Supreme Court dismisses appeal where plaintiff's refusal to cooperate prevents debtor's default under contract law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the case, upholding the lower court's finding that the plaintiff failed to default. The plaintiff had been urged to select a translator but refused to cooperate, thereby blocking the defendant's ability to fulfill its contractual obligation. The court ruled that the plaintiff's inaction precluded the defendant's default, rendering the appeal inadmissible despite the appellant's claims of procedural violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 383, 351 of the Civil Code; A debtor's default is precluded if the creditor refuses to cooperate in the performance of the obligation, thereby preventing the debtor from fulfilling their duty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 698 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 698/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Χαράλαμπο Δημάδη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος-καλούντος : ...... , τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Φώτιος Κουντουριώτης.
Της αναιρεσιβλήτου-καθής η κλήση : Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Σπυρίδων Τσαντίνης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Μαρτίου 1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις :1368/1994 προδικαστική, 3624/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2041/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10 Μαρτίου 2003 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1108/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο αναιρεσείων-καλών με την από 23 Οκτωβρίου 2006 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 1ης Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή του Αρεοπαγίτη Ελευθέριου Τσακόπουλου, ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως του, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 383 Α.Κ, επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων αν ο οφειλέτης περιέλθει σε υπερημερία ως προς την παροχή που οφείλει ο δανειστής μπορεί να του τάξει εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδο της αποκρούει την παροχή. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, ο δανειστής έχει δικαίωμα είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, αξιώνοντας παράλληλα την εύλογη αποζημίωση που ορίζει το άρθρο 387 Α.Κ, είτε να απαιτήσει πλήρη αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση. Προϋπόθεση αξιώσεων των αυτών του δανειστή είναι η υπερημερία του οφειλέτη. Όταν όμως ο δανειστής, καίτοι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή, περιέρχεται ο ίδιος σε υπερημερία δανειστού (Α.Κ. 351), η οποία παρεμποδίζει την υπερημερία του οφειλέτη. Εξ άλλου, αν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, είναι αλυσιτελής ο λόγος αναιρέσεως που πλήττει τη μία μόνο από αυτές, αφού εκείνη που δεν πλήσσεται αρκεί για να το στηρίξει.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα. Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι διδάκτωρ της φιλολογίας και συγγραφεύς του έργου "Πίνακες χρονολογημένων μουσικών κωδίκων 1453-1821". Κατόπιν συμβάσεως που κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητο Εθνική Τράπεζα, η τελευταία ανέλαβε να εκδώσει με δαπάνες της το έργο αυτό στην ελληνική και αγγλική γλώσσα.
Η μεταφορά στην αγγλική θα γινόταν από μεταφραστή της επιλογής του συγγραφέα. Ως κατάλληλος προς τούτο επελέγη ο...., ο οποίος όμως, την 28.4.1980 δήλωσε γραπτώς στους ενδιαφερομένους ότι δεν αποδέχεται. Με την από 3.12.1981 επιστολή της, η εναγόμενη Τράπεζα κάλεσε τον ενάγοντα να επιλέξει άλλον μεταφραστή. Ο τελευταίος όμως αδράνησε επί μακρόν, έπραξε δε τούτο μόλις την 18.3.1993, με την άσκηση της αγωγής, υποδεικνύοντας ως μεταφραστή τον .....
Υπό τα περιστατικά αυτά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο, έκρινε περαιτέρω ότι, μέχρι το χρόνο που ασκήθηκε η αγωγή, η εναγόμενη Εθνική Τράπεζα δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της παροχής της, καθόσον η εκπλήρωση αυτή απαιτούσε την σύμπραξη του ενάγοντος ως δανειστού, στην οποία ο τελευταίος, καίτοι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προέβη.
Κατόπιν τούτου απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζητούσε την καταδίκη της εναγομένης στην καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, για την μη εκπλήρωση της συμβάσεως. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, στήριξε το απορριπτικό διατακτικό της αποφάσεως του σε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, η οποία καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τους ταυτόσημους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα.
Ειδικότερα, με τους τρεις αυτούς λόγους ψέγεται η προσβαλλομένη:
α) Για αντιφατικότητα αιτιολογιών, καθόσον δέχθηκε ότι η εκ μέρους του ενάγοντα επιλογή του μεταφραστή αποτελεί το μεν δικαίωμα του που απορρέει από το άρθρο 8γ της μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσης συμβάσεως, το δε υποχρέωση αυτού. Η ως άνω όμως αιτίαση είναι αβάσιμη, δοθέντος ότι ο δανειστής δεν έχει υποχρέωση ούτε να δεχθεί την παροχή του οφειλέτη, ούτε να συμπράξει στην εκπλήρωση αυτής. Η άρνηση του όμως να προβεί σε πράξη ή σύμπραξη, όταν είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη και ζητηθεί από αυτόν, αποκλείει την υπερημερία του τελευταίου. Υπό την έννοια δε αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε με σαφήνεια και χωρίς καμία αντίφαση ότι ο ενάγων, παραλείποντας να επιλέξει τον μεταφραστή, καίτοι εγκαίρως είχε κληθεί προς τούτο, αρνήθηκε να συμπράξει στην εκπλήρωση της παροχής της εναγομένης, που ήταν η έκδοση του ανωτέρω έργου στην αγγλική, με αποτέλεσμα να μην περιέλθει αυτή σε υπερημερία οφειλέτη.
β) Για ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον δεν προσδιορίζει τις συνέπειες που θα επέλθουν, αν η εναγόμενη Τράπεζα δεν συμφωνήσει με τον μεταφραστή και ματαιωθεί έτσι η παρεμβολή του. Αφού όμως ο αποκλεισμός της υπερημερίας της εναγομένης θεμελιώθηκε στην παραδοχή ότι ο ενάγων, με την μη επιλογή του μεταφραστή, δεν συνέπραξε στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ο προσδιορισμός των συνεπειών που θα επήρχοντο αν ο ενάγων είχε υποδείξει μεταφραστή δεν ήταν αναγκαίος, καθόσον το γεγονός αυτό καθ' εαυτό ουδεμία επίδραση ασκεί στην έκβαση της δίκης.
γ) Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ψέγεται η προσβαλλομένη για ευθεία παράβαση των άρθρων 330, 334, 340, 343, 344, 383, 384 και 681 επ. Α.Κ. Ο λόγος αυτός είναι κατά το μέρος τούτο αόριστος, αφού δεν διευκρινίζει σε τι έγκειται η αιτιώμενη παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και πώς αυτή συνέβαλε στην διατύπωση εσφαλμένου διατακτικού.
Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου ψέγεται η προσβαλλομένη για έλλειψη νομίμου βάσεως, τουτέστιν γιατί με αντιφατικές, άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η σύμπραξη του ενάγοντα στην εκπλήρωση της παροχής της εναγομένης δεν εξαντλήθηκε με την επιλογή του .... ως μεταφραστή, αλλ' απητείτο επί πλέον να υποβάλλει δείγμα της μεταφραστικής του εργασίας προς την εναγομένη προς έγκριση και να τον φέρει σε επαφή με αυτή και, επί πλέον, ότι η προθεσμία των έξι μηνών που της έταξε για την εκπλήρωση της παροχής της δεν ήταν εύλογη.
Εν όψει όμως του ότι με την κύρια αιτιολογία της, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η εναγομένη δεν περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτου, γιατί μετά την αποποίηση του .... ο ενάγων δεν επέλεξε μεταφραστή, οι περαιτέρω παραδοχές ότι επί πλέον δεν υπέβαλε προς αυτήν δείγμα της εργασίας του και δεν τον έφερε σε επαφή μαζί της διατυπώθηκαν εκ περισσού, αφού δεν ήταν πρόσφορες για να στηρίξουν το διατακτικό της προσβαλλομένης, ενώ η παραδοχή ότι η ταχθείσα προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη δεν ήταν εύλογη συνιστά επάλληλη αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία αλυσιτελώς πλήσσεται, αφού οι αιτιάσεις κατά της κύριας αιτιολογίας δεν τελεσφόρησαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.6.1999 αίτηση για αναίρεση της απόφασης 2041/2000 του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ