Legislator Case Law & Legislation
698/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of evidence as facts were already evaluated in the lower court judgment.

Case Number 698/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' judgment regarding a labor dispute. The appellant argued that the court failed to consider specific income documents and evidence of non-excessive work hours, claiming these facts were ignored. The court rejected this claim, ruling that the lower court had explicitly examined and evaluated the submitted evidence, including the disputed documents, and that the appeal's reliance on unproven assertions was inadmissible under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; Art. 562 § 2 KPolD: An appeal based on the non-consideration of submitted facts is inadmissible if the lower court has already examined and evaluated those facts, as the appeal must rely on specific, proven facts rather than mere denials or unsupported assertions.

Keywords

AI generated
appeal admissibility non-consideration of evidence labor dispute excessive work hours income documentation civil procedure code judicial review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 562 § 2 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Οικονομόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Αμπατζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 547/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 983/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-5-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης , καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του , δεν αποτελούν, όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών (αγωγής κλπ.), αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ., ενώ εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό , τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό .

Εξάλλου, σύμφωνα με τον περιεχόμενο στο άρθ. 562§2 ΚΠολΔ γενικό κανόνα ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα και παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες εκεί εξαιρέσεις, πρόκειται δηλ. για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648, 656, 669 παρ. 2 Α.Κ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται, αλλά παραμένει ενεργός (γ) ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως ως άνω την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως την σύμβαση ή επαναπροσλάβει (ορθότερα, επαναπασχολήσει) τον ακύρως απολυθέντα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων από αμφότερους τους διαδίκους, επί της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε (α) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εκ μέρους του εναγομένου και τώρα αναιρεσείοντος καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ως σερβιτόρας στην επιχείρηση του λόγω της μη τήρησης του εγγράφου τύπου και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης (β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτήν τ' αναφερόμενα εκεί ποσά για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άκυρης απόλυσης, του χρονικού διαστήματος από 1-9-2005 μέχρι 1-5-2006 , διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων αδείας και εορτών, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αμοιβή ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής εργασίας κλπ., δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 983/2008 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε την 17-1-2005 από τον εναγόμενο μιε προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και εργάσθηκε μέχρι και την 31-8-2005 ως σερβιτόρα στο καφέ μπαρ-μεζεδοπωλείο που αυτός διατηρούσε στην Πάτρα, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και κατά τα ειδικότερα στην απόφαση αυτή εκτιθέμενα τα ημερήσια έσοδα της επιχείρησης του εναγομένου από τους λογαριασμούς των πελατών , μετ' αφαίρεση διαφόρων φόρων, ανέρχονταν σε 510€ και η σε ποσοστό επ' αυτών αμοιβή της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα στην επιχείρηση αυτή απασχολούνταν 3 συνολικά σερβιτόρες, σε 27,2€ ημερησίως, ο δε συμβολικός μισθός της σε 139,36€ για το πρώτο εξάμηνο του 2005 και σε 143,96€ για το δεύτερο, ότι κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο η ενάγουσα έλαβε άδεια αναψυχής από 24-31/8/2005, πριν δε λήξει ο χρόνος αυτός αναζήτησε τηλεφωνικά τον εναγόμενο προκειμένου να ενημερωθεί για την βάρδια, στην οποία θα εργαζόταν κατά την επιστροφή της, πλην όμως δεν τον βρήκε, ότι όταν επανήλθε στην εργασία της την 1-9-2005 ο εναγόμενος δεν αποδέχθηκε τις υπηρεσίες της και την ίδια ημέρα της επέδωσε με δικαστικό επιμελητή εξώδικη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι από την 24/8 απουσίαζε από την εργασία της χωρίς να τον ενημερώσει και ότι το γεγονός αυτό θεωρεί ως καταγγελία της εργασιακής σχέσης εκ μέρους της και οικειοθελή αποχώρηση, ότι η ενάγουσα την επομένη απάντησε με επιδοθέν σ' αυτόν έγγραφο, στο οποίο ανέφερε την συμφωνία τους ν' απουσιάσει με κανονική άδεια κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και την άρνησή του ν' αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, την ίδια δε ημέρα (2/9) προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας για την εξώδικη επίλυση της διαφοράς της με τον εναγόμενο επικαλούμενη "άτακτη απόλυση", ότι η παραπάνω εξώδικη δήλωση του εναγομένου είναι αναληθής και προσχηματική, ότι κατά συνέπεια είναι άκυρη η απόλυσή της και ο εναγόμενος που έπαυσε ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες της, χωρίς να καταγγείλει εγγράφως την σύμβαση εργασίας και χωρίς να καταβάλει σ' αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση, περιήλθε σε υπερημερία δανειστή και υποχρεούται στην καταβολή των αποδοχών της κατά το διάστημα της υπερημερίας του, δηλ.

επί 6 1/2 μήνες και μέχρι την 15-3-2006, ότι δεν αποδείχθηκε ο προβληθείς με την έφεση του εναγομένου ισχυρισμός του περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας, και ότι η τελευταία, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικαιούται, εκτός των άλλων, τ' αναφερόμενα εκεί ποσά για μισθούς υπερημερίας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και για αναλογία επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στα πλαίσια της υπερημερίας του εναγομένου και συνολικά μαζί και με τις υπόλοιπες επιδικασθείσες αξιώσεις της για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών κλπ.

το ποσό των 7039,27€, με βάση δε τις παραδοχές αυτές και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγόμενου και απορρίπτοντας την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε ενμέρει την αγωγή και ειδικότερα αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό.

Ο εναγόμενος αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και το με στοιχ. 1 μέρος του προβάλλει την από τον αριθμό 8 του άρθ. 559ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με την έφεση του και τις επ' αυτής προτάσεις του αυτοτελείς ισχυρισμούς του ότι : (α) Η ενάγουσα αναιρεσίβλητη αποχώρησε από την εργασία της και ουδόλως ο εναγόμενος κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της.

Κατά το σκέλος τούτο ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί, διότι ο ως άνω ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αποτελούσης στοιχείο της βάσης της αγωγής άκυρης καταγγελίας (εφόσον με την αγωγή εζητείτο και αυτοτελώς η αναγνώριση της ακυρότητας αυτής) και αποκρούσθηκε με την ρητή παραδοχή ότι έγινε πράγματι καταγγελία και ότι δεν αποδείχθηκε ο περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας ισχυρισμός του εναγομένου, ο οποίος, πάντως, ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε για ουσιαστικούς λόγους (β) Η ενάγουσα αμέσως μετά την αποχώρηση της εργάσθηκε από 1-9-2005 στην εταιρεία "Β ΟΕ", λόγω δε μη λήψης υπόψη και του ισχυρισμού αυτού ο εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 μέχρι 16-3-2006.

Κατά το σκέλος αυτό ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναίρεσης, με τοΐ/"ποίο και κατ' εκτίμηση αυτού αποδίδεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη ένστασης από το άρθ. 656 εδ. β' ΑΚ (του συνυπολογισμού των "αλλαχού κέρδηθέντων"), είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ), ο ως άνω ισχυρισμός (που δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις της αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη), προβληθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορριφθείς με την εκκληθείσα απόφαση ως απαράδεκτος (λόγω της υποβολής του μόνο με τις προτάσεις), δεν επανυποβλήθηκε στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ούτε με παραδεκτό πρόσθετο λόγο έφεσης (δυνάμενο στην προκειμένη διαδικασία των εργατικών διαφορών να προβληθεί και με τις προτάσεις, άρθ. 674§1 ΚΠολΔ), καθόσον ειδικότερα η εκ μέρους του αναιρεσείοντος συρραφή και ενσωμάτωση ολοκλήρου του κειμένου (κατά λέξη) των προτάσεων που είχε υποβάλει στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, στις οποίες περιλαμβάνεται η ένσταση αυτή, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, τόσο προς υποστήριξη της έφεσης του όσο και προς αντίκρουση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες (προτάσεις ενώπιον του Εφετείου) των ισχυρισμών που επαναφέρονται με σύντομη περίληψη και αναφορά των σελίδων των πρώτων που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο κατ' άρθ. 240 ΚΠολΔ τρόπο επαναφοράς της ένστασης αυτής (ΟλΑΠ 9/2000), εφόσον μάλιστα με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου δεν δηλώνεται ότι με αυτές προτείνεται και σχετικός πρόσθετος λόγος, κατά πάσα περίπτωση δηλ.

δεν περιέχεται στην πραγματικότητα σχετικό παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης Με το με στοιχ. 2 μέρος του αυτού πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα που αφορούν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης και την υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει σ' αυτήν μισθούς υπερημερίας.

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος τούτο (και ανεξάρτητα από την πλήρη αοριστία του λόγω μη αναφοράς των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, των σχετικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης και των αντιφάσεων και της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, , πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή περιέχει πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα αυτά.

Εξάλλου, ο αυτός λόγος είναι απορριπτέος (α) ως αβάσιμος, καθόσον μέρος του αποδίδεται με αυτόν η από τον αριθμό 10 του ως άνω άρθρου πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά "πράγματα" χωρίς απόδειξη, αφού από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση σχετική βεβαίωση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) λαμβάνοντας υπόψη και συνεκτιμώντας τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα, δηλ.

τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μαρτύρων, όπως περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκληθείσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του, την μνημονευομένη και νομοτύπως ληφθείσα ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις μη προσβληθείσες με τις εφέσεις πραγματικές παραδοχές του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και (β) ως απαράδεκτος, καθόσον μέρος του πέραν της αναφοράς των αριθμών 1 και 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ ουδεμία σχετική συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

II. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, εάν τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων και που φέρονται ότι δεν ελήφθησαν υπόψη χρησιμεύουν για την απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού και δη αορίστου ή μη νομίμου ή απαραδέκτου, μη ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Με τον δεύτερο (και τελευταίο λόγο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα εξής έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου : (1) Η με αριθ. πρωτ. 6689/2006 βεβαίωση του ΟΑΕΔ (2) Το με αριθ. πρωτ. 4038/2006 πιστοποιητικό του ΙΚΑ, από τα οποία ειδικότερα αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη αποχώρησε από την εργασία της και εργάσθηκε αμέσως μετά απ' αυτήν και συνεπώς ο εναγόμενος αναιρεσείων δεν ήταν υπερήμερος κατά το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 μέχρι 13-6-2006 και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας (3) Η από 30-5-2005 εξοφλητική απόδειξη υπογεγραμμένη από την ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 8/3-30/5/2005 (4) Η από 21-8-2005 εξοφλητική απόδειξη υπογεγραμμένη από την ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1/6-31/8/2005, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ουδέν οφείλει σ' αυτήν (5) Συγκεντρωτική κατάσταση των εσόδων της καφετέριας, στην οποία εργαζόταν η ενάγουσα, για το διάστημα 1/1-31/8/2005 και αντίγραφα των λογιστικών βιβλίων του για τους μήνες από Ιανουάριο μέχρι και Αύγουστο του 2005 (6) Αντίγραφο της φορολογικής του δήλωσης για τα εισοδήματα του 2005 καθώς και το συνυποβαλλόμενο Ε3 και το εκκαθαριστικό του σημείωμα.

Ο λόγος αυτός από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ'(και όχι α' όπως φέρεται) ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκόμισαν νόμιμα και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική μνεία και αξιολόγηση της αποδεικτικής σημασίας μερικών απ' αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.

Πέραν αυτού ειδικότερα : (α) Ο ερευνώμενος εδώ λόγος ως προς την προβαλλόμενη μη λήψη υπόψη των με αριθ. 1 και 2 εγγράφων, από τα οποία αποδεικνύεται, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτός άλλων, ο ισχυρισμός του ότι η αναιρεσίβλητη εργάσθηκε αμέσως μετά την αποχώρηση της από την επιχείρηση του και κατά συνέπεια αυτός δεν ήταν υπερήμερος και δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-9-2005 μέχρι 13-6-2006, αναφέρεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ενμέρει και σε ισχυρισμό μη προταθέντα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι με την προσβαλλομένη απόφαση μισθοί υπερημερίας επιδικάσθηκαν μέχρι 15-3-2006 και όχι μέχρι 13-6-2006 (β) Ως προς τα με αριθ. 3 και 4 έγγραφα (εξοφλητικές αποδείξεις), καθώς και 5 (συγκεντρωτική κατάσταση εσόδων της καφετέριας του αναιρεσείοντος και αντίγραφα των λογιστικών του βιβλίων) και 6 (αντίγραφο της φορολογικής του δήλωσης και του εντύπου Ε3), το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε ειδική μνεία, αξιολογώντας αρνητικά την αποδεικτική αξία και σημασία τους, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Συγκεκριμένα, ως προς τα με αριθ. 3 και 4 διέλαβε ότι οι εξοφλητικές αυτές αποδείξεις είναι αόριστες, καθόσον δεν αναγράφονται σ' αυτές αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν τις αποδοχές που καταβλήθηκαν καθώς και την αιτία καταβολής τους (τούτο δε ενόψει του γεγονότος ότι με την ένδικη αγωγή προβάλλονται αξιώσεις από περισσότερες αιτίες και δη, εκτός από μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση για την άκυρη καταγγελία, για υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας, αμοιβή ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής εργασίας, προσαύξηση νυκτερινής εργασίας και εργασίας κατά τις Κυριακές και αμοιβή για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης), ως προς δε τα με αριθ. 5 και 6 ότι δεν απεικονίζουν την πραγματική εισοδηματική κατάσταση του αναιρεσείοντος ενόψει και των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-5-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 983/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ