Legislator Case Law & Legislation
698/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late evidence and vague constitutional violation claims.

Case Number 698/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's rejection of a retrial request. The appellant argued the lower court erred by failing to consider new evidence and violated constitutional rights, but the court found the evidence submitted after the decision was inadmissible and the constitutional claims too vague. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the second respondent.

Legislator headnote

AI generated

Articles 544(7) and 559(11) of the Code of Civil Procedure; A retrial request based on post-decision evidence is inadmissible, and constitutional violation claims must specify the breach and its impact on the judgment to be admissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal post-decision evidence retrial request vague constitutional claim legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 544(7) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 17 of the Constitution
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 481/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 698 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μηλιαράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φιλανθρωπικού Σωματείου με την Επωνυμία "ΑΣΥΛΟΝ ΑΝΙΑΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2. Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΡΙΣΜΟΣ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΩΝ Η ΥΓΕΙΑ-ΣΥΝ.Π.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τομαρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 8-1-1987 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου "ΑΣΥΛΟΝ ΑΝΙΑΤΩΝ" και β) με την από 15-3-1987 πρόσθετη παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσίβλητου "Οικοδομικός Συνεταιρισμός Υγειονομικών Η Υγεία-Συν.Πε.Ε" που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6385/1993 του ίδιου Δικαστηρίου και 998/1995 μη οριστική, 2646/1997 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και εκδόθηκε η 56/1999 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 674/2000 απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε η από 18-12-2005 αίτηση αναψηλάφησης η οποία απερρίφθηκε με την από 4826/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-6-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 27-10-2008 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την έκθεση επίδοσης ... του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείου Πειραιώς ... την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτησή της υπό κρίση από 18-6-2007 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς το πρώτο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε αυτό. Όμως το πρώτο αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 544 αρ. 7 του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται αν ο διάδικος, που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει : α) Να υπήρχε κατά το χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως έγγραφα που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης με αναψηλάφηση αποφάσεως δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναψηλαφήσεως.

Κατ' εξαίρεση μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλαφήσεως και με τέτοια μεταγενέστερα έγγραφα, όταν από το περιεχόμενό τους προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, του οποίου η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για ένα από τους λόγους που ορίζονται στην παραπάνω διάταξη.

β)Να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.

Ειδικότερα για να κριθεί εάν το έγγραφο είναι κρίσιμο πρέπει ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποιά πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό και ότι ο αιτών επικαλέσθηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της.

Και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτηση του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο (ΑΠ 1264/2004, ΑΠ 1456/2003 Δνη 46,1067, ΑΠ 1041/2003 Δνη 45,95). Εξάλλου, η εκ πλαγίου παραβίαση δικονομικών διατάξεων δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, με το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας ή της ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, κατά την εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων, θα αναιρούνταν η απόφαση, ενώ αυτό δεν θα συνέβαινε ούτε στην περίπτωση της ευθείας παραβίασής τους, αν δεν αποτελούσαν επώνυμο λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 2 έως 20 Κ.Πολ.Δ.

Τέτοια διάταξη δικονομικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 544 Κ.Πολ.Δ., με την οποία καθορίζονται οι λόγοι της αναψηλάφησης (ΑΠ 1297/1998, ΑΠ 1327/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών που δίκασε, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, την ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων κατά της 674/2000 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, επικαλούμενος, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ, νέο έγγραφο που βρήκε και έλαβε στην κατοχή του μετά την έκδοση της απόφασης αυτής.

Την παραπάνω απορριπτική του κρίση το Εφετείο στήριξε επαλλήλως σε δύο κύριες αιτιολογίες με βάση τις οποίες έκρινε ότι η αίτηση αναψηλάφησης δεν είναι νόμιμη και ειδικότερα αφενός μεν διότι, υπό τα εκτιθέμενα σ' αυτήν περιστατικά, το επικαλούμενο έγγραφο (μαγνητοταινία) συντάχθηκε μετά την έκδοση της προσβληθείσας απόφασης (674/2000),ενώ και από το περιεχόμενο της μαγνητοταινίας και με τον τρόπο που εκτίθεται στην αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε κανένα έγγραφο, το οποίο να είχε συνταχθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης έτσι, ώστε, κατ' εξαίρεση να μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλάφησης και με το μεταγενέστερο έγγραφο, και αφετέρου διότι στην αίτηση αναψηλάφησης δεν εκτίθενται, προκειμένου να κριθεί αν το έγγραφο αυτό είναι κρίσιμο, ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από το έγγραφο αυτό σε σχέση με την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος που έγινε δεκτή, αλλά και, κυρίως, σε σχέση με την ένσταση ιδίας κυριότητας του τελευταίου που απορρίφθηκε.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι με το να κρίνει το Εφετείο ότι δεν γίνεται επίκληση νέου κρίσιμου εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 544 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., και να απορρίψει την ως άνω αίτηση αναψηλάφησης παραβίασε τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου.

Όμως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι προαναφερόμενες διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι δικονομικές και δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αφορούν αυτά την ερμηνεία κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών. Λόγος αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνος του δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου πρέπει να εκτίθεται αφενός ποια έννοια προσέδωσε η απόφαση στον κανόνα που εφάρμοσε και την οποίαν ο αναιρεσείων θεωρεί ως εσφαλμένη και ποια η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια που προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία ή δεν χρησιμοποίησε η απόφαση ή τα χρησιμοποίησε πλημμελώς (ΑΠ 2174/2007, ΑΠ 747/2006, ΑΠ 120/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει ότι με το να δεχθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εκτίθεται στην αίτηση αναψηλάφησης ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από το συγκεκριμένο έγγραφο (μαγνητοταινία) σε σχέση με την αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παραβίασε τους κανόνες της κοινής πείρας, επειδή από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ο ισχυρισμός που προβλήθηκε απ' αυτόν (αναιρεσείοντα), κατά τον οποίο έγινε αντικαταστατική είσοδος και άλλων μελών του δευτέρου αναιρεσίβλητου (Συνεταιρισμού) με σκοπό να ωφεληθούν άσχετα με το επίδικο ακίνητο πρόσωπα, η δε είσοδος διαφόρων πολιτικών προσώπων έγινε προκειμένου να "βοηθήσουν" την όλη υπόθεση.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, επειδή στην αίτηση αναίρεσης δεν εκτίθενται ποια συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε στον κανόνα δικαίου από την προσβαλλόμενη απόφαση και την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει εσφαλμένη και ποια η ορθή κατά την άποψη του έννοια αυτού.

III. Με το άρθρο 561 παρ. 2Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων είναι και η αγωγή, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, δεν εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναιρέσεως, πλέον εκείνων που ορίζονται περιοριστικώς στα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ. Επομένως το ορισμένο ή αόριστο του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την ιστορική βάση της, εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν αξίωσε στοιχεία ή θεώρησε αρκετά λιγότερα στοιχεία από όσα κατά το νόμο χρειάζονται για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, οπότε υπάρχει παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου που αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατά τα άρθρα 559 αριθ. 1 και 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ή αν έλαβε υπ' όψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σε αυτό και που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο ή αν δεν έλαβε υπ' όψη παρόμοια γεγονότα που όμως εκτίθενται στην αγωγή, οπότε υπάρχουν λόγοι αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Ο αναιρεσείων με την κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης, αφού παραθέτει το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης με αυτήν υπ' αρ. 674/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εκθέτει τα εξής : "Επειδή, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης και μόλις πρόσφατα, ήτοι την 26η Νοεμβρίου ενεστώτος έτους, περιήλθε στην κατοχή μου μαγνητοταινία (βιντεοκασέτα) από την τηλεοπτική εκπομπή "..." του δημοσιογράφου ..., η οποία μεταδόθηκε την 23-11-2000 από τον τηλεοπτικό σταθμό "..." και η οποία διαπραγματεύθηκε το πλέγμα, νομικό και πραγματικό, του επιδίκου ακινήτου, και κυρίως σε ότι αφορά την εμπλοκή του άνω προσθέτως παρεμβάντος υπέρ του πρώτου των αντιδίκων Οικοδομικού Συνεταιρισμού ΥΓΕΙΑ ΣΥΝ.Π.Ε.

Η εν λόγω μαγνητοταινία βρίσκονταν στην κατοχή της παλαιάς οικογενειακής μας φίλης, ΑΑ, κατοίκου ... (οδός ...), η οποία επικοινώνησε τηλεφωνικά με την σύζυγο μου, ΒΒ, το απόγευμα της 25-11-2005, ημέρα της εορτής της Αγίας Αικατερίνης, προκειμένου να της ευχηθεί για την ονομαστική της εορτή, και επί τη ευκαιρία των ευχών να επιδιώξει την αναθέρμανση των σχέσεων της με την οικογένεια μας, οι οποίες σχέσεις (λόγω παλαιάς και υφιστάμενης παρεξήγησης και φραστικού επεισοδίου, που έγινε περί τα τέλη του μηνός Αυγούστου του έτους 2000) παρέμεναν ψυχρές εκατέρωθεν μέχρι την 25-11-2005, οπότε αναθερμάνθηκαν με την πρωτοβουλία για προσέγγιση και επικοινωνία της άνω οικογενειακή μας φίλης.

Κατά τη διάρκεια της άνω τηλεφωνικής συνομιλίας την 25-11-2005 η άνω οικογενειακή μας φίλη, ΑΑ, ρώτησε την σύζυγο μου από ενδιαφέρον, μεταξύ των άλλων, και για την πορεία της υπόθεσης μου με τους αντιδίκους, αναφέροντας της παράλληλα ότι, έχει στην κατοχή της την άνω μαγνητοταινία, της οποίας το περιεχόμενο θεωρούσε αρκετά ενδιαφέρον και για το λόγο αυτό άλλωστε υπήρχε μέχρι τότε στην κατοχή της.

Τότε η σύζυγος μου ζήτησε από την άνω οικογενειακή φίλη μας να λάβουμε γνώση του περιεχομένου της άνω μαγνητοταινίας και έτσι το πρωί της επομένης ημέρας (26-11-2005) εγώ και η σύζυγος μου συναντηθήκαμε στην επί της οδού ... στο ... κατοικία της άνω οικογενειακής φίλης μας, όπου μας παραδόθηκε η άνω μαγνητοταινία και τότε (26-11-2005) έλαβα γνώση του περιεχομένου της.

Στον άνω συνεταιρισμό, συμφωνά με το καταστατικό του αλλά και από την επωνυμία του, προκύπτει ότι, μέλη του ήταν από τον υγειονομικό χώρο και κυρίως ιατροί.

Από τις επώνυμες καταγγελίες των μελών του ως άνω συνεταιρισμού ιατρών και από τις ομολογίες του ίδιου του προέδρου του συνεταιρισμού από την συνομιλία του τελευταίου με μελή του συνεταιρισμού, προκύπτει ευθέως ότι παρ' ότι οι αντίδικοι ισχυρίζονται και το δέχθηκε όλως εσφαλμένα η προσβαλλομένη απόφαση ότι αυτοί δήθεν είναι οι κύριοι και νομείς του επιδίκου, αν και έχουν παρέλθει πλέον των 30 ετών από τη δημιουργία του συνεταιρισμού, καμία έκταση στο επίδικο δεν κατέχουν, ουδεμία εκποιητική πράξη μεταβίβασης στα μελή του έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα, διότι στερούνται νομίμων τίτλων, με αποτέλεσμα τα ιδρυτικά μέλη του συνεταιρισμού αυτού στην πλειονότητα τους έχουν αποβιώσει, ενώ ούτε οι κληρονόμοι τους έχουν αποκτήσει έστω και ένα τετραγωνικό μέτρο από το επίδικο.

Από την απομαγνητοφώνηση της νομίμως ληφθείσας μαγνητοταινίας προκύπτει, ευθέως ότι, στο συνεταιρισμό εισήλθαν κατά το πλείστον βουλευτές, για να "βοηθήσουν" από την θέση στην οποία ευρίσκονταν ώστε να περιέλθει μέρος του επίδικου στους τελευταίους, αλλά και σε άλλους οι οποίοι προφανώς αντικαταστατικά εισήλθαν στον άνω συνεταιρισμό με προφανή σκοπό να ωφεληθούν τα μέγιστα, λόγω της μεγάλης αξίας, του επιδίκου ακινήτου.

Επειδή η αίτηση μου ασκείται νόμιμα και εμπρόθεσμα συμφωνά με το άρθρο 544 αριθ. 7 του Κ.Πολ.Δ. και είναι βάσιμη και αληθινή, αποδεικνυομένη εκ του κρισίμου αυτού ως άνω εγγράφου - αποδεικτικού στοιχείου". Με βάση το περιεχόμενο αυτό της αίτησης αναψηλάφησης, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της υπ' αρ. 674/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά το ουσιώδες μέρος της, τα εξής: "Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση, δεν είναι νόμιμη, προεχόντως, γιατί : η μαγνητοταινία την οποία επικαλείται ο αιτών, η οποία αποτελεί μεν έγγραφο, δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, να θεμελιώσει τον από το άρθρο 544 αριθμός 7 ΚΠολΔικ λόγο αναψηλαφήσεως, αφού συντάχθηκε, υπό τα εκτιθέμενα, στις 23-11-2000, δηλαδή μετά την έκδοση στις 31-1-2000 της προσβαλλόμενης 674/2000 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου.

Από δε το περιεχόμενο της μαγνητοταινίας και με τον τρόπο που εκτίθεται στην αίτηση δεν γίνεται αναφορά σε κανένα έγγραφο, το οποίο να είχε συνταχθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έτσι ώστε, κατ' εξαίρεση να μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλαφήσεως και με το μεταγενέστερο έγγραφο.

Σε κάθε περίπτωση δε, δεν εκτίθεται στην αίτηση, προκειμένου να κριθεί εάν το έγγραφο (μαγνητοταινία) είναι κρίσιμο, ποιά πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως και πλήρως από το έγγραφο αυτό σε σχέση τόσο με την ιστορική βάση της αγωγής, που έγινε δεκτή, αλλά και κυρίως σε σχέση με την ένσταση ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, η οποία απορρίφθηκε.

Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ...". Με βάση όμως όσα εκτίθενται στην αίτηση αναψηλάφησης και τις πιο πάνω παραδοχές του, σύμφωνα δε και με την αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη, το Εφετείο έλαβε υπόψη όσα ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί για τη θεμελίωση της αίτησης αναψηλάφησης και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και, συνεπώς, ο συναφής δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα του, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η αίτηση αναψηλάφησης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και συνεπώς το Εφετείο που δίκασε δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, οπότε και δεν ερεύνησε και τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, τελευταίος (κατά το πρώτο Τμήμα του) λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 481/1991). Τέλος ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο τμήμα του, κατά το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, 17 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, καθώς και η επίδραση που είχε το σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-6-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 4826/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ