Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to cite contradictory provisions in the operative part of the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision regarding labor dispute claims. The appellant argued the lower court erred by failing to reject a specific appeal on procedural grounds, but the Court found this argument inadmissible because it was not raised during the original proceedings. Furthermore, the claim of contradictory legal provisions was rejected because the cited laws appeared only in the reasoning section, not the operative part of the judgment, which is required for such an appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(17) and 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on contradictory provisions is inadmissible if those provisions are not contained in the operative part of the challenged decision, and an appeal based on a procedural error not raised in the first instance is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 698 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18η Ιανουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ-ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ι. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λεωνίδα Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ- ΚΑΘ'ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ : Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Πολέμη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 814/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6926/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-04-2005 αίτησή του που προσδιορίστηκε για να δικασθεί στις 28-4-2009 κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 25-11-2009 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεση του αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322,324 και 331 του ΚΠολΔικ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφιστάμενων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (αρθρ. 9 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως, από την έναρξη ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ, μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ.
Περαιτέρω, με τη 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 και 18749/1981 αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ στο οποίο περιλαμβάνονται και οι φύλακες (παρ. 25) και με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την 17663/1982 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).
Το νομικό καθεστώς της προαναφερόμενης 42/1981 διαιτητικής αποφάσεως μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με τη 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και ίσχυσε από 1-7-1988. Με τη συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 1810/1988, επεκτάθηκαν στο σύνολο τους στους εργαζόμενους-πλην ιατρών- με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.
Με το άρθρο 9 της ανωτέρω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι, τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση, διατηρούνται. Αυτό έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 3/2003, Ολ.ΑΠ 10/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων (ενάγων) προσλήφθηκε στις 12.7.1982 από το εναγόμενο ως φύλακας ασθενών και εργάσθηκε έκτοτε σ' αυτό, με την πιο πάνω ιδιότητα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η σχέση αυτή διέπεται από τους συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ, το δε αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) δεν δεσμεύεται από Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., με τις οποίες ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. Παρ' όλα αυτά ο αναιρεσείων, για τη διαμόρφωση του βασικού του μισθού, στηρίζει την ένδικη αγωγή του στο κατώτατο όριο ημερομισθίου (ημερομίσθιο ασφάλειας), με βάση τις από 3.4.1991, 9.6.1993, 21.3.1994 και 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., Εξάλλου, με την 1836/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επικύρωσε η 2619/1992 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (Εφετείου) κρίθηκε ότι ο αναιρεσείων δικαιούται την πρόσθετη αμοιβή των δύο (2) ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 301.375 δραχμών για το χρονικό διάστημα από 1.1.1987 έως 30.9.1990, στηριζόμενη για την διαμόρφωση του βασικού του μισθού στην 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.
Πειραιώς, όπως τροποποιήθηκε με την 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ.Αθηνών. Από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση δεν απορρέει δεδικασμένο, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ. Πολ.Δ., ως προς την αμοιβή των δύο (2) ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, λόγω διαφοράς της ιστορικής και νομικής αιτίας των δύο αγωγών, αφού με την κρινόμενη αγωγή αξιώνονται διαφορές αποδοχών για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (από 1.1.1992 έως 31.12.1996),βάσει των από 3.4.1991, 9.6.1993, 21.3.1994 και 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., ενώ η πρώτη αγωγή του αναιρεσείοντος αφορούσε προγενέστερο χρονικό διάστημα (από 1.1.1987 έως 30.9.1990) και στηριζόταν σε διαφορετική νομική αιτία.
Περαιτέρω η ένδικη αγωγή είναι νομικά αβάσιμη στο σύνολο της, γιατί με την από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία", η οποία κηρύχτηκε υποχρεωτική με την 17.853/4.10.1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, επεκτάθηκαν στο σύνολο τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953 (στα οποία υπάγεται και το αναιρεσίβλητο), οι οποίοι από 1.7.1988 (έναρξη ισχύος της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε.) κατατάχτηκαν βάσει αυτής ή ανακατατάχτηκαν στη συνέχεια κατ' άρθρο 9 παρ. 1 και 3 του ν. 1810/1988, στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια των κλάδων ΑΤ, ΑΡ, ΜΕ και ΣΕ του ν. 1505/1984 με βάση τα τυπικά προσόντα που απαιτήθηκαν κατά την αρχική τους πρόσληψη.
Σε κάθε δε μισθολογικό κλιμάκιο κάθε κλάδου αναλογεί και ένας μισθός, καθώς και τα σχετικά επιδόματα. Μετά την κατάταξη του αναιρεσείοντος στα μισθολογικά κλιμάκια του ν. 1505/1984, οι δικαιούμενες απ' αυτόν αποδοχές διέπονται όχι από το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς, αλλά από το ν. 1505/1984 και τους τροποποιητικούς του με βάση την πιο πάνω Ε.Σ.Σ.Ε.
της ΠΟΕΔΗΝ. Ειδική πρόβλεψη συγκρίσεως των δύο συστημάτων έγινε μόνο κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος της παραπάνω Ε.Σ.Σ.Ε. και της σύμφωνα μ' αυτή κατατάξεως του αναιρεσείοντος την 1.7.1988, με τη ρύθμιση, ότι σε περίπτωση που οι καταβαλλόμενες αποδοχές είναι κατώτερες των με το νέο σύστημα δικαιούμενων, η διαφορά θα καταβληθεί σταδιακά μέχρι την ολοκλήρωση της συμβάσεως την 1.4.1991 και σε περίπτωση που αυτές είναι ανώτερες, η διαφορά θα διατηρηθεί μέχρι να καλυφθεί ως προσωπική διαφορά, για την οποία δεν πρόκειται στην προκείμενη περίπτωση.
Ακολούθως, το Εφετείο, δεχθέν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή εν μέρει και είχαν αναγνωρισθεί ότι οφείλονται και επιδικασθεί, με βάση τις διατάξεις της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς, μισθολογικές διαφορές στον αναιρεσείοντα συνολικού ύψους 14.112.972 δραχμών.
Συνεπώς, το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν δέχθηκε ότι από την παραπάνω απόφαση παράγεται δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου ούτε εκείνες του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1994, ούτε κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 16 ΚΠολΔ (και όχι και εκ των αριθμών 8 και 14 του ίδιου άρθρου, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα" τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεων τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην εφαρμογή ή μη ορισμένης διατάξεως του νόμου ή στην ορθή ερμηνεία αυτών (ΑΠ Ολομ. 3/1997). Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ.
α ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, χωρίς να προταθεί από το αναιρεσίβλητο, δέχθηκε ότι επήλθε μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς και επί των επίμαχων αγωγικών απαιτήσεων του αναιρεσείοντος έχει εφαρμογή η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και ο Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε, είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στηριζόμενη σε αυτεπάγγελτη εφαρμογή των ρυθμιστικών των αξιώσεων του αναιρεσείοντος ως άνω ΕΣΣΕ και Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε.
Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους εν όλω ή εν μέρει να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της.
Επομένως, ο από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες αντιφατικές διατάξεις δεν εντοπίζονται στο διατακτικό, αλλά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ τίθεται γενικώς κανόνας με τον οποίο κηρύσσεται απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως αν αυτός στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά εισάγεται και εξαίρεση αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται σ' αυτή και ειδικότερα αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται σ' αυτό ο ισχυρισμός όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος της προτάσεως του, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολομ.ΑΠ 15/2000).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της, την από 20-10-2001 έφεση του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός με την ακυρότητα του δικογράφου της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμός προτάθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' πορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2005 αίτηση του Ι. Γ. για αναίρεση της 6926/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ