Supreme Court remands case for retrial due to insufficient factual clarification on equal treatment and salary scale adjustments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance judgment regarding public sector salary adjustments. The appellants argued that excluding certain employees from a favorable 1990 regulation violated the principle of equal treatment, citing specific dates and service criteria. The court found the lower court's reasoning insufficient to objectively justify the distinction made between employee groups. Consequently, the decision was remanded for retrial with a different panel to clarify these factual and legal issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(14), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court must provide sufficient factual clarification to objectively justify distinctions in legal benefits, and failure to do so requires remanding the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 698 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 698/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. του Χ., κατοίκου ... 2) Κ. Δ. του Θ., κατοίκου ... 3) Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ... 4) Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ... 5) Δ. Π. του Ε., κατοίκου ... και 6) Ι. Ψ. του Κ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Έλλη Ανδριανάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 716/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1395/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-7-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοσθεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία, η οποία υπάρχει, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτούνται κατά το νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθ. 14 ή 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα εναγομένη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι αόριστη ως προς το αίτημά της, όπως και με λόγο έφεσης είχε προτείνει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, καθόσον "αορίστως αναφέρεται στο ότι οι αντίδικοι δικαιούνται να προωθηθούν "κατά ένα επιπλέον μισθολογικό κλιμάκιο από της προσλήψεως και εφεξής".
Δεν προσδιορίζουν έτσι... ποιό ήταν το κατεχόμενο, από καθένα από αυτούς, ανά χρονική περίοδο, από της προσλήψεώς τους μέχρι την άσκηση της αγωγής, μισθολογικό κλιμάκιο και ποιό συγκεκριμένα, και από πότε, μισθολογικό κλιμάκιο επιδιώκουν με την αγωγή τους να καταλάβουν". Ο λόγος αυτός, αληθώς από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, ότι (α) κατά την πρόσληψή τους από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) την 27-9-1993 οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) εντάχθηκαν στην κατηγορία Τ4 με εισαγωγικό το 10ο μισθολογικό κλιμάκιο (β) στην συνέχεια η εναγομένη τους κατέταξε στην κατηγορία Τ3 από την πρόσληψή τους και τους ενέταξε στο 8ο μισθολογικό κλιμάκιο από 21-7-1994 και ακολούθως τους προήγαγε στο 7ο μισθολογικό κλιμάκιο από 27-9-1996 (γ) έκτοτε προάγονται ανά τριετία στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο και από 27-9-2005 (δηλ.
μέχρι την άσκηση της αγωγής) κατέχουν όλοι το 4ο μισθολογικό κλιμάκιο, με βάση δε τα πραγματικά αυτά περιστατικά (και άλλα που δεν ενδιαφέρουν εδώ) ζήτησαν ν' αναγνωρισθεί ότι δικαιούνται να προωθηθούν κατά ένα επιπλέον από το κατεχόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ εξάλλου στον Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ - ΔΕΗ), που κυρώθηκε με το άρθ. 2 του ν.δ. 210/1974 (ΣΣΕ "Περί Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ", ΦΕΚ Β' 1274/1973) και έχει ισχύ νόμου, προβλέπεται η ανά τριετία προαγωγή στο επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο, ώστε και έτσι μπορεί να συναχθεί ότι μία τριετία πριν οι ενάγοντες κατείχαν το προηγούμενο μισθολογικό κλιμάκιο κ.λπ.
ΙΙ. Από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία απορρέει από την διάταξη του άρθ. 288 ΑΚ και ευρίσκει έρεισμα και στα άρθ. 4 § 1 και 22 § 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της αυτής εκμετάλλευσης που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, εκτός αν δικαιολογείται η εξαίρεση ή απόκλιση εξαιτίας επαρκούς αντικειμενικού λόγου.
Με βάση την παραπάνω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και με τα αυτά προσόντα, τις προς ορισμένους απ' αυτούς (όχι συνεπεία νομικής επιταγής αλλά) οικειοθελείς μισθολογικές ή άλλες εργασιακές παροχές, είτε πρόκειται για μονομερείς οικειοθελείς παροχές είτε για παροχές που ο εργοδότης έχει αναλάβει συμβατικά έναντι ορισμένων εργαζομένων (ΑΠ 806/2010, 248/2008).
Η αρχή αυτή δεν παραβιάζεται και επιτρέπονται αποκλίσεις απ' αυτήν, όταν συντρέχουν σε κάθε περίπτωση ειδικοί, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγοι, οι οποίοι καθιστούν την διαφορετική μεταχείριση εύλογη και δίκαιη, όπως όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων και δεν παρέχουν την ίδια εργασία ή η παροχή συνδέεται με ορισμένα προσδιοριζόμενα από τον εργοδότη προσόντα και δη μεγαλύτερη αρχαιότητα στον βαθμό και ως εκ τούτου μεγαλύτερη, κατά τεκμήριο, εμπειρία (ΑΠ 248/2008, 475/2007).
Σε περίπτωση παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης η τυχόν ανισότητα ελέγχεται με βάση τις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 και 22 § 1 εδ. β' του Συντάγματος (ΑΠ 73/2011, 627/2006). Εξάλλου, με το Κεφάλαιο Α' και υπό τον τίτλο "Ανακλιμάκωση Μισθολογικών Κλιμακίων Εξέλιξης Προσωπικού ΚΚΠ/ΔΕΗ" της από 28-2-1990 ΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ (ΦΕΚ Β' 227), κατατεθείσα την 22-3-1990 συνταχθέντος του 22/1990 πρακτικού κατάθεσης, τροποποιήθηκαν, εκτός των άλλων, με την §3 αυτού τα άρθ. 3 §1 και 4 του ΚΠΠ/ΔΕΗ, τα οποία ήδη ορίζουν: (1) Το άρθ. 3 § 1 ότι το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται στα μισθολογικά κλιμάκια (μ.κ.) Γ, Α, Β, Β1, 1β, 1α, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 (2) Το άρθ. 4 ότι (α) το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε Κλάδους, που υποδιαιρούνται σε Κατηγορίες που μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων, κάθε δε μισθωτός εντάσσεται σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, Κατηγορία και Κλάδο για πλήρωση οργανικής θέσης (§1) (β) στον Κλάδο των Τεχνικών περιλαμβάνεται και η κατηγορία Τ3, Τεχνολόγοι Μηχανικοί, τα μισθολογικά κλιμάκια της οποίας είναι 1β, 1α και 1 έως 9 (γ) ως προσόν του προσωπικού της κατηγορίας αυτής απαιτείται πτυχίο αναγνωρισμένης Σχολής Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμο αλλοδαπής, για μισθολογική δε εξέλιξη (αα) στα μ.κ. 9-1α πτυχίο Σχολής, ως ανωτέρω, διετούς φοίτησης και (ββ) στα μ.κ. 8-1β πτυχίο, ως ανωτέρω, Σχολής ΤΕΙ ή ισοτίμου τριετούς ή τετραετούς φοίτησης (§4 στοιχ.
Β αριθ. 4). Περαιτέρω, στο Κεφάλαιο Ε' της ίδιας ΕΣΣΕ, με τον τίτλο "Μεταβατικές Διατάξεις", ορίσθηκε (1) στην §3 ότι οι υπηρετούντες κατά την ημερομηνία (έναρξης της) ισχύος αυτής τακτικοί μισθωτοί της Κατηγορίας Τ3 - Τεχνολόγοι Μηχανικοί, οι κάτοχοι πτυχίου αναγνωρισμένης Σχολής Ανώτερης Τεχνικής Εκπαίδευσης ημεδαπής ή ισότιμης αλλοδαπής μέχρι διετούς φοίτησης προωθούνται κατά ένα (1) μισθολογικό κλιμάκιο (2) οι υπηρετούντες κατά την ημερομηνία (έναρξης της) ισχύος της τακτικοί μισθωτοί της Κατηγορίας Τ3 -Τεχνολόγοι Μηχανικοί, οι κάτοχοι πτυχίου των καταργηθεισών Σχολών Υπομηχανικών που ήταν προσαρτημένες στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο, καθώς και οι κάτοχοι πτυχίου των Ανωτέρων Σχολών Υπομηχανικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης που έπαυσαν να λειτουργούν, μπορούν να εξελίσσονται μισθολογικά μέχρι και το μισθολογικό κλιμάκιο Β1, σε αριθμό που καθορίζεται με απόφαση του Γενικού Διευθυντή, ενώ το ΔΣ/ΔΕΗ θα εξετάσει το ενδεχόμενο περαιτέρω μισθολογικής εξέλιξης των υπόψη μισθωτών.
Από τον συνδυασμό των ως άνω μεταβατικών διατάξεων με τις πάγιες διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει, ότι οι ανωτέρω παράγραφοι 3 και 4 του Ε' Κεφαλαίου της ΕΣΣΕ ρυθμίζουν δύο διαφορετικά μεταξύ τους θέματα, δηλ. η μεν §3 την κατά παρέκκλιση των παγίων διατάξεων του Κανονισμού άμεση προώθηση κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο (χωρίς ν' απαιτείται συμπλήρωση ορισμένου χρόνου στο προηγούμενο) όλων των μισθωτών της αναιρεσείουσας ΔΕΗ της κατηγορίας Τ3 - Τεχνολόγοι Μηχανικοί, που ήταν κάτοχοι πτυχίου ανώτερης τεχνολογικής εκπαίδευσης μέχρι δύο ετών, ενώ η §4 καθιέρωσε, κατά παρέκκλιση επίσης των παγίων διατάξεων, ευνοϊκότερη βαθμολογική εξέλιξη για τους μισθωτούς της κατηγορίας Τ3 που είναι κάτοχοι πτυχίων των Σχολών Υπομηχανικών ΕΜΠ κ.λπ., για τους οποίους ορίζει ότι μπορούν να εξελιχθούν μέχρι το κλιμάκιο Β1, ήτοι κατά ένα μισθολογικό κλιμάκιο πέραν του καταληκτικού (ανωτάτου) μ.κ.
της κατηγορίας Τ3, με τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι πάγιες διατάξεις, δεν προβλέπει δηλ. άμεση ομαδική προώθησή τους κατά ένα επιπλέον μισθολογικό κλιμάκιο. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων μισθωτών της αναιρεσείουσας ΔΕΗ της κατηγορίας Τ3, με αντικείμενο την κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης κ.λπ.
αναγνώριση, σύμφωνα με τις μεταβατικές αυτές διατάξεις της ως άνω ΕΣΣΕ, του δικαιώματός τους να προωθηθούν από την εναγομένη κατά ένα επιπλέον μισθολογικό κλιμάκιο κ.λπ., με την προσβαλλομένη 1395/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) την 27-9-1993 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχοντας πτυχίο Ανώτερης Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, και εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της, κατέχοντας οργανικές θέσεις, στις οποίες υπηρετούν μέχρι σήμερα, είναι δε πτυχιούχοι των ΚΑΤΕΕ ή ΤΕΙ τριετούς και τετραετούς φοίτησης και απασχολούνται με τις ειδικότητες του μηχανικού δομικών έργων οι 1η και 4ος, του τοπογράφου οι 2ος, 3η και 5η και του πολιτικού μηχανικού ο 6ος, ότι κατά την πρόσληψή τους η εναγομένη τους είχε εντάξει στην κατηγορία Τ4 με εισαγωγικό το 10ο μ.κ., στην συνέχεια, όμως, με απόφαση του ΔΣ αυτής, αποδεχθείσα την 6832/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί σχετικής αγωγής αυτών και κατέστη αμετάκλητη με την 185/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τους κατέταξε στην κατηγορία Τ3 από την πρόσληψή τους και τους ενέταξε στο 8ο μ.κ.
από 21-7-1994, τους προήγαγε δε στο 7ο μ.κ από 27-9-1996, ενώ τους κατέβαλε τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές από 1-1-2000, ότι έκτοτε προάγονται ανά τριετία στο επόμενο μ.κ., ανήκοντας στην κατηγορία Τ3, και από 27-9-2005 κατέχουν όλοι το 4ο μ.κ., ότι κατά τα προαναφερθέντα με το Κεφ. Α' της ως άνω ΕΣΣΕ του προσωπικού της αναιρεσείουσας ΔΕΗ τροποποιήθηκαν οι διατάξεις των άρθ. 3 και 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ σχετικά με τα μισθολογικά κλιμάκια των διαφόρων κλάδων των μισθωτών της και ειδικότερα του κλάδου των τεχνικών της κατηγορίας Τ3, ενώ με το Κεφ.
Ε' της ίδιας ΕΣΣΕ προωθήθηκαν κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, κατ' εξαίρεση κατά ένα μ.κ. όλοι οι υπηρετούντες μισθωτοί της κατά την 29-3-1990 (ημεροχρονολογία ισχύος της ΕΣΣΕ αυτής) της κατηγορίας Τ3 (Τεχνολόγοι Μηχανικοί), που ήσαν κάτοχοι πτυχίου αναγνωρισμένης σχολής ανώτερης τεχνικής εκπαίδευσης, ημεδαπής ή αλλοδαπής, μέχρι διετούς φοίτησης, και ορίσθηκε ότι εξελίσσονταν μέχρι το Β1 μ.κ.
οι πτυχιούχοι υπομηχανικοί, των οποίων οι σχολές καταργήθηκαν, σε αριθμό καθοριζόμενο με απόφαση του Γενικού Διευθυντή, ότι ακολούθως το ΔΣ της εναγομένης με την 25/21-1-1991 απόφασή του ενέκρινε "την κατά δύο (2) συνολικώς μισθολογικά κλιμάκια ανακλιμάκωση των μισθωτών της κατηγορίας Τ3 - Τεχνολόγοι Μηχανικοί που υπηρετούν στην Επιχείρηση κατά την 29-3-1990 και οι οποίοι συγκεντρώνουν τα τυπικά προσόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του κεφαλαίου Ε' της ΕΣΣΕ", δηλ.
ήσαν πτυχιούχοι των σχολών υπομηχανικών τριετούς ή τετραετούς φοίτησης που καταργήθηκαν, ότι η παραπάνω ανακλιμάκωση (άμεση προώθηση) κατά δύο μ.κ. των πτυχιούχων υπομηχανικών κρίθηκε με τις ΑΠ 576/1999 και 161/2003 ότι συνιστούσε οικειοθελή παροχή της εναγομένης προς αυτούς, που τους δόθηκε χωρίς νομική εκ μέρους της υποχρέωση με βάση μόνο τα τυπικά προσόντα (πτυχιούχοι) και όχι σύμφωνα με τις πάγιες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, δηλ.
χωρίς κρίση και σύγκριση με τους κατέχοντες το ίδιο μ.κ. συναδέλφους τους της κατηγορίας Τ3 και περαιτέρω ότι η παράλειψη της όμοιας προώθησης (ανακλιμάκωσης) κατά δύο μ.κ. με απόφαση του ΔΣ της εναγομένης και των λοιπών υπαλλήλων της κατηγορίας Τ3, που είναι κάτοχοι πτυχίου ΚΑΤΕΕ και ΤΕΙ, χωρίς την ύπαρξη ενός ειδικού και σοβαρού, κατ' αντικειμενική κρίση, λόγου που να καθιστά την διαφορετική μεταχείριση δίκαιη και εύλογη και να δικαιολογεί την απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που απορρέει από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 288 ΑΚ και λόγω της αυθαίρετης διάκρισης όμοιων αντικειμενικών καταστάσεων, παραβίαζε την αρχή αυτή, ότι στην συνέχεια το ΔΣ της εναγομένης με τις 29/1-2-2005 και 226/11-10-2005 αποφάσεις του, λόγω συμβιβασμού με τους μισθωτούς της κατηγορίας Τ3, που δικαιούνταν την παραπάνω ανακλιμάκωση, αφενός αποφάσισε να "εγκρίνει την προαγωγή (ανακλιμάκωση) από 1-10-1991 κατά δύο (2) συνολικά μ.κ.
των τακτικών μισθωτών της κατηγορίας Τ3 που υπηρετούσαν στην Επιχείρηση στις 29-3-1990 και οι οποίοι βάσει της ΕΣΣΕ '90 προάχθηκαν κατά ένα (1) μόνο μ.κ. και είναι κάτοχοι αντίστοιχων της κατηγορίας τους τίτλων σπουδών τριετούς ή τετραετούς φοιτήσεως", αφετέρου δε ενέκρινε "την μισθολογική εξέλιξη μέχρι και το μ.κ.
Β1 των τακτικών μισθωτών κατηγορίας Τ3 (Πτυχιούχοι Μηχανικοί Τεχνολογικής Εκπαίδευσης) κατόχων των αντίστοιχων της κατηγορίας τους τίτλων σπουδών τριετούς ή τετραετούς φοιτήσεως, οι οποίοι υπηρετούσαν στην Επιχείρηση στις 29-3-1990 και οι οποίοι προάχθηκαν από 1-10-1991 (ανακλιμάκωση) σύμφωνα με την παρ. 1 της 29/1-2-2005 απόφασης ΔΣ/ΔΕΗ κατά δύο συνολικά μ.κ.", ότι με τις παραπάνω αποφάσεις της εναγομένης έλαβαν την ενλόγω πρόσθετη μισθολογική προαγωγή περίπου 1100 εργαζόμενοι, μεταξύ δε αυτών και οι αναφερόμενοι εκεί συνάδελφοι των εναγόντων, στους οποίους, αφού αναγνωρίσθηκε ως καταληκτικό (ανώτατο) μισθολογικό κλιμάκιο το Β1, καταβλήθηκαν και οι αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές, ότι με τις προαναφερθείσες αποφάσεις το ΔΣ της εναγομένης προέβη στην άμεση ομαδική προώθηση, χωρίς να προβλέπεται από τις πάγιες διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ, με την αναγνώριση ενός επιπλέον μ.κ.
στους μισθωτούς της γενικά και την εξέλιξη κατά ένα επιπλέον μ.κ., δηλ. από το καταληκτικό 1β' σε Β1, αποκλειστικά και μόνο όλων των μισθωτών αυτής της κατηγορίας Τ3, που είχαν προσληφθεί έως την 29-3-1990, εξαιρώντας από την ευνοϊκότερη αυτή βαθμολογική εξέλιξη και, συνεπώς, από την γενική αυτή ρύθμιση της οικειοθελούς παροχής, τους ενάγοντες, που είναι επίσης μέλη της ίδιας κατηγορίας Τ3 και έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα, αλλά προσλήφθηκαν όλοι σε μεταγενέστερο της ημεροχρονολογίας ισχύος της παραπάνω ΕΣΣΕ χρονικό διάστημα, ειδικότερα δε ούτε ο ΚΚΠ/ΔΕΗ ούτε η ως άνω ΕΣΣΕ '90 απαιτούσαν την προαγωγή κατά 2 μ.κ.
όλων των μισθωτών της κατηγορίας ΤΕ που υπηρετούσαν κατά τον χρόνο ισχύος της τελευταίας, ούτε οριζόταν για όλους αυτής της κατηγορίας ως καταληκτικό το Β1 μ.κ., ενώ εξάλλου η εναγομένη με τις άνω 29 και 226/2005 αποφάσεις του ΔΣ της προέβη στην ευνοϊκή αυτή ρύθμιση σε όλο το προσωπικό της κατηγορίας Τ3, που είχε προσληφθεί μέχρι την 29-3-1990, χωρίς δέσμευση δικαστικών αποφάσεων και δη ανεξάρτητα αν είχαν ασκηθεί ή όχι αγωγές, ότι κατά συνέπεια παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία δίνει στους ενάγοντες το δικαίωμα για ίδια μεταχείριση σε σχέση με την ανωτέρω οικειοθελή παροχή, δηλ.
την αναγνώριση και σ' αυτούς του δικαιώματος για προώθηση κατά ένα επιπλέον μ.κ. (2 συνολικά), καθώς και τη μισθολογική τους εξέλιξη μέχρι το Β1 (αντί του 1β) μ.κ., όπως και οι μισθολογικά προαχθέντες συνάδελφοί τους, ότι ειδικότερα τόσο οι ενάγοντες, που προσλήφθηκαν την 27-9-1993, όσο και οι κατά τα άνω ευνοηθέντες μισθωτοί της εναγομένης, που υπηρετούσαν σ' αυτήν πριν την 29-3-1990, ανήκουν στην ίδια κατηγορία Τ3 (Τεχνολόγων Μηχανικών), κατέχουν τα ίδια τυπικά προσόντα, είναι δηλ.
πτυχιούχοι ανωτέρων σχολών τεχνολογικής εκπαίδευσης τριετούς ή τετραετούς φοίτησης (ΚΑΤΕΕ και ΤΕΙ), και παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες και με τις ίδιες ειδικότητες τις ίδιες σε είδος και σε έκταση υπηρεσίες, ότι με βάση αυτά οι παραπάνω εργαζόμενοι της εναγομένης, που προσλήφθηκαν πριν την 29-3-1990 και βρίσκονται σε όμοια κατάσταση με τους ενάγοντες, έχουν προωθηθεί κατά ένα επιπλέον μ.κ.
και εξελιχθεί στον καταληκτικό βαθμό μ.κ. Β1, ενώ οι ενάγοντες θα μπορέσουν να εξελιχθούν βαθμολογικά μέχρι το μ.κ. 1β', που είναι κατά ένα κλιμάκιο μικρότερο, ότι συνακόλουθα η διαφοροποίηση αυτή με τον αυθαίρετο αποκλεισμό ως προς την ευνοϊκή μεταχείριση όμοιας κατηγορίας μισθωτών που έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα και προσφέρουν την ίδια κατ' είδος και συνθήκες εργασία, χωρίς την συνδρομή κάποιου άλλου επαρκούς ρυθμιστικού παράγοντος (ιδιαίτερου λόγου) πλην της υπηρεσιακής τους αρχαιότητας, η οποία, όμως, δεν συνιστά αντικειμενική περίσταση αναγομένη στο είδος των παρεχομένων υπηρεσιών από κάθε ομάδα εργαζομένων (εναγόντων και προσληφθέντων πριν την 29-3-1990) και στις συνθήκες παροχής αυτών, προκαλεί δυσμενή και αδικαιολόγητη διάκριση και μεταχείριση των εναγόντων και συνιστά, ως μη εύλογη και δίκαιη κατ' αντικειμενική κρίση, παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, όπως η αρχή αυτή διαγράφεται από το άρθ. 288 ΑΚ και ελέγχεται σύμφωνα με τα άρθ. 4 § 1 και 22 § 1 β' του Συντάγματος.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ειδικότερα δε (α) ενώ δέχεται, ότι μετά την έκδοση των αποφάσεων ΑΠ 576/1999 και 161/2003, με τις 29 και 226/2005 αποφάσεις του ΔΣ της εναγομένης και λόγω συμβιβασμού με τους μισθωτούς της που εδικαιούντο την ως άνω ανακλιμάκωση αποφασίσθηκε η χορήγηση σ' αυτούς των επίμαχων μισθολογικών κλιμακίων, στην συνέχεια θεωρεί την παροχή αυτή ως οικειοθελή που προκύπτει από τις ως άνω αποφάσεις του ΔΣ της αναιρεσείουσας ΔΕΗ, αναφέροντας ότι αυτή χορηγήθηκε χωρίς δέσμευση από δικαστικές αποφάσεις και δη ανεξάρτητα από την άσκηση ή μη αγωγών, και εφαρμόζει τελικά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, με τον τρόπο, όμως, αυτόν δεν διευκρινίζεται και δεν καθίσταται σαφές, αν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι οι πιο πάνω μισθωτοί "εδικαιούντο" την παροχή από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ ή την ΕΣΣΕ του 1990 ή από δικαστική απόφαση ή από την εφαρμογή και ως προς αυτούς της αρχής της ίσης μεταχείρισης ή εξ άλλης αιτίας (β) ενώ δέχεται ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν και εντάχθηκαν στην κατηγορία Τ3 μετά την 29-3-1990, ημερομηνία έναρξης της ισχύος της ως άνω ΕΣΣΕ του 1990 (και συγκεκριμένα την 27-9-1993) και συνεπώς η πρόσληψή τους έγινε υπό το καθεστώς των νέων ρυθμίσεων της ως άνω ΕΣΣΕ, καθώς και ότι οι ένδικες παροχές χορηγήθηκαν με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του ΔΣ της εναγομένης αποκλειστικά στους μισθωτούς αυτής της κατηγορίας Τ3 που υπηρετούσαν την 29-3-1990, χρόνο έναρξης ισχύος της ΕΣΣΕ, και στους οποίους αφορούσε η ρύθμιση, δεν διευκρινίζεται αν οι νέες αυτές ρυθμίσεις της ΕΣΣΕ του 1990 ήσαν ευνοϊκότερες για τους ενάγοντες, αν δηλ.
αυτοί εντάχθηκαν, ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, σε ανώτερο σε σχέση με τους παλαιούς μισθολογικό κλιμάκιο, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα (γ) επίσης δεν διευκρινίζεται, εάν οι επίμαχες παροχές συνδέονται με την εφάπαξ γενομένη διαδικασία της προβλεπομένης από την ΕΣΣΕ ανακλιμάκωσης και προς ρύθμιση της κατάστασης των μισθωτών των υπηρετούντων μόνο κατά την έναρξη ισχύος της ως άνω ΕΣΣΕ, στην περίπτωση, όμως, αυτή οι προς ρύθμιση της κατάστασης αυτής γενόμενες παροχές θα ελέγχονταν για τυχόν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μόνο μεταξύ των κατά τον χρόνο εκείνο υπηρετούντων μισθωτών και όχι και των προσληφθέντων μεταγενέστερα, όπως οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες (δ) καταλήγοντας στην κρίση ότι ο αποκλεισμός των αναιρεσιβλήτων από την επίμαχη ευνοϊκή ρύθμιση συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού έγινε "χωρίς την συνδρομή κάποιου άλλου επαρκούς ρυθμιστικού παράγοντα (ιδιαίτερου λόγου) πλην της υπηρεσιακής αρχαιότητας, που...
δεν συνιστά αντικειμενική περίσταση αναγομένη στο είδος των παρεχομένων υπηρεσιών από κάθε ομάδα εργαζομένων... και στις συνθήκες υπό τις οποίες τις παρέχουν", αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν ήταν μόνο η "αρχαιότητα" το κριτήριο για την χορήγηση της ένδικης παροχής στους μισθωτούς που φέρονται ότι ευνοήθηκαν απ' αυτήν, αλλά κυρίως ότι αυτοί υπηρετούσαν στην αναιρεσείουσα την 23-9-1990, δεν διευκρινίζεται και δεν αιτιολογείται επαρκώς, εάν η επιλογή της ημερομηνίας αυτής ήταν αυθαίρετη ή εάν εύλογα αντιστοιχούσε σε μεταβολή του καθεστώτος ένταξης των νεοπροσλαμβανομένων μισθωτών της και συνδεόταν με την ρύθμιση θεμάτων που αφορούσαν την εφαρμογή της ως άνω ΕΣΣΕ, που άρχισε να ισχύει κατά την ημερομηνία αυτή (29-3-19900, ώστε να δικαιολογείται αντικειμενικά η γενομένη διάκριση.
Επομένως, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, αληθώς από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ως προς τις παραπάνω πλημμέλειες, απορριπτόμενοι κατά τα λοιπά, ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρινίσεις, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει ήδη μετά την αντικατάστασή της και με το άρθ. 65 § 1 ν. 4139/2013) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1395/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ