάγων θα έπρεπε κανονικώς να λάβει, για την ίδια αιτία, το ποσό των 125.236,57 ευρώ, καθώς και ότι οι υπ` αριθμ. 3/2007, 4/2007 και 5/2007 αποφάσεις του ΑΕΔ δημοσιεύτηκαν σε χρονικό διάστημα μετά τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος (ήτοι στις 16-4-2007), χωρίς να οριστεί σε αυτές (αποφάσεις) η αναδρομική ισχύς τους, προβάλλονται αβάσιμα, δεδομένου ότι το καταβλητέο στον ενάγοντα εφάπαξ βοήθημα είναι υψηλότερο, σύμφωνα με το άρθρο 34 του Καταστατικού του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού ΑΤΕ και χωρίς να υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, από το αντίστοιχο του εφάπαξ βοηθήματος, όπως αυτό προέκυψε από τον υπολογισμό του, στον οποίο προέβη το εναγόμενο (άρθρο 17 του Καταστατικού του), ο περιορισμός δε του άρθρου 57 του ν. 2084/1992, ως προς το ύψος του εφάπαξ βοηθήματος, είχε ήδη κριθεί, κατά το χρόνο συνταξιοδότησης του ενάγοντος, ως αντισυνταγματικός, σύμφωνα με την υπ` αριθμ. 17/2005 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επακολούθησαν δε οι ως άνω αποφάσεις του ΑΕΔ, με όμοιο περιεχόμενο και ανεξάρτητα από αυτές.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή, κατά την κύρια βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, την προκύπτουσα διαφορά των 50.809,24 ευρώ (ήτοι 176.045,81 - 125.236,57)...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ενσωματώνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, αφού κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη και με βάση την εφαρμοσθείσα ως άνω μεταβατική διάταξη του ισχύοντος Καταστατικού του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το επιδικασθέν σ` αυτόν ποσό, χωρίς να ληφθεί υπόψη, για τον υπολογισμό του, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 57 παρ. 3 Ν. 2084/1992, περιορισμός.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν` αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε, συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α'- γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 να εκτίθεται στο αναιρετήριο ο λόγος αυτός. Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1β', 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, απαιτείται δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που, "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις.

Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί εξοφλήσεως της ένδικης απαίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τον πρώτο λόγο, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια με την αιτίαση ότι, το δικαστήριο ουσίας, μη δεχόμενο την ένσταση εξοφλήσεως που προέβαλε "με τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου" παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 418 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, ενώ, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού δεν προσκομίσθηκαν, σε κάθε περίπτωση, τα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε οι κατατεθείσες ενώπιον αυτού έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το δικαστήριο ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά στοιχεία που προέβαλε το αναιρεσείον προς θεμελίωση της άνω ένστασης εξόφλησης.

Με το ως άνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού, οι ως άνω αιτιάσεις αναφέρονται σε ισχυρισμό που δεν επικαλείται το αναιρεσείον ότι προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε νόμιμα ενώπιον του Εφετείου. Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση ν' απορριφθεί και να επιβληθούν στο αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-6-2012 αίτηση, του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων ΑΤΕ" για αναίρεση της 1813/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επικυρώθηκε η 742/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και Επιβάλλει στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του την 1η Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ